Υπόθεση C-205/09
Ποινική διαδικασία
κατά
Emil Eredics και Mária Vassné Sápi
(αίτηση του Szombathelyi Városi Bíróság
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ – Καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες – Έννοια του όρου “θύμα” – Νομικό πρόσωπο – Ποινική μεσολάβηση στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας – Κανόνες εφαρμογής»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Ερμηνεία αιτηθείσα σε περίπτωση θεσπίσεως σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικής ρυθμίσεως για πραγματικά περιστατικά που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του
(Άρθρο 35 ΕΕ)
2. Ευρωπαϊκή Ένωση – Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220 – Θύμα – Έννοια – Νομικά πρόσωπα – Δεν εμπίπτουν
(Απόφαση-πλαίσιο 2001/220 του Συμβουλίου, άρθρα 1, στοιχείο a΄, και 10 § 1)
3. Ευρωπαϊκή Ένωση – Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220 – Μεσολάβηση ρητώς προβλεπόμενη από εθνική νομοθετική ρύθμιση όσον αφορά ορισμένες εγκληματικές πράξεις
(Απόφαση-πλαίσιο 2001/220 του Συμβουλίου, άρθρο 10)
1. Το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα υποβαλλόμενα στο πλαίσιο του άρθρου 35 ΕΕ, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στις περιπτώσεις που η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπονται για καταστάσεις μη ρυθμιζόμενες από το δίκαιο της Ένωσης προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο δίκαιο αυτό. Συγκεκριμένα, η έννομη τάξη της Ένωσης έχει πράγματι συμφέρον κάθε διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πρέπει να εφαρμόζεται, να τυγχάνει ομοιόμορφης ερμηνείας προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις.
(βλ. σκέψη 33)
2. Τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «θύμα» δεν περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, προωθήσεως της μεσολαβήσεως στις ποινικές υποθέσεις, τα νομικά πρόσωπα.
Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο, για τους σκοπούς εφαρμογής της, ορίζει το θύμα ως το «φυσικό πρόσωπο» που υπέστη ζημία, περιλαμβανομένης της σωματικής ή ψυχικής βλάβης, της συγκινησιακής δοκιμασίας ή της οικονομικής απώλειας που προκαλείται απευθείας από πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες παραβιάζουν την ποινική νομοθεσία κράτους μέλους, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα που έχουν υποστεί τέτοια ζημία.
Το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν την ποινική μεσολάβηση στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο δεν αναιρεί το ως άνω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν εναρμονίζει πλήρως τον οικείο τομέα, δεν εμποδίζει ούτε υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις διατάξεις της και στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο. Η ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα δεν εισάγει, επίσης, διάκριση σε βάρος των νομικών προσώπων, δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης νομίμως θέσπισε προστατευτικό πλαίσιο κανόνων υπέρ των φυσικών προσώπων και μόνον, καθόσον αυτά βρίσκονται σε αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση από εκείνη των νομικών προσώπων λόγω, αφενός, του ότι είναι περισσότερο ευάλωτα και, αφετέρου, της φύσεως των συμφερόντων τα οποία βλάπτονται από τις εγκληματικές πράξεις που στρέφονται αποκλειστικώς κατά των φυσικών προσώπων, όπως η ζωή και η σωματική ακεραιότητα του θύματος.
(βλ. σκέψεις 26, 28-31, διατακτ. 1)
3. Το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτρέπουν τη μεσολάβηση για όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η οριζόμενη στην εθνική νομοθεσία αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, αντίστοιχη προς αυτή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη μεσολάβηση.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν για την προώθηση της μεσολαβήσεως όσον αφορά τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες «κρίνουν ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό», πράγμα που σημαίνει ότι η επιλογή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες προβλέπεται μεσολάβηση απόκειται στην εκτίμηση των κρατών μελών. Επομένως, ο εθνικός νομοθέτης, επιλέγοντας να επιτρέψει την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως στην περίπτωση ορισμένων μόνον εγκληματικών πράξεων, όπως αυτών που στρέφονται κατά των προσώπων, της ασφάλειας των μεταφορών ή της ιδιοκτησίας, επιλογή η οποία υπαγορεύεται από λόγους δικαιοπολιτικού χαρακτήρα, δεν υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως πoυ διαθέτει.
(βλ. σκέψεις 37-38, 40, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 21ης Οκτωβρίου 2010 (*)
«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ – Καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες – Έννοια του όρου “θύμα” – Νομικό πρόσωπο – Ποινική μεσολάβηση στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας – Κανόνες εφαρμογής»
Στην υπόθεση C‑205/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 35 ΕΕ, που υπέβαλε το Szombathelyi Városi Bíróság (Ουγγαρία) με απόφαση της 22ας Απριλίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουνίου 2009, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά
Emil Eredics,
Mária Vassné Sápi,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev, A. Rosas, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Somssich, τον M. Fehér και την K. Szíjjártó,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. De Bergues και την B. Beaupère-Manokha,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την I. Bruni, επικουρούμενη από τον F. Arena, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Simon και R. Troosters,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, στοιχείο α΄, και 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 82, σ. 1, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του Ε. Eredics και της Μ. V. Sápi για προσβολή των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
3 Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει
«Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου, νοούνται ως:
α) “θύμα”: το φυσικό πρόσωπο το οποίο υπέστη ζημία, συμπεριλαμβανομένης σωματικής ή ψυχικής βλάβης, συγκινησιακής δοκιμασίας ή οικονομικής απώλειας, που προκαλείται απευθείας από πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν την ποινική νομοθεσία ενός κράτους μέλους·
[…]
γ) “ποινική διαδικασία”: η ποινική διαδικασία σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο·
[…]·
ε) “μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις”: η αναζήτηση, πριν ή κατά την ποινική διαδικασία, λύσης, διά διαπραγματεύσεως μεταξύ του θύματος και του δράστη της εγκληματικής πράξης, με τη μεσολάβηση ενός αρμοδίου προσώπου.»
4 Το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 ορίζει:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να προωθεί τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις, για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες κρίνει ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό.
2. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κάθε συμφωνία μεταξύ του θύματος και του δράστη, επιτυγχανόμενη κατά την εν λόγω μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 221/A του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Büntető eljárási törvény, στο εξής: ΚΠΔ) ορίζει:
«1. Η διαδικασία μεσολαβήσεως δύναται να λάβει χώρα αιτήσει του υπόπτου ή του θύματος ή με τη συγκατάθεσή τους, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών λόγω εγκληματικών πράξεων που στρέφονται κατά των προσώπων (κεφάλαιο XII, τίτλοι I και III, του Ποινικού Κώδικα), της ασφάλειας των μεταφορών (κεφάλαιο XIII του Ποινικού Κώδικα) ή της ιδιοκτησίας (κεφάλαιο XVIII του Ποινικού Κώδικα), οι οποίες τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των πέντε ετών.
2. Η διαδικασία μεσολαβήσεως σκοπεί στην επανόρθωση των συνεπειών της εγκληματικής πράξεως και στην κατά το μέλλον συμμόρφωση του υπόπτου προς το δίκαιο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μεσολαβήσεως πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια όπως μεταξύ του υπόπτου και του θύματος επιτευχθεί συμφωνία στηριζόμενη στην έμπρακτη μετάνοια. Διαδικασία μεσολαβήσεως δύναται να λάβει χώρα άπαξ κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.
3. Ο εισαγγελέας, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει του υπόπτου, του συνηγόρου υπερασπίσεως ή του θύματος, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας για διάστημα έξι μηνών κατ’ ανώτατο όριο και την παραπομπή της υποθέσεως στη διαδικασία μεσολαβήσεως
α) αν είναι δυνατή η παύση της ποινικής διώξεως βάσει του άρθρου 36 του Ποινικού Κώδικα ή η απεριόριστη μείωση της ποινής,
β) αν ο ύποπτος ομολογήσει τις πράξεις στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως και αποδέχεται και είναι σε θέση να αναλάβει το βάρος της αποζημιώσεως του θύματος ή της καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανορθώσεως των ζημιογόνων για το θύμα συνεπειών της εγκληματικής πράξεως,
γ) αν ο ύποπτος και το θύμα συμφωνούν επίσης στη διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολαβήσεως, και
δ) αν, λαμβανομένης υπόψη της εγκληματικής πράξεως, του τρόπου διαπράξεώς της και της προσωπικότητας του υπόπτου, η ένδικη διαδικασία μπορεί να παραλειφθεί ή μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι το δικαστήριο θα λάβει υπόψη την έμπρακτη μετάνοια κατά την επιμέτρηση της ποινής.
[…]
5. Οι δηλώσεις στις οποίες προέβησαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας μεσολαβήσεως, ο ύποπτος και το θύμα σχετικά με τις πράξεις που αποτελούν τη βάση της δίκης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για αποδεικτικούς σκοπούς. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας μεσολαβήσεως δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του υπόπτου.
6. Οι εφαρμοστέοι στη διαδικασία μεσολαβήσεως κανόνες θα ρυθμιστούν με ειδικό νόμο.
7. Αν η διαδικασία μεσολαβήσεως ολοκληρωθεί επιτυχώς και συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 36, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα, ο εισαγγελέας παύει οριστικά τη δίωξη· εφόσον συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 36, παράγραφος 2, του Ποινικού Κώδικα, ο εισαγγελέας απαγγέλλει κατηγορία. Αν ο ύποπτος άρχισε να εκτελεί τη συμφωνία που επιτεύχθηκε κατά το πέρας της διαδικασίας μεσολαβήσεως και το γεγονός αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή στη δυνατότητα επιβολής ποινικής κυρώσεως, ο εισαγγελέας δύναται να αναβάλλει την απαγγελία κατηγορίας για διάστημα ενός έως δύο ετών όσον αφορά τις εγκληματικές πράξεις που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των τριών ετών.»
6 Κατά το άρθρο 36 του ουγγρικού Ποινικού Κώδικα (Büntető törvénykönyv, στο εξής: ΠΚ):
«1. Όποιος αποκαθιστά, στο πλαίσιο διαδικασίας μεσολαβήσεως, τη ζημία που υπέστη το θύμα λόγω εγκληματικής πράξεως που στρέφεται κατά των προσώπων (κεφάλαιο XII, τίτλοι I και III, του Ποινικού Κώδικα), της ασφάλειας των μεταφορών (κεφάλαιο XIII του Ποινικού Κώδικα) ή της ιδιοκτησίας (κεφάλαιο XVIII του Ποινικού Κώδικα) και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των τριών ετών, καθώς και όποιος αναλαμβάνει την καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανόρθωση των ζημιογόνων συνεπειών της εγκληματικής πράξεως, δεν τιμωρείται.
2. Όσον αφορά τις εγκληματικές πράξεις της πρώτης παραγράφου, αν ο δράστης αποκαταστήσει, στο πλαίσιο διαδικασίας μεσολαβήσεως, τη ζημία που υπέστη το θύμα λόγω εγκληματικής πράξεως που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των πέντε ετών ή αναλάβει την καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανόρθωση των ζημιογόνων συνεπειών της εγκληματικής πράξεως, είναι δυνατή η απεριόριστη μείωση της ποινής.
3. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται αν ο δράστης
a) είναι κατ’ επανάληψη υπότροπος ή διέπραξε τη συγκεκριμένη εγκληματική πράξη στο παρελθόν,
b) τέλεσε την εγκληματική πράξη στο πλαίσιο οργανωμένης συμμορίας,
c) η εγκληματική πράξη του προκάλεσε τον θάνατο προσώπου,
d) τέλεσε εκ προθέσεως εγκληματική πράξη κατά τη διάρκεια περιόδου αναστολής εκτελέσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής ή, σε περίπτωση καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή που πρόκειται να εκτελεστεί λόγω της εκ προθέσεως τελέσεως εγκληματικής πράξεως, πριν αρχίσει να εκτίει την οικεία ποινή ή, ακόμη, κατά τη διάρκεια περιόδου αποφυλακίσεως υπό όρους ή αναστολής της διώξεως.»
7 Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 314 του ΠΚ:
«1. Όποιος προκαλεί βλάβη στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προβαίνοντας σε ψευδή δήλωση ή χρησιμοποιώντας έγγραφο με περιεχόμενο ψευδές, πλαστό ή παραποιημένο, ή όποιος δεν ανταποκρίνεται ή δεν ανταποκρίνεται επαρκώς, με συνέπεια τον κίνδυνο προκλήσεως ουσιώδους πλάνης, στις υποχρεώσεις πληροφόρησης που επιβάλλονται όσον αφορά
a) ενισχύσεις προερχόμενες από ταμεία των οποίων η διαχείριση ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή ενεργείται για λογαριασμό τους,
b) καταβολές προς τον προϋπολογισμό του οποίου η διαχείριση ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή ενεργείται για λογαριασμό τους,
διαπράττει αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε ετών κατ’ ανώτατο όριο.
2. Τιμωρείται ομοίως σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου όποιος κάνει χρήση, για σκοπό διάφορο του εγκεκριμένου,
a) ενισχύσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο a, ή
b) πλεονεκτήματος σχετιζομένου με καταβολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο b.»
8 Το άρθρο 318 του ΠΚ ορίζει:
«1. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παραπλανεί άλλο πρόσωπο ή δεν αίρει την προκληθείσα σε αυτό πλάνη, προξενώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ζημία, διαπράττει απάτη.
[…]
4. Η πράξη τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο αν
a) η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη,
[…]».
9 Κατά το άρθρο 138/A του ΠΚ η ζημία θεωρείται «ως ιδιαίτερα μεγάλη αν υπερβαίνει το ποσό των 200 000 HUF, αλλά δεν υπερβαίνει το ποσό των 2 000 000 HUF».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Ο Ε. Eredics, πρώτος κατηγορούμενος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, είναι διευθυντής του νηπιαγωγείου και του δημοτικού σχολείου της Apátistvánfalva (στο εξής: σχολείο). Η Μ. V. Sápi, δεύτερη κατηγορούμενη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, είναι διαχειριστής της Apátistvánfalvi Hotel Apát Kereskedelmi és Szolgáltatási Korlátot Felelősségű Társaság (εταιρία περιορισμένης ευθύνης ουγγρικού δικαίου, στο εξής: Hotel Apát kft) και διευθύντρια του Hotel Apát, το οποίο εκμεταλλεύεται η εταιρία Hotel Apát kft.
11 Στη σύμβαση-πλαίσιο που συνάφθηκε στις 30 Ιουνίου 2003 μεταξύ του σχολείου και του Ουγγρικού ταμείου ενισχύσεως μικρών σχεδίων του προγράμματος PHARE CBC (Magyarország – PHARE CBC Program Kisprojekt Alap 2001, στο εξής: ταμείο), το δεύτερο χορήγησε στο σχολείο ενίσχυση για την κάλυψη του 80,15 % του αναγκαίου ποσού προς υλοποίηση σχεδίου που αφορούσε δασικό μονοπάτι και για το οποίο σχέδιο υπεύθυνος είχε οριστεί ο Ε. Eredics.
12 Η ενίσχυση καταβλήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2004. Η VÁTI Magyar Regionális Fejlesztési és Urbanisztikai Kiemelten Közhasznú Társaság (ουγγρική εταιρία δημόσιας ωφέλειας υπεύθυνη για την αγροτική ανάπτυξη και τη χωροταξία, στο εξής: VÁTI kht) επέβλεψε την υλοποίηση του σχεδίου και ήταν υπεύθυνη για την εκκαθάριση των λογαριασμών.
13 Σύμφωνα με σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ του E. Eredics και της Μ. V. Sápi, η δεύτερη, η οποία επελέγη στο πλαίσιο διαδικασίας προσκλήσεως για υποβολή προσφορών, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καταβολής ποσού 1 200 000 HUF (περίπου 4 270 ευρώ), της οργανώσεως, προετοιμασίας και διεξαγωγής ενός προγράμματος προετοιμασίας για τις βασικές εξετάσεις ειδικού στα μανιτάρια, καθώς και της οργανώσεως εκπαιδευτικών ταξιδιών και συναντήσεων.
14 Προς απόδειξη της εκτελέσεως των όρων της συμβάσεως, η Μ. V. Sápi συνέταξε πρακτικό περί εκτελέσεως στο όνομα της εταιρίας Hotel Apát kft και το διαβίβασε στον Ε. Eredics, ο οποίος εξόφλησε το τελικό τιμολόγιο από τον λογαριασμό όψεως του σχολείου.
15 Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε πράγματι χώρα η διδασκαλία του βασικού μαθήματος μυκητολογίας που προβλεπόταν από την εν λόγω σύμβαση, το τιμολόγιο και το ημερολόγιο που συντάχθηκαν προς απόδειξη της εκτελέσεως της επίμαχης συμβάσεως θεωρήθηκαν ως ψευδή. Ο Ε. Eredics περιέλαβε στον φάκελο του σχεδίου τα θεωρηθέντα ως ψευδή έγγραφα και το πρακτικό που συντάχθηκε σε σχέση με εκπαιδευτικό ταξίδι το οποίο ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς και μια έκθεση αξιολογήσεως στην οποία άγνωστος πλαστογράφησε το όνομα του υπεύθυνου της ομάδας. Ο φάκελος αυτός απεστάλη στην VÁTI kht προς απόδειξη της εκπληρώσεως των προβλεπομένων από τη σύμβαση υποχρεώσεων.
16 Στις 20 Ιουνίου 2006, κάποιος ιδιώτης κατέθεσε καταγγελία κατά του E. Eredics και της Μ. V. Sápi αναφορικά με την αδικαιολόγητη καταβολή ποσού περίπου 1 200 000 HUF.
17 Στη διάρκεια της διεξαχθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως ο Ε. Eredics εξετάστηκε επανειλημμένως υπό την ιδιότητα του υπόπτου χωρίς, εντούτοις, να ομολογήσει τις προσαπτόμενες σε αυτόν πράξεις.
18 Στις 2 Σεπτεμβρίου 2008, ο εισαγγελέας του Szombathelyi Városi Bíróság κίνησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ποινική διαδικασία κατά του E. Eredics και της Μ. V. Sápi, κατόπιν της συντάξεως κατηγορητηρίου σε βάρος τους, χαρακτηρίζοντας τις πράξεις του Ε. Eredics ως «αξιόποινη προσβολή των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» υπό την έννοια του άρθρου 314, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΠΚ, την οποία αυτός σε μία μόνον περίπτωση διέπραξε ως αυτουργός.
19 Στις 24 Νοεμβρίου 2008, κατόπιν σχετικής ερωτήσεως του αιτούντος δικαστηρίου, ο Ε. Eredics ομολόγησε τις προσαπτόμενες σε αυτόν πράξεις και υπέβαλε αίτημα να κινηθεί η διαδικασία μεσολαβήσεως, προκειμένου να παύσει η δίωξη ή να μην επιβληθεί ποινή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 221/A του ΚΠΔ.
20 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Απριλίου 2009, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι οι προσαπτόμενες στον E. Eredics πράξεις μπορούσαν επίσης να χαρακτηρισθούν ως συνιστώσες το «αδίκημα της απάτης». Ο Ε. Eredics ενέμεινε στο αίτημά του να κινηθεί η διαδικασία μεσολαβήσεως καθώς επίσης δεν ανακάλεσε την προηγούμενη ομολογία του όσον αφορά τις σχετικές πράξεις.
21 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Απριλίου 2009, η VÁTI Kht, υπό την ιδιότητα του θύματος, συμφώνησε να κινηθεί η διαδικασία μεσολαβήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την ποινική διαδικασία μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να λάβει χώρα η μεσολάβηση.
22 Η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Κατά την άποψή της, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτηρισμού των πράξεων στο κατηγορητήριο, οι πράξεις αυτές δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγκληματικών πράξεων ως προς τις οποίες προβλέπεται, στο ουγγρικό δίκαιο, η διαδικασία μεσολαβήσεως. Επιπροσθέτως, η εν λόγω διαδικασία αποκλείεται λόγω του ότι ο E. Eredics δεν ομολόγησε τις οικείες πράξεις «στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως», κατά τα οριζόμενα στο προαναφερθέν άρθρο 221/A. Επιπλέον, ουδεμία επιρροή ασκεί το ότι η VÁTI Kht, ως θύμα, είναι πρόθυμη να μετάσχει στη διαδικασία μεσολαβήσεως. Το τελικό θύμα είναι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, με συνέπεια η μεσολάβηση να μη δικαιολογείται.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Szombathelyi Városi Bíróság αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Το παρόν δικαστήριο, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας της οποίας επελήφθη, ζητεί να διευκρινιστεί αν “άλλο πρόσωπο πλην των φυσικών προσώπων” εμπίπτει στην έννοια του “θύματος” κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου […], λαμβανομένης υπόψη της κατά το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου υποχρεώσεως προωθήσεως της μεσολαβήσεως μεταξύ του θύματος και του δράστη σε ποινικές υποθέσεις και, παράλληλα, ζητεί τη διευκρίνιση και συμπλήρωση της αποφάσεως [του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2007, που εκδόθηκε στην υπόθεση C-467/05, Dell’Orto, Συλλογή 2007, σ. I-5557].
2) Το παρόν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […], κατά το οποίο “κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να προωθεί τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις, για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες κρίνει ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό”, ο όρος “εγκληματικές πράξεις” μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η προβλεπόμενη στον νόμο αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, ανάλογη.
3) Η φράση “κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να προωθεί τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις […]” του άρθρου 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […] μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μεσολάβηση μεταξύ του θύματος και του δράστη πρέπει να είναι δυνατή τουλάχιστον μέχρι την έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό, ήτοι ότι η απαίτηση περί ομολογίας των πράξεων κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξετάσεως –και υπό την επιφύλαξη της συνδρομής των λοιπών αναγκαίων προϋποθέσεων– είναι εύλογη σε σχέση προς την υποχρέωση προωθήσεως της μεσολαβήσεως;
4) Όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […], το παρόν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η φράση κατά την οποία «κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να προωθεί τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις, για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες κρίνει ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό» συνεπάγεται την υποχρέωση διασφαλίσεως γενικής προσβάσεως στη διαδικασία μεσολαβήσεως στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων, υπό την επιφύλαξη της συνδρομής των αναγκαίων κατά νόμον προϋποθέσεων, χωρίς να υπάρχει περιθώριο ερμηνείας. Ήτοι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα, αντιβαίνει προς τις ρυθμίσεις (επιταγές) του προπαρατεθέντος άρθρου 10 διάταξη δυνάμει της οποίας «λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της εγκληματικής πράξεως, του τρόπου διαπράξεώς της και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, η ένδικη διαδικασία μπορεί να παραλειφθεί ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι το δικαστήριο θα λάβει υπόψη την έμπρακτη μετάνοια κατά την επιμέτρηση της ποινής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
24 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «θύμα» περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, προωθήσεως της μεσολαβήσεως στις ποινικές υποθέσεις, τα νομικά πρόσωπα.
25 Όπως ορθώς επισήμαναν η Ουγγρική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ενόψει του περιεχομένου και της γενικής οικονομίας της αποφάσεως-πλαισίου, η έννοια του όρου «θύμα» για τους σκοπούς εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου, όπως η έννοια αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση Dell’Orto, προπαρατεθείσα, σκέψεις 53 έως 56).
26 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 53 της εν λόγω προπαρατεθείσας αποφάσεως Dell’Orto, ότι από το γράμμα του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο, για τους σκοπούς εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου, ορίζει το θύμα ως το «φυσικό πρόσωπο» που υπέστη ζημία, περιλαμβανομένης της σωματικής ή ψυχικής βλάβης, της συγκινησιακής δοκιμασίας ή της οικονομικής απώλειας που προκαλείται απευθείας από πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες παραβιάζουν την ποινική νομοθεσία κράτους μέλους, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα που έχουν υποστεί τέτοια ζημία.
27 Με τις σκέψεις 55 και 56 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι καμία άλλη διάταξη της αποφάσεως-πλαισίου δεν περιλαμβάνει κάποια ένδειξη ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, για τους σκοπούς εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, να επεκτείνει την έννοια του όρου «θύμα» στα νομικά πρόσωπα και ότι, αντιθέτως, διάφορες άλλες διατάξεις της επιβεβαιώνουν ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιλάβει αποκλειστικά τα φυσικά πρόσωπα που υφίστανται ζημία από ποινική παράβαση. Συναφώς, επιπλέον του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου, που αναφέρει, ως ενδεχόμενες ζημίες, τη σωματική ή ψυχική βλάβη και τη συγκινησιακή δοκιμασία, το Δικαστήριο ανέφερε το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν στα θύματα μεταχείριση που βασίζεται στον οφειλόμενο σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους, την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 2, που κάνει λόγο για ειδική μεταχείριση της οποίας πρέπει να τυγχάνουν τα ιδιαιτέρως ευάλωτα θύματα, καθώς και το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ένα επαρκές επίπεδο προστασίας στην οικογένεια του θύματος ή στα πρόσωπα που εξομοιώνονται με μέλη της οικογενείας του.
28 Το συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο κατέληξε με την προπαρατεθείσα απόφαση Dell’Orto δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν την ποινική μεσολάβηση στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο.
29 Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν εναρμονίζει πλήρως τον οικείο τομέα, δεν εμποδίζει ούτε υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις διατάξεις της και στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο.
30 Η ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα δεν εισάγει, επίσης, διάκριση σε βάρος των νομικών προσώπων. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης νομίμως θέσπισε προστατευτικό πλαίσιο κανόνων υπέρ των φυσικών προσώπων και μόνον, καθόσον αυτά βρίσκονται σε αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση από εκείνη των νομικών προσώπων λόγω, αφενός, του ότι είναι περισσότερο ευάλωτα και, αφετέρου, της φύσεως των συμφερόντων τα οποία βλάπτονται από τις εγκληματικές πράξεις που στρέφονται αποκλειστικώς κατά των φυσικών προσώπων, όπως η ζωή και η σωματική ακεραιότητα του θύματος.
31 Κατόπιν των προεκτεθέντων, τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «θύμα» δεν περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, προωθήσεως της μεσολαβήσεως στις ποινικές υποθέσεις, τα νομικά πρόσωπα.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
32 Η Ουγγρική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ο ΚΠΔ επιτρέπει να κινηθεί η διαδικασία μεσολαβήσεως στην περίπτωση που το θύμα δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Εντούτοις, στο μέτρο που το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου καλύπτει μόνον τα φυσικά πρόσωπα θύματα, η επίκληση της αποφάσεως-πλαισίου στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.
33 Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στις περιπτώσεις που η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπονται για καταστάσεις μη ρυθμιζόμενες από το δίκαιο της Ένωσης προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο δίκαιο αυτό. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννομη τάξη της Ένωσης έχει πράγματι συμφέρον κάθε διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πρέπει να εφαρμόζεται, να τυγχάνει ομοιόμορφης ερμηνείας προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. I-4291, σκέψεις 19 έως 28, της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-267/99, Adam, Συλλογή 2001, σ. I-7467, σκέψεις 23 έως 29, της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-43/00, Andersen og Jensen, Συλλογή 2002, σ. I-379, σκέψεις 15 έως 19, και της 16ης Μαρτίου 2006, C-3/04, Poseidon Chartering, Συλλογή 2006, σ. I-2505, σκέψεις 14 έως 19).
34 Όμως, όπως αναγνωρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση, με το άρθρο 221/A του ΚΠΔ προστέθηκε στον εν λόγω κώδικα, από 1ης Ιανουαρίου 2007, διαδικασία μεσολαβήσεως η οποία, όσον αφορά τις απαριθμούμενες στο άρθρο αυτό εγκληματικές πράξεις, δεν διακρίνει αναλόγως του αν το θύμα είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
35 Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα εκ μόνου του λόγου ότι η απόφαση-πλαίσιο αφορά αποκλειστικώς τα φυσικά πρόσωπα θύματα.
Επί της ουσίας
36 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτρέπουν τη μεσολάβηση για όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η οριζόμενη στην εθνική νομοθεσία αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, αντίστοιχη προς αυτή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη μεσολάβηση.
37 Συναφώς, παρατηρείται ότι, πέραν του γεγονότος ότι το άρθρο 34 ΕΕ καταλείπει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των αναγκαίων μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τις οδηγίες-πλαίσια αποτελέσματος, το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου περιορίζεται να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε να προωθούν τη μεσολάβηση για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες «κρίνουν ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό», πράγμα που σημαίνει ότι η επιλογή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες προβλέπεται μεσολάβηση απόκειται στην εκτίμηση των κρατών μελών.
38 Από το γράμμα του άρθρου 10 και την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που η απόφαση-πλαίσιο καταλείπει στις εθνικές αρχές όσον αφορά τους συγκεκριμένους τρόπους επιτεύξεως των σκοπών της (βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2008, C-404/07, Katz, Συλλογή 2008, σ. I-7607, σκέψη 46) προκύπτει ότι ο Ούγγρος νομοθέτης, επιλέγοντας να επιτρέψει την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως αποκλειστικώς στην περίπτωση εγκληματικών πράξεων που στρέφονται κατά των προσώπων, της ασφάλειας των μεταφορών ή της ιδιοκτησίας, επιλογή η οποία υπαγορεύεται από λόγους δικαιοπολιτικού χαρακτήρα, δεν υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως πoυ διαθέτει.
39 Μολονότι η εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών περιορίζεται, ασφαλώς, από την υποχρέωση να χρησιμοποιούν αντικειμενικά κριτήρια προς τον σκοπό του καθορισμού των επίμαχων μορφών εγκληματικών πράξεων, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
40 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτρέπουν τη μεσολάβηση για όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η οριζόμενη στην εθνική νομοθεσία αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, αντίστοιχη προς αυτή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη μεσολάβηση.
Επί του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
41 Δεν αμφισβητείται ότι το ουγγρικό δίκαιο δεν προβλέπει μεσολάβηση όσον αφορά την εγκληματική πράξη της προσβολής των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιπλέον, από την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα προκύπτει ότι από την απόφαση-πλαίσιο δεν συνάγεται ότι αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν, στην περίπτωση που το θύμα είναι φυσικό πρόσωπο, προσφυγή σε μεσολάβηση όσον αφορά εγκληματικές πράξεις για τις οποίες η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοια προσφυγή, παρά το γεγονός ότι η αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω εγκληματικής πράξεως είναι η ίδια με αυτή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες είναι δυνατή η μεσολάβηση.
42 Επομένως, καθόσον η προσφυγή στη μεσολάβηση δεν είναι, προφανώς, δυνατή σε περίπτωση όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «θύμα» δεν περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, προωθήσεως της μεσολαβήσεως στις ποινικές υποθέσεις, τα νομικά πρόσωπα.
2) Το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιτρέπουν τη μεσολάβηση για όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η οριζόμενη στην εθνική νομοθεσία αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, αντίστοιχη προς αυτή των εγκληματικών πράξεων για τις οποίες η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη μεσολάβηση.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.
Full & Egal Universal Law Academy