Υπόθεση C-213/09
Barsoum Chabo
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Hafen
(αίτηση του Finanzgericht Hamburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΚ) 1719/2005 – Κοινό δασμολόγιο – Είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Εισαγωγή μεταποιημένων τροφίμων – Κονσέρβες μανιταριών – Δασμολογική διάκριση ΣΟ 2003 10 30 – Επιβολή συμπληρωματικού ποσού – Αρχή της αναλογικότητας»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινό Δασμολόγιο – Δασμοί – Κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις
(Κανονισμός 2658/87 του Συμβουλίου, παράρτημα I· κανονισμοί της Επιτροπής 1864/2004 και 1719/2005)
Το ύψος του ειδικού δασμού των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται, δυνάμει του κανονισμού 1719/2005, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα, όταν οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιούνται εκτός της ποσόστωσης που άνοιξε ο κανονισμός 1864/2004, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων για κονσέρβες μανιταριών εισαγόμενες από τρίτες χώρες, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1995/2005, δεν είναι ανίσχυρο από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας.
Για να εκτιμηθεί δηλαδή το κύρος του ύψους του ειδικού αυτού δασμού, με τον οποίο επιδιώκονται σκοποί αναγόμενοι τόσο στην κοινή εμπορική πολιτική όσο και στην κοινή γεωργική πολιτική, πρέπει να εξεταστεί αν το ύψος αυτό αποτελεί μέτρο προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Αν ληφθεί συναφώς υπόψη πόσο περίπλοκος είναι ο εκ των προτέρων καθορισμός, κατά τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), του ύψους του ειδικού δασμού, πέρα από το οποίο οι επίμαχες εισαγωγές καθίστανται οικονομικά ασύμφορες, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ενδιαφερόμενα όργανα της Ένωσης, όταν καθόρισαν το ανώτατο ύψος του δασμού της Ένωσης σε 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, υπερέβησαν τα όρια της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που είχαν. Το ύψος αυτό δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο. Ομοίως, από το γεγονός ότι το ύψος του ειδικού δασμού έχει πιθανώς ως αποτέλεσμα να καθιστά τελείως ασύμφορη κάθε εισαγωγή που πραγματοποιείται εκτός των δασμολογικών ποσοστώσεων δεν μπορεί να συναχθεί ότι το ύψος αυτό είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, διότι, δυνάμει της αρχής του μάλλον ευνοουμένου κράτους, την οποία θέτει το άρθρο 1 της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός του ειδικού δασμού σε διαφορετικό κάθε φορά ύψος σε σχέση με κάθε μέλος του ΠΟΕ. Επομένως, το επιχείρημα ότι το ύψος του ειδικού δασμού καθιστά αδύνατη την πώληση εντός της Ένωσης μανιταριών προέλευσης από ορισμένη τρίτη χώρα, αν ληφθεί υπόψη το κόστος παραγωγής τους, δεν αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης υπερέβη την ευρεία εξουσία εκτίμησης που είχε, επειδή καθόρισε το ύψος του ειδικού δασμού σε 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, με δεδομένο ότι ο δασμός αυτός επιβάλλεται στις εισαγωγές της Ένωσης από οποιοδήποτε κράτος μέλος του ΠΟΕ, εφόσον πραγματοποιούνται εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων.
(βλ. σκέψεις 27, 31-35 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 2010 (*)
«Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΚ) 1719/2005 – Κοινό δασμολόγιο – Είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Εισαγωγή μεταποιημένων τροφίμων – Κονσέρβες μανιταριών – Δασμολογική διάκριση ΣΟ 2003 10 30 – Επιβολή συμπληρωματικού ποσού – Αρχή της αναλογικότητας»
Στην υπόθεση C‑213/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) με απόφαση της 13ης Μαΐου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουνίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Barsoum Chabo
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Hafen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász, Γ. Αρέστη (εισηγητή) και J. Malenovský, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Απριλίου 2010,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο B. Chabo, εκπροσωπούμενoς από τον M. Ehninger, Rechtsanwalt,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον G. Albenzio, avvocato dello Stato,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την M. Simm και τον F. Florindo Gijón,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Bouyon και τον B.‑R. Killmann,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1719/2005 της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2005, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 286, σ. 1), όσον αφορά το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που καταβάλλεται κατά την εισαγωγή προϊόντων της δασμολογικής διάκρισης 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στον παράρτημα αυτό.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του B. Chabo και του Hauptzollamt Hamburg-Hafen (Κεντρικού Τελωνείου του Λιμένα του Αμβούργου), αντικείμενο της οποίας είναι η απόρριψη από το Τελωνείο αυτό της ένστασης του B. Chabo κατά της πράξης με την οποία η εν λόγω διοικητική αρχή απαίτησε, δυνάμει του κανονισμού 1719/2005, την καταβολή συμπληρωματικών ποσών.
Το νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1719/2005 (στο εξής: κανονισμός 2658/87), προβλέπει, στο κεφάλαιο 20 του τμήματος IV του δεύτερου μέρους του παραρτήματός του Ι, ότι κατά την εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγή άλλων μανιταριών του γένους Agaricus, εκτός αυτών που είναι προσωρινά διατηρημένα, τα οποία έχουν υποστεί πλήρη έψηση και υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, επιβάλλεται συμβατικός δασμός κατ’ αξία ύψους 18,4 %, καθώς και ένα συμπληρωματικό ποσό, ως ειδικός δασμός, ύψους 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση.
4 Στο παράρτημα 7 του τμήματος III του τρίτου μέρους του παραρτήματος I του εν λόγω κανονισμού προβλέπονται κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις ύψους 62 660 τόνων στραγγισμένου προϊόντος για τα μανιτάρια του γένους Agaricus και προβλέπεται ότι η εντός των ορίων των ποσοστώσεων αυτών εισαγωγή μανιταριών που υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας υπόκειται μόνο σε δασμό κατ’ αξία ύψους 23 %. Οι ποσοστώσεις αυτές κατανέμονται μεταξύ των προμηθευτριών χωρών κατά τρόπο ώστε η ποσότητα που παραχωρείται στις άλλες χώρες, πλην της Δημοκρατίας της Πολωνίας, να ανέρχεται σε 28 780 τόνους στραγγισμένου προϊόντος.
5 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1864/2004 της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων για κονσέρβες μανιταριών εισαγόμενες από τρίτες χώρες (ΕΕ L 325, σ. 30), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1995/2005 της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 320, σ. 34, στο εξής: κανονισμός 1864/2004), καθιερώνει κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις για κονσέρβες μανιταριών του γένους Agaricus και προβλέπει ότι η εντός των ορίων των ποσοστώσεων αυτών εισαγωγή κονσερβών μανιταριών που υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας υπόκειται καταρχήν μόνο σε δασμό κατ’ αξία ύψους 23 %. Από το παράρτημα I του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2006 οι ποσοστώσεις αυτές ισούνται με συνολική ποσότητα 30 702,5 τόνων καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, από τους οποίους οι 23 750 τόνοι παραχωρούνται στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
6 Η επιβολή των δασμών αυτών και το άνοιγμα των εν λόγω ποσοστώσεων συνιστούν τη μεταφορά στο δίκαιο της Ένωσης των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με την εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών. Οι δεσμεύσεις αυτές έχουν αποτυπωθεί στον κοινοτικό πίνακα παραχωρήσεων και δεσμεύσεων CXL, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (στο εξής: GATT του 1994), η οποία αποτελεί το παράρτημα 1A της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1).
7 Στο εν λόγω παράρτημα 1A περιλαμβάνεται η συμφωνία για τη γεωργία (ΕΕ 1994, L 336, σ. 22), της οποίας το άρθρο 4, που επιγράφεται «Πρόσβαση στην αγορά», ορίζει τα εξής:
«1. Οι παραχωρήσεις σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά, που περιλαμβάνονται στους πίνακες, αφορούν παγιοποιήσεις και μειώσεις δασμών και άλλες υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση στην αγορά, που ορίζονται στους εν λόγω πίνακες.
2. Τα μέλη δεν εξακολουθούν τα εφαρμόζουν μέτρα τα οποία θα έπρεπε να είχαν μετατραπεί σε συνήθεις δασμούς […] ούτε προσφεύγουν ή επανέρχονται σε τέτοια μέτρα, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 5 και στο παράρτημα 5.»
8 Συναφώς, η υποσημείωση 1, η οποία περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, έχει ως εξής:
«Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, κυμαινόμενες εισφορές κατά την εισαγωγή, ελάχιστες τιμές εισαγωγών, διακριτική έκδοση αδειών εισαγωγής, μη δασμολογικά μέτρα που διατηρούν δημόσιες εμπορικές επιχειρήσεις, εκούσιους περιορισμούς των εξαγωγών και παρεμφερή μέτρα που λαμβάνονται στα σύνορα, εκτός των συνήθων δασμών, ανεξάρτητα από το αν τα μέτρα αυτά διατηρούνται, βάσει συγκεκριμένων για κάθε χώρα παρεκκλίσεων, από τις διατάξεις της [Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1947]. Δεν περιλαμβάνονται μέτρα τα οποία εφαρμόζονται βάσει διατάξεων του ισοζυγίου πληρωμών ή βάσει άλλων γενικών διατάξεων της GATT του 1994 που δεν αφορούν συγκεκριμένα τη γεωργία ή βάσει διατάξεων των λοιπών πολυμερών εμπορικών συμφωνιών που παρατίθενται στο παράρτημα 1A της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.»
9 Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 980/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων (ΕΕ L 169, σ. 1), ο κατ’ αξία δασμός του 18,4 % που επιβάλλεται στην εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγή μανιταριών που υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 2658/87, εφόσον τα μανιτάρια είναι προέλευσης Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, μειώνεται στο 14,9 %. Πάντως, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το συμπληρωματικό ποσό των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται σε ορισμένες περιπτώσεις στην εισαγωγή αυτή, δεν υφίσταται καμία μείωση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Στις 6 Μαρτίου 2006 ο B. Chabo ζήτησε να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία 1 000 κιβώτια με κονσέρβες μανιταριών που είχαν εισαχθεί, εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων, από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Με βάση τη δήλωση ότι τα εμπορεύματα αυτά υπάγονταν στη διάκριση 2003 90 00 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 2658/87, επιβλήθηκε, κατά τον εκτελωνισμό τους, μόνο προτιμησιακός δασμός ύψους 14,9 %, σύμφωνα με το εν λόγω παράρτημα, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 980/2005.
11 Κατόπιν ελέγχου ενόψει της δασμολογικής κατάταξης του εμπορεύματος, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω κονσέρβες υπάγονταν κανονικά στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Κατόπιν αυτού το Hauptzollamt Hamburg-Hafen αξίωσε, με καταλογιστική πράξη της 21ης Φεβρουαρίου 2007, την εκ των υστέρων καταβολή εισαγωγικών δασμών, συνολικού ύψους 27 507,13 ευρώ, κατ’ εφαρμογή προτιμησιακού συντελεστή για τον δασμό, ύψους 14,9 %, ενώ επιβλήθηκε επιπροσθέτως ένα συμπληρωματικό ποσό 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, σύμφωνα με το παράρτημα I του κανονισμού 2658/87, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 5, του κανονισμού 980/2005.
12 Στις 5 Μαρτίου 2007 ο B. Chabo υπέβαλε ένσταση κατά της παραπάνω καταλογιστικής πράξης και η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2007.
13 Στις 9 Ιανουαρίου 2008 ο B. Chabo άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, με αίτημα την ακύρωση κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης. Κατά τον B. Chabo, η επιβολή εισαγωγικών δασμών κατά την εν λόγω απόφαση είναι παράνομη, κυρίως διότι ένας δασμός αυτού του ύψους ισοδυναμεί με απαγόρευση εισαγωγής. Το Hauptzollamt Hamburg-Hafen ισχυρίζεται αντίθετα ότι το ύψος του δασμού αυτού βασίζεται στο Κοινό Δασμολόγιο, όπως έχει εφαρμογή στα εμπορεύματα που υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 2658/87, και ότι πρόκειται για κανονικό δασμό, ο οποίος δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση εισαγωγής, αλλά συνιστά μάλλον θεμιτή δασμολογική προστασία.
14 Συναφώς το Finanzgericht Hamburg διαπίστωσε καταρχάς ότι οι επίμαχες κονσέρβες μανιταριών εμπίπτουν στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, αφού πρόκειται πράγματι για μανιτάρια του γένους Agaricus, άλλα από αυτά που είναι προσωρινά διατηρημένα, τα οποία έχουν υποστεί πλήρη έψηση.
15 Το Finanzgericht Hamburg, αφού αναφέρθηκε στη συνέχεια στις αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 1991, C‑26/90, Wünsche (Συλλογή 1991, σ. I‑4961), και της 4ης Ιουλίου 1996, C‑296/94, Pietsch (Συλλογή 1996, σ. I‑3409), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που επιβαλλόταν τότε στην εισαγωγή κονσερβών καλλιεργημένων μανιταριών δυνάμει της ρύθμισης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το κύρος του ποσού των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται κατά την εισαγωγή, εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων, των εμπορευμάτων που υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 2658/87.
16 Τέλος, το Finanzgericht Hamburg, αφού έκρινε ότι η έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από το ζήτημα αν ο προτιμησιακός συντελεστής δασμού ύψους 14,9 %, στον οποίο προστίθεται το συμπληρωματικό ποσό των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, είναι έγκυρος και συνεπώς μπορεί να επιβληθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι το συμπληρωματικό ποσό των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος, το οποίο απορρέει από τον ισχύοντα για τις τρίτες χώρες συντελεστή δασμών, καθώς και από τον προτιμησιακό συντελεστή, και επιβάλλεται στην εισαγωγή διατηρημένων μανιταριών του γένους Agaricus (κωδικός 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας), ανίσχυρο λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
17 Το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα μήπως το ύψος του ειδικού δασμού των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται, δυνάμει του κανονισμού 1719/2005, στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, όταν οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιούνται εκτός της ποσόστωσης που άνοιξε ο κανονισμός 1864/2004, είναι ανίσχυρο από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας.
18 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των όρων εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, με δεδομένη την ευρεία εξουσία εκτίμησης που έχει ο νομοθέτης της Ένωσης σε τομείς όπως οι υπό εξέταση τομείς, όπου οφείλει να προβαίνει σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσης και καλείται να πραγματοποιεί περίπλοκες εκτιμήσεις, μόνον ο προφανώς δυσανάλογος χαρακτήρας ενός μέτρου που θεσπίζεται στους τομείς αυτούς σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου (βλ. αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, ABNA κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑10423, σκέψη 69, και της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑504/04, Agrarproduktion Staebelow, Συλλογή 2006, σ. I‑679, σκέψη 36).
19 Κατά συνέπεια, πρέπει καταρχάς να καθοριστεί ποιοι είναι οι στόχοι που επιδιώκει η επίμαχη ρύθμιση, ώστε εξακριβωθεί στη συνέχεια αν το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ύψος του ειδικού δασμού δεν είναι προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη των στόχων αυτών.
20 Τονίζεται ευθύς εξαρχής ότι η επίμαχη ρύθμιση περιλαμβάνει πολλές αλληλεξαρτώμενες νομικές πράξεις, οι οποίες συναποτελούν ένα συνολικό σύστημα που εφαρμόζεται στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ύψος του ειδικού δασμού αποτελεί δηλαδή απλώς ένα στοιχείο που είναι συμφυές προς το σύστημα και άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό.
21 Συγκεκριμένα, το εν λόγω σύστημα εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα διαδραστικής εφαρμογής αφενός του παραρτήματος I του κανονισμού 2658/87 και του κανονισμού 980/2005, που θεσπίζουν το Κοινό Δασμολόγιο και το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων αντίστοιχα, και αφετέρου του κανονισμού 1864/2004, ο οποίος ρυθμίζει τη δασμολογική ποσόστωση. Ο συμβατικός και ο ειδικός δασμός, όπως προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 5, του κανονισμού 980/2005, επιβάλλονται, δυνάμει του παραρτήματος αυτού, σε αυτές τις εισαγωγές κονσερβών μόνο όταν πραγματοποιούνται εκτός της δασμολογικής ποσόστωσης που έχει ανοίξει ο κανονισμός 1864/2004.
22 Ειδικότερα, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το παράρτημα I του κανονισμού 2658/87 και ο κανονισμός 980/2005, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη νομική βάση τους, εντάσσονται στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής της Ένωσης και συνεπώς επιδιώκουν την επίτευξη στόχων που προσιδιάζουν στον τομέα αυτό.
23 Για παράδειγμα, το επίμαχο στην κύρια δίκη ύψος του ειδικού δασμού, που προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα, συνιστά την πιστή μεταφορά στο δίκαιο της Ένωσης των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ένωση στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Το ποσό του δασμού αυτού ισούται στην πράξη με το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό που δέχθηκε η Ένωση με τον πίνακα παραχωρήσεων και δεσμεύσεων, ο οποίος προσαρτάται στην GATT του 1994. Ο πίνακας αυτός εξυπηρετεί επιπλέον τον σκοπό της βελτίωσης της πρόσβασης στις γεωργικές αγορές των μελών του εν λόγω οργανισμού, ο οποίος επιδιώκεται με τη συμφωνία για τη γεωργία, και ειδικότερα τον σκοπό του άρθρου 4 της συμφωνίας αυτής, δηλαδή την οργάνωση της πρόσβασης αυτής με μεγαλύτερη διαφάνεια και προβλεψιμότητα, μέσω μιας μεθόδου καθορισμού δασμών, αφού απαιτείται η μετατροπή σε παγιοποιημένους δασμούς όλων των μη δασμολογικών εμπορικών μέτρων, τα οποία επιβάλλονταν στα σύνορα στον γεωργικό τομέα και είναι πλέον απαγορευμένα.
24 Δεύτερον, ο κανονισμός 1864/2004, ο οποίος καθιερώνει δασμολογικές ποσοστώσεις για τις εισαγόμενες από τρίτες χώρες κονσέρβες μανιταριών, εντάσσεται, όπως επίσης προκύπτει από τη νομική του βάση, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής και συνεπώς επιδιώκει στόχους που προσιδιάζουν στον τομέα αυτό και αφορούν την οικεία οργάνωση κοινής αγοράς. Στόχος του κανονισμού αυτού είναι, όπως προκύπτει ιδίως από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του, η διασφάλιση επαρκούς εφοδιασμού της αγοράς της Ένωσης με τα σχετικά προϊόντα σε σταθερές τιμές, με παράλληλη αποτροπή της δημιουργίας προβλημάτων στην αγορά αυτή λόγω σοβαρών διακυμάνσεων των τιμών και αρνητικών επιπτώσεων για τους παραγωγούς της Ένωσης, οι οποίες προκαλούνται ή θα μπορούσαν να προκαλούνται από υπερβολικά μεγάλες εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων από τρίτες χώρες.
25 Επιπλέον, ο κανονισμός 1864/2004 εξυπηρετεί επίσης στόχους κοινής εμπορικής πολιτικής, καθόσον, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του, μεταφέρει στο δίκαιο της Ένωσης τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ένωση κατόπιν της συμφωνίας για τη γεωργία και που έχουν αποτυπωθεί στον κοινοτικό πίνακα παραχωρήσεων και δεσμεύσεων CXL, και συγκεκριμένα να ανοίξει από την 1η Ιουλίου 1995, υπό ορισμένους όρους, κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις για τις κονσέρβες μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Οι δεσμεύσεις αυτές λαμβάνονται εξάλλου υπόψη στο παράρτημα 7 του τμήματος III του τρίτου μέρους του παραρτήματος I του κανονισμού 2658/87.
26 Ο κανονισμός 1864/2004, όπως προκύπτει από την ένατη αιτιολογική σκέψη του, αποσκοπεί επίσης στον καθορισμό λεπτομερών ρυθμίσεων για να εξασφαλισθεί ότι οι ποσότητες που υπερβαίνουν τις δασμολογικές ποσοστώσεις υπόκεινται στην είσπραξη ολόκληρου του δασμού που προβλέπεται στο Κοινό Δασμολόγιο. Κατά συνέπεια, το ποσό του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης ειδικού δασμού που επιβάλλεται στις εισαγωγές τέτοιων κονσερβών από τρίτες χώρες που πραγματοποιούνται καθ’ υπέρβαση των ποσοτήτων που επιτρέπει ο κανονισμός αυτός επιδιώκει επίσης σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, και συγκεκριμένα επιδιώκει να λειτουργεί ως οικονομικό αντικίνητρο για τις εισαγωγές αυτές και να αποτρέπει έτσι τη δημιουργία περιττών προβλημάτων στην κοινοτική αγορά, τα οποία θα μπορούσαν να προκαλούνται από υπερβολικά μεγάλες εισαγωγές τέτοιων κονσερβών.
27 Κατά συνέπεια, το προαναφερθέν συνολικό σύστημα και, συνακόλουθα, το ποσό του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης ειδικού δασμού επιδιώκουν σκοπούς αναγόμενους τόσο στην κοινή εμπορική πολιτική όσο και στην κοινή γεωργική πολιτική.
28 Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η νομολογία του Δικαστηρίου που διαμορφώθηκε με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις στις υποθέσεις Wünsche και Pietsch, στις οποίες αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο με την αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, αφορά αποκλειστικά και μόνο μέτρα διασφάλισης που είχαν θεσπιστεί τότε αυτοτελώς από την Ένωση δυνάμει της ρύθμισης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά, τα οποία ενέπιπταν στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν τα μέτρα που είχε επιλέξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από ένα ευρύτατο φάσμα δασμολογικών και μη δασμολογικών μέτρων που θα μπορούσαν να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο στόχο στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
29 Αντίθετα, η επιβολή δασμού όπως αυτός για το ύψος του οποίου το αιτούν δικαστήριο έχει θέσει ζήτημα κύρους αποτελεί το μόνο μέτρο που μπορούσαν να θεσπίσουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης σε σχέση με τις εισαγωγές των εν λόγω εμπορευμάτων, σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ένωση στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 4 της συμφωνίας για τη γεωργία συνάγεται ότι όλα τα μη δασμολογικά εμπορικά εμπόδια στον γεωργικό τομέα πρέπει να καταργηθούν και να μετατραπούν σε δασμούς, το ανώτατο ύψος των οποίων καθορίζεται στους πίνακες δεσμεύσεων των μελών του ΠΟΕ.
30 Με την προαναφερθείσα νομολογία όμως δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι στόχοι της κοινής εμπορικής πολιτικής που προσιδιάζουν στην επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση, η οποία προέκυψε λόγω της κατάστασης που διαμορφώθηκε κατόπιν της ανάληψης από την Ένωση διεθνών δεσμεύσεων στο πλαίσιο των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης και που συνεπάγεται ότι το κοινό δασμολόγιο είναι το μόνο διαθέσιμο μέτρο προστασίας της κοινοτικής αγοράς στον τομέα αυτό από τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Επομένως, αν ληφθεί υπόψη το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, η νομολογία αυτή δεν είναι λυσιτελής, όσον αφορά την εξέταση του υπό κρίση ζητήματος κύρους.
31 Εν προκειμένω, για να εκτιμηθεί το κύρος του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης ύψους του ειδικού δασμού, πρέπει να εξεταστεί αν το ύψος αυτό αποτελεί μέτρο προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη των στόχων της επίμαχης ρύθμισης.
32 Αν ληφθεί υπόψη πόσο περίπλοκος είναι ο εκ των προτέρων καθορισμός, κατά τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ, του ύψους του ειδικού δασμού, πέρα από το οποίο οι εισαγωγές αυτές καθίστανται οικονομικά ασύμφορες, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ενδιαφερόμενα όργανα της Ένωσης, όταν καθόρισαν το ανώτατο ύψος του δασμού της Ένωσης σε 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, υπερέβησαν τα όρια της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που είχαν. Το ύψος αυτό δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο.
33 Ομοίως, αν ληφθεί υπόψη το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, από το γεγονός ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ύψος του ειδικού δασμού έχει πιθανώς ως αποτέλεσμα να καθιστά τελείως ασύμφορη κάθε εισαγωγή που πραγματοποιείται εκτός των δασμολογικών ποσοστώσεων δεν μπορεί να συναχθεί ότι το ύψος αυτό είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους.
34 Συγκεκριμένα, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος στην κύρια δίκη ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ύψος του ειδικού δασμού καθιστά αδύνατη την πώληση μανιταριών προέλευσης Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας εντός της Ένωσης, αν ληφθεί το κόστος παραγωγής τους, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει της αρχής του μάλλον ευνοουμένου κράτους, την οποία θέτει το άρθρο 1 της GATT του 1994, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός του ειδικού δασμού σε διαφορετικό κάθε φορά ύψος σε σχέση με κάθε μέλος του ΠΟΕ. Επομένως, το επιχείρημα σχετικά με το κόστος παραγωγής των μανιταριών που έχουν προέλευση από ένα μόνο κράτος μέλος του ΠΟΕ, εν προκειμένω τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δεν αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης υπερέβη την ευρεία εξουσία εκτίμησης που είχε, επειδή καθόρισε το ύψος του ειδικού δασμού σε 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, με δεδομένο ότι ο δασμός αυτός επιβάλλεται στις εισαγωγές της Ένωσης από οποιοδήποτε κράτος μέλος του ΠΟΕ, εφόσον πραγματοποιούνται εκτός δασμολογικών ποσοστώσεων,.
35 Το συμπέρασμα από τις παραπάνω σκέψεων είναι ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να καθιστά ανίσχυρο το ύψος του ειδικού δασμού των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται, δυνάμει του κανονισμού 1719/2005, στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, όταν οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιούνται εκτός της ποσόστωσης που άνοιξε ο κανονισμός 1864/2004.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να καθιστά ανίσχυρο το ύψος του ειδικού δασμού των 222 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους προϊόντος μετά τη στράγγιση, το οποίο επιβάλλεται, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1719/2005 της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2005, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών του γένους Agaricus τα οποία υπάγονται στη διάκριση 2003 10 30 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα, όταν οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιούνται εκτός της ποσόστωσης που άνοιξε ο κανονισμός (ΕΚ) 1864/2004 της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων για κονσέρβες μανιταριών εισαγόμενες από τρίτες χώρες, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1995/2005 της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2005.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy