Υπόθεση C-226/09
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της εν λόγω οδηγίας – Υπηρεσίες μη υποκείμενες σε όλες τις επιταγές της οδηγίας – Στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως μετά την υποβολή των προσφορών – Tροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως κατόπιν της πρώτης εξετάσεως των προσφορών – Τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18
(Άρθρο 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ· οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 21, 23 και 35 § 4, και παράρτημα II B)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18
(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 53)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18
(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 21, 23 και 35 § 4, και παράρτημα II B)
1. Οι αναθέτουσες αρχές που συνάπτουν συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ακόμη και αν δεν υπόκεινται στους κανόνες της οδηγίας περί των υποχρεώσεων εισόδου σε ανταγωνισμό με προηγούμενη δημοσιότητα, εξακολουθούν να υπόκεινται στους θεμελιώδεις κανόνες του δικαίου της Ένωσης και ιδίως στις αρχές που θέτει η Συνθήκη ΛΕΕ όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
Το καθεστώς που καθιερώνει ο νομοθέτης της Ένωσης για τις αγορές που συνδέονται με τις προβλεπόμενες στο εν λόγω παράρτημα II B υπηρεσίες δεν μπορεί, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως εμπόδιο στην εφαρμογή των απορρεουσών από τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ αρχών και, ως εκ τούτου, των υποχρεώσεων που σκοπούν στην εξασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, στην περίπτωση κατά την οποία οι αγορές αυτές παρουσιάζουν κάποιο διασυνοριακό ενδιαφέρον.
(βλ. σκέψεις 29, 31)
2. Μολονότι η υποχρέωση προσδιορισμού του βάρους καθενός από τα κριτήρια αναθέσεως κατά το στάδιο της δημοσιεύσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού, όπως προβλέπει το άρθρο 53, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ανταποκρίνεται στην επιταγή περί εξασφαλίσεως της τηρήσεως της αρχής ίσης μεταχειρίσεως και της παρεπόμενης υποχρεώσεως διαφάνειας, εντούτοις δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω αρχή και η εν λόγω υποχρέωση, ελλείψει ειδικής συναφούς διατάξεως εντός της οικείας οδηγίας, έχουν τέτοια έκταση ώστε, στο πλαίσιο συμβάσεων που δεν εμπίπτουν σε διάταξη όπως το άρθρο 53 της εν λόγω οδηγίας, το βάρος των κριτηρίων που χρησιμοποιεί η αναθέτουσα αρχή πρέπει να έχει προηγουμένως προσδιορισθεί και ανακοινωθεί στους δυνητικούς διαγωνιζομένους, όταν καλούνται να υποβάλουν τις προσφορές τους. Πράγματι, η αναφορά του προσδιορισθέντος βάρους των κριτηρίων αναθέσεως στην περίπτωση συμβάσεως μη εμπίπτουσας σε διάταξη όπως το άρθρο 53, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν συνιστά υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής.
(βλ. σκέψη 43)
3. Οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων συνεπάγονται για τις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να ακολουθούν την ίδια ερμηνεία των κριτηρίων αναθέσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Όσον αφορά καθαυτά τα κριτήρια αναθέσεως, δεν πρέπει κατά μείζονα λόγο να τροποποιούνται κατά οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως.
Κατά συνέπεια, κράτος μέλος που τροποποιεί τη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως εμπίπτουσας στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας.
(βλ. σκέψεις 59-60, 66)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 18ης Νοεμβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2004/18/CE – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της εν λόγω οδηγίας – Υπηρεσίες μη υποκείμενες σε όλες τις επιταγές της οδηγίας – Στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως μετά την υποβολή των προσφορών – Tροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως κατόπιν της πρώτης εξετάσεως των προσφορών – Τήρηση της αρχής ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας»
Στην υπόθεση C‑226/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 19 Ιουνίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Kωνσταντινίδη και A.-A. Gilly, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον D. O’Hagan, επικουρούμενου από τον A. M. Collins, SC, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, L. Bay Larsen (εισηγητή), C. Toader και A. Prechal, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 2010.
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιρλανδία, σταθμίζοντας τα κριτήρια αναθέσεως του αντικειμένου συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής προσφορών και τροποποιώντας τη στάθμιση αυτή κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114, στο εξής: οδηγία), προβλέπει, στο κεφάλαιο III του τίτλου II, την καλούμενη «σε δύο επίπεδα» εφαρμογή για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών.
3 Βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας, οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες περιλαμβανόμενες στο παράρτημα II A της οδηγίας συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 55 της ίδιας οδηγίας.
4 Τα άρθρα αυτά περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα έγγραφα της συμβάσεως (άρθρα 23 έως 27), κανόνες διαδικασίας (άρθρα 28 έως 34), κανόνες δημοσιότητας και διαφάνειας (άρθρα 35 έως 43) και κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας (άρθρα 44 έως 55).
5 Αντιθέτως, κατά το άρθρο 21 της οδηγίας, [η] σύναψη των συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ Β, υπόκειται αποκλειστικά στο άρθρο 23 και στο άρθρο 35, παράγραφος 4».
6 Δεδομένου ότι οι υπηρεσίες διερμηνείας και μεταφράσεως δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα II A της οδηγίας, υπάγονται στην κατηγορία 27 του παραρτήματος ΙΙ Β που καλείται «Άλλες υπηρεσίες».
7 Το άρθρο 23 της οδηγίας προβλέπει κανόνες σχετικούς με τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να περιλαμβάνουν τα έγγραφα της συμβάσεως.
8 Το άρθρο 35, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει ότι, μετά τη σύναψη της συμβάσεως, οι αναθέτουσες αρχές που έχουν συνάψει δημόσια σύμβαση αποστέλλουν προκήρυξη με τα αποτελέσματα της διαδικασίας συνάψεως.
9 Κατά το άρθρο 37 της οδηγίας:
«Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να δημοσιεύουν σύμφωνα με το άρθρο 36 προκηρύξεις για δημόσιες συμβάσεις που δεν υπόκεινται στην υποχρεωτική δημοσίευση που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία.»
10 Το άρθρο 53, παράγραφος 2, της οδηγίας, με τίτλο «Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων», που δεν έχει εφαρμογή στη σύναψη των συμβάσεων που εμπίπτουν στο παράρτημα II B της οδηγίας, ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, στην προβλεπόμενη στην […] περίπτωση [κατά την οποία το αντικείμενο της συμβάσεως ανατίθεται στον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά], η αναθέτουσα αρχή υποδεικνύει στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων […] τη σχετική στάθμιση που προσδίδει σε καθένα από τα επιλεγέντα κριτήρια για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.
[…]
Όταν, κατά τη γνώμη της αναθέτουσας αρχής, δεν είναι δυνατή η στάθμιση για λόγους που μπορούν να αποδειχθούν, η αναθέτουσα αρχή επισημαίνει, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων […], τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας αυτών των κριτηρίων.»
Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Στις 16 Μαΐου 2006 το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Ισότητας και Μεταρρυθμίσεως της ιρλανδικής νομοθεσίας (στο εξής: αναθέτουσα αρχή) δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ S 92), με αριθμό 2006/S 92-098663, προκήρυξη για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως προς σειρά αρμόδιων για ζητήματα προσφύγων φορέων (στο εξής: επίδικη σύμβαση).
12 Το σημείο IV.2.1 της προκηρύξεως αυτής διευκρίνιζε ότι, όσον αφορά τον τρόπο αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως, θα προεπιλεγόταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά, βάσει των ακόλουθων επτά κριτηρίων:
«1. Πληρότητα των υποβαλλόμενων εγγράφων.
2. Δηλωθείσα δυνατότητα ικανοποιήσεως των απαιτήσεων.
3. Αριθμός παρτίδων [η σύμβαση περιελάμβανε διάφορες παρτίδες], υπηρεσιών και γλωσσών.
4. Προσόντα, εμπειρία στον σχετικό τομέα.
5. Τιμή.
6. Προσφορότητα των προτεινόμενων τρόπων εκτελέσεως.
7. Σημεία αναφοράς.»
13 Με το σημείο VI.3 της εν λόγω προκηρύξεως διευκρινιζόταν ότι τα επτά προβλεπόμενα κριτήρια αναθέσεως δεν αριθμούνταν κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας.
14 Στην πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς, τα εν λόγω κριτήρια παρουσιάζονταν κατά τον ίδιο τρόπο, με αρίθμηση από το 1 έως το 7. Το έγγραφο αυτό, ωστόσο, αντιθέτως προς την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού, δεν επισήμαινε ότι τα κριτήρια αυτά δεν αριθμούνταν κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας.
15 Ως εκ τούτου, το σχετικό βάρος που έπρεπε να δοθεί σε καθένα από τα επτά κριτήρια επιλογής της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής δεν είχε διευκρινιστεί ούτε με την προκήρυξη του διαγωνισμού ούτε με την πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς. Δεν διευκρινιζόταν επίσης αν τα εν λόγω κριτήρια έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο τέτοιου είδους σταθμίσεως σε μεταγενέστερο στάδιο.
16 Δώδεκα εταιρίες, τρεις εκ των οποίων ήταν εγκατεστημένες εκτός του ιρλανδικού εδάφους, υπέβαλαν προσφορά πριν από την παρέλευση της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, ήτοι πριν από τις 9 Ιουνίου 2006.
17 Την ίδια ακριβώς ημέρα κοινοποιήθηκε στα μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως πίνακας στον οποίο εμφαινόταν το σχετικό βάρος που έπρεπε να δοθεί στα επτά κριτήρια αναθέσεως:
«1. Πληρότητα των υποβαλλόμενων εγγράφων: 0 %.
2. Δηλωθείσα δυνατότητα ικανοποιήσεως των απαιτήσεων: 7 %.
3. Αριθμός παρτίδων, υπηρεσιών και γλωσσών: 25 %.
4. Προσόντα, εμπειρία στον σχετικό τομέα: 30 %.
5. Τιμή: 20 %.
6. Προσφορότητα των προτεινόμενων τρόπων εκτελέσεως: 10 %.
7. Σημεία αναφοράς: 8 %.»
18 Ο εν λόγω πίνακας αξιολογήσεως έπρεπε να παρέχει σε κάθε μέλος της επιτροπής τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μεμονωμένα μια πρώτη εξέταση των υποβληθεισών προσφορών.
19 Στις 13 Ιουνίου 2006 ένα από τα μέλη της επιτροπής αυτής, αφού εξέτασε μέρος των προσφορών, απηύθυνε στο μέλος των υπηρεσιών της αναθέτουσας αρχής που είχε καταρτίσει τον πίνακα αξιολογήσεως και κοινοποιήσει τις υποβληθείσες προσφορές στην εν λόγω επιτροπή ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο πρότεινε τροποποιήσεις στη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως.
20 Στις 22 Ιουνίου 2006, κατά την πρώτη συνεδρίασή της, η επιτροπή αξιολογήσεως αποφάσισε να τροποποιήσει τη στάθμιση των κριτηρίων πριν αξιολογήσει συλλογικώς τις υποβληθείσες προσφορές, μειώνοντας σε 25 % το βάρος του τέταρτου κριτηρίου (στο οποίο είχε δοθεί αρχικά βάρος 30 %) και αυξάνοντας σε 15 % το βάρος του κριτηρίου 6 (στο οποίο είχε δοθεί αρχικά βάρος 10 %). Το βάρος των άλλων κριτηρίων παρέμεινε αμετάβλητο.
21 Η επιτροπή αξιολογήσεως προέβη, ακολούθως, στην αξιολόγηση των προσφορών και στην επιλογή αναδόχου χρησιμοποιώντας το νέο βάρος που είχε μόλις εγκριθεί για καθένα από τα επτά κριτήρια αναθέσεως.
22 Κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή προέβη τον Μάιο του 2007 σε ανταλλαγή εγγράφων με την Ιρλανδία.
23 Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις απαντήσεις της Ιρλανδίας τόσο στο από 17 Οκτωβρίου 2007 έγγραφο οχλήσεως όσο και στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αιτιολογημένη γνώμη, έκρινε ότι η διαδικασία συνάψεως της επίδικης συμβάσεως διεξήχθη κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και κατά παράβαση της παρεπόμενης υποχρεώσεως διαφάνειας και αποφάσισε, ως εκ τούτου, να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
24 Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει σαφώς στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι οι προκείμενες υπηρεσίες διερμηνείας και μεταφράσεως υπάγονται στην κατηγορία των μη κυρίων υπηρεσιών του παραρτήματος IΙ B της εν λόγω οδηγίας.
25 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 21 της οδηγίας, «[η] σύναψη των συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ Β υπόκειται αποκλειστικά στο άρθρο 23 και στο άρθρο 35, παράγραφος 4».
26 Από την ερμηνεία του άρθρου 21 σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 και 35, παράγραφος 4, της οδηγίας προκύπτει ότι, όταν οι συμβάσεις αφορούν, όπως εν προκειμένω, υπηρεσίες του παραρτήματος IΙ B, οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να τηρήσουν μόνον τους σχετικούς με τις τεχνικές προδιαγραφές κανόνες και να απευθύνουν στην Επιτροπή προκήρυξη με τα αποτελέσματα της διαδικασίας συνάψεως των οικείων συμβάσεων.
27 Αντιθέτως, οι λοιποί κανόνες περί συντονισμού των προβλεπόμενων στην εν λόγω οδηγία διαδικασιών, ιδίως δε οι αφορώντες τις υποχρεώσεις εισόδου σε ανταγωνισμό με προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού καθώς και οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 53 της οδηγίας κανόνες περί των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου των συμβάσεων, δεν έχουν εφαρμογή στις εν λόγω συμβάσεις.
28 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στο παράρτημα II B της οδηγίας, η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας θα έπρεπε, όπως διευκρινίζεται με τη 19η αιτιολογική σκέψη, να περιοριστεί, κατά τη μεταβατική περίοδο, στις συμβάσεις για τις οποίες οι διατάξεις της προβλέπουν πλήρη δυνατότητα αναπτύξεως του εμπορίου πέραν των συνόρων.
29 Ωστόσο, οι αναθέτουσες αρχές που συνάπτουν συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο εν λόγω παράρτημα II B, ακόμη και αν δεν υπόκεινται στους κανόνες της οδηγίας περί των υποχρεώσεων εισόδου σε ανταγωνισμό με προηγούμενη δημοσιότητα, εξακολουθούν να υπόκεινται στους θεμελιώδεις κανόνες του δικαίου της Ένωσης και ιδίως στις αρχές που θέτει η Συνθήκη ΛΕΕ όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2007, C-507/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-9777, σκέψη 26).
30 Κατά πάγια νομολογία, ο συντονισμός σε επίπεδο Ένωσης των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων σκοπεί στην κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και των εμπορευμάτων και, συνεπώς, στην προστασία των συμφερόντων των εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος οικονομικών φορέων (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Κατά συνέπεια, το καθεστώς που καθιερώνει ο νομοθέτης της Ένωσης για τις αγορές που συνδέονται με τις προβλεπόμενες στο παράρτημα II B της οδηγίας υπηρεσίες δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως εμπόδιο στην εφαρμογή των απορρεουσών από τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ αρχών, στην περίπτωση κατά την οποία οι αγορές αυτές παρουσιάζουν κάποιο διασυνοριακό ενδιαφέρον (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 29) και, ως εκ τούτου, των υποχρεώσεων που σκοπούν στην εξασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων (βλ., υπό την έννοα αυτή, απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, C‑91/08, Wall, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 37).
32 Η υποχρέωση διαφάνειας επιβάλλεται στην περίπτωση κατά την οποία η οικεία σύμβαση παροχής υπηρεσιών ενδέχεται να ενδιαφέρει επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος πλην εκείνου εντός του οποίου ανατίθεται το αντικείμενο της συμβάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 29).
33 Στην υπό κρίση υπόθεση, το ότι η επίδικη σύμβαση παρουσίαζε δυνητικό ενδιαφέρον για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιρλανδίας απορρέει τόσο από τη δημοσίευση προκηρύξεως για τον εν λόγω διαγωνισμό στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από το γεγονός ότι τρεις από τους διαγωνιζομένους είναι επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιρλανδίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Wall, σκέψη 35).
34 Η βασιμότητα των αιτιάσεων που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών, οι οποίες δεν αφορούν καμία από τις δύο διατάξεις της οδηγίας που διέπουν τη διεξαγωγή της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως εμπίπτουσας στο παράρτημα II B της οδηγίας, ήτοι τα άρθρα 23 και 35, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, αλλά στηρίζονται σε δύο επιταγές απορρέουσες από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, ήτοι στην τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της παρεπόμενης υποχρεώσεως διαφάνειας.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από το ότι η στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως πραγματοποιήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής προσφορών
Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιρλανδία, σταθμίζοντας τα επτά κριτήρια αναθέσεως της επίδικης συμβάσεως μετά την παρέλευση της ταχθείσας για την υποβολή προσφορών προθεσμίας, αθέτησε τις υποχρεώσεις ίσης μεταχειρίσεως και διαφάνειας.
36 Κατά την Επιτροπή, η εκπρόθεσμη αυτή στάθμιση μετέβαλε αισθητά τη βαρύτητα των κριτηρίων αυτών σε σχέση με τη βαρύτητα των αρχικώς κοινοποιηθέντων κριτηρίων καθώς και με εκείνη που ευλόγως θα ανέμεναν οι υποβαλόντες προσφορά, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων της συμβάσεως.
37 Συναφώς, η Ιρλανδία διευκρινίζει, καταρχάς, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Επιτροπή με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, η αναθέτουσα αρχή δεν είχε δηλώσει, πριν από την υποβολή των προσφορών, ούτε εμμέσως ούτε ρητώς, ότι τα κριτήρια αναθέσεως που περιλαμβάνει η πρόσκληση για την υποβολή προσφορών αριθμούνταν κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας.
38 Αντιθέτως, η προκήρυξη του διαγωνισμού επισήμαινε ότι τα κριτήρια αναθέσεως δεν αριθμούνταν κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας, η δε αναθέτουσα αρχή δεν παρέσχε κατόπιν τούτου κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η στάση αυτή είχε μεταβληθεί.
39 Περαιτέρω, η Ιρλανδία καίτοι δέχεται ότι η επιτροπή αξιολογήσεως την οποία όρισε η αναθέτουσα αρχή στάθμισε τα κριτήρια αναθέσεως μετά την παρέλευση της ταχθείσας για την υποβολή των προσφορών προθεσμίας, εντούτοις αμφισβητεί ότι η στάθμιση των διαφόρων αυτών κριτηρίων πραγματοποιήθηκε κατά παραβίαση των αρχών ίσης μεταχειρίσεως και διαφάνειας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι η Ιρλανδία ζήτησε να περιληφθεί η προκήρυξη του επίδικου διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνατότητα την οποία παρέχει το άρθρο 36 της οδηγίας, ουδόλως συνεπάγεται για το εν λόγω κράτος μέλος υποχρέωση συνάψεως της συμβάσεως αυτής σύμφωνα με τα άρθρα της οδηγίας που έχουν εφαρμογή στις σχετικές με το παράρτημα II A της οδηγίας δημόσιες συμβάσεις (βλ., κατ’ αναλογία, όσον αφορά δημόσια σύμβαση μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής οδηγίας, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 45/87, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1988, σ. 4929, σκέψεις 9 και 10).
41 Για να θεωρηθεί βάσιμη η πρώτη αιτίαση, πρέπει ο ειδικός κανόνας περί προηγούμενης σταθμίσεως των κριτηρίων συνάψεως συμβάσεως εμπίπτουσας στο παράρτημα II A της οδηγίας να μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση συνέπεια της υποχρεώσεως των αναθετουσών αρχών να τηρούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας.
42 Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί των δημοσίων συμβάσεων που συνήφθησαν σύμφωνα με όλες τις διατάξεις των σχετικών οδηγιών που προηγήθηκαν της εκδόσεως της οδηγίας, η υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως των διαγωνιζομένων σχετικά με τα κριτήρια αναθέσεως και, εφόσον είναι δυνατόν, με το βάρος που τους δίδεται σκοπεί στην εξασφάλιση της τηρήσεως των αρχών ίσης μεταχειρίσεως και διαφάνειας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-11617, σκέψη 98, καθώς και της 24ης Νοεμβρίου 2005, C‑331/04, ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑10109, σκέψεις 22 έως 24).
43 Ωστόσο, μολονότι η υποχρέωση προσδιορισμού του βάρους καθενός από τα κριτήρια αναθέσεως κατά το στάδιο της δημοσιεύσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού, όπως προβλέπει πλέον το άρθρο 53, παράγραφος 2, της οδηγίας, ανταποκρίνεται στην επιταγή περί εξασφαλίσεως της τηρήσεως της αρχής ίσης μεταχειρίσεως και της παρεπόμενης υποχρεώσεως διαφάνειας, εντούτοις δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω αρχή και η εν λόγω υποχρέωση, ελλείψει ειδικής συναφούς διατάξεως εντός της οικείας οδηγίας, έχουν τέτοια έκταση ώστε, στο πλαίσιο συμβάσεων που δεν εμπίπτουν σε διάταξη όπως το άρθρο 53 της εν λόγω οδηγίας, το βάρος των κριτηρίων που χρησιμοποιεί η αναθέτουσα αρχή πρέπει να έχει προηγουμένως προσδιορισθεί και ανακοινωθεί στους δυνητικούς διαγωνιζομένους, όταν καλούνται να υποβάλουν τις προσφορές τους. Πράγματι, όπως προκύπτει από την εκ μέρους του Δικαστηρίου χρήση της φράσεως «ει δυνατόν» στην αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη νομολογία, η αναφορά του προσδιορισθέντος βάρους των κριτηρίων αναθέσεως στην περίπτωση συμβάσεως μη εμπίπτουσας σε διάταξη όπως το άρθρο 53, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν συνιστά υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής.
44 Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία, που είχε παράσχει στους δυνητικούς διαγωνιζομένους πρόσβαση στις σχετικές με την επίδικη σύμβαση κρίσιμες πληροφορίες πριν από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής προσφορών, δεν παραβίασε ούτε την αρχή ίσης μεταχειρίσεως ούτε την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας, σταθμίζοντας τα εν λόγω κριτήρια αναθέσεως χωρίς να παράσχει στους οικείους διαγωνιζομένους πρόσβαση στο αποτέλεσμα της εν λόγω σταθμίσεως πριν από την παρέλευση της ταχθείσας για την υποβολή προσφορών προθεσμίας.
45 Συγκεκριμένα, με την προκήρυξη διαγωνισμού που αποτέλεσε αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, η αναθέτουσα αρχή παρέσχε περισσότερες πληροφορίες από όσες απαιτεί η οδηγία, στα δε σχετικά με την προκήρυξη αυτή έγγραφα τα κριτήρια αναθέσεως του αντικειμένου της επίδικης συμβάσεως δεν διατυπώθηκαν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διαπιστώνεται άνιση μεταχείριση σε βάρος των δυνητικώς ενδιαφερόμενων για τη σύμβαση αυτή επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιρλανδίας.
46 Σταθμίζοντας τα κριτήρια αυτά, η αναθέτουσα αρχή διευκρίνισε απλώς τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να αξιολογηθούν οι υποβληθείσες προσφορές, χωρίς να αθετήσει την υποχρέωση σταθερής ερμηνείας των κριτηρίων αναθέσεως, τα οποία δεν αριθμήθηκαν κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας.
47 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι τα κριτήρια αναθέσεως αριθμήθηκαν χωρίς να προσδιορισθεί το βάρος του καθενός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η αρίθμηση αυτή πραγματοποιήθηκε κατά φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας, ούτε ότι στα κριτήρια αναθέσεως έπρεπε να δοθεί το ίδιο βάρος.
48 Επιπλέον, η στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως, όπως κοινοποιήθηκε στα μέλη της οικείας επιτροπής υπό μορφή πίνακα αξιολογήσεως, αφενός, δεν θα παρείχε στους δυνητικούς διαγωνιζομένους, αν τους είχε γνωστοποιηθεί κατά την προετοιμασία της προσφοράς τους, πληροφορίες δυνάμενες να επηρεάσουν σημαντικά την προετοιμασία της προσφοράς αυτής και, αφετέρου, δεν επέφερε τροποποίηση των εν λόγω κριτηρίων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., σκέψη 32).
49 Σημειωτέον ότι η υπό κρίση προσφυγή, όπως υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν περιέχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως είχε πραγματοποιηθεί πριν γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο των φακέλων στους οποίους εσωκλείονταν οι υποβληθείσες προσφορές.
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρώτη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αντλείται από τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων κατόπιν της αρχικής εξετάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
51 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιρλανδία, τροποποιώντας, κατόπιν της αρχικής εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, τη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου της επίδικης συμβάσεως, όπως εμφαινόταν στον πίνακα αξιολογήσεως, παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας.
52 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η τροποποίηση αυτή, που πραγματοποιήθηκε κατόπιν της πρώτης εξετάσεως των προσφορών, συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, χωρίς να χρειάζεται να διευκρινιστεί αν η πρώτη εξέταση των προσφορών πραγματοποιήθηκε μεμονωμένα από τα διάφορα μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως ή συλλογικώς από το σύνολο των μελών της.
53 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η στάθμιση των εν λόγω κριτηρίων τροποποιήθηκε άπαξ μόνον και μάλιστα πριν ακόμη η επιτροπή αυτή προβεί σε συλλογική αξιολόγηση μιας εκ των προσφορών.
54 Συνεπώς, κατά την άποψή της, η στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως ήταν συντονισμένη καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας συνάψεως της επίδικης συμβάσεως και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
55 Επιπλέον, η Ιρλανδία τονίζει ότι η τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως ήταν επουσιώδης και δεν εισήγαγε κανενός είδους δυσμενή διάκριση σε βάρος κάποιου διαγωνιζομένου. Από την αναδρομική εξέταση προκύπτει εξάλλου ότι ο τελικός ανάδοχος θα είχε επιλεγεί ακόμη και αν η ανάθεση είχε στηριχθεί στα αρχικώς προσδιορισθέντα κριτήρια.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Η Επιτροπή, με τα αιτήματά της, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή προβλέπεται στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ.
57 Όσον αφορά, καταρχάς, τη διεξαγωγή της διαδικασίας συνάψεως της επίδικης συμβάσεως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου της επίδικης συμβάσεως πραγματοποιήθηκε όντως κατόπιν της εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής κοινοποίηση του προσδιορισθέντος βάρους κάθε κριτηρίου, υπό μορφή πίνακα αξιολογήσεως, στα μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως προκειμένου να προβούν σε μια πρώτη εξέταση των υποβληθεισών προσφορών.
58 Τα μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως δεν είχαν απλώς την ευκαιρία να εξετάσουν μεμονωμένα τις προσφορές πριν από την πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής αυτής ως συλλογικού οργάνου, αλλά παροτρύνθηκαν να πραγματοποιήσουν την αρχική αυτή εξέταση, προς διευκόλυνση της συλλογικής αξιολογήσεως των προσφορών εκ μέρους της επιτροπής.
59 Ακολούθως, επισημαίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων συνεπάγονται για τις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να ακολουθούν την ίδια ερμηνεία των κριτηρίων αναθέσεως καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C‑448/01, EVN και Wienstrom, Συλλογή 2003, σ. I‑14527, σκέψη 92).
60 Όσον αφορά καθαυτά τα κριτήρια αναθέσεως, επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι δεν πρέπει να τροποποιούνται κατά οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως (βλ., κατ’ αναλογία, την προαναφερθείσα απόφαση EVN και Wienstrom, σκέψη 93).
61 Το στάδιο που προηγείται της συνεδριάσεως της επιτροπής αξιολογήσεως και κατά το οποίο τα μέλη της επιτροπής αυτής εξετάζουν μεμονωμένα τις υποβληθείσες προσφορές αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας συνάψεως της οικείας συμβάσεως.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, η τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως κατόπιν του σταδίου αυτού, κατά το οποίο οι προσφορές αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης εξετάσεως, συνεπάγεται τροποποίηση των κριτηρίων στα οποία στηρίχθηκε η πρώτη εξέταση. Η συμπεριφορά αυτή δεν συνάδει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας.
63 Τέλος, διευκρινίζεται, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Ιρλανδίας, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η τροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως εισήγαγε δυσμενή διάκριση ως προς κάποιον από τους διαγωνιζομένους. Αρκεί, επί του σημείου αυτού, η διαπίστωση ότι, κατά τον χρόνο τροποποιήσεως της εν λόγω σταθμίσεως, δεν αποκλειόταν ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
64 Δεύτερον, δεδομένου ότι η διαπίστωση παραβάσεως εκ μέρους κράτους μέλους δεν συνδέεται με τη διαπίστωση παρεπόμενης ζημίας (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑263/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1997, σ. I‑7453, σκέψη 30), η Ιρλανδία δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι κανένας διαγωνιζόμενος δεν υπέστη ζημία λόγω του ότι, ακόμη και βάσει της αρχικής σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως, το αντικείμενο της επίδικης συμβάσεως δεν θα είχε ανατεθεί σε άλλο συμβαλλόμενο από εκείνον που επιλέχθηκε με το πέρας της διαδικασίας.
65 Ως εκ τούτου, η δεύτερη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της πρέπει να γίνει δεκτή.
66 Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Ιρλανδία, τροποποιώντας τη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου της επίδικης συμβάσεως κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
67 Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
68 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά την παράγραφος 3 του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του, ιδίως αν οι διάδικοι ηττήθηκαν ως προς κάποιο από τα αιτήματά τους.
69 Δεδομένου ότι η προσφυγή της Επιτροπής έγινε εν μέρει μόνο δεκτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιρλανδία, τροποποιώντας τη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου της επίδικης συμβάσεως κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ιρλανδία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy