Υπόθεση C-245/09
Omalet NV
κατά
Rijksdienst voor Sociale Zekerheid
(αίτηση του arbeidshof te Brussel
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 49 ΕΚ – Εργολάβος εγκατεστημένος σε κράτος μέλος – Συμβαλλόμενοι που απευθύνθηκαν σε αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους στο ίδιο κράτος μέλος – Αμιγώς εσωτερική κατάσταση – Απαράδεκτο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Αίτηση ερμηνείας διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που προδήλως δεν έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης
(Άρθρα 49 ΕΚ και 267 ΣΛΕΕ)
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αποκλείεται όταν είναι πρόδηλον ότι δεν δύναται να έχει εφαρμογή η διάταξη του δικαίου της Ένωσης που ζητήθηκε να ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Έτσι, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση σε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορώσα την ερμηνεία των σχετικών με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ στο πλαίσιο διαφοράς της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους, όπως μια διαφορά μεταξύ κύριου εργολάβου και υπεργολάβου που και οι δύο είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, και στην οποία όλα τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα στο έδαφος του ίδιου αυτού κράτους.
(βλ. σκέψεις 10-11,13)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 22ας Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 49 ΕΚ – Εργολάβος εγκατεστημένος σε κράτος μέλος – Συμβαλλόμενοι που απευθύνθηκαν σε αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους στο ίδιο κράτος μέλος – Αμιγώς εσωτερική κατάσταση – Απαράδεκτο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως»
Στην υπόθεση C‑245/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσα από το arbeidshof te Brussel (Βέλγιο) με απόφαση της 25ης Ιουνίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουλίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Omalet NV
κατά
Rijksdienst voor Sociale Zekerheid,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, J.-J. Kasel, A. Borg Barthet, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Οκτωβρίου 2010,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Omalet NV, εκπροσωπούμενη από τους D. Van Der Mosen και H. Van de Cauter, advocaten,
– το Rijksdienst voor Sociale Zekerheid, εκπροσωπούμενο από τον P. Derveaux, advocaat,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Van den Broeck και C. Pochet,
– η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη V. Pasternak Jørgensen και τους R. Holdgaard και C. Vang,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και J. Möller,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την H. Walker, επικουρούμενη από τον T. de la Mare, barrister,
– η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ø. Andersen και K. B. Moen,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και V. Kreuschitz,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής και την ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Omalet NV (στο εξής: Omalet) και του Rijksdienst voor Sociale Zekerheid (εθνικού ιδρύματος κοινωνικών ασφαλίσεων, στο εξής: Rijksdienst) σχετικά, αφενός, με την αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθύνη της Omalet, ως κύριου εργολάβου, για μέρος των κοινωνικών χρεών ενός μη καταχωρισμένου υπεργολάβου που είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο και, αφετέρου, με την υποχρέωση της εταιρίας αυτής να παρακρατήσει χρηματικά ποσά κατά τις πληρωμές προς τον εν λόγω υπεργολάβο.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 30 bis του νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 με τον οποίο αναθεωρήθηκε το νομοθετικό διάταγμα της 28ης Δεκεμβρίου 1944 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος του 1969), είχε ως εξής:
«[...]
«§ 3. Σε σύμβαση μισθώσεως έργου, ο εργοδότης που, για τις εργασίες της § 1, απευθύνθηκε σε εργολάβο, μη καταχωρισμένο κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την πληρωμή των κοινωνικών χρεών του αντισυμβαλλομένου του.
Ο εργολάβος που, για τις εργασίες της § 1, απευθύνθηκε σε υπεργολάβο, μη καταχωρισμένο κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την πληρωμή των κοινωνικών χρεών του αντισυμβαλλομένου του.
[...]
Η αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθύνη περιορίζεται στο 50 % της συνολικής τιμής των εργασιών, μη περιλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας, οι οποίες ανατέθηκαν στον μη καταχωρισμένο εργολάβο ή υπεργολάβο.
[...]
«§ 4. Ο εργοδότης που καταβάλλει το σύνολο ή μέρος της τιμής των εργασιών της § 1 σε εργολάβο ο οποίος, κατά τον χρόνο της πληρωμής, δεν είναι καταχωρισμένος υποχρεούται, κατά την πληρωμή, να παρακρατήσει το 15 % επί του ποσού που οφείλει, μη περιλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας, και να το καταβάλει στο [Rijksdienst], κατά τον τρόπο που θα καθοριστεί με βασιλικό διάταγμα.
Ο εργολάβος που καταβάλλει το σύνολο ή μέρος της τιμής των εργασιών της § 1 σε υπεργολάβο ο οποίος, κατά τον χρόνο της πληρωμής, δεν είναι καταχωρισμένος υποχρεούται, κατά την πληρωμή, να παρακρατήσει το 35 % επί του ποσού που οφείλει, μη περιλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας, και να το καταβάλει στο [Rijksdienst], κατά τον τρόπο που θα καθοριστεί με βασιλικό διάταγμα.
Παρά ταύτα, ο εργολάβος απαλλάσσεται από την κατά το προηγούμενο εδάφιο υποχρέωση παρακρατήσεως και καταβολής αν, κατά τον χρόνο της πληρωμής, σύμφωνα με όσα θα οριστούν με βασιλικό διάταγμα, ο υπεργολάβος δεν είναι οφειλέτης προς το [Rijksdienst] ή προς επικουρικό ταμείο ασφαλίσεως, ή έχει λάβει για τα οφειλόμενα ποσά προθεσμίες καταβολής χωρίς δικαστική διαδικασία ή με δικαστική απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου και αποδεικνύει την αυστηρή τήρηση των προθεσμιών που τάχθηκαν, έχει δε καταχωριστεί ως εργολάβος. Προς τούτο, το [Rijksdienst] δημιουργεί προσβάσιμη από το κοινό τράπεζα δεδομένων, η οποία έχει αποδεικτική ισχύ για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου.
Όταν ο εργολάβος είναι εργοδότης μη εγκατεστημένος στο Βέλγιο, ο οποίος δεν έχει οφειλές κοινωνικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο και του οποίου όλοι οι εργαζόμενοι κατέχουν έγκυρο πιστοποιητικό αποσπάσεως, οι παρακρατήσεις της παρούσας παραγράφου δεν γίνονται επί του ποσού που του οφείλεται.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
4 Υπό την ιδιότητά της ως εργολάβου οικοδομών, η Omalet απευθύνθηκε σε υπεργολάβο εγκατεστημένο αλλά όχι καταχωρισμένο στο Βέλγιο. Ο υπεργολάβος αυτός εξέδωσε δύο τιμολόγια, το πρώτο στις 2 Απριλίου 2003, για ποσό 4 136,10 ευρώ, και το δεύτερο στις 29 Απριλίου 2003, για ποσό 4 493,69 ευρώ. Τα δύο αυτά τιμολόγια πληρώθηκαν.
5 Ο εν λόγω υπεργολάβος, ο οποίος κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 25 Σεπτεμβρίου 2003, είχε κατά την ημερομηνία εκείνη χρέος 57 593,87 ευρώ προς το Rijksdienst. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 bis, παράγραφος 3, του νόμου του 1969, το Rijksdienst αξίωσε από την Omalet ποσό 4 314,90 ευρώ, βάσει της αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθύνης για τις οφειλές κοινωνικής ασφαλίσεως του ίδιου υπεργολάβου, περιορισμένης στο 50 % του συνολικού ποσού των εργασιών. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 bis, παράγραφος 4, του νόμου αυτού, πρόσθετο ποσό 6 040,85 ευρώ αξιώθηκε εις βάρος της Omalet, λόγω του ότι η τελευταία δεν είχε προβεί στις παρακρατήσεις που προβλέπει το άρθρο αυτό.
6 Ελλείψει φιλικού διακανονισμού, το Rijksdienst άσκησε στις 25 Απριλίου 2007 ενώπιον του arbeidsrechtbank te Brussel (Πρωτοδικείου εργατικών διαφορών Βρυξελλών) αγωγή κατά της Omalet. Με απόφαση της 25ης Απριλίου 2008, το δικαστήριο αυτό έκρινε βάσιμη την αγωγή του Rijksdienst και υποχρέωσε την Omalet να καταβάλει ποσό 10 355,75 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από την 1η Φεβρουαρίου 2006 και νομίμων τόκων.
7 Με εισαγωγικό δίκης έγγραφο της 23ης Μαΐου 2008, η Omalet άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του arbeidshof te Brussel (Εφετείου εργατικών διαφορών Βρυξελλών), ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 30 bis του νόμου του 1969 είναι ασύμβατο με τα άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΚ.
8 Στο πλαίσιο αυτό, το arbeidshof te Brussel αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει ο εθνικός δικαστής να εφαρμόσει το άρθρο 49 ΕΚ σε διαφορά μεταξύ του [Rijksdienst] και ενός εγκατεστημένου στο Βέλγιο κύριου εργολάβου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 30 bis, παράγραφος 3, του [νόμου του 1969] (όπως είχε εφαρμογή πριν από την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 55 του προγραμματικού νόμου της 27ης Απριλίου 2007), ζητείται να αναγνωριστεί ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για μέρος των χρεών του μη καταχωρισμένου υπεργολάβου που είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο ή όταν ζητείται καταδίκη του εργολάβου αυτού επειδή δεν τήρησε την υποχρέωση παρακρατήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 30, παράγραφος 4, του νόμου αυτού;
2) Επικουρικώς, αποκλείει το άρθρο 49 ΕΚ την εφαρμογή ρυθμίσεως όπως η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 30 bis, παράγραφοι 3 και 4, του [νόμου του 1969] (όπως είχε εφαρμογή πριν από την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 55 του προγραμματικού νόμου της 27ης Απριλίου 2007);»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
9 Διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των σχετικών με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ σε μια κατάσταση όπου, όπως σημειώνει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται εντός ενός και μόνον κράτους μέλους.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2008, C‑380/05, Centro Europa 7, Συλλογή 2008, σ. I‑349, σκέψη 64, και της 11ης Μαρτίου 2010, C‑384/08, Attanasio Group, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 22).
11 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει αποκλείσει την αρμοδιότητά του όταν είναι πρόδηλον ότι δεν δύναται να έχει εφαρμογή η διάταξη του δικαίου της Ένωσης που ζητήθηκε να ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑567/07, Woningstichting Sint Servatius, Συλλογή 2009, σ. I‑9021, σκέψη 43).
12 Συγκεκριμένα, αποτελεί πάγια νομολογία ότι οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή επί δραστηριοτήτων των οποίων το σύνολο των ασκούντων επιρροή στοιχείων περιορίζεται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-108/98, RI.SAN, Συλλογή 1999, σ. I-5219, σκέψη 23, και της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-97/98, Jägerskiöld, Συλλογή 1999, σ. I-7319, σκέψη 42).
13 Πάντως, εν προκειμένω, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης όντως περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους, εφόσον τόσο ο κύριος εργολάβος όσο και ο υπεργολάβος είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο και εφόσον όλα τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.
14 Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλον ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν έχει κανένα από τα στοιχεία συνδέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 49 ΕΚ, οπότε η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή.
15 Ασφαλώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ακόμη και σε μια τέτοια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, η απάντησή του δύναται παρά ταύτα να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, ειδικά στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο θα του επέβαλλε να αναγνωρίσει σε υπήκοο συγκεκριμένου κράτους μέλους τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που υπήκοος άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το δίκαιο της Ένωσης στην ίδια κατάσταση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C‑448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψη 23· της 30ής Μαρτίου 2006, C-451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti, Συλλογή 2006, σ. I-2941, σκέψη 29· της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-11421, σκέψη 30, και της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, Blanco Pérez και Chao Gómez, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 36).
16 Εντούτοις, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται σε απόφαση του Grondwettelijk Hof (Συνταγματικού Δικαστηρίου), με την οποία αυτό εκτίμησε ότι το άρθρο 49 ΕΚ δεν έχει εφαρμογή όταν η εκκρεμής δίκη εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην εσωτερική έννομη τάξη. Αντιμέτωπο με το ζήτημα αν το άρθρο 30 bis, παράγραφος 1, του νόμου του 1969 αντίκειται στις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που διατυπώνει το Βελγικό Σύνταγμα, εφόσον το άρθρο αυτό προβλέπει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, των εργοδοτών σε σύμβαση μισθώσεως έργου και των κυρίων του έργου που είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο και απευθύνθηκαν σε αλλοδαπό αντισυμβαλλόμενο μη καταχωρισμένο στο Βέλγιο, οι οποίοι δύνανται να επικαλεστούν τα άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΚ, και, αφετέρου, εκείνων που απευθύνθηκαν σε παρέχοντα υπηρεσίες εγκατεστημένο στο Βέλγιο και δεν δύνανται να επικαλεστούν τα εν λόγω άρθρα, το Grondwettelijk Hof εκτίμησε ότι καταστάσεις που εμπίπτουν αποκλειστικά στην εσωτερική έννομη τάξη δεν έπρεπε να συγκριθούν με εκείνες που διέπονται από την έννομη τάξη της Ένωσης.
17 Κατά συνέπεια, από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι, σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να αναγνωρίσει στις εγκατεστημένες στο Βέλγιο επιχειρήσεις τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος θα αντλούσαν από το δίκαιο της Ένωσης στην ίδια κατάσταση.
18 Επομένως, σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του arbeidshof te Brussel.
19 Κατά συνέπεια, η υποβληθείσα από το arbeidshof te Brussel αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η υποβληθείσα από το arbeidshof te Brussel (Βέλγιο), με απόφαση της 25ης Ιουνίου 2009, αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy