Υπόθεση C-254/09 P
Calvin Klein Trademark Trust
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό σήμα CK CREACIONES KENNYA – Ανακοπή από τη δικαιούχο, μεταξύ άλλων, του κοινοτικού εικονιστικού σήματος CK Calvin Klein και εθνικών σημάτων CK – Απόρριψη της ανακοπής»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Ομοιότητα των επίμαχων σημάτων – Κριτήρια εκτιμήσεως – Σύνθετο σήμα
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
2. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Ομοιότητα των επίμαχων σημάτων – Κριτήρια εκτιμήσεως
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρα 8 και 51 § 1, στοιχείο β΄)
1. Κατά την εξέταση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, η ομοιότητα δύο σημάτων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το κοινό τους στοιχείο είναι το κυρίαρχο στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Πράγματι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ενδεχόμενης ομοιότητας δύο σημάτων πρέπει τα σήματα αυτά να εξετάζονται στο σύνολό τους, χωρίς όμως να αποκλείεται το ενδεχόμενο, στη συνολική εντύπωση την οποία δημιουργεί κάποιο σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού, να κυριαρχούν, υπό ορισμένες συνθήκες, ένα ή περισσότερα από τα επιμέρους στοιχεία που απαρτίζουν το σήμα αυτό. Εντούτοις, το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα επιμέρους στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα.
(βλ. σκέψη 56)
2. Στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής η οποία έχει κινηθεί βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, το ζήτημα της ομοιότητας των συγκρουομένων σημάτων πρέπει να εκτιμάται από τη σκοπιά του μέσου καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγενείς τους ιδιότητες, και όχι βάσει περιστάσεων σχετικών με τη συμπεριφορά της αιτούσας την καταχώριση κοινοτικού σήματος. Επομένως, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φερόμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά της αιτούσας την καταχώριση του σήματος. Πράγματι, μολονότι μια τέτοια συμπεριφορά συνιστά κατεξοχήν κρίσιμο παράγοντα στο πλαίσιο διαδικασίας κηρύξεως ακυρότητας δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, δεν πρόκειται, εντούτοις, για στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής.
(βλ. σκέψεις 46-47)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 2ας Σεπτεμβρίου 2010 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό σήμα CK CREACIONES KENNYA – Ανακοπή του δικαιούχου, μεταξύ άλλων, του κοινοτικού εικονιστικού σήματος CK Calvin Klein και εθνικών σημάτων CK – Απόρριψη της ανακοπής»
Στην υπόθεση C‑254/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 9 Ιουλίου 2009,
Calvin Klein Trademark Trust, με έδρα το Wilmington (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τον T. Andrade Boué, abogado,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τον O. Mondéjar Ortuño,
καθού πρωτοδίκως,
Zafra Marroquineros, SL, με έδρα το Caravaca de la Cruz (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον J. E. Martín Álvarez, abogado,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, M. Ilešič, M. Safjan (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Calvin Klein Trademark Trust (στο εξής: Calvin Klein) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 7ης Μαΐου 2009, T-185/07, Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ – Zafra Marroquineros (CK CREACIONES KENNYA) (Συλλογή 2009, σ. II-1323, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), περί απορρίψεως της προσφυγής της που είχε ως αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του δεύτερου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 29ης Μαρτίου 2007 (υπόθεση R 314/2006‑2, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Με την απόφαση εκείνη, το δεύτερο τμήμα προσφυγών είχε επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος ανακοπών του ΓΕΕΑ της 22ας Δεκεμβρίου 2005, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή την οποία άσκησε η Calvin Klein κατά της αιτήσεως της Zafra Marroquineros, SL (στο εξής: Zafra Marroquineros) για καταχώριση του λεκτικού σημείου CK CREACIONES KENNYA ως κοινοτικού σήματος.
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009. Εν προκειμένω, πάντως, η διαφορά εξακολουθεί να διέπεται από τον κανονισμό 40/94, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών.
3 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 όριζε τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώρηση:
[…]
β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
4 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώρηση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρηθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου κοινοτικού σήματος, τα σήμα αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η δε χρησιμοποίηση, χωρίς εύλογη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη».
5 Το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 προέβλεπε τα εξής:
«Ένα κοινοτικό σήμα κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:
[…]
β) εάν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης σήματος.»
Το ιστορικό της διαφοράς
6 Στις 7 Οκτωβρίου 2003, η Zafra Marroquineros υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «CK CREACIONES KENNYA» ως κοινοτικού σήματος.
7 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος εμπίπτουν στις κλάσεις 18 και 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας), και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:
– κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη από αυτά τα υλικά μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων· κιβώτια ταξιδίου και βαλίτσες· ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου· μαστίγια, ιπποσκευές και είδη σελλοποιίας»·
– κλάση 25: «Ενδύματα, υποδήματα και είδη πιλοποιίας».
8 Η ως άνω αίτηση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 23/2004, της 7ης Ιουνίου 2004.
9 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, η Calvin Klein άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος, βάσει του άρθρου 8, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, 2, στοιχείο γ΄, και 5, του κανονισμού 40/94.
10 Η ανακοπή στηριζόταν σε δικαίωμα επί των ακόλουθων προγενέστερων σημάτων:
– του υπ’ αριθ. 66172 κοινοτικού σήματος, καταχωρισμένου για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 3, 4, 8, 9, 14, 16, 18, 20, 21, 24, 25, 26, 27, 35 και 42, και απεικονιζόμενου κατωτέρω:
– του υπ’ αριθ. 2023213 ισπανικού σήματος, καταχωρισμένου για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 18, και απεικονιζόμενου κατωτέρω:
– του υπ’ αριθ. 2028104 ισπανικού σήματος, καταχωρισμένου για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 25, και απεικονιζόμενου κατωτέρω:
11 Η ανακοπή στηριζόταν στο σύνολο των προϊόντων και υπηρεσιών που κάλυπταν τα προγενέστερα σήματα και στρεφόταν κατά του συνόλου των προϊόντων στα οποία αναφερόταν η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος.
12 Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2005, το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, για τον οικείο καταναλωτή, κίνδυνος συγχύσεως των επίμαχων σημάτων.
13 Στις 22 Φεβρουαρίου 2006, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
14 Με απόφαση της 29ης Μαρτίου 2007, το δεύτερο τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή. Κατά την εκτίμησή του, δεν υπήρχε επαρκής ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημείων για να διαπιστωθεί ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του οικείου κοινού.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Μαΐου 2007, η Calvin Klein άσκησε προσφυγή, ζητώντας, αφενός, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφετέρου, το Πρωτοδικείο να διατάξει το ΓΕΕΑ να απορρίψει την αίτηση καταχωρίσεως του οικείου σήματος. Προς στήριξη της προσφυγής της προέβαλε έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 40/94.
16 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
17 Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, πρώτον, με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται συνολικά, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τόσο τα περί ων πρόκειται σημεία όσο και τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες και λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν.
18 Δεύτερον, υπογράμμισε στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ο κίνδυνος συγχύσεως αυξάνει ανάλογα με την ένταση του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος. Έτσι, τα σήματα που έχουν έντονο διακριτικό χαρακτήρα, είτε εγγενώς είτε λόγω του ότι είναι γνωστά στην αγορά, απολαύουν ευρύτερης προστασίας σε σχέση με εκείνα των οποίων ο διακριτικός χαρακτήρας είναι ασθενέστερος.
19 Διαπίστωσε, επίσης, στη σκέψη 35 της ίδιας αποφάσεως ότι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν ότι τα επίδικα προϊόντα είναι πανομοιότυπα.
20 Όσον αφορά την ομοιότητα των συγκρουομένων σημείων, το Πρωτοδικείο τόνισε, με τη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Υπενθύμισε δε, με τη σκέψη 39 της εν λόγω αποφάσεως, ότι σύνθετο σήμα μπορεί να θεωρηθεί παρόμοιο με ένα άλλο σήμα, το οποίο είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με κάποιο από τα στοιχεία που απαρτίζουν το σύνθετο σήμα, μόνον όταν το στοιχείο αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σύνθετο σήμα. Η σύγκριση πρέπει να γίνεται, όπως υπογράμμισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 40 της αποφάσεώς του, εξετάζοντας τα επίμαχα σήματα, το καθένα στο σύνολό.
21 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι λέξεις «creaciones kennya» καταλαμβάνουν, λόγω του μεγέθους τους, θέση πολύ σημαντικότερη από αυτήν της ομάδας γραμμάτων «ck» και σχηματίζουν μία συντακτική και εννοιολογική ενότητα η οποία κυριαρχεί στο σύνολο του οικείου σήματος. Συγκεκριμένα, όπως διευκρίνισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 43 της αποφάσεώς του, το στοιχείο «creaciones kennya» σαφώς διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα για τα είδη ενδύσεως και τα αξεσουάρ μόδας των κλάσεων 18 και 25 του Διακανονισμού της Νίκαιας. Εξάλλου, ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι το οικείο κοινό συσχετίζει τη λέξη «kennya» με τη χώρα Κένυα, δεδομένης της διαφορετικής ορθογραφίας των δύο όρων. Το Πρωτοδικείο παρατήρησε ακολούθως, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «ck», το οποίο αντιστοιχεί στα δύο πρώτα γράμματα των λέξεων «creaciones» και «kennya», κατέχει δευτερεύουσα θέση σε σχέση με το στοιχείο «creaciones kennya».
22 Από τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο οικείος καταναλωτής θα συγκρατήσει κυρίως τις λέξεις «creaciones kennya», στις οποίες θα εστιάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την προσοχή του. Εν προκειμένω, το γεγονός και μόνον ότι η ομάδα γραμμάτων «ck» βρίσκεται στην αρχή του οικείου σήματος δεν αρκεί για να καταστήσει το στοιχείο αυτό κυρίαρχο στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το εν λόγω σήμα.
23 Όσον αφορά τυχόν ομοιότητα των σημείων από οπτικής απόψεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στις σκέψεις 46 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τα προγενέστερα σήματα αποτελούνται μόνον ή κυρίως από το στοιχείο «ck», το οποίο αναπαριστάται ως ιδιαίτερο γράφημα που προσδίδει στα σήματα αυτά έναν εγγενή διακριτικό χαρακτήρα. Πάντως, το γεγονός και μόνον ότι το μοναδικό ή κυρίαρχο εικονιστικό στοιχείο «ck» των προγενέστερων σημάτων είναι οπτικώς παρεμφερές με το στοιχείο «ck» του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υφίσταται, μεταξύ των επίμαχων σημάτων, οπτική ομοιότητα, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της συνολικής εντύπωσης που προκαλεί το σήμα CK CREACIONES KENNYA και, αφετέρου, της ιδιαίτερης γραφιστικής απεικονίσεως των προγενέστερων σημάτων, η οποία χαρακτηρίζεται από το μικρότερο μέγεθος των γραμμάτων και την κεντρική θέση του γράμματος «c» σε σχέση με το γράμμα «k». Κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, η προστασία που απορρέει από την καταχώριση λεκτικού σήματος αφορά τη λέξη, όπως δηλώνεται στην αίτηση με την οποία ζητήθηκε η καταχώριση, και όχι τις ιδιαίτερες γραφιστικές ή εικονιστικές πτυχές που ενδέχεται να λάβει αυτό το σήμα.
24 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ακολούθως, στις σκέψεις 49 και 50 της αποφάσεώς του, ότι τα επίμαχα σήματα δεν είναι παρόμοια ούτε από φωνητικής απόψεως. Συγκεκριμένα, τυχόν αναφορά στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση θα γινόταν είτε προφέροντας απλώς τις λέξεις «creaciones kennya» είτε ολόκληρη τη φράση «ck creaciones kennya». Θα ήταν μάλλον απίθανο να γίνει αναφορά στο σήμα αυτό προφέροντας μόνον την ομάδα γραμμάτων «ck».
25 Από τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν έσφαλε κρίνοντας ότι, από εννοιολογικής απόψεως, οι λέξεις «creaciones kennya», από τις οποίες προέρχεται η ομάδα γραμμάτων «ck», είναι εννοιολογικώς διαφορετικές από τα προγενέστερα σήματα. Ενώ η ομάδα γραμμάτων «ck» του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ανάγεται στις λέξεις «creaciones kennya», η ομάδα γραμμάτων «ck» που απαρτίζει τα προγενέστερα σήματα αποτελεί αναφορά στον φημισμένο σχεδιαστή και δημιουργό ειδών μόδας Calvin Klein.
26 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η έλλειψη ομοιότητας των συγκρουομένων σημείων οφείλεται στις διαφορές που διαπιστώθηκαν σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο.
27 Όσον αφορά τον κίνδυνο συγχύσεως, το Πρωτοδικείο εκτιμά, με τις σκέψεις 53 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, δεδομένου ότι τα επίμαχα σήματα δεν είναι παρόμοια. Το γεγονός ότι τα προϊόντα τα οποία προσδιορίζουν τα συγκρουόμενα σήματα είναι πανομοιότυπα ουδόλως μεταβάλλει την ως άνω εκτίμηση. Επιπλέον, καίτοι τα σήματα που διαθέτουν εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα λόγω της φήμης τους τυγχάνουν ευρύτερης προστασίας, εντούτοις η αναγνώριση, εν προκειμένω, της φήμης της οποίας ενδέχεται να χαίρουν τα προγενέστερα σήματα δεν θα αναιρούσε το συμπέρασμα ότι τα επίμαχα σήματα προκαλούν τόσο διαφορετική εντύπωση, στο σύνολό τους, ώστε θα ήταν αδύνατο να διαπιστωθεί ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
28 Ως προς το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το οικείο κοινό θα μπορούσε να αντιληφθεί το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως παράγωγο σήμα της Calvin Klein, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν απαντά, στα επίμαχα σήματα, κάποιο κοινό κυρίαρχο στοιχείο.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
29 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Calvin Klein ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να καταδικάσει το ΓΕΕΑ και τη Zafra Marroquineros στα δικαστικά έξοδα.
30 Το ΓΕΕΑ και η Zafra Marroquineros ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Calvin Klein στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
31 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως που αφορούν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 και, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος χωρίζεται κατ’ ουσία σε τρία σκέλη, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, όσον αφορά την υποχρέωση συνεκτιμήσεως όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
33 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αγνόησε το γεγονός ότι η Zafra Marroquineros χρησιμοποιούσε τα γράμματα «CK» και μεμονωμένα, όπως επίσης και με τονισμένα κεφαλαία γράμματα, συνοδευόμενα από τις λέξεις «CREACIONES KENNYA» με πολύ μικρή γραμματοσειρά, προκειμένου να αντιγράψει τα παγκοίνως γνωστά σήματα cK της Calvin Klein. Επομένως, από τη συμπεριφορά της Zafra Marroquineros μπορεί να συναχθεί ότι τα γράμματα «CK» συνιστούν το πλέον χαρακτηριστικό τμήμα του οικείου σήματος. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η Zafra Marroquineros ενήργησε, η ίδια, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη νομική της επιχειρηματολογία. Σύμφωνα, όμως, με μια γενική αρχή του δικαίου, απαγορεύεται οποιαδήποτε αντίφαση ανάμεσα στους ισχυρισμούς και στις πράξεις του αιτούντος δικαστική προστασία.
34 Το Πρωτοδικείο, αντιθέτως προς τα όσα επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου, δεν έλαβε υπόψη τη συμπεριφορά της Zafra Marroquineros για να προσδιορίσει ποιο είναι το πλέον σημαντικό και προεξέχον στοιχείο του οικείου σήματος. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία νομική εκτίμηση επί της συμπεριφοράς αυτής υπό το φως της νομολογίας η οποία απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά την αναιρεσείουσα, βάσει της ως άνω συμπεριφοράς της Zafra Marroquineros, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα γράμματα «CK» αποτελούν το πλέον χαρακτηριστικό τμήμα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση.
35 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, στο μέτρο που έκρινε, χωρίς να λάβει υπόψη τη συμπεριφορά της Zafra Marroquineros, ότι οι λέξεις «CREACIONES KENNYA» συνιστούν το προεξέχον τμήμα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση.
36 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τη σημασία των γραμμάτων «CK» και, κατόπιν τούτου, δεν ανέλυσε το ενδεχόμενο της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως λόγω της παρουσίας των γραμμάτων αυτών σε αμφότερα τα συγκρουόμενα σήματα. Ο εν λόγω κίνδυνος, μάλιστα, επιτείνεται εν προκειμένω λόγω τόσο της φήμης της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα όσο και της απόλυτης ταυτίσεως των προϊόντων που προσδιορίζουν τα συγκρουόμενα σήματα.
37 Συγκεκριμένα, είναι σύνηθες, στον χώρο της μόδας, οι δημιουργοί ενδυμάτων να προσδιορίζονται με τα γράμματα που σχηματίζουν τα αρχικά του ονοματεπώνυμού τους, οπότε, άπαξ και τα σήματα αποκτήσουν φήμη στον τομέα αυτόν, το κοινό τα αναγνωρίζει από τα δύο γράμματα, τόσο σε οπτικό όσο και σε φωνητικό επίπεδο. Συνεπώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, από νομικής απόψεως, συντρέχει κίνδυνος συγχύσεως των επίμαχων σημάτων, δεδομένου ότι τα γράμματα «CK» που απαντούν στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνιστούν για τον καταναλωτή ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο, στο μέτρο που τα γράμματα «CK» σημαίνουν Calvin Klein.
38 Το ΓΕΕΑ προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, καθόσον ζητείται, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην εκτίμησή του επί των πραγματικών περιστατικών. Δεδομένου ότι η αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά μόνο νομικά ζητήματα, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν είναι, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, υπό την έννοια αυτή, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
39 Κατά την άποψη του ΓΕΕΑ, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως προϋποθέτει, στην πραγματικότητα, τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς. Δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο σήμα είναι το λεκτικό σημείο «CK CREACIONES KENNYA», η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε δύο χωριστά σήματα, ήτοι μια συγκεκριμένη γραφιστική απεικόνιση του ως άνω λεκτικού σημείου. Εξάλλου, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων δεν θα μπορούσε να αφορά τα παραδείγματα στα οποία στηρίχθηκε η αναιρεσείουσα.
40 Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας περί πραγματικών περιστατικών που «προδήλως» στοιχειοθετούν αντιγραφή είναι επίσης απαράδεκτο στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον αντικείμενό της είναι να προσδιοριστεί αν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως των προγενέστερων σημάτων με ένα συγκεκριμένο και σαφώς προσδιοριζόμενο σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος. Τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να προβληθούν μόνο στο πλαίσιο διαφορών σχετικών είτε με ενδεχόμενη προσβολή του δικαιώματος επί του σήματος είτε με αθέμιτο ανταγωνισμό.
41 Η Zafra Marroquineros υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94.
42 Κατά την εξέταση της ενδεχόμενης ομοιότητας των συγκρουομένων σημάτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα σήματα στο σύνολό τους, όπως έχουν καταχωριστεί ή περιγράφονται στην αίτηση καταχωρίσεως, οι δε πιθανοί τρόποι χρησιμοποιήσεώς τους στο μέλλον δεν ασκούν συναφώς επιρροή. Επιπλέον, η δήθεν πρόθεση της Zafra Marroquineros να αντιγράψει τα προγενέστερα σήματα της αναιρεσείουσας, πέραν του ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε, είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως δύο σημάτων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής από τον δικαιούχο προγενέστερου σήματος, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος απορρίπτεται αν, λόγω του ότι το σήμα είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το προγενέστερο σήμα και οι υπηρεσίες ή τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα δύο αυτά σήματα είναι επίσης πανομοιότυπα ή παρόμοια, υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση στο κοινό της εδαφικής περιοχής εντός της οποίας το προγενέστερο σήμα τυγχάνει προστασίας. Κατά την ίδια διάταξη, ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
44 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη κινδύνου να προκληθεί σύγχυση στο κοινό πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22· της 22ας Ιουνίου 1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 18· της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-120/04, Medion, Συλλογή 2005, σ. I‑8551, σκέψη 27· της 12ης Ιουνίου 2007, C-334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker, Συλλογή 2007, σ. I‑4529, σκέψη 34, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-498/07 P, Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, Συλλογή 2009, σ. Ι-7371, σκέψη 46).
45 Όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών αντιλαμβάνεται τα σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως σύνολο και δεν προχωρά σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις SABEL, σκέψη 23· Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25· Medion, σκέψη 28· ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 35, και απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C-206/04 P, Mülhens κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. Ι-2717, σκέψη 19).
46 Πρέπει, συναφώς, να διευκρινιστεί ότι η τυχόν ομοιότητα των συγκρουομένων σημάτων πρέπει να εκτιμάται από τη σκοπιά του μέσου καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγενείς τους ιδιότητες, και όχι βάσει περιστάσεων σχετικών με τη συμπεριφορά της αιτούσας την καταχώριση κοινοτικού σήματος.
47 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που δεν έλαβε υπόψη, στην ανάλυσή του, τη φερόμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά της αιτούσας την καταχώριση σήματος. Πράγματι, μολονότι μια τέτοια συμπεριφορά συνιστά κατεξοχήν κρίσιμο παράγοντα στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αναιρέσεως, δεν πρόκειται, εντούτοις, για στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού αυτού.
48 Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι, ως προς το πρώτο σκέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος.
49 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, περί ενδεχόμενης παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να αφορά μόνο νομικά ζητήματα. Το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, καθώς και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Η εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, υπό την έννοια αυτή, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2002, σ. I‑7561, σκέψη 22· της 12ης Ιανουαρίου 2006, C-173/04 P, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΑΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑551, σκέψη 35, και της 26ης Μαρτίου 2009, C‑21/08 P, Sunplus Technology κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 31).
50 Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των ομοιοτήτων των συγκρουομένων σημείων γίνεται μια ανάλυση πραγματικών περιστατικών, η οποία υπό την επιφύλαξη της προαναφερθείσας περιπτώσεως παραμορφώσεως, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση επί των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων [βλ. αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1998, C‑8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑3175, σκέψη 72· της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 54· της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 108, καθώς και της 7ης Μαΐου 2009, C‑398/07 P, Waterford Wedgwood κατά Assembled Investments (Proprietary) και ΓΕΕΑ, σκέψη 41].
51 Διαπιστώνεται, πάντως, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει προσκομίσει στοιχεία που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, κρίνοντας με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η έλλειψη ομοιότητας των συγκρουομένων σημείων οφείλεται στις διαφορές τους σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο. Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η ως άνω παραμόρφωση απορρέει από την παράλειψη του Πρωτοδικείου να συνεκτιμήσει τη συμπεριφορά της Zafra Marroquineros δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 47 της παρούσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη τη συμπεριφορά αυτή στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του.
52 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι, ως προς το δεύτερο σκέλος του, απορριπτέος ως αβάσιμος.
53 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, πρέπει ευθύς εξαρχής να υπομνηστεί ότι, ελλείψει οποιασδήποτε ομοιότητας του προγενέστερου σήματος με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, ούτε η διασημότητα ή η φήμη του προγενέστερου σήματος ούτε το γεγονός ότι οι οικείες υπηρεσίες ή τα προϊόντα είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια αρκούν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως των συγκρουομένων σημάτων (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2004, C‑106/03 P, Vedial κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I‑9573, σκέψη 54· της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑234/06 P, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I‑7333, σκέψεις 50 και 51, και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑57/08 P, Gateway κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 55 και 56).
54 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι τα συγκρουόμενα σήματα δεν είναι παρόμοια. Πράγματι, το Πρωτοδικείο τόνισε με τη σκέψη 52 της αποφάσεώς του ότι η εξέταση των σημάτων αυτών από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως κατέδειξε ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα προγενέστερα σήματα κυριαρχεί το στοιχείο «ck», ενώ σε εκείνη που δημιουργεί το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση κυριαρχεί το στοιχείο «creaciones kennya», καταλήγοντας ότι από τις διαφορές που διαπιστώθηκαν σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο προκύπτει η έλλειψη ομοιότητας μεταξύ των συγκρουομένων σημείων.
55 Για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα, το Πρωτοδικείο πραγματοποίησε με τις σκέψεις 41 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μια ανάλυση που εντάσσεται στο πλαίσιο, αφενός, του προσδιορισμού της συνολικής εντυπώσεως την οποία προκαλούν τα συγκρουόμενα σήματα και, αφετέρου, της σφαιρικής εκτιμήσεως του ζητήματος της ενδεχόμενης ομοιότητάς τους. Συγκεκριμένα, προχώρησε, με τις σκέψεις 42 έως 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε λεπτομερή ανάλυση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση στο σύνολό του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται ο μέσος καταναλωτής. Ακολούθησε, στις σκέψεις 46 έως 51 της αποφάσεώς του, η εξέταση των ενδεχόμενων ομοιοτήτων των συγκρουομένων σημάτων σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο.
56 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς τη διαπίστωση που, εκ πρώτης όψεως, περιέχει η σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν απαιτείται για να θεωρηθούν παρόμοια δύο σήματα να είναι το κοινό τους στοιχείο το κυρίαρχο στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ενδεχόμενης ομοιότητας δύο σημάτων πρέπει τα σήματα αυτά να εξετάζονται στο σύνολό τους, χωρίς όμως να αποκλείεται το ενδεχόμενο, στη συνολική εντύπωση την οποία δημιουργεί κάποιο σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού, να κυριαρχούν, υπό ορισμένες συνθήκες, ένα ή περισσότερα από τα επιμέρους στοιχεία που απαρτίζουν το σήμα αυτό. Εντούτοις, το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα επιμέρους στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψεις 41 και 42· απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 42 και 43, και προαναφερθείσα απόφαση Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, σκέψη 62). Επομένως, αρκεί συναφώς το ως άνω κοινό στοιχείο να μην είναι αμελητέο.
57 Είναι, ωστόσο, σαφές ότι το Πρωτοδικείο αφενός τόνισε ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση κυριαρχεί το στοιχείο «creaciones kennya», όπου ο καταναλωτής θα εστιάσει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή του, και αφετέρου επισήμανε με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τα γράμματα «ck» κατέχουν δευτερεύουσα θέση σε σχέση με το ως άνω στοιχείο, συμπέρασμα το οποίο ισοδυναμεί, κατ’ ουσία, με τη διαπίστωση ότι το στοιχείο «ck», με τον τρόπο που απαντά στο εν λόγω σήμα, είναι αμελητέο.
58 Κατά συνέπεια, έχοντας αποκλείσει, βάσει μιας ορθώς πραγματοποιηθείσας αναλύσεως, το ενδεχόμενο να υφίσταται οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε με τις σκέψεις 53 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν συντρέχει κίνδυνος συγχύσεως των δύο αυτών σημάτων, ανεξαρτήτως τόσο της φήμης των προγενέστερων σημάτων όσο και του γεγονότος ότι τα συγκρουόμενα σήματα προσδιορίζουν πανομοιότυπα προϊόντα.
59 Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος είναι, ως προς το τρίτο σκέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν τήρησε το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, καθόσον παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα της φήμης των προγενέστερων σημάτων στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής.
62 Το Πρωτοδικείο έσφαλε διαπιστώνοντας στη σκέψη 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως, σχετικό με παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, τη στιγμή που το δικόγραφο της προσφυγής αναφερόταν ρητώς και σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού.
63 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε ότι, εφόσον τα συγκρουόμενα σήματα δεν είναι παρόμοια, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της φήμης των προγενέστερων σημάτων. Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το γεγονός ότι το προγενέστερο σήμα cK της Calvin Klein είναι παγκοίνως γνωστό έπρεπε να ληφθεί υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί αν έχρηζε ευρύτερης προστασίας. Κατά την άποψή της, η φήμη του προγενέστερου σήματος πρέπει να εξετάζεται κατά την εκτίμηση της ομοιότητας των συγκρουομένων σημάτων, και όχι αφού έχει διαπιστωθεί ότι υφίσταται πράγματι ομοιότητα.
64 Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αν τα παγκοίνως γνωστά σήματα «cK» προστατεύονταν μόνο σε περίπτωση που τα γράμματα cK χρησιμοποιούνταν από τρίτο με την ίδια ακριβώς γραφιστική απεικόνιση, τούτο θα σήμαινε ότι το φημισμένο σήμα CK θα ετύγχανε, στην πράξη, μεγαλύτερης προστασίας αν δεν ήταν παγκοίνως γνωστό. Το γεγονός ότι τα σήματα cK, καθώς και άλλες διακριτές γραφιστικές αναπαραστάσεις των εν λόγω γραμμάτων, είναι παγκοίνως γνωστά σημαίνει ότι πρέπει να παρέχεται προστασία από τη χρησιμοποίηση των γραμμάτων «CK» στον χώρο της μόδας, καθόσον, στον τομέα αυτόν, τα συγκεκριμένα γράμματα ταυτίζονται με το όνομα Calvin Klein, με συνέπεια η χρησιμοποίησή τους από τρίτο να συνεπάγεται κίνδυνο συγχύσεως λόγω συνειρμικής συσχετίσεως.
65 Το ΓΕΕΑ αντιτείνει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς αποφάνθηκε επί του ζητήματος της φήμης του προγενέστερου σήματος. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που τα επίδικα σημεία δεν μπορούν να θεωρηθούν παρόμοια, το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 δεν έχει εφαρμογή.
66 Η Zafra Marroquineros ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει μνεία της φήμης της οποίας χαίρουν τα προγενέστερα σήματα. Το Πρωτοδικείο, αφού αναγνώρισε ότι το εικονιστικό στοιχείο «CK» του προγενέστερου σήματος είναι φημισμένο, κατέληξε ότι τούτο ουδαμώς αναιρεί το συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει, στην πράξη, κίνδυνος συγχύσεως των επίμαχων σημάτων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
67 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Calvin Klein προσάπτει κατ’ ουσία στο Πρωτοδικείο ότι κακώς περιόρισε την ανάλυσή του στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, χωρίς να εξετάσει την επιχειρηματολογία της σχετικά με την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη τη διασημότητα και τη φήμη των προγενέστερων σημάτων στο πλαίσιο της εκτιμήσεως, της οποίας την πραγματοποίηση επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.
68 Πρέπει να υπομνηστεί συναφώς ότι, για να μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, τα συγκρουόμενα σήματα πρέπει, κατ’ ανάγκην, να είναι είτε πανομοιότυπα είτε παρόμοια. Συνεπώς, είναι πρόδηλον ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, στις οποίες το Πρωτοδικείο αποκλείει οποιαδήποτε ομοιότητα των συγκρουομένων σημάτων.
69 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ και η Zafra Marroquineros υπέβαλαν σχετικό αίτημα και η Calvin Klein ηττήθηκε, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Calvin Klein Trademark Trust στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy