Υπόθεση C-296/09
Vlaamse Gemeenschap
κατά
Maurits Baesen
[αίτηση του Cour de cassation (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄ – Έννοια των όρων “οι προς τους δημοσίους υπαλλήλους εξομοιούμενοι” – Σύμβαση εργασίας συναφθείσα με δημόσια αρχή»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Εφαρμοστέα νομοθεσία
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1390/81, άρθρο 13 § 2, στοιχείο δ΄)
Η έννοια που πρέπει να αποδοθεί στους όρους «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1390/81, προσδιορίζεται αποκλειστικώς βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η εργοδότρια διοικητική υπηρεσία. Πρόσωπο το οποίο υπάγεται, σε ορισμένο κράτος μέλος, εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων και εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών μπορεί να θεωρηθεί, συνεπώς, ότι εμπίπτει, κατά τις επιταγές του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού, μόνο στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που το απασχολεί.
(βλ. σκέψη 31 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄ – Έννοια του όρου “εξομοιούμενοι” προς τους δημοσίους υπαλλήλους – Σύμβαση εργασίας συναφθείσα με δημόσια αρχή»
Στην υπόθεση C‑296/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Βέλγιο) με απόφαση της 25ης Μαΐου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιουλίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Vlaamse Gemeenschap
κατά
Maurits Baesen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), L. Bay Larsen, C. Toader και A. Prechal, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Vlaamse Gemeenschap, εκπροσωπούμενη από τον W. van Eeckhoutte, advocaat,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Van den Broeck,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και V. Kreuschitz,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της έννοιας «δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι», του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ L 149, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981 (ΕΕ L 143, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Baesen και της Vlaamse Gemeenschap (Φλαμανδικής Κοινότητας), με αντικείμενο αίτημα καταβολής αποζημιώσεως για αχρεωστήτως καταβληθείσες στο Βέλγιο εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ενώσεως
3 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους και για το εξομοιούμενο προς αυτούς, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία, προσωπικό κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στην νομοθεσία Κράτους μέλους, επί της οποίας έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός.»
4 Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής καθ’ ύλη», έχει ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητος·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητος βιοπορισμού·
γ) παροχές γήρατος·
δ) παροχές επιζώντων·
ε) παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·
στ) επιδόματα λόγω θανάτου·
ζ) παροχές ανεργίας·
η) οικογενειακές παροχές.
[…]
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει […] ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.»
5 Το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Γενικοί κανόνες», προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.
2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:
α) το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·
[…]
δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του Κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί·
[…]».
Η εθνική νομοθεσία
6 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 για την αναθεώρηση του νομοθετικού διατάγματος της 28ης Δεκεμβρίου 1944, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή στους εργαζομένους και εργοδότες που συνδέονται με σύμβαση εργασίας.
7 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 2, του εν λόγω νόμου, με βασιλικό διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου και μετά από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να περιοριστεί η εφαρμογή του νόμου αυτού για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων σε μία ή περισσότερες από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 5 του νόμου αυτού ρυθμίσεις.
8 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 28ης Νοεμβρίου 1969 περί εφαρμογής του νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 ορίζει ότι, όσον αφορά τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν υπηρεσία στο κράτος, στις επαρχίες και στους υπαγόμενους στις επαρχίες οργανισμούς δυνάμει συμβάσεως εργασίας, η εφαρμογή του νόμου περιορίζεται στις ρυθμίσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού, ήτοι τη ρύθμιση περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθένειας και αναπηρίας, την αφορώσα μισθωτούς ρύθμιση περί συντάξεων γήρατος και επιζώντων και την αφορώσα μισθωτούς ρύθμιση περί απασχολήσεως και ανεργίας.
9 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 3, του νόμου της 3ης Ιουλίου 1967 περί αποζημιώσεως συνεπεία εργατικών ατυχημάτων, ατυχημάτων καθ’ οδόν προς και από την εργασία και συνεπεία επαγγελματικών ασθενειών στον δημόσιο τομέα, η θεσπιζόμενη με τον νόμο αυτόν ρύθμιση έχει εφαρμογή στα μόνιμα, δόκιμα, προσωρινά και βοηθητικά μέλη του προσωπικού και στο προσληφθέν βάσει συμβάσεως εργασίας προσωπικό των διοικητικών και λοιπών υπηρεσιών των κυβερνήσεων των κοινοτήτων και των περιφερειών.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Ο M. Baesen, Βέλγος υπήκοος, προσελήφθη στη Φλαμανδική Κοινότητα το 1988 ως επιθεωρητής επενδύσεων, με σύμβαση εργασίας, αρχικώς ορισμένου και ακολούθως αορίστου χρόνου, ασκούσε δε την επαγγελματική δραστηριότητά του στη Στοκχόλμη (Σουηδία).
11 Στις 7 Οκτωβρίου 1996, η Φλαμανδική Κοινότητα κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε αποζημίωση απολύσεως ίση με τις αποδοχές δώδεκα μηνών. Ο M. Baesen άσκησε προσφυγή ενώπιον του tribunal de travail (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) των Βρυξελλών προκειμένου να του καταβληθεί συμπληρωματική αποζημίωση απολύσεως και αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απολύσεως. Στο πλαίσιο της δίκης που ακολούθησε, μεταξύ άλλων, κατ’ έφεση ενώπιον του cour du travail των Βρυξελλών, ζήτησε επίσης να του καταβληθεί το ποσό των 19 874,74 ευρώ ως αποζημίωση για τις αχρεωστήτως καταβληθείσες, κατά τη γνώμη του, εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο.
12 Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί. Κατά τον M. Baesen, στην περίπτωσή του έχουν εφαρμογή οι γενικοί κανόνες του κανονισμού 1408/71 διότι με τη Φλαμανδική Κοινότητα συνδεόταν ως «μισθωτός» και όχι ως «δημόσιος υπάλληλος». Ως εκ τούτου, υπαγόταν στο σουηδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, με αποτέλεσμα να μην οφείλει να καταβάλλει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο.
13 Το cour du travail των Βρυξελλών έκρινε, κατ’ έφεση, αδικαιολόγητες τις παρακρατήσεις που έγιναν από τις αποδοχές του M. Baesen στο Βέλγιο. Το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε ότι ο M. Baesen υπαγόταν στο σουηδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
14 Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι ο M. Baesen συνδεόταν με τη Φλαμανδική Κοινότητα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, ως εκ τούτου, είχε την ιδιότητα του μισθωτού, ο οποίος δεν τυγχάνει της μονιμότητας που χαρακτηρίζει τους δημοσίους υπαλλήλους και ότι, δυνάμει του καθεστώτος που διέπει τους συμβασιούχους, είχε μεν αρμοδιότητες λειτουργικής αλλά όχι και ιεραρχικής φύσεως, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι.
15 Στηριζόμενοι στις ανωτέρω εκτιμήσεις, οι δικαστές στην κατ’ έφεση δίκη αποφάνθηκαν ότι ο εφεσίβλητος είχε την ιδιότητα του μισθωτού και όχι του «εξομοιουμένου» προς δημόσιο υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, με αποτέλεσμα να υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του τόπου εργασίας του, ήτοι του Βασιλείου της Σουηδίας, και, ως εκ τούτου, να έχουν παρακρατηθεί αχρεωστήτως από τις αποδοχές του εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο.
16 Η Φλαμανδική Κοινότητα άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του cour du travail των Βρυξελλών. Υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι το δικαστήριο αυτό είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, αφενός, ότι ο M. Baesen δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξομοιούμενος προς δημόσιο υπάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71 και, αφετέρου, ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού, ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέο το σουηδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
17 Στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης, το Cour de cassation αποφάνθηκε ότι από τις οικείες διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως προέκυπτε ότι το επί συμβάσει προσωπικό του δημοσίου τομέα που απασχολείται από τη Φλαμανδική Κοινότητα υπάγεται εν μέρει στη γενική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών (όσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση κατά ασθένειας και αναπηρίας, τις συντάξεις γήρατος και επιζώντων και τη ρύθμιση περί απασχολήσεως και ανεργίας) και εν μέρει σε ειδική ρύθμιση που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους (όσον αφορά τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες, τα οικογενειακά επιδόματα και τις ετήσιες άδειες).
18 Το Cour de cassation εκτιμά ότι πρέπει να εξετασθεί αν οι όροι «δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71 παραπέμπουν στην έννοια που τους αποδίδεται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος. Επιπροσθέτως, το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινισθεί αν πρέπει να θεωρηθεί ως εξομοιούμενο προς δημόσιο υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του M. Baesen ο οποίος, ως προς ορισμένους τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως υπάγεται στη γενική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών ενώ ως προς άλλους τομείς υπάγεται σε ειδική ρύθμιση που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους.
19 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει, κατά την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, οι όροι “δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι” να ερμηνεύονται βάσει του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, στο οποίο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος απασχολείται βάσει συμβάσεως εργασίας σε εργοδότη του δημόσιου τομέα και βάσει του εθνικού συστήματος που αφορά ορισμένους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού [1408/71], εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, ενώ όσον αφορά τους κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του κανονισμού [αυτού] κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ειδικής ρυθμίσεως που ισχύει για δημοσίους υπαλλήλους, να θεωρηθεί ως εξoμοιούμενος προς δημόσιο υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
20 Τα δύο υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού, καθόσον αμφότερα σκοπούν στον προσδιορισμό της έννοιας των όρων «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71.
21 Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινισθεί, αφενός, αν η έννοια των όρων «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να προσδιορισθεί αποκλειστικώς βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η εργοδότρια διοικητική υπηρεσία και, αφετέρου, αν πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του αναιρεσιβλήτου στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο οποίος υπάγεται, σε ορισμένο κράτος μέλος, εν μέρει στη ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων και εν μέρει στη ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, μπορεί να θεωρηθεί, συνεπώς, ότι εμπίπτει, κατά τις επιταγές του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού, μόνο στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που τον απασχολεί.
22 Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 1408/71 θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 42 ΕΚ, το οποίο προβλέπει τον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι την εναρμόνισή τους. Οι ουσιαστικής και διαδικαστικής φύσεως διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, των δικαιωμάτων των εργαζομένων σ’ αυτά, δεν επηρεάζονται από τη διάταξη αυτή (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 20· της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-340/94, de Jaeck, Συλλογή 1997, σ. I-461, σκέψη 18, και της 16ης Ιουλίου 2009, C-208/07, von Chamier-Glisczinski, Συλλογή 2009, σ. I-6095, σκέψη 84).
23 Ο κανονισμός αυτός, όσον αφορά τον προσδιορισμό των ατόμων που μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις περί συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες προβλέπει, αφορά τα άτομα τα οποία υπάγονται στα ως άνω συστήματα (προπαρατεθείσα απόφαση de Jaeck, σκέψη 19).
24 Εξάλλου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, ως προς την έννοια των όρων «μισθωτός» και «μη μισθωτός», οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ότι παραπέμπουν στους ορισμούς τους οποίους δίδουν οι ισχύουσες στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίες των κρατών μελών και είναι ανεξάρτητοι από τη φύση της ασκούμενης δραστηριότητας βάσει του εργατικού δικαίου (προπαρατεθείσα απόφαση de Jaeck, σκέψη 19).
25 Η λογική θεώρηση του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και του συστήματος άρσεως των συγκρούσεων μεταξύ των νομοθεσιών το οποίο αυτός προβλέπει επιτάσσει την ίδια λογική θεώρηση κατά την ερμηνεία των όρων «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού, και τον προσδιορισμό των όρων αυτών σύμφωνα με την έννοια που τους αποδίδεται στο εθνικό δίκαιο για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών. Μια τέτοια ερμηνεία συνάδει προς το γενικό πνεύμα του κανονισμού 1408/71 που συνίσταται στον συντονισμό και όχι στην εναρμόνιση.
26 Όσον αφορά, ειδικότερα, την περίπτωση του M. Baesen ο οποίος, κατά τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, υπάγεται, ως προς ορισμένους τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως, στη γενική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, ενώ, ως προς άλλους, υπάγεται σε ειδική ρύθμιση που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εξομοιούμενο προς δημόσιο υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71.
27 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, ο κανονισμός αυτός ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους και το εξομοιούμενο προς αυτούς, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία, προσωπικό κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία κράτους μέλους, επί της οποίας έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός.
28 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός ενός προσώπου ως «δημοσίου υπαλλήλου» ή «εξομοιουμένου προς δημόσιο υπάλληλο προσώπου» συνδέεται αποκλειστικώς με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που το απασχολεί και ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει την έκταση της κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να παρέχει στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων.
29 Όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, και ειδικότερα των άρθρων 2, παράγραφος 3, και 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, πρέπει, συνεπώς, ως «δημόσιοι υπάλληλοι» και «προς αυτούς εξομοιούμενοι» να νοούνται τα πρόσωπα που θεωρούνται ότι έχουν την ιδιότητα αυτή βάσει του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που τα απασχολεί.
30 Ως εκ τούτου, πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του M. Baesen δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, για τον λόγο και μόνον ότι υπάγεται μόνον εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που το απασχολεί.
31 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια που πρέπει να αποδοθεί στους όρους «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι», του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1408/71, προσδιορίζεται αποκλειστικώς βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η εργοδότρια διοικητική υπηρεσία και ότι πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του αναιρεσιβλήτου στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο οποίος υπάγεται, σε ορισμένο κράτος μέλος, εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων και εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, μπορεί να θεωρηθεί, συνεπώς, ότι εμπίπτει, κατά τις επιταγές του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού, μόνο στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που το απασχολεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η έννοια που πρέπει να αποδοθεί στους όρους «δημόσιοι υπάλληλοι» και «οι προς αυτούς εξομοιούμενοι» του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, προσδιορίζεται αποκλειστικώς βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η εργοδότρια διοικητική υπηρεσία και πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του αναιρεσιβλήτου στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο οποίος υπάγεται, σε ορισμένο κράτος μέλος, εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων και εν μέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, μπορεί να θεωρηθεί, συνεπώς, ότι εμπίπτει, κατά τις επιταγές του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού, μόνο στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που το απασχολεί.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy