Υπόθεση C-305/09
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατικές ενισχύσεις – Φορολογικά κίνητρα υπέρ επιχειρήσεων που μετέχουν σε εμπορικές εκθέσεις στην αλλοδαπή – Ανάκτηση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως – Υποχρέωση – Καθήκον άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής
(Άρθρα 88 § 2 ΕΚ και 249 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Μη τήρηση της υποχρεώσεως ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων – Αμυντικοί ισχυρισμοί – Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως
(Άρθρα 10 ΕΚ, 88 § 2 ΕΚ και 249 ΕΚ)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως – Εφαρμογή του εθνικού δικαίου – Προϋποθέσεις και όρια – Υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων
(Κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3)
1. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως η οποία το υποχρεώνει να αναζητήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και να ανακτήσει στην πράξη τα οφειλόμενα ποσά. Δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της Συνθήκης ούτε τυχόν καθυστερημένη ανάκτηση, κατόπιν της λήξεως της ταχθείσας προθεσμίας, ούτε νομοθετικά μέτρα τα οποία έχουν μεν ως σκοπό να διασφαλίσουν την εκτέλεση, από τα εθνικά δικαστήρια, της αποφάσεως της Επιτροπής που υποχρεώνει το κράτος μέλος να ανακτήσει μια παράνομη ενίσχυση, πλην όμως είτε δεν λαμβάνονται εγκαίρως είτε αποδεικνύονται αναποτελεσματικά.
Είναι πρόδηλο ότι συντρέχει περίπτωση παραβάσεως τόσο της υποχρεώσεως αποτελεσματικής ανακτήσεως των οφειλομένων ποσών όσο και του καθήκοντος άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής όταν, ακόμη και μετά τη λήξη όλων των προθεσμιών που τάχθηκαν από αυτή, το κράτος μέλος εξακολουθεί να μην έχει ανακτήσει τμήμα των παράνομων ενισχύσεων. Η ως άνω διαπίστωση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι περίπου το 90 % του κεφαλαίου των παράνομων ενισχύσεων είχε ανακτηθεί μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση
(βλ. σκέψεις 26-27, 29-30, 40)
2. Ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός που μπορεί να προβληθεί από κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι ο ισχυρισμός περί απόλυτης αδυναμίας του να εκτελέσει ορθώς την επίμαχη απόφαση. Η προϋπόθεση της απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται όταν το καθού κράτος μέλος απλώς και μόνο γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής ή πρακτικής φύσεως που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της αποφάσεως, χωρίς ούτε να αναλάβει οποιαδήποτε πραγματική πρωτοβουλία προς ανάκτηση των ενισχύσεων από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ούτε να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως, οι οποίοι θα καθιστούσαν δυνατή την υπερνίκηση των δυσκολιών.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος εκτίμησε ότι ήταν αναγκαίο να ελέγξει την ατομική κατάσταση καθεμίας από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, ως προκριματική εξέταση για τον προσδιορισμό των προσώπων που είναι δικαιούχοι των πλεονεκτημάτων στα οποία αναφέρεται η απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
Κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων, αντιμετωπίζει δυσκολίες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ένωσης αμοιβαία καθήκοντα ειλικρινούς συνεργασίας, έκφραση του οποίου αποτελεί ιδίως το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργαστούν καλόπιστα για να υπερβούν τις δυσχέρειες, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης, προπάντων εκείνες που αφορούν τις ενισχύσεις.
(βλ. σκέψεις 32-34, 37)
3. Μολονότι ο έλεγχος, από τον εθνικό δικαστή, της τυπικής νομιμότητας μιας εθνικής πράξεως που αφορά την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως φυσική απόρροια της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ως γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης, εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση μιας παράνομης ενισχύσεως και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση αυτή. Συγκεκριμένα, η ακύρωση εθνικής πράξεως που αφορά την εφαρμογή αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διατάχθηκε η ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται, στο μέτρο που παρακωλύει την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, με τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 46-47)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 5ης Μαΐου 2011 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατικές ενισχύσεις – Φορολογικά κίνητρα υπέρ επιχειρήσεων που μετέχουν σε εμπορικές εκθέσεις στην αλλοδαπή – Ανάκτηση»
Στην υπόθεση C‑305/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 30 Ιουλίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Flynn και V. Di Bucci, καθώς και από την E. Righini, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τους D. Del Gaizo και P. Gentili, avvocati dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, M. Ilešič, M. Safjan (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2010,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Mε το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για την κατάργηση του καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο κρίθηκε παράνομο και ασύμβατο προς την κοινή αγορά με την απόφαση 2005/919/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με άμεσα φορολογικά κίνητρα σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε εμπορικές εκθέσεις στο εξωτερικό (ΕΕ 2005, L 335, σ. 39), και για την ανάκτηση από τους δικαιούχους των ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν βάσει του εν λόγω καθεστώτος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και από τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 4 της αποφάσεως αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1), έχει ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».
3 Το άρθρο 14 του κανονισμού 659/1999, το οποίο τιτλοφορείται «Ανάκτηση της ενίσχυσης», προβλέπει τα εξής:
«1. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο (εφεξής αποκαλούμενη “απόφαση ανάκτησης”). Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
2. Το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί δυνάμει απόφασης ανάκτησης περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, υπολογιζόμενους με το δέον επιτόκιο που ορίζει η Επιτροπή. Οι τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της.
3. Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου [242 ΕΚ], η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.»
4 Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο [88, παράγραφος 2, ΕΚ].»
Ιστορικό της διαφοράς
5 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 2005/919 έχει ως εξής:
«Η Ιταλία θέσπισε το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 269, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, με τίτλο “Disposizioni urgenti per favorire lo sviluppo e la correzione dell’andamento dei conti pubblici” (Επείγουσες διατάξεις για την ανάπτυξη και τη διόρθωση της εξέλιξης των δημοσίων οικονομικών) [στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 269/2003], που δημοσιεύθηκε στην [GURI] αριθ. 229, της 2ας Οκτωβρίου 2003. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, [το οποίο] προβλέπει ειδικά φορολογικά κίνητρα για προϊόντα που εκτίθενται σε εκθέσεις στο εξωτερικό, […] στη συνέχεια μετατράπηκε, χωρίς τροποποιήσεις, στον νόμο αριθ. 326, της 24ης Νοεμβρίου 2003, που δημοσιεύθηκε στην [GURI] αριθ. 274, της 25ης Νοεμβρίου 2003.»
6 Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το επίμαχο καθεστώς προέβλεπε ότι, για τις επιχειρήσεις οι οποίες υπέκειντο σε φόρο εισοδήματος στην Ιταλία και ασκούσαν δραστηριότητες στις 2 Οκτωβρίου 2003, τα έξοδά τους που σχετίζονταν άμεσα με τη συμμετοχή σε εμπορικές εκθέσεις στην αλλοδαπή μπορούσαν να εκπέσουν από το φορολογητέο εισόδημα. Η έκπτωση αυτή επηρέαζε, όσον αφορά τις επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος δραστηριοτήτων συνέπιπτε με το ημερολογιακό έτος, τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους για το 2004.
7 Κατόπιν της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας εκ μέρους της Επιτροπής, οι ιταλικές αρχές ειδοποίησαν δημοσίως τους εν δυνάμει δικαιούχους των χορηγούμενων στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων σχετικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της κηρύξεώς του ασύμβατου προς την κοινή αγορά. Η Επιτροπή εκτίμησε, αφού διαπίστωσε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων ήταν πράγματι ασύμβατο, ότι έπρεπε να ανακτηθούν από τους δικαιούχους οι ενισχύσεις οι οποίες είχαν ήδη χορηγηθεί.
8 Συγκεκριμένα, τα άρθρα 1 έως 4 της αποφάσεως 2005/919 όριζαν τα εξής:
«Άρθρο 1
Το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν υπό μορφή φορολογικών κινήτρων σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε εκθέσεις στο εξωτερικό, που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του νομοθετικού διατάγματος 269/2003, το οποίο η Ιταλία εφάρμοσε παράνομα κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΚ είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.
Η Ιταλία καταργεί το καθεστώς ενισχύσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
Άρθρο 2
1. Η Ιταλία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ανακτήσει από τους δικαιούχους τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 και οι οποίες χορηγήθηκαν παράνομα.
Η ανάκτηση εκτελείται χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.
2. Σε περίπτωση που η ενίσχυση έχει ήδη χορηγηθεί μέσω μείωσης των προκαταβολών φόρου που οφείλονται για το τρέχον οικονομικό έτος, η Ιταλία εισπράττει το συνολικό φόρο που οφείλεται με το αντιστάθμισμα που προβλέπεται για το 2004.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η Ιταλία ανακτά τον οφειλόμενο φόρο το αργότερο στο τέλος του πρώτου οικονομικού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης.
3. Οι προς ανάκτηση ενισχύσεις παράγουν τόκους οι οποίοι αρχίζουν από την ημερομηνία κατά την οποία οι ενισχύσεις τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής ανάκτησης και υπολογιζόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις [των άρθρων 9, 10 και 11] του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 […].
Άρθρο 3
Στο τέλος των δύο μηνών που υπολογίζονται από την ημερομηνία της γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης η Ιταλία ανακοινώνει στην Επιτροπή, μέσω του ερωτηματολογίου που επισυνάπτεται, τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή.
Εντός του ιδίου χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο η Ιταλία:
α) προειδοποιεί όλους τους δικαιούχους των ενισχύσεων του άρθρου 1 να επιστρέψουν τις παράνομες ενισχύσεις, προσαυξημένες με τους [τόκους]·
β) υποβάλλει όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την επιτευχθείσα κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των παρανόμων ενισχύσεων από τους δικαιούχους.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
9 Στις 17 Δεκεμβρίου 2005 κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία η απόφαση 2005/919.
10 Προς εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως, οι ιταλικές αρχές έλαβαν ορισμένα μέτρα και ενημέρωσαν σχετικώς την Επιτροπή. Στο πλαίσιο αυτό, ειδικότερα, η διαδικασία εκτελέσεως διεξήχθη ως εξής:
– οι ιταλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για την έκδοση του νόμου αριθ. 29, της 25ης Ιανουαρίου 2006 (GURI αριθ. 32, της 8ης Φεβρουαρίου 2006, στο εξής: νόμος 29/2006), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Φεβρουαρίου 2006 και προέβλεπε, συγκεκριμένα, τη διακοπή της εφαρμογής του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, καθώς και τις λεπτομέρειες σχετικά με τον εντοπισμό, τον προσδιορισμό και την ανάκτηση των ενισχύσεων που εισπράχθηκαν παρανόμως·
– η Agenzia delle Entrate υιοθέτησε κωδικούς εισπράξεως για την επιστροφή των ενισχύσεων, διαβίβασε στις τοπικές αρχές εγκυκλίους και πρακτικές οδηγίες για την ανάκτησή τους και, τέλος, έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα πληροφορικής που θα καθιστούσε δυνατή την παρακολούθηση της εξελίξεως της αναζητήσεώς τους·
– ο Ιταλός νομοθέτης επιχείρησε να επιλύσει διά της νομοθετικής οδού τα διαδικαστικά προβλήματα που θα συνεπαγόταν η αναστολή, με αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, της εκτελέσεως των διαταγών περί ανακτήσεως των οικείων ενισχύσεων, εκδίδοντας το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 59, της 8ης Απριλίου 2008 (GURI αριθ. 84, της 9ης Απριλίου 2008, σ. 3, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 59/2008), το οποίο μετατράπηκε σε νόμο με τον νόμο αριθ. 101, της 6ης Ιουνίου 2008 (GURI αριθ. 132, της 7ης Ιουνίου 2008, σ. 4).
11 Καθ’ όλη τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή επέμεινε στην άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως 2005/919. Επιπλέον, ζήτησε επανειλημμένως πληροφορίες και πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά τόσο με τους δικαιούχους των οικείων ενισχύσεων όσο και με τις λεπτομέρειες της θεσπίσεως κανονιστικών διατάξεων για την ανάκτησή τους. Οι ιταλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή, με αλλεπάλληλες επιστολές, για την κατάσταση και για τα μέτρα εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/919.
12 Η Επιτροπή επισήμανε στην Ιταλική Δημοκρατία ότι η δρομολογηθείσα διαδικασία ανακτήσεως των ενισχύσεων που κηρύχθηκαν παράνομες και ασύμβατες προς την κοινή αγορά δεν ήταν επαρκής. Ειδικότερα, με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι ιταλικές αρχές είχαν ανακτήσει λιγότερο από το 50 % των ενισχύσεων οι οποίες τεκμαίρονταν καταβληθείσες. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν είχε σημειωθεί πρόοδος στην ανάκτηση των ενισχύσεων αυτών παρά τα νομοθετικά μέτρα που ελήφθησαν, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως η οποία το υποχρεώνει να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
14 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η υποχρέωση ανακτήσεως συνιστά πραγματική υποχρέωση επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος. Επιπλέον, η ανάκτηση πρέπει να είναι όχι μόνον αποτελεσματική, αλλά και άμεση.
15 Όσον αφορά την ανάγκη εκδόσεως νόμου και των αντίστοιχων διοικητικών μέτρων εφαρμογής προς εκτέλεση της αποφάσεως 2005/919, η Επιτροπή τόνισε επανειλημμένως ότι η έκδοση νομοθετικής πράξεως δεν συνιστούσε το πλέον ενδεδειγμένο μέσο για την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.
16 Η Επιτροπή παρατηρεί στη συνέχεια ότι η Ιταλική Δημοκρατία θα μπορούσε να προβάλει εν προκειμένω ως μοναδικό αμυντικό ισχυρισμό τυχόν απόλυτη αδυναμία της να εκτελέσει ορθώς την απόφαση 2005/919. Οι ιταλικές αρχές, πάντως, ουδέποτε επικαλέστηκαν συναφώς τέτοια απόλυτη αδυναμία.
17 Εν πάση περιπτώσει, η προϋπόθεση της απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται όταν το καθού κράτος μέλος απλώς και μόνο γνωστοποιεί στην Επιτροπή, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής ή πρακτικής φύσεως που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της οικείας αποφάσεως.
18 Όσον αφορά τις αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων με τις οποίες διατάσσονται μέτρα αναστολής, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας ισχύει και για τα εθνικά δικαστήρια. Εξετάζοντας τυχόν αίτηση του δικαιούχου περί αναστολής εκτελέσεως του μέτρου ανακτήσεως, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να εφαρμόσει τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου, προς αποτροπή του ενδεχομένου να καταστεί η απόφαση περί ανακτήσεως άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, τα μέτρα αναστολής που διέταξαν τα εθνικά δικαστήρια δεν πληρούν τις απαιτήσεις οι οποίες απορρέουν από την ως άνω νομολογία.
19 Μολονότι, δυνάμει του προαναφερθέντος στη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως νομοθετικού διατάγματος 59/2008, σε περίπτωση αναστολής εκτελέσεως για λόγους που ανάγονται στον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως περί ανακτήσεως, ο εθνικός δικαστής οφείλει, καταρχήν, να παραπέμψει άμεσα το ζήτημα στο Δικαστήριο προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, εντούτοις, η Επιτροπή φρονεί ότι η εθνική αυτή ρύθμιση δεν έχει, προφανώς, επηρεάσει σημαντικά την δικονομική πρακτική την οποία ακολουθούν συναφώς τα εθνικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, τέσσερα και πλέον έτη μετά την έκδοση της αποφάσεως 2005/919, οι ιταλικές αρχές είχαν ανακτήσει μόλις το 65 %, περίπου, των ενισχύσεων για τις οποίες εκδόθηκε διαταγή πληρωμής.
20 Όσον αφορά, τέλος, την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που υπέχουν οι ιταλικές αρχές τόσο από το άρθρο 3 της αποφάσεως 2005/919 όσο και από το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν της κοινοποιήθηκε οποιοδήποτε στοιχείο σχετικό με την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων από τους 104 δικαιούχους, οι οποίοι δεν είχαν αρχικώς δικαίωμα να υπαχθούν στο επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων. Η κατάσταση αυτή συνιστά παράβαση της προαναφερθείσας υποχρεώσεως.
21 Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας για την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων, αλλά απαιτεί απλώς η εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών να καθιστά δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως 2005/919.
22 Οι ιταλικές αρχές έκριναν αναγκαία την έκδοση του νόμου 29/2006 ακριβώς προς εξασφάλιση της άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/919. Συγκεκριμένα, στην ιταλική έννομη τάξη, η νομοθετική ρύθμιση αποτελεί το πλέον ενδεδειγμένο μέσο προς ικανοποίηση των επιταγών που απορρέουν από την αρχή της αποτελεσματικότητας.
23 Η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει επίσης ότι οι εθνικές αρχές, στο πλαίσιο της εκτενούς αλληλογραφίας τους με την Επιτροπή, έκαναν λόγο ιδίως για τις δυσκολίες που συνδέονταν με την υποχρέωση, αφενός, υπολογισμού των οφειλομένων ποσών και, αφετέρου, αποκλεισμού από τη διαδικασία ανακτήσεως των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων σε σχέση με τις οποίες η ενίσχυση έπρεπε να θεωρηθεί συμβατή με την κοινή αγορά.
24 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής περί αναποτελεσματικότητας των διαδικασιών των εθνικών δικαστηρίων, η Ιταλική Δημοκρατία εφιστά την προσοχή στις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν συναφώς τόσο ο νομοθέτης όσο και οι εθνικές φορολογικές αρχές. Στο ίδιο πλαίσιο, το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι δεν ανέκτησε τις οικείες ενισχύσεις στις περιπτώσεις στις οποίες η ανάκτησή τους εξαρτάται από απόφαση του εθνικού δικαστή.
25 Ως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής περί παραβάσεως της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι η κατάσταση ορισμένων εν δυνάμει δικαιούχων των οικείων ενισχύσεων δεν ρυθμίζεται από τον νόμο 29/2006, αλλά εμπίπτει μάλλον στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί φοροαποφυγής. Επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος προσκόμισε συμπληρωματική κατάσταση, αφενός, εσόδων από τα εισπραχθέντα ποσά και, αφετέρου, εκκρεμών δικών με συναφές αντικείμενο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Κατά πάγια νομολογία, το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως η οποία το υποχρεώνει να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2006, σ. I‑10071, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 Η ανάκτηση, εκ μέρους τους κράτους μέλους, των οφειλομένων ποσών πρέπει να είναι αποτελεσματική (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 42, και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑304/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32). Οποιαδήποτε καθυστερημένη ανάκτηση, ήτοι κατόπιν της λήξεως της ταχθείσας προθεσμίας, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της Συνθήκης (βλ., προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 2005/919, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να ανακτήσει χωρίς καθυστέρηση τις οικείες ενισχύσεις από τους δικαιούχους. Ειδικότερα, βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση που η ενίσχυση είχε ήδη χορηγηθεί μέσω μείωσης των οφειλόμενων για το τρέχον φορολογικό έτος φόρων, το εν λόγω κράτος μέλος όφειλε να εισπράξει το συνολικό ποσόν του οφειλόμενου φόρου, πλέον τόκων, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης αναπροσαρμογής για την φορολογική περίοδο 2004. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο οφειλόμενος φόρος, πλέον τόκων, έπρεπε να ανακτηθεί το αργότερο στο τέλος της πρώτης φορολογικής περιόδου μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της ως άνω αποφάσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2004.
29 Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι αρκετά έτη μετά την κοινοποίηση στην Ιταλική Δημοκρατία της αποφάσεως 2005/919 και τη λήξη όλων των προθεσμιών που τάχθηκαν με αυτή το εν λόγω κράτος μέλος εξακολουθεί να μην έχει ανακτήσει σημαντικό τμήμα των παράνομων ενισχύσεων. Είναι πρόδηλο ότι μια τέτοια κατάσταση δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση αποτελεσματικής ανακτήσεως των οφειλομένων ποσών, την οποία υπέχει το εν λόγω κράτος μέλος, και συνιστά παράβαση του καθήκοντος άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/919.
30 Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, περίπου το 90 % του κεφαλαίου των παράνομων ενισχύσεων είχε ανακτηθεί μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι οι οικείες ενισχύσεις δεν είχαν ανακτηθεί στο ακέραιο κατά την ημερομηνία που ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.
31 Άλλωστε, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι οι ιταλικές αρχές τήρησαν τις προθεσμίες του άρθρου 2 της αποφάσεως 2005/919 για την ανάκτηση των παράνομων ενισχύσεων από τους δικαιούχους.
32 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία προς υπεράσπισή της, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός που μπορεί να προβάλει κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι ο ισχυρισμός περί απόλυτης αδυναμίας να εκτελέσει ορθώς την οικεία απόφαση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑177/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2007, σ. I‑7689, σκέψη 46, και της 13ης Νοεμβρίου 2008, C‑214/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2008, σ. I‑8357, σκέψη 44, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 35).
33 Η προϋπόθεση της απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται όταν το καθού κράτος μέλος απλώς και μόνο γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής ή πρακτικής φύσεως που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της αποφάσεως, χωρίς ούτε να αναλάβει οποιαδήποτε πραγματική πρωτοβουλία προς ανάκτηση των ενισχύσεων από τις οικείες επιχειρήσεις ούτε να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως, οι οποίοι θα καθιστούσαν δυνατή την υπερνίκηση των δυσκολιών (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑485/03 έως C-490/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2006, σ. I-11887, σκέψη 74, προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 46, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 36).
34 Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων, αντιμετωπίζει δυσκολίες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ένωσης αμοιβαία καθήκοντα ειλικρινούς συνεργασίας, έκφραση του οποίου αποτελεί ιδίως το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργαστούν καλόπιστα για να υπερνικήσουν τις δυσκολίες, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης, προπάντων εκείνες που αφορούν τις ενισχύσεις (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε, ούτε στις επαφές της με την Επιτροπή ούτε στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/919. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος ουδέποτε πρότεινε στην Επιτροπή τροποποιήσεις στην απόφαση 2005/919 προς υπερνίκηση των δυσκολιών που συνδέονταν με την αποτελεσματική και άμεση εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως.
36 Στην πραγματικότητα, η Ιταλική Κυβέρνηση απλώς και μόνο γνωστοποίησε, εν προκειμένω, στην Επιτροπή τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως.
37 Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ιταλικής Δημοκρατίας περί δυσκολιών που συνδέονταν με την υποχρέωση, αφενός, υπολογισμού των οφειλομένων ποσών και, αφετέρου, αποκλεισμού από τη διαδικασία ανακτήσεως των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων σε σχέση με τις οποίες η ενίσχυση έπρεπε να θεωρηθεί συμβατή με την κοινή αγορά. Το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος εκτίμησε ότι ήταν αναγκαίο να ελέγξει την ατομική κατάσταση καθεμίας από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, ως προκριματική εξέταση για τον προσδιορισμό των προσώπων που είναι δικαιούχοι των πλεονεκτημάτων στα οποία αναφέρεται η απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως αυτής (βλ. αποφάσεις της 1ης Απριλίου 2004, C-99/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2004, σ. I‑3353, σκέψη 23, και της 1ης Ιουνίου 2006, C‑207/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 46 και 50).
38 Είναι αληθές ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως των ενισχύσεων, ο Ιταλός νομοθέτης προέβη σε ένα σημαντικό διάβημα, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αυτής, εκδίδοντας, κατ’ αρχάς, τον νόμο 29/2006 και, ακολούθως, το νομοθετικό διάταγμα 59/2008. Ειδικότερα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο νόμος αυτός προέβλεπε τη διακοπή της εφαρμογής του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, καθώς και τις λεπτομέρειες για τον εντοπισμό, τον προσδιορισμό και την ανάκτηση των ενισχύσεων που εισπράχθηκαν παρανόμως. Προς επίσπευση δε της ρυθμίσεως των εκκρεμών διαφορών, το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα στόχευε στην επίλυση του διαδικαστικού προβλήματος το οποίο προκαλούσε η αναστολή, με αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, της εκτελέσεως των διαταγών περί ανακτήσεως των οικείων ενισχύσεων
39 Ωστόσο, παρά τα προαναφερθέντα στην ανωτέρω σκέψη μέτρα, δεν εξαλείφθηκε το πρόβλημα της καθυστερήσεως στην ανάκτηση των ενισχύσεων στις οποίες αναφέρεται η απόφαση 2005/919. Πράγματι, τα μέτρα αυτά τέθηκαν σε ισχύ μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάχθηκαν με την ως άνω απόφαση και η εφαρμογή τους αποδείχθηκε ατελέσφορη, δεδομένου ότι αρκετά έτη μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 2005/919, πριν ασκηθεί η υπό κρίση προσφυγή και ενώ όλες οι προβλεπόμενες με την εν λόγω απόφαση προθεσμίες είχαν εκπνεύσει, η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη ανακτήσει τμήμα των παράνομων ενισχύσεων.
40 Επισημαίνεται, όμως, ότι τα νομοθετικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την εκτέλεση, από τα εθνικά δικαστήρια, αποφάσεως της Επιτροπής η οποία υποχρεώνει κράτος μέλος να ανακτήσει μια παράνομη ενίσχυση, δεν ανταποκρίνονται, όταν δεν λαμβάνονται εγκαίρως ή όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, στις επιταγές που απορρέουν από την προπαρατεθείσα στις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας αποφάσεως νομολογία (προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 42).
41 Επιπλέον, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η κατάσταση ορισμένων από τους δικαιούχους των οικείων ενισχύσεων δεν διέπεται από τον νόμο 29/2006, αλλά εμπίπτει μάλλον στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί φοροαποφυγής, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υποχρέωση ανακτήσεως παράνομων ενισχύσεων.
42 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι είναι αλυσιτελές το επιχείρημα που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του νόμου 29/2006. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 1 της αποφάσεως 2005/919 όσο και από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων τέθηκε σε εφαρμογή, στην πράξη, με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του νομοθετικού διατάγματος 269/2003, το οποίο μετατράπηκε στη συνέχεια σε νόμο με τον νόμο 326/2003, της 24ης Νοεμβρίου 2003. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2005/919 επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία την υποχρέωση να ανακτήσει τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του νομοθετικού διατάγματος 269/2003. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα αν το πλεονέκτημα που παρασχέθηκε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ήταν σύμφωνο με την εθνική νομοθεσία ή αν, αντιθέτως, συνέτρεχε περίπτωση φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς την υποχρέωση του εν λόγω κράτους μέλους να ανακτήσει εμπροθέσμως τις ενισχύσεις. Τυχόν δυσκολίες σχετικές με την υποχρέωση ελέγχου των φορολογικών δηλώσεων, στο πλαίσιο της εφαρμογής των κατάλληλων εθνικών διαδικασιών, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 και 37 της παρούσας αποφάσεως, τη μη εκτέλεση της αποφάσεως 2005/919 εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν συναφώς.
43 Όσον αφορά, εξάλλου, το επιχείρημα της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να διατάσσουν μέτρα αναστολής εκτελέσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανακτήσεως της ενισχύσεως, υπενθυμίζεται ότι τέτοια μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει τεθεί συναφώς με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑143/88 και C‑92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. I‑415, και της 9ης Νοεμβρίου 1995, C‑465/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (I), Συλλογή 1995, σ. I‑3761).
44 Ειδικότερα, εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωρινά μέτρα αναστολής εκτελέσεως εφόσον έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της πράξεως της Ένωσης και εφόσον, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλλει σχετικό ερώτημα. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υποβλήθηκε στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οποιοδήποτε ερώτημα σχετικό με τη νομιμότητα της αποφάσεως 2005/919. Εν πάση περιπτώσει, η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με τη νομολογία, η οποία παρατέθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη.
45 Στην πραγματικότητα, οι μόνες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που περιελήφθησαν στη δικογραφία με πρωτοβουλία των διαδίκων της υπό κρίση υποθέσεως, σχετικά με την ανάκτηση η οποία διατάχθηκε με την απόφαση 2005/919, ήτοι η απόφαση της Commissione tributaria provinciale di Treviso της 2ας Ιουλίου 2007 και η απόφαση της Commissione tributaria regionale di Venezia-Mestre της 15ης Δεκεμβρίου 2008, έχουν ως αντικείμενο, όπως παραδέχθηκε η Ιταλική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τον έλεγχο της νομιμότητας μιας εθνικής πράξεως για την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως από τη δικαιούχο επιχείρηση και δεν θέτουν ζήτημα νομιμότητας της αποφάσεως 2005/919. Κατά συνέπεια, οι προαναφερθείσες αποφάσεις Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (I) δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση των εν λόγω αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων.
46 Συναφώς, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο έλεγχος, από τον εθνικό δικαστή, της τυπικής νομιμότητας μιας εθνικής πράξεως που αφορά την ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως φυσική απόρροια της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ως γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης, εντούτοις, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση μιας παράνομης ενισχύσεως και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση αυτή (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, C‑210/09, Scott και Kimberly Clark, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 25 και 29).
47 Συγκεκριμένα, η ακύρωση εθνικής πράξεως που αφορά την εφαρμογή αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διατάχθηκε η ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται, στο μέτρο που παρακωλύει την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, με τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Scott και Kimberly Clark, σκέψη 30).
48 Όσον αφορά τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η επιχείρηση που ήταν δικαιούχος της παράνομης ενισχύσεως και όφειλε να την επιστρέψει βάσει διαταγής πληρωμής, την οποία προσέβαλε, κατέβαλε τελικώς το σχετικό ποσό μόνο μετά την έκδοση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, απορριπτικής αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής ακυρώσεως. Επομένως, συνάγεται εκ των ανωτέρω ότι η ακύρωση, κατά τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, της διαταγής πληρωμής προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση στην ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως. Τούτο δεν συνάδει με την υποχρέωση διασφαλίσεως της άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως 2005/919.
49 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι βάσιμη κατά το μέτρο που η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε εντός των προθεσμιών που της τάχθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, του συνόλου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν δυνάμει του καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο κηρύχθηκε, με την απόφαση 2005/919, παράνομο και ασύμβατο προς την κοινή αγορά.
50 Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που διατυπώνεται στην προηγούμενη σκέψη, παρέλκει η απόφανση επί του αιτήματος της Επιτροπής να καταδικασθεί η Ιταλική Δημοκρατία καθόσον δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τα μέτρα στα οποία αναφέρεται η σκέψη αυτή, δεδομένου ακριβώς ότι το εν λόγω κράτος μέλος αυτό δεν προχώρησε στην εκτέλεση της αποφάσεως 2005/919 εντός των προθεσμιών που του τάχθηκαν (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
51 Διαπιστώνεται, κατά συνέπεια, ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των προθεσμιών που της τάχθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, του συνόλου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο κηρύχθηκε, με την απόφαση 2005/919, παράνομο και ασύμβατο προς την κοινή αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των προθεσμιών που της τάχθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, του συνόλου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος ενισχύσεων το οποίο κηρύχθηκε παράνομο και ασύμβατο προς την κοινή αγορά, με την απόφαση 2005/919/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με άμεσα φορολογικά κίνητρα σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε εμπορικές εκθέσεις στο εξωτερικό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy