Υπόθεση C-331/09
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατική ενίσχυση – Ενίσχυση χορηγηθείσα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας στον όμιλο Technologie Buczek – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα το ασύμβατο της ενισχύσεως αυτής με την κοινή αγορά και διατάσσουσα την ανάκτησή της – Μη εκτέλεση εντός της ταχθείσας προθεσμίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικής ενισχύσεως – Υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων – Ημερομηνία αναφοράς
(Άρθρο 88 § 2, εδ. 2, ΕΚ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως – Εφαρμογή του εθνικού δικαίου – Προϋποθέσεις και όρια
(Άρθρο 88 § 2, ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3)
3. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Μη τήρηση της υποχρεώσεως επιστροφής των ανακτηθεισών ενισχύσεων – Μέσα άμυνας – Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως – Κριτήρια εκτιμήσεως – Δυσχέρειες κατά την εκτέλεση
(Άρθρο 88 § 2, ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3)
1. Κρίσιμη για την εκτίμηση προσφυγής παραβάσεως ασκηθείσας βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ημερομηνία είναι η ημερομηνία που προβλέφθηκε στην απόφαση της οποίας βάλλεται η μη εκτέλεση ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ημερομηνία την οποία η Επιτροπή όρισε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή δεν προβλέπει προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, αντιθέτως προς το άρθρο 226 ΕΚ, και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση επιβάλλουσα στα κράτη μέλη προθεσμία συμμορφώσεως προς την απόφασή της.
Πρέπει ωστόσο να λαμβάνεται υπόψη, για τον καθορισμό της ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας εκτελέσεως, η ενδεχόμενη αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής με διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 50, 52)
2. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, για την εφαρμογή του άρθρου 88 της Συνθήκης ΕΚ, η επιβαλλόμενη με απόφαση της Επιτροπής ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους διαδικασίες, εφόσον οι διαδικασίες αυτές καθιστούν δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
Στην περίπτωση επιχειρήσεων που έλαβαν κρατικές ενισχύσεις κριθείσες ασύμβατες με την κοινή αγορά και κηρύχθηκαν σε πτώχευση, η αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως και η εξάλειψη της απορρέουσας από τις παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις νοθεύσεως του ανταγωνισμού μπορούν καταρχήν να επιτευχθούν με την εγγραφή στον πίνακα των απαιτήσεων της απαιτήσεως που αφορά την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων.
(βλ. σκέψεις 59-60)
3. Το μοναδικό μέσο άμυνας που μπορεί να προβληθεί από κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής παραβάσεως ασκηθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ είναι το επιχείρημα που αντλείται από την απόλυτη έλλειψη δυνατότητας ορθής εκτελέσεως της διατάσσουσας την ανάκτηση αποφάσεως. Η προϋπόθεση της απόλυτης ελλείψεως δυνατότητας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις το καθού κράτος μέλος απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως κατά την εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να ανακτήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως προς άρση των δυσκολιών. Επιπλέον, ο φόβος εσωτερικών δυσκολιών κατά την εφαρμογή αποφάσεως περί ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης με την κοινή αγορά δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους κράτους μέλους μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης.
(βλ. σκέψεις 69-70, 72)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 14ης Απριλίου 2011 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατική ενίσχυση – Ενίσχυση χορηγηθείσα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας στον όμιλο Technologie Buczek – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα το ασύμβατο της ενισχύσεως αυτής με την κοινή αγορά και διατάσσουσα την ανάκτησή της – Μη εκτέλεση εντός της ταχθείσας προθεσμίας»
Στην υπόθεση C‑331/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 17 Αυγούστου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους K. Gross και A. Stobiecka-Kuik, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας, εκπροσωπούμενης από την M. Krasnodębska-TomkiEl,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, Ε. Levits, M. Safjan και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: Ε. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Εscobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μη συμμορφούμενη προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση 2008/344/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 23/06 (πρώην NN 35/06) που χορήγησε η Πολωνία υπέρ της χαλυβουργίας Technologie Buczek Group (ΕΕ 2008, L 116, σ. 26), παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και των άρθρων 3, 4 και 5 της εν λόγω αποφάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), έχει ως εξής:
«στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· […] για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· […] είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· […] η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· […] για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».
3 Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου [242] της Συνθήκης, η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.»
4 Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο [88, παράγραφος 2,] της Συνθήκης.»
Ιστορικό της διαφοράς
5 Με το άρθρο 1 της αποφάσεως 2008/344, η οποία κοινοποιήθηκε στη Δημοκρατία της Πολωνίας στις 24 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή δήλωσε ότι τα μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέρ του ομίλου Technologie Buczek (στο εξής: όμιλος TB) συνιστούν κρατική ενίσχυση ασύμβατη προς την κοινή αγορά (στο εξής: επίδικη ενίσχυση).
6 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, ο όμιλος TB δραστηριοποιούνταν στον τομέα της χαλυβουργίας ως παραγωγός σωλήνων και περιελάμβανε την εταιρία Technologie Buczek SA (στο εξής: TB), δύο από τις πολλές θυγατρικές της οποίας ήταν, κατά την Επιτροπή, επίσης δικαιούχοι της επίδικης ενισχύσεως, ήτοι η Buczek Automotive sp. z o.o. (στο εξής: BA) και η Huta Buczek sp. z o.o. (στο εξής: HB).
7 Η επίδικη ενίσχυση υπέρ του ομίλου TB σκοπούσε στην αποτροπή της αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση δημοσίου δικαίου απαιτήσεων διαφόρων δημόσιων οργανισμών και ιδίως του οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, του Δήμου του Sosnowiec, στον οποίο βρισκόταν η έδρα του ομίλου TB, και του Fonds national pour la rééducation des personnes handicapées.
8 Τα πέντε πρώτα άρθρα του διατακτικού της αποφάσεως 2008/344 έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση ύψους 20 761 643 PLN [πολωνικών ζλότι] που χορηγήθηκε παράνομα από την Πολωνία υπέρ [του ομίλου TB] παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 88, παράγραφος 3, της Συνθήκης και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Η κρατική ενίσχυση ύψους 1 369 186 PLN που χορηγήθηκε από την Πολωνία υπέρ [του ομίλου GTB] κατά την περίοδο 1997-2003 δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου αριθ. 8 της Συνθήκης Προσχώρησης και, ως εκ τούτου, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 3
1. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει την παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 υπέρ [του ομίλου TB], ιδίως από τις θυγατρικές της [HB] και [BA], αναλόγως του οφέλους που αποκόμισαν πράγματι αυτές. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει 13 578 115 PLN από την [HB] και 7 183 528 PLN από την [BA].
2. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει τη χορηγηθείσα υπέρ [του ομίλου TB] καταχρηστική ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2 από την [εταιρία TB].
3. Τα ανακτώμενα ποσά προσαυξάνονται με τόκους από την ημερομηνία χορήγησής τους στον αποδέκτη έως και την επιστροφή τους.
4. Ο τόκος υπολογίζεται επί συνδυαστικής βάσης σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ [...].
Άρθρο 4
1. Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 πρέπει να είναι άμεση και αποτελεσματική.
2. Η Πολωνία πρέπει να διασφαλίσει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.
Άρθρο 5
1. Η Πολωνία, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, πρέπει να υποβάλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:
α) το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκοι) που πρέπει να επιστραφεί από τους αποδέκτες·
β) λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί και προβλέπονται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση·
γ) έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί στους αποδέκτες εντολή επιστροφής της ενίσχυσης.
2. Η Πολωνία οφείλει να κρατά την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης μέχρι την εις το ακέραιο επιστροφή της ενίσχυσης που αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2. Οφείλει επίσης να υποβάλει, άμα τη αιτήσει της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί και προβλέπονται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση. Πρέπει επίσης να υποβάλει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους αποδέκτες.»
9 Κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2008/344, η εταιρία TB βρισκόταν σε διαδικασία πτωχεύσεως, κατόπιν της κηρύξεώς της σε κατάσταση παύσεως πληρωμών στις 16 Αυγούστου 2006. Αντιθέτως, η BA κηρύχθηκε σε κατάσταση παύσεως πληρωμών στις 25 Ιουνίου 2008 και η HB στις 29 Απριλίου 2009, ήτοι μετά την παρέλευση της ταχθείσας με το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής προθεσμίας.
10 Στις 8 Ιανουαρίου 2008 οι εταιρίες TB, BA και HB άσκησαν προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως 2008/344 (καταχωρισθείσες με αριθμό T‑465/07, T‑1/08 και T‑440/07, αντιστοίχως). Παράλληλα με την προσφυγή τους, οι HB και BA υπέβαλαν στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου αίτηση αναστολής εκτελέσεως της οικείας αποφάσεως. Στις 13 Φεβρουαρίου 2008 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε την αναστολή της εκτελέσεώς της εν αναμονή της αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Με δύο διατάξεις της 14ης Μαρτίου 2008, T‑1/08 R, Buczek Automotive κατά Επιτροπής, και T‑440/07 R, Huta Buczek κατά Επιτροπής, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε τις αιτήσεις της BA και της HB για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
11 Η Δημοκρατία της Πολωνίας παρενέβη στις 18 Μαρτίου 2008 υπέρ της HB και της BA και ζήτησε από το Πρωτοδικείο την ακύρωση της αποφάσεως 2008/344.
12 Όσον αφορά τα μέτρα εκτελέσεως που έλαβαν οι πολωνικές αρχές κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέδειξε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2008, ορισμένους οργανισμούς που έπρεπε να κινήσουν διαδικασία ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως από τους δικαιούχους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει τα ποσά της ενισχύσεως που θα μπορούσαν να ανακτηθούν από την HB και την BA. Η Δημοκρατία της Πολωνίας, επικαλούμενη τις δυσκολίες που προκλήθηκαν από το γεγονός ότι η ενίσχυση αυτή είχε τεθεί στη διάθεση των δικαιούχων πριν από την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επισήμανε, μεταξύ άλλων, την αναγκαιότητα παρατάσεως της προθεσμίας ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως, λόγω της ανάγκης αναζητήσεως και, ενδεχομένως, αναπαραγωγής των κρίσιμων εγγράφων. Εξάλλου, με το ίδιο έγγραφο, οι πολωνικές αρχές ρώτησαν αν, βάσει της αποφάσεως 2008/344, ήταν δυνατό να ανακτηθεί το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω ενισχύσεως από την εταιρία TB στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας και να ζητηθεί από την HB και την BA να επιστρέψουν μόνον το λοιπό μέρος.
13 Mε την από 13 Φεβρουαρίου 2008 απάντησή της στο εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή αντιτάχθηκε σε αυτή τη μέθοδο ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως, καθόσον δεν τη θεωρούσε σύμφωνη προς το περιεχόμενο της αποφάσεως 2008/344.
14 Με έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 2008, οι πολωνικές αρχές επικαλέστηκαν εκ νέου σοβαρές δυσκολίες νομικής και πρακτικής φύσεως στην ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως και ζήτησαν παράταση της προθεσμίας εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής έως τις 30 Ιουνίου 2008.
15 Συναφώς, με το από 7 Μαρτίου 2008 έγγραφό τους, επικαλέστηκαν τεχνικές δυσκολίες στην αναζήτηση των πρωτότυπων εγγράφων στα οποία στηρίχθηκε η χορήγηση της επίδικης ενισχύσεως. Από νομικής απόψεως, επικαλέστηκαν τον κίνδυνο «εις διπλούν επιστροφής» της ενισχύσεως από την TB και τις θυγατρικές της. Ο κίνδυνος αυτός απορρέει, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, από την έλλειψη νομικής βάσεως παρέχουσας στους οργανισμούς του δημόσιου φορέα τη δυνατότητα να παραιτηθούν από τις απαιτήσεις τους έναντι της TB, τις οποίες ο σύνδικος της πτωχεύσεως έχει αναλάβει να ικανοποιήσει και στα ποσά των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα ποσά που θα έπρεπε όντως να επιστρέψουν οι θυγατρικές της TB, οι οποίες ήταν οι πραγματικοί αποδέκτες της επίδικης ενισχύσεως. Επιπλέον, σε περίπτωση επιστροφής των εν λόγω οφειλόμενων ποσών, δεν θα υφίστατο πλέον, βάσει του πολωνικού πτωχευτικού δικαίου, νομική βάση παρέχουσα στην TB τη δυνατότητα να στραφεί εκ νέου κατά των θυγατρικών της προκειμένου να ανακτήσει τα ποσά που η ίδια κατέβαλε.
16 Με την από 4 Απριλίου 2008 απάντησή της, η Επιτροπή, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι οι πολωνικές αρχές δεν πρότειναν καμία λύση στο πρόβλημα της «εις διπλούν επιστροφής», πρότεινε μια μορφή προσωρινής εφαρμογής της αποφάσεως 2008/344 μέσω του ανοίγματος δεσμευμένου τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο οι πραγματικοί δικαιούχοι της επίδικης ενισχύσεως θα κατέθεταν τα προβλεπόμενα στην απόφαση αυτή ποσά προσαυξημένα με τους ισχύοντες τόκους, αλλά εξάρτησε την παροχή της δυνατότητας αυτής από την προϋπόθεση οι αρχές αυτές να εξασφαλίσουν ότι ο σύνδικος πτωχεύσεως της TB θα έχει δικαίωμα αναγωγής έναντι της HB.
17 Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2008, οι πολωνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι τον Απρίλιο του 2008 ο σύνδικος της πτωχεύσεως που είχε αναλάβει την εκκαθάριση της TB είχε προβεί σε κατανομή ορισμένων στοιχείων ενεργητικού, λαμβανομένου υπόψη ότι το συνολικό ποσό που ανακτήθηκε την εποχή εκείνη από την εν λόγω εταιρία πλησίαζε τα 13 εκατομμύρια PLN, επισημαίνοντας εκ νέου ότι η υποχρέωση επιστροφής του ποσού της ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στην TB απέρρεε από το πολωνικό πτωχευτικό δίκαιο. Η Επιτροπή ενημερώθηκε περαιτέρω σχετικά με τα επιπλέον ποσά που ορισμένοι πιστωτές του δημόσιου τομέα θα έπρεπε να ανακτήσουν από την HB και την BA.
18 Με το από 18 Ιουλίου 2008 έγγραφό της, η Επιτροπή ζήτησε λεπτομερή έκθεση όσον αφορά το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η πραγματική ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως, θέτοντας σειρά συγκεκριμένων ερωτήσεων σχετικά με τα ποσά που ζητούσαν οι διάφοροι πιστωτές. Ως προς το ζήτημα της «εις διπλούν επιστροφής», η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψη ότι, ανεξαρτήτως της λύσεως που έχουν κατά νου οι πολωνικές αρχές, πρέπει να τηρηθούν οι σαφώς καθορισμένες στην απόφαση 2008/344 υποχρεώσεις και προειδοποίησε τη Δημοκρατία της Πολωνίας ότι, σε περίπτωση μη εκτελέσεως της οικείας αποφάσεως, η Επιτροπή θα μπορούσε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
19 Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, οι πολωνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι η διαδικασία πτωχεύσεως της TB ανεστάλη κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής κατά του σχεδίου κατανομής. Κατά των θυγατρικών της TB προσέφυγε ένας μόνον οργανισμός, ωστόσο αυτή η αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας δεν πληρούσε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, οπότε δεν εκδόθηκε καμία σχετική απόφαση. Επιπλέον, με το έγγραφο αυτό, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζήτησε απευθείας συνάντηση των εκπροσώπων της με εκείνους της Επιτροπής.
20 Με την από 29 Οκτωβρίου 2008 απάντησή της, η Επιτροπή υπενθύμισε εκ νέου στο κράτος αυτό ότι ήταν δυνατό να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Θέτοντας συγχρόνως νέες ερωτήσεις, η Επιτροπή εξάρτησε την πραγματοποίηση της συναντήσεως αυτής από την προηγούμενη υποβολή, εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους, προτάσεως για την επίλυση του προβλήματος της «εις διπλούν επιστροφής».
21 Με το από 22 Δεκεμβρίου 2008 έγγραφό τους, οι πολωνικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή ότι το ποσό της ενισχύσεως που επρόκειτο να ανακτηθεί από την TB αποδείχθηκε υψηλότερο του ποσού που είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά την κατάρτιση της αποφάσεως 2008/344 και ότι θα προέβαιναν στην ανάκτηση του υψηλότερου αυτού ποσού. Οι αρχές αυτές πληροφόρησαν, εξάλλου, την Επιτροπή ότι ένα πολωνικό δικαστήριο είχε εκδώσει απόφαση αφορώσα την πτώχευση της BA. Οι πολωνικές αρχές ανακοίνωσαν, αφενός, τη διεξαγωγή συνεδριάσεως με τους διάφορους οργανισμούς που χορηγούν ενισχύσεις προκειμένου να συζητηθεί το ζήτημα της «εις διπλούν επιστροφής» και, αφετέρου, την κοινοποίηση επιπλέον σχετικών πληροφοριών. Επισυνάπτοντας στο έγγραφό τους αντίγραφο των δηλώσεων των απαιτήσεων όλων των πιστωτών επί των στοιχείων ενεργητικού της TB, οι πολωνικές αρχές ανακοίνωσαν ότι επρόκειτο να υποβάλουν σχετική πρόταση τον Ιανουάριο του 2009.
22 Με το από 30 Ιανουαρίου 2009 έγγραφό τους, οι πολωνικές αρχές πρότειναν την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δημόσιων οργανισμών έναντι της TB, ως είχαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004, περιλαμβανομένων των τόκων που έτρεχαν μέχρι τις 15 Αυγούστου 2006, ήτοι μέχρι την προηγουμένη της κηρύξεως της TB σε πτώχευση, από την πτωχευτική περιουσία της εταιρίας και σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί πληρωμής οφειλών προς δημόσιους οργανισμούς. Αντιθέτως, ούτε η HB ούτε η BA ήταν οφειλέτες των σχετικών με τις απαιτήσεις αυτές ποσών, αλλά θα επέστρεφαν το οικονομικό πλεονέκτημα που εξασφάλισαν λόγω της μη καταβολής των οφειλών, ήτοι το «ισοδύναμο ενισχύσεως», το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των τόκων που πράγματι κατέβαλαν οι εταιρίες αυτές και των τόκων που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει υπό τους όρους της αγοράς, λαμβανομένης μεταξύ άλλων υπόψη της δυσχερούς καταστάσεώς τους. Πέραν του «ισοδυνάμου ενισχύσεως» αυτού καθαυτού, η HB και η BA πληρώνουν τους σχετικούς με το εν λόγω ισοδύναμο τόκους, υπολογιζομένους, στην περίπτωση της BA, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2005 έως τις 24 Ιουνίου 2008, ήτοι την προηγουμένη της κηρύξεως της εταιρίας αυτής σε πτώχευση, και, στην περίπτωση της HB, μέχρι την ημερομηνία πληρωμής.
23 Η πρόταση αυτή προέβλεπε επομένως, κατά τις πολωνικές αρχές, την ανάκτηση ποσού 22 130 829 PLN περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, από το οποίο τα 13 491 124,77 PLN είχαν ήδη επιστραφεί, οπότε έμενε προς ανάκτηση ποσό 7 789 272,01 PLN το οποίο, λαμβανομένων υπόψη των ποσών που όφειλαν η HB και η BA, υπερέβαινε το προς ανάκτηση ποσό που προέβλεπε η απόφαση 2008/344.
24 Η Επιτροπή αμφισβήτησε τον υπολογισμό αυτό και επισήμανε ότι, κατά την άποψή της, το συνολικό ποσό που έπρεπε να επιστρέψει η TB ανερχόταν σε 14 570 608,06 PLN. Όσον αφορά τις δύο άλλες εταιρίες, η ΗΒ και η ΒΑ έπρεπε να επιστρέψουν ποσό 180 678,22 PLN, και συγκεκριμένα 118 163,55 PLN η HB και 62 514,67 PLN η BA, όλα δε τα ποσά αυτά έπρεπε να προσαυξηθούν με τόκους.
25 Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπενθύμισαν εκ νέου στη Δημοκρατία της Πολωνίας, με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2009, ότι τα μέτρα αυτά ήταν αντίθετα προς τις διατάξεις της αποφάσεως 2008/344, στο μέτρο που το κύριο βάρος της επιστροφής της επίδικης ενισχύσεως εξακολουθούσε να φέρει η TB και όχι, όπως προβλέπει η εν λόγω απόφαση, η HB και η BA. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι είχε ήδη απορρίψει τη δυνατότητα μερικής ανακτήσεως από την TB της ενισχύσεως που έπρεπε να επιστρέψουν η HB και η BA, οπότε θα λαμβάνονταν μέτρα για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
26 Στις 26 Οκτωβρίου 2009 οι πολωνικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο την ενημέρωναν σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας κηρύξεως της HB σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και τις δηλώσεις απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών, σύμφωνα με την απόφαση 2008/344, προκειμένου οι απαιτήσεις τους να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο των διαδικασιών κηρύξεως της HB και της BA σε κατάσταση παύσεως πληρωμών.
27 Κατόπιν αυτής της ανταλλαγής εγγράφων και διαφόρων άλλων υπενθυμίσεων, η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν είχε ακόμη εκτελέσει ορθώς την απόφαση 2008/344, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της στην απουσία άμεσης και πραγματικής εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344, σύμφωνα με τα άρθρα της 3 και 4, που προβλέπουν για την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεώς της. Η Επιτροπή υποστηρίζει, συναφώς, ότι εικοσιένα και πλέον μήνες μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής στη Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν είχε ανακτηθεί καμία ενίσχυση από την HB και την BA και, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν είχε ενημερωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ίδιας αποφάσεως, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προς τούτο το εν λόγω κράτος μέλος. Επικουρικώς, η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι η TB ανέκτησε μέρος μόνον του συνολικού ποσού της απαιτήσεως έναντι του ομίλου TB. Τέλος, υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες την εμπόδισαν να εκτελέσει ορθώς την εν λόγω απόφαση.
29 Όσον αφορά την απουσία άμεσης και πραγματικής εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344, η Επιτροπή τονίζει ότι, εικοσιένα και πλέον μήνες μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως 2008/344 στη Δημοκρατία της Πολωνίας, η χορηγηθείσα στην BA και στην HB ενίσχυση δεν είχε ακόμη ανακτηθεί, οπότε η τελευταία αυτή εταιρία εξακολουθούσε να απολαύει του προνομίου που της εξασφάλισε η εν λόγω ενίσχυση. Για να δεχθεί η Επιτροπή την κατάργηση του προνομίου της BA, θα έπρεπε, κατά πάγια νομολογία και κατά το σημείο 64 της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 15ης Νοεμβρίου 2007, που τιτλοφορείται «Vers une mise en œuvre effective des décisions de la Commission enjoignant aux États membres de récupérer les aides d’État illégales et incompatibles avec le marché commun» (ΕΕ C 272, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση του 2007), η δυνάμενη να επιστραφεί από τη ΒΑ κρατική ενίσχυση να έχει ενταχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως της εταιρίας αυτής, περίπτωση που, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν συντρέχει εν προκειμένω.
30 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένα ποσά εξακολουθούν να μην είναι καθορισμένα, μολονότι τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από όλους τους δικαιούχους προβλέπονται σαφώς στην απόφαση 2008/344, το δε ύψος τους καθορίστηκε βάσει των πληροφοριών που διαβίβασαν καθαυτές οι πολωνικές αρχές. Δεδομένου ότι μόνο σε μία περίπτωση υπήρξε πληροφορία σχετική με κάποια απόπειρα άμεσης ανακτήσεως της χορηγηθείσας στην HB και στην BA ενισχύσεως από τους πιστωτές, η υποχρέωση ανακτήσεως από τις εταιρίες αυτές των ποσών που καθορίστηκαν με την εν λόγω απόφαση δεν τηρήθηκε. Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν αντιφατικές πληροφορίες όσον αφορά το ποσό των απαιτήσεων που μπορούσαν να ενταχθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως της TB.
31 Η Επιτροπή υπενθυμίζει τέλος ότι, δεδομένου ότι η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ δεν αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344 και, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα ανακτήσεως της ενισχύσεως που κρίθηκε παράνομη και ασύμβατη προς την κοινή αγορά, η απόφαση αυτή πρέπει να εκτελεστεί παρά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής, ελλείψει αποφάσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκδοθείσας βάσει του άρθρου 242 ΕΚ και διατάσσουσας την εκτέλεση της σχετικής με την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως αποφάσεως.
32 Όσον αφορά την πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344, η Επιτροπή, παραπέμποντας μεταξύ άλλων στις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψεις 17, 18 και 21 έως 24), και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψεις 60 έως 62), υποστηρίζει ότι η σημαντική καθυστέρηση στην ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως οφείλεται στις διατάξεις του πολωνικού πτωχευτικού δικαίου οι οποίες εμπόδισαν την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Καίτοι οι πολωνικές αρχές έθεσαν το ζήτημα της «εις διπλούν επιστροφής» της χορηγηθείσας ενισχύσεως στο πλαίσιο της ανταλλαγής εγγράφων με την Επιτροπή σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις δεν πρότειναν λύση στο πρόβλημα αυτό ικανή να εξασφαλίσει την πραγματική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Οι προτάσεις των εν λόγω αρχών έχουν, κατά την Επιτροπή, ως συνέπεια να επιβαρύνεται με την επιστροφή των ενισχύσεων κυρίως η TB και όχι η HB και η BA, αντιθέτως προς τις διατάξεις της αποφάσεως 2008/344 περί της κατανομής του οικονομικού βάρους της ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως, και δεν αποκαθιστούν τους όρους του ανταγωνισμού.
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι οι πολωνικές αρχές δεν προέβησαν ούτε σε προσωρινή εκτέλεση της αποφάσεως διά της παροχής στους δικαιούχους της ενισχύσεως δυνατότητας καταθέσεως των αντίστοιχων ποσών σε δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό, όπως η ίδια είχε προτείνει. Συνεπώς, ακόμη και αν η Δημοκρατία της Πολωνίας συνάντησε πράγματι δυσκολίες στην εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344, εντούτοις είναι γεγονός ότι δεν απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή της να προτείνει λογικές εναλλακτικές λύσεις, δεν ακολούθησε την πρόταση περί προσωρινής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως και δεν αναγνώρισε τη ρητή απόρριψη, εκ μέρους της Επιτροπής, της δυνατότητας ανακτήσεως από την ΤΒ των ποσών της επίδικης ενισχύσεως που οφείλουν οι θυγατρικές της.
34 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από τη μη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες εμπόδισαν τη Δημοκρατία της Πολωνίας να εκτελέσει ορθώς την απόφαση 2008/344, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, προς δικαιολόγηση της μη εκτελέσεως αποφάσεως διατάσσουσας την επιστροφή ενισχύσεως, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να προβάλει μόνον επιχειρήματα τα οποία αποδεικνύουν ότι η εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως είναι εντελώς αδύνατη. Όταν ένα κράτος μέλος συναντά απρόοπτες και μη δυνάμενες να προβλεφθούν δυσκολίες κατά την εκτέλεση τέτοιας αποφάσεως ή συνειδητοποιεί ότι υφίστανται συνέπειες τις οποίες δεν έχει προβλέψει η Επιτροπή, οφείλει, σύμφωνα με το σημείο 28 της ανακοινώσεως του 2007, να υποβάλει τα ζητήματα αυτά στην κρίση του εν λόγω οργάνου, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίδικης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν, βάσει της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ, να συνεργάζονται με καλή πίστη προς άρση των δυσκολιών, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ και ιδίως των σχετικών με τις ενισχύσεις διατάξεων.
35 Η Επιτροπή, παραπέμποντας, αφενός, στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και, αφετέρου, στο σημείο 29 της ανακοινώσεως του 2007, υποστηρίζει ότι καίτοι οι πολωνικές αρχές συνάντησαν πράγματι δυσκολίες τεχνικής και νομικής φύσεως, εντούτοις δεν επικαλέστηκαν «απόλυτη έλλειψη δυνατότητας» εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344. Το κριτήριο της απόλυτης ελλείψεως δυνατότητας δεν πληρούται οσάκις το κράτος μέλος επικαλείται νομικές, πολιτικές ή πρακτικές περιστάσεις που το εμποδίζουν να εκτελέσει την επίμαχη απόφαση, χωρίς να έχει εξάλλου προσπαθήσει να ανακτήσει την ενίσχυση ή να έχει προτείνει στην Επιτροπή λογικές εναλλακτικές λύσεις για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής δυνάμενες να άρουν τις σχετικές δυσκολίες. Εν προκειμένω πάντως, οι πολωνικές αρχές δεν πρότειναν καμία ικανοποιητική λύση για την επίλυση του προβλήματος της «εις διπλούν επιστροφής» των οικείων ενισχύσεων.
36 Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει καταρχάς ότι, κατά τον χρόνο καταρτίσεως του υπομνήματός της αντικρούσεως, όλοι οι οφειλέτες της επίδικης ενισχύσεως, ήτοι η TB, η HB και η BA, είχαν κηρυχθεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και ότι όλοι οι πιστωτές που είχαν απαιτήσεις σχετικές με την κρατική ενίσχυση που αφορά η απόφαση 2008/344 είχαν δηλώσει τις απαιτήσεις τους προκειμένου να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο των διαφόρων αυτών διαδικασιών. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι κοινοποίησε στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που σχετίζονται με τις εν λόγω διαδικασίες κηρύξεως των οφειλετών σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών, οπότε μπορούσε θεμιτώς να υποστηριχθεί ότι η απόφαση αυτή είχε ήδη εκτελεσθεί πλήρως και σύμφωνα προς το περιεχόμενό της.
37 Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν ανακτήθηκε το συνολικό ποσό που προβλέπει η απόφαση 2008/344, δεδομένου ότι δεν είχαν δηλωθεί όλες οι απαιτήσεις έναντι των οφειλετών που αναφέρει η Επιτροπή και που κηρύχθηκαν σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, και ότι η επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο των τρεχουσών διαδικασιών αναγνωρίσεως της παύσεως των πληρωμών. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, κατά το οποίο η ανάκτηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους διαδικασίες.
38 Οι πολωνικές αρχές επισημαίνουν περαιτέρω ότι το γεγονός ότι οι μέχρι τούδε πραγματοποιηθείσες πληρωμές δεν θεωρήθηκαν ως επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση 2008/344 εκτελέσθηκε βάσει των δηλώσεων των απαιτήσεων των πιστωτών και στο πλαίσιο των διαφόρων τρεχουσών διαδικασιών κηρύξεων των οφειλετών σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών, συμπέρασμα υπέρ του οποίου συνηγορεί επιπλέον το σημείο 64 της ανακοινώσεως του 2007.
39 Η Δημοκρατία της Πολωνίας αμφισβητεί επίσης την άποψη της Επιτροπής περί της «εις διπλούν επιστροφής» των οικείων ενισχύσεων, τονίζοντας ότι δεν αναφέρθηκε στα σχετικά με την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344 προβλήματα υπό την έννοια ότι καθιστούν αδύνατη την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως, αλλά για να αποδείξει ότι η εις διπλούν επιστροφή του ποσού της εν λόγω ενισχύσεως θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να κηρυχθούν σε κατάσταση παύσεως πληρωμών οι επιχειρήσεις που έχουν καταβάλει, για τα αποκτηθέντα στοιχεία ενεργητικού, την τιμή της αγοράς και, συνεπώς, δεν έχουν αντλήσει κανένα πλεονέκτημα από την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην TB. Το ζήτημα αυτό αποτελεί και το αντικείμενο της εκκρεμούς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας η Δημοκρατία της Πολωνίας εξέθεσε εκτενώς τον λόγο για τον οποίο, κατά την άποψή της, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη μετακυλίοντας την ευθύνη της επιστροφής της ενισχύσεως σε τρίτους, ήτοι στην HB και στην BA.
40 Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η πρόταση που υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 25 Ιανουαρίου 2008 σκοπούσε στην αποτροπή μιας καταστάσεως στην οποία, αφενός, ο σύνδικος πτωχεύσεως της TB, έχοντας στη διάθεσή του επαρκείς πόρους για την ικανοποίηση όλων των δηλωθεισών απαιτήσεων των πιστωτών, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την ικανοποίηση απαιτήσεων που δηλώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας κηρύξεως της εταιρίας αυτής σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, άλλωστε δε η καταβολή αυτή ουδεμία επιρροή ασκεί στην υποχρέωση ανακτήσεως των ίδιων ποσών από την HB και την BA. Η Δημοκρατία της Πολωνίας στηρίζεται, επί του σημείου αυτού, στην προαναφερθείσα διάταξη Huta Buczek κατά Επιτροπής, η οποία επιβεβαιώνει κατεξοχήν τη δυνατότητα, από απόψεως δικαίου της Ένωσης, εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344 κατά τρόπο σύμφωνο προς τη σχετική πρόταση των πολωνικών αρχών.
41 Επιπλέον, η Δημοκρατία της Πολωνίας κρίνει βάσιμη την αιτίαση της Επιτροπής περί μη εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344 εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο της 4, παράγραφος 2, προθεσμίας, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν όρισε καταληκτική ημερομηνία για την εκτέλεση αυτής της αποφάσεως. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας, υπολογιζόμενης από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, αποτελεί καταληκτική ημερομηνία για την εκτέλεσή της. Η προθεσμία αυτή, που προβλέπεται στο σημείο 42 της ανακοινώσεως του 2007, τονίζει βεβαίως την ανάγκη εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής το ταχύτερο δυνατόν, αλλά δεν μπορεί να είναι δεσμευτική. Η Επιτροπή θα έπρεπε, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, να είχε καθορίσει άλλη προθεσμία η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί δεσμευτική, αλλά δεν το έπραξε.
42 Προς απάντηση στα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή εμμένει με το υπόμνημα απαντήσεως στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε με το δικόγραφο της προσφυγής της. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι κανένα από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου ή της Επιτροπής μετά την άσκηση της προσφυγής, ήτοι μετά τις 17 Αυγούστου 2009, δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί κρίσιμο για την εκτίμηση της εκ μέρους της Δημοκρατίας της Πολωνίας τηρήσεως των υποχρεώσεών της.
43 Εξάλλου, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι δεν όρισε καταληκτική ημερομηνία για την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344. Στηριζόμενη στη σκέψη 53 της αποφάσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑485/03 έως C‑490/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑11887), υποστηρίζει ότι οι προθεσμίες προκύπτουν σαφώς από την εν λόγω απόφαση και ότι ήταν πρόσφορες για την εκτίμηση της παραβάσεως.
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει επιπλέον ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας αναφέρεται σε πληροφορίες και περιστατικά μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής, τα οποία, περαιτέρω, αποδεικνύουν μόνον τη δήλωση των απαιτήσεων επί της πτωχευτικής περιουσίας της TB και όχι την ανάκτηση των ενισχύσεων.
45 Τέλος, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, κατά πάγια πρακτική στηριζόμενη στα σημεία 66 και 67 της ανακοινώσεως του 2007, σε περίπτωση ανακτήσεως της ενισχύσεως από πτωχεύσαντα δικαιούχο, οι αρμόδιες για την εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακτήσεως εθνικές αρχές πρέπει να επικαλεστούν κάθε απόφαση του δικαστικού εκκαθαριστή ή του πτωχευτικού δικαστηρίου επιτρέπουσα τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του κηρυχθέντος σε κατάσταση παύσεως πληρωμών δικαιούχου ενισχύσεως πέραν της προθεσμίας που τάχθηκε με τη διατάσσουσα την εν λόγω ανάκτηση απόφαση. Επιλαμβανόμενα τέτοιας υποθέσεως, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λάβουν υπόψη την ανάγκη εξασφαλίσεως της άμεσης και πραγματικής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως. Η Επιτροπή εκτιμά, συνεπώς, ότι τα δικαστήρια αυτά δεν πρέπει να επιτρέπουν στους δικαιούχους ενισχύσεως που έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους, αν δεν έχουν επιστρέψει πλήρως το ποσό της επίδικης ενισχύσεως. Επιπλέον, οσάκις προτείνεται στη συνέλευση πιστωτών η συνέχιση των δραστηριοτήτων του δικαιούχου της ενισχύσεως, οι αρχές αυτές θα μπορούσαν να δεχθούν την εν λόγω πρόταση, μόνον αν περιλαμβάνει την πλήρη επιστροφή της ενισχύσεως εντός την προθεσμίας που τάχθηκε με τη διατάσσουσα την ανάκτηση απόφαση.
46 Η Δημοκρατία της Πολωνίας εμμένει κατ’ ουσίαν, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, στα επιχειρήματά της περί απορρίψεως της προσφυγής της Επιτροπής στο σύνολό της.
47 Επιπλέον, αυτό το κράτος μέλος επαναλαμβάνει ότι παρέσχε στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, έστω και διά του υπομνήματός του αντικρούσεως. Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν ισχυρίσθηκε, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι ορισμένες πληροφορίες στις οποίες συγκαταλέγεται η δήλωση παύσεως των πληρωμών της HB ήγειραν νέα στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ήταν γνωστά μέχρι τότε, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι κοινοποιηθείσες πληροφορίες δεν ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, λόγω του ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, δεν είναι βάσιμος, καθόσον οι οικείες πληροφορίες ήταν γνωστές στην Επιτροπή κατά την εν λόγω ημερομηνία.
48 Όπως εξάλλου υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η 17η Αυγούστου 2009 την οποία όρισε η Επιτροπή ως καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344 δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνδέονται με την εκτέλεσή της, οπότε ως καταληκτική πρέπει μάλλον να θεωρηθεί η ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ολοκλήρωσε την κατάρτιση του δικογράφου της προσφυγής της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της παραβάσεως των άρθρων 3 και 4 της αποφάσεως 2008/344
49 Η Δημοκρατία της Πολωνίας εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν όρισε καταληκτική ημερομηνία για την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344. Δεδομένου ότι η τετράμηνη προθεσμία από την ημερομηνία κοινοποιήσεώς της δεν μπορεί να είναι δεσμευτική, η παρέλευση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταληκτική ημερομηνία για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
50 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δεδομένου ότι κρίσιμη για την εκτίμηση προσφυγής παραβάσεως ασκηθείσας βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ημερομηνία μπορεί να είναι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας της Πολωνίας και λόγω του ότι το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης δεν προβλέπει προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, αντιθέτως προς το άρθρο 226 ΕΚ, και του ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση επιβάλλουσα στα κράτη μέλη προθεσμία συμμορφώσεως προς την απόφασή της, μόνον η ημερομηνία που προβλέφθηκε στην απόφαση της οποίας βάλλεται η μη εκτέλεση ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ημερομηνία την οποία η Επιτροπή όρισε στη συνέχεια (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2001, C‑378/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2001, σ. I‑5107, σκέψη 26, της 2ας Ιουλίου 2002, C‑499/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2002, σ. I‑6031, σκέψη 28, της 1ης Ιουνίου 2006, C-207/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 31, και της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2006, σ. I‑10071, σκέψη 32).
51 Εν προκειμένω, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2008/344 επιβάλλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της εν λόγω αποφάσεως για τη λήψη των αναγκαίων για την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως μέτρων. Συνεπώς, η προθεσμία αυτή πρέπει να θεωρηθεί, ελλείψει καθορισμού νέας προθεσμίας από την Επιτροπή, κρίσιμη για την εκτίμηση της επικρινόμενης παραβάσεως.
52 Ωστόσο, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, με τις διατάξεις της 13ης Φεβρουαρίου 2008, ανέστειλε την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344 κατ’ εντολήν της BA και της HB μέχρι την έκδοση των διατάξεων επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Με τις δύο προαναφερθείσες διατάξεις Buczek Automotive κατά Επιτροπής και Huta Buczek κατά Επιτροπής, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων της BA και της HB, οπότε κατέστη δυνατή η παράταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2008/344 προθεσμίας όσον αφορά την BA και την HB.
53 Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, διαπιστώνεται ότι, κατά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, οι ενέργειες των πολωνικών αρχών δεν κατέληξαν στην επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως από τους δικαιούχους της.
54 Υπενθυμίζεται, συναφώς, όπως επισήμανε η Επιτροπή, ότι η κατάργηση παράνομης ενισχύσεως μέσω ανακτήσεως είναι η λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της και η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μορφή με την οποία χορηγήθηκε η εν λόγω ενίσχυση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 1993, C‑183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1993, σ. I‑3131, σκέψη 16, της 27ης Ιουνίου 2000, C-404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2000, σ. I‑4897, σκέψη 38, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑507/08, Επιτροπή κατά Σλοβακίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42).
55 Συνεπώς, το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως η οποία το υποχρεώνει να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής (βλ. τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑209/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2002, σ. I‑11695, σκέψη 31, και της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σ. I-6695, σκέψη 21). Το κράτος αυτό πρέπει να επιτύχει την πραγματική είσπραξη των οφειλόμενων ποσών (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C‑415/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2005, σ. I-3875, σκέψη 44, και την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 42).
56 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του κράτους μέλους να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ως ασύμβατη με την κοινή αγορά αποσκοπεί στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως στην αγορά της Ένωσης (αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-699, σκέψη 21, καθώς και της 17ης Ιουνίου 1999, C‑75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑3671, σκέψη 64). Καθόσο διάστημα δεν έχει ανακτηθεί η ενίσχυση, ο αποδέκτης της δύναται να διατηρήσει πόρους προερχόμενους από την ενίσχυση που κηρύχθηκε ασύμβατη με την κοινή αγορά και να ωφεληθεί από το αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απορρέει εντεύθεν (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 47).
57 Ως εκ τούτου, ένα κράτος μέλος που, βάσει αποφάσεως της Επιτροπής, είναι υποχρεωμένο να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 34, απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, C‑210/09, Scott και Kimberly Clark, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Σλοβακίας, σκέψη 51).
58 Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι η υποχρέωση ανακτήσεως εκπληρώνεται μόνον αν τα μέτρα που λαμβάνει το οικείο κράτος μέλος είναι ικανά να αποκαταστήσουν τους συνήθεις όρους ανταγωνισμού που νοθεύτηκαν με τη χορήγηση της παράνομης ενισχύσεως της οποίας η ανάκτηση διατάσσεται με απόφαση της Επιτροπής (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 35, καθώς και Scott και Kimberly Clark, σκέψη 22).
59 Εξάλλου, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/99, η επιβαλλόμενη με απόφαση της Επιτροπής ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους διαδικασίες, εφόσον οι διαδικασίες αυτές καθιστούν δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
60 Αντιθέτως, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία περί των επιχειρήσεων που έλαβαν κρατικές ενισχύσεις κηρυχθείσες ασύμβατες με την κοινή αγορά και κηρύχθηκαν σε πτώχευση, η αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως και η εξάλειψη της απορρέουσας από τις παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις νοθεύσεως του ανταγωνισμού μπορούν καταρχήν να επιτευχθούν με την εγγραφή στον πίνακα των απαιτήσεων της απαιτήσεως που αφορά την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων (αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 14, της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Tubemeuse», Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψεις 60 έως 62, και της 29ης Απριλίου 2004, C-277/00, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑3925, σκέψη 85).
61 Το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των ως άνω αρχών.
62 Πρώτον, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι όλοι οι οφειλέτες της επίδικης ενισχύσεως είχαν κηρυχθεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και ότι όλοι οι πιστωτές που είχαν απαιτήσεις σχετικές με την ενίσχυση αυτή τις δήλωσαν προκειμένου να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο των διαφόρων αυτών διαδικασιών. Η Επιτροπή ενημερώθηκε από τις πολωνικές αρχές σχετικά με τις δηλώσεις παύσεως πληρωμών των εν λόγω οφειλετών και τις σχετικές δηλώσεις απαιτήσεων, οπότε η απόφαση 2008/344 εκτελέστηκε πλήρως και σύμφωνα προς το περιεχόμενό της.
63 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά τις διαδικασίες κηρύξεως σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, κατά την παρέλευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2008/344 προθεσμίας και λαμβανομένης υπόψη της παρατάσεως της προθεσμίας αυτής μέσω της αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως που χορήγησε ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, μόνον η TB τελούσε υπό πτωχευτική διαδικασία, δεδομένου ότι η δήλωση παύσεως των πληρωμών υποβλήθηκε στις 16 Αυγούστου 2006. Οι δηλώσεις παύσεως πληρωμών της BΑ και της HB υποβλήθηκαν στις 25 Ιουνίου 2008 και στις 29 Απριλίου 2009, αντιστοίχως, ήτοι μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας.
64 Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν είχε παράσχει, κατά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, έγγραφα από τα οποία η Επιτροπή μπορούσε να συναγάγει το συμπέρασμα ότι ο όμιλος TB τελούσε σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και ότι η παύση της δραστηριότητας είχε ένα τέτοιο οριστικό και πλήρη χαρακτήρα ώστε η απλή εγγραφή των σχετικών με την ανάκτηση των ενισχύσεων απαιτήσεων στον πίνακα των απαιτήσεων που αφορούσαν τις εταιρίες του ομίλου αυτού αρκούσε για τη συμμόρφωσή της με την απόφαση 2008/344.
65 Ως εκ τούτου, όσον αφορά την BA και την HB, η σχετική με τους κηρυχθέντες σε πτώχευση δικαιούχους ενισχύσεων νομολογία δεν έχει εφαρμογή, οπότε η δήλωση των εν λόγω απαιτήσεων μετά την παρέλευση της προαναφερθείσας προθεσμίας δεν αποτελεί ορθή τήρηση των υποχρεώσεων που η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέχει από τα άρθρα 4 και 5 της αποφάσεως 2008/344.
66 Όσον αφορά την TB, διαπιστώνεται ότι με το από 13 Ιουνίου 2008 έγγραφό της η Δημοκρατία της Πολωνίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι τον Απρίλιο του 2008 εισπράχθηκε από την ΤΒ ποσό 13 περίπου εκατομμυρίων PLN στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344.
67 Συναφώς, ακόμη και αν η είσπραξη του ποσού αυτού θεωρηθεί ως ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποφάσεως 2008/344, το ύψος του δεν αντιστοιχεί σε εκείνο των προς ανάκτηση ποσών που καθορίστηκαν με την εν λόγω απόφαση.
68 Δεύτερον, όσον αφορά τις περιστάσεις που επικαλείται η Δημοκρατία της Πολωνίας για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344 και, κατ’ επέκταση, τη μη ανάκτηση της χορηγηθείσας στον όμιλο TB επίδικης ενισχύσεως, το κράτος αυτό υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση στην ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παράλληλη εφαρμογή των σχετικών με την πτώχευση διατάξεων του πολωνικού δικονομικού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως, η οποία ενέχει κίνδυνο εις διπλούν εισπράξεως των οφειλόμενων ποσών. Επιπλέον, επικαλείται και άλλες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως δυσκολίες κατά την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως.
69 Συναφώς, υπενθυμίζεται η πάγια νομολογία κατά την οποία το μοναδικό μέσο άμυνας που μπορεί να προβληθεί από κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής παραβάσεως ασκηθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ είναι το επιχείρημα που αντλείται από την απόλυτη έλλειψη δυνατότητας ορθής εκτελέσεως της διατάσσουσας την ανάκτηση αποφάσεως (βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, C‑214/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2008, σ. I‑8357, σκέψη 44, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Σλοβακίας, σκέψη 43).
70 Από την ίδια αυτή νομολογία προκύπτει ότι η προϋπόθεση της απόλυτης ελλείψεως δυνατότητας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις το καθού κράτος μέλος απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως κατά την εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να ανακτήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως προς άρση των δυσκολιών (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 74, και της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 46).
71 Στην υπό κρίση διαφορά, διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μολονότι επικαλέστηκε «σοβαρές δυσκολίες», «προβλήματα» και «σημαντικά κωλύματα» κατά την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344, εξήγησε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, κατά την άποψή της, τα προβλήματα που υφίστανται δεν καθιστούν αδύνατη την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως.
72 Επίσης, όσον αφορά το επιχείρημα που το εν λόγω κράτος μέλος αντλεί από τον κίνδυνο εις διπλούν επιστροφής των ενισχύσεων, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο φόβος εσωτερικών δυσκολιών κατά την εφαρμογή αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους κράτους μέλους μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-52/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-4443, σκέψη 38, της 9ης Δεκεμβρίου 1997, C-265/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. I-6959, σκέψη 55, της 29ης Ιανουαρίου 1998, C‑280/95, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1998, σ. I‑259, σκέψη 16, και της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑441/06, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2007, σ. I‑8887, σκέψη 43).
73 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι, κατά την παρέλευση της ταχθείσας με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2008/344 προθεσμίας και, όσον αφορά τη ΒA και την HB, λαμβανομένης υπόψη της παρατάσεως της προθεσμίας αυτής λόγω αναστολής της εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως την οποία χορήγησε ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, οι ενέργειες των πολωνικών αρχών δεν είχαν καταλήξει σε πραγματική ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως και, συνεπώς, δεν είχαν αποκατασταθεί εντός της προθεσμίας αυτής οι συνήθεις όροι του ανταγωνισμού.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 5 της αποφάσεως 2008/344
74 Δεν συντρέχει λόγος εξετάσεως από το Δικαστήριο του στηριζόμενου στο άρθρο 5 της αποφάσεως της Επιτροπής ισχυρισμού περί παραβάσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας λόγω της παραλείψεώς της να ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα που έλαβε ή που σχεδίαζε να λάβει προς εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι το κράτος μέλος αυτό δεν τήρησε τις υποχρεώσεις αυτές καθαυτές εντός της ταχθείσας προθεσμίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑177/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2007, σ. I‑7689, σκέψη 54, και προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 67).
75 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία για την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344 μέτρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 3 και 4 της αποφάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Δημοκρατία της Πολωνίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Δημοκρατία της Πολωνίας, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία για την εκτέλεση της αποφάσεως 2008/344/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 23/06 (πρώην NN 35/06) που χορήγησε η Πολωνία υπέρ της χαλυβουργίας Technologie Buczek Group μέτρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 3 και 4 της αποφάσεως αυτής.
2) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.
Full & Egal Universal Law Academy