Υπόθεση C-376/09
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας
«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΚ) 2037/2000 – Άρθρα 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, και 16 – Υποχρέωση παροπλισμού των συστημάτων πυροπροστασίας και των πυροσβεστήρων που περιέχουν halons για μη κρίσιμης σημασίας χρήσεις σε πλοία – Εξαιρέσεις – Κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons 1301 και 2402»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόδειξη της παραβάσεως – Η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως – Τεκμήρια – Δεν επιτρέπονται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Περιβάλλον – Προστασία της στιβάδας του όζοντος – Κανονισμός 2037/2000 σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος – Απαγόρευση της διαθέσεως στην αγορά και της χρήσεως halons – Εξαιρέσεις
(Κανονισμός 2037/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 4 §§ 1, στοιχείο γ΄, 4, στοιχείο v, και 5, και παράρτημα VII)
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον εκ μέρους του έλεγχο της υπάρξεως της παραβάσεως αυτής, χωρίς η Επιτροπή να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο.
(βλ. σκέψη 32)
2. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως λόγω μη τηρήσεως από κράτος μέλος του κανονισμού 2037/2000, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, ως προς την υποχρέωση παροπλισμού των συστημάτων πυροπροστασίας και των πυροσβεστήρων που περιέχουν halons για μη κρίσιμης σημασίας χρήσεις σε πλοία.
Η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 1301 και της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 2402, στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000, στηρίζεται σε δύο ισχυρισμούς. Αφενός, ότι τα συστήματα πυροπροστασίας με halon αφορούν, στη μεγάλη πλειονότητα των φορτηγών πλοίων όπου απαντούν, την κατάσβεση, και όχι την αδρανοποίηση. Αφετέρου, ότι υπάρχουν δύο μόνο συγκεκριμένες περιπτώσεις χρήσεως συστημάτων με halon για αδρανοποίηση, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, ήτοι η χρήση είτε σε δεξαμενές πετρελαιοφόρων είτε σε μηχανήματα που σχετίζονται με την αυτόματη άντληση αλεύρων εντός ή εκτός του αμπαριού των πλοίων.
Η ερμηνεία αυτή, ωστόσο, δεν απορρέει ούτε από τις διατάξεις του προαναφερθέντος παραρτήματος ούτε από κάποια άλλη διάταξη του κανονισμού 2037/2000. Εξάλλου, οι αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού δεν περιέχουν μνεία των δύο περιπτώσεων χρήσεως στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή.
Αντιθέτως, η διατύπωση της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 1301 και της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 2402, στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000, είναι ευρεία, καθόσον γίνεται λόγος για τη χρήση των ουσιών αυτών «στον στρατιωτικό τομέα, στον τομέα πετρελαίου, υγραερίου και πετροχημικών, και σε υφιστάμενα φορτηγά πλοία».
(βλ. σκέψεις 33-35)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 19ης Μαΐου 2011 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΚ) 2037/2000 – Άρθρα 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, και 16 – Υποχρέωση παροπλισμού των συστημάτων πυροπροστασίας και των πυροσβεστήρων που περιέχουν halons για μη κρίσιμης σημασίας χρήσεις σε πλοία – Εξαιρέσεις – Κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons 1301 και 2402»
Στην υπόθεση C‑376/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Alcover San Pedro και τον E. Depasquale, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας, εκπροσωπούμενης από τον S. Camilleri και την A. Buhagiar,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, U. Lõhmus (εισηγητή), A. Ó Caoimh και P. Lindh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: A. Calot Escobar
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, παραλείποντας να παροπλίσει τα συστήματα πυροπροστασίας και τους πυροσβεστήρες που περιέχουν halons για μη κρίσιμης σημασίας χρήσεις σε πλοία και να προχωρήσει στην ανάκτηση αυτών των halons, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, και 16 του κανονισμού (ΕΚ) 2037/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ L 244, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2004/232/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2004 (ΕΕ L 71, σ. 28, στο εξής: κανονισμός 2037/2000).
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 2037/2000
2 Ο κανονισμός 2037/2000 έχει ως σκοπό να θέσει σε εφαρμογή τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπογραφείσα στις 22 Μαρτίου 1985 Σύμβαση της Βιέννης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος και από το συναφθέν στις 16 Σεπτεμβρίου 1987 πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, τα οποία εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με την απόφαση 88/540/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1988 (ΕΕ L 297, σ. 8).
3 Ο κανονισμός αυτός, κατά το άρθρο του 1, αφορά, μεταξύ άλλων, τη χρήση halons.
4 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι «[μ]ε την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5, απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά και η χρήση […] halons […]».
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Πλην των χρήσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, τα συστήματα πυροπροστασίας και οι πυροσβεστήρες που περιέχουν halons πρέπει να παροπλιστούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003. Τα halons ανακτώνται σύμφωνα με το άρθρο 16.»
6 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 2037/2000:
«Οι ελεγχόμενες ουσίες που περιέχονται σε:
[…]
– συστήματα πυροπροστασίας και πυροσβεστήρες
ανακτώνται με σκοπό την καταστροφή τους, με τεχνολογίες εγκεκριμένες από τα μέρη ή με οποιαδήποτε άλλη περιβαλλοντικώς αποδεκτή τεχνολογία καταστροφής, ή με σκοπό την ανακύκλωση ή ποιοτική αποκατάστασή τους, κατά τη συντήρηση και την επισκευή του εξοπλισμού ή πριν από τη διάλυση ή την τελική απόσυρσή του.»
7 Το άρθρο 20, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι «[ο]ι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αναλαμβάνουν τη διενέργεια των ερευνών τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίες βάσει του παρόντος κανονισμού. Τα κράτη μέλη διενεργούν επίσης δειγματοληπτικούς ελέγχους στις εισαγωγές ελεγχομένων ουσιών και γνωστοποιούν στην Επιτροπή το πρόγραμμα και το πόρισμα των ελέγχων αυτών».
8 Το παράρτημα VII του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με τις κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons, έχει ως εξής:
«Χρήση halon 1301:
[…]
– για την αδρανοποίηση κατειλημμένων χώρων στους οποίους υπάρχει πιθανότητα ελευθέρωσης εύφλεκτων υγρών ή/και αερίων στον στρατιωτικό τομέα, στον τομέα πετρελαίου, υγραερίου και πετροχημικών, και σε υφιστάμενα φορτηγά πλοία,
[…]
Χρήση halon 2402 μόνο στην Κύπρο, την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβακία και την Σλοβενία:
[…]
– για την αδρανοποίηση κατειλημμένων χώρων στους οποίους υπάρχει πιθανότητα ελευθέρωσης εύφλεκτων υγρών ή/και αερίων στον στρατιωτικό τομέα, στον τομέα πετρελαίου, υγραερίου και πετροχημικών, και σε υφιστάμενα φορτηγά πλοία,
[…]».
9 Όσον αφορά τη διαχρονική εφαρμογή του κανονισμού 2037/2000, κανένα μεταβατικό μέτρο δεν προβλέφθηκε ως προς τη Δημοκρατία της Μάλτας με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33, στο εξής: Πράξη προσχωρήσεως).
10 Κατά το άρθρο 2 της Πράξεως προσχωρήσεως:
«Από την ημερομηνία προσχώρησης, οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή υπενθύμισε στις μαλτέζικες αρχές ότι έπρεπε να παροπλίσουν τα συστήματα πυροπροστασίας και τους πυροσβεστήρες που περιέχουν halons τα οποία δεν προορίζονται για χρήσεις κρίσιμης σημασίας και επισήμανε ότι η μόνη χρήση αυτών των ουσιών σε ήδη υφιστάμενα φορτηγά πλοία η οποία επιτρεπόταν, βάσει του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000, αφορούσε την αδρανοποίηση είτε των δεξαμενών πετρελαίου είτε των μηχανημάτων που σχετίζονται με την αυτόματη άντληση αλεύρων εντός ή εκτός του αμπαριού των πλοίων. Ζήτησε επίσης από τις ως άνω αρχές να συμπληρώσουν και να αποστείλουν, το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 2006, ένα έντυπο σχετικό με την κρίσιμης σημασίας χρήση halons στα πλοία υπό μαλτέζικη σημαία.
12 Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή συνήγαγε ότι η Μαλτέζικη Κυβέρνηση παραδεχόταν τη μη κρίσιμης σημασίας χρήση halons σε πλοία που φέρουν τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους. Κατόπιν τούτου, εκτιμώντας ότι η Δημοκρατία της Μάλτας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, 16 και 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2037/2000, καθώς και από το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή απέστειλε, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, έγγραφο οχλήσεως σε αυτό το κράτος μέλος, καλώντας το να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
13 Οι μαλτέζικες αρχές γνωστοποίησαν, με την από 14 Μαΐου 2007 απάντησή τους στο έγγραφο, ότι 89 πλοία υπό μαλτέζικη σημαία εξακολουθούσαν να είναι εξοπλισμένα με συστήματα πυροπροστασίας και πυροσβεστήρες που περιείχαν halons. Εντούτοις, οι εν λόγω αρχές, αμφισβητώντας την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000, την οποία χαρακτήρισαν συσταλτική, υποστήριξαν ότι επρόκειτο για «χρήσεις κρίσιμης σημασίας» κατά την έννοια του παραρτήματος αυτού.
14 Δεδομένου ότι δεν πείσθηκε από την ως άνω απάντηση, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 17 Οκτωβρίου 2008, αιτιολογημένη γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της.
15 Οι μαλτέζικες αρχές απάντησαν, με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2009, ότι τα υπό τη μαλτέζικη σημαία πλοία τα οποία εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν halons ως μέσα κατασβέσεως ανέρχονταν σε 41. Η Δημοκρατία της Μάλτας δήλωσε, βάλλοντας παράλληλα κατά της προκριθείσας από την Επιτροπή ερμηνείας του όρου «κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons» κατά την έννοια του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000, ότι υποχρέωσε όλους τους πλοιοκτήτες των οποίων τα υπό μαλτέζικη σημαία πλοία ήσαν εξοπλισμένα με συστήματα πυροπροστασίας που περιείχαν halons να τα παροπλίσουν το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2010.
16 Η Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση αυτή, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ’ αρχάς ότι ο όρος «κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons» κατά την έννοια του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000 πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικώς, καθόσον οι χρήσεις αυτές αποτελούν εξαιρέσεις από την επιβαλλόμενη με το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, του εν λόγω κανονισμού υποχρέωση παροπλισμού των συστημάτων πυροπροστασίας και των πυροσβεστήρων που περιέχουν halons.
18 Τονίζει ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του παραρτήματος VII, ιδίως δε της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 1301 και της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 2402, η μόνη επιτρεπόμενη χρήση των ουσιών αυτών σε ήδη υφιστάμενα φορτηγά πλοία είναι η σχετική με «την αδρανοποίηση κατειλημμένων χώρων στους οποίους υπάρχει πιθανότητα ελευθέρωσης εύφλεκτων υγρών ή/και αερίων». Στην πράξη, οι εν λόγω διατάξεις καλύπτουν αποκλειστικώς δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις χρήσεων, ήτοι την αδρανοποίηση είτε των δεξαμενών πετρελαίου είτε των μηχανημάτων που σχετίζονται με την αυτόματη άντληση αλεύρων εντός ή εκτός του αμπαριού των πλοίων.
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει, ακολούθως, ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ συστημάτων αδρανοποιήσεως και συστημάτων κατασβέσεως, στα περισσότερα δε φορτηγά πλοία ο εξοπλισμός τους που περιέχει halons εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Συγκεκριμένα, ως «αδρανοποίηση» πρέπει να νοηθεί η «προληπτική ελευθέρωση halon ενόψει του ενδεχομένου πυρκαγιάς ή εκρήξεως σε εν δυνάμει εύφλεκτο και επικίνδυνο κατειλημμένο χώρο, με τέτοια συγκέντρωση ώστε η ατμόσφαιρα του χώρου αυτού να μην καθιστά πλέον δυνατή την καύση».
20 Έτσι, όσον αφορά τα υφιστάμενα φορτηγά πλοία, η χρήση των halons 1301 και 2402 θα μπορούσε να θεωρηθεί κρίσιμη, κατά την έννοια του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000, μόνο στο πλαίσιο συστήματος πυροπροστασίας για την αδρανοποίηση των κατειλημμένων χώρων στους οποίους υπάρχει πιθανότητα διαρροής εύφλεκτων υγρών ή/και αερίων, δηλαδή η χρήση στο πλαίσιο συστήματος που ελευθερώνει halon πριν την έναρξη της καύσεως ή την επέλευση εκρήξεως σε ατμόσφαιρα εύφλεκτη ή εκρηκτική, με σκοπό ακριβώς να τις αποτρέψει. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη από τη Δημοκρατία της Μάλτας ερμηνεία της έννοιας «κρίσιμης σημασίας χρήσεις» είναι αντίθετη προς το γράμμα του εν λόγω παραρτήματος.
21 Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ίδιες οι μαλτέζικες αρχές παραδέχθηκαν, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ότι στα οικεία πλοία χρησιμοποιείται halon για την κατάσβεση πυρκαγιών. Εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία της Μάλτας δεν παρέσχε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται halon στα πλοία αυτά. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο εξοπλισμός που περιέχει halon δεν τοποθετείται συνήθως στα φορτηγά πλοία προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για αδρανοποίηση, τα εν λόγω πλοία δεν καλύπτονται από τις σχετικές με τα φορτηγά πλοία εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπει το παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000.
22 Τέλος, προς αντίκρουση του επιχειρήματος της Δημοκρατίας της Μάλτας ότι οι ιδιοκτήτες των οικείων πλοίων μπορούν να επικαλεστούν, προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβιάσεως της αρχής αυτής, καθώς το εν λόγω θεσμικό όργανο, όχι μόνο δεν έδωσε ποτέ οποιαδήποτε διαβεβαίωση προς επίρρωση της απόψεως που υποστήριξε η Δημοκρατία της Μάλτας, αλλά, αντιθέτως, διατύπωσε επανειλημμένως τη θέση του ως προς την ορθή ερμηνεία του επίμαχου παραρτήματος, σε σχέση με το ζήτημα των κρίσιμης σημασίας χρήσεων halon σε φορτηγά πλοία. Εξάλλου, όσον αφορά την οικονομική επιβάρυνση την οποία θα υποστούν οι ιδιοκτήτες και οι ναυλωτές των πλοίων αυτών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα συστήματα πυροπροστασίας τους που περιέχουν halon έπρεπε να έχουν παροπλιστεί πριν την 1η Μαΐου 2004 και τυχόν δυσχέρειες οι οποίες ανακύπτουν στο στάδιο της εκτελέσεως μιας πράξεως της Ένωσης δεν είναι δυνατό να απαλλάσσουν μονομερώς ένα κράτος μέλος από την τήρηση των υποχρεώσεών του. Συναφώς, παραπέμπει στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 128/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 183).
23 Η Δημοκρατία της Μάλτας αμφισβητεί, κατ’ αρχάς, την προκριθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία του όρου «κρίσιμης σημασίας χρήσεις των halons» κατά την έννοια του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000. Υποστηρίζει ότι η χρήση αυτή αφορά τα μηχανοστάσια όπου βρίσκονται κινητήρες εσωτερικής καύσεως, λέβητες μαζούτ ή μονάδες και γεννήτριες που λειτουργούν με μαζούτ, τα αντλιοστάσια φορτίου και άλλους παρόμοιους χώρους πλοίων τα οποία έχουν ναυπηγηθεί πριν την 1η Οκτωβρίου 1994. Εν προκειμένω, η χρήση halon σε τέτοιους «χώρους» εντός των οικείων πλοίων συνιστά επίσης «κρίσιμης σημασίας χρήση» κατά την έννοια του ως άνω παραρτήματος.
24 Κατά την άποψη του εν λόγω κράτους μέλους, η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της έννοιας αυτής έρχεται σε αντίθεση προς το ακριβές γράμμα των οικείων διατάξεων του επίμαχου παραρτήματος, των οποίων η διατύπωση είναι ευρεία, καθόσον αναφέρονται στην «αδρανοποίηση κατειλημμένων χώρων στους οποίους υπάρχει πιθανότητα ελευθέρωσης εύφλεκτων υγρών ή/και αερίων […] σε υφιστάμενα φορτηγά πλοία», χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επιφύλαξη.
25 Η Δημοκρατία της Μάλτας ισχυρίζεται, εν συνεχεία, ότι η διάκριση, στην οποία προβαίνει η Επιτροπή, μεταξύ των όρων «κατάσβεση» και «αδρανοποίηση» είναι, στο πλαίσιο του κανονισμού 2037/2000, αβάσιμη και τεχνητή. Η κατάσβεση αποτελεί κατ’ ουσίαν μέρος της αδρανοποιήσεως, ιδίως όταν χρησιμοποιείται το ίδιο μέσο. Συγκεκριμένα, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της αδρανοποιήσεως και της κατασβέσεως είναι συχνά ασαφής, στο μέτρο που η χρήση των 1301 και 2402 για την αποτροπή της εξαπλώσεως της καύσεως εντός συγκεκριμένης ζώνης έχει αυτομάτως ως συνέπεια την αδρανοποίηση των παρακείμενων ζωνών προκειμένου να μην υπάρξει νέα ανάφλεξη και/ή να μη σημειωθούν εκρήξεις. Επομένως, η αδρανοποίηση αποτελεί, κατά την άποψη αυτή, φυσική συνέπεια της κατασβέσεως όταν χρησιμοποιούνται τέτοια halons. Κατά τη Δημοκρατία της Μάλτας, τα halons 1301 και 2402 είναι γνωστά, στον τομέα της πυροπροστασίας, για την αποτελεσματικότητά τους τόσο στην κατάσβεση όσο και στην αδρανοποίηση, αυτή δε ακριβώς η πολυσχιδής τους δράση τα καθιστά τόσο ελκυστικά και, ως ένα βαθμό, αναντικατάστατα στον τομέα αυτόν.
26 Τέλος, η Δημοκρατία της Μάλτας υποστηρίζει ότι η έκδοση του παραρτήματος VII του κανονισμού 2037/2000 δημιούργησε, για τους πλοιοκτήτες, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη η οποία μπορεί να θιγεί από την υποκειμενική ερμηνεία της Επιτροπής για την εν λόγω διάταξη, ιδίως καθόσον η ερμηνεία αυτή περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της και απάδει τόσο προς το γράμμα όσο και προς το πνεύμα της. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
27 Εν πάση περιπτώσει, το οικείο κράτος μέλος ισχυρίζεται ότι μειώνεται ο αριθμός των υπό μαλτέζικη σημαία πλοίων τα οποία είναι ακόμη εξοπλισμένα με συστήματα πυροπροστασίας που περιέχουν halons. Τα πλοία αυτά, στην πλειονότητά τους, θα αποσυρθούν σύντομα, δεδομένου ότι ορισμένα είναι πετρελαιοφόρα μονού κύτους, τα οποία πρέπει να παροπλιστούν το αργότερο έως το τέλος του 2010, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις τόσο της διεθνούς συμβάσεως για την πρόληψη της ρύπανσης από τα πλοία, η οποία υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 2 Νοεμβρίου 1973 και συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο της 17ης Φεβρουαρίου 1978, όσο και του κανονισμού (ΕΚ) 417/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, για την εσπευσμένη σταδιακή καθιέρωση απαιτήσεων διπλού κύτους ή ισοδύναμου σχεδιασμού για τα πετρελαιοφόρα μονού κύτους και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 2978/94 του Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, τυχόν επιβολή στους ιδιοκτήτες των εν λόγω πλοίων της υποχρεώσεως να παροπλίσουν τα συστήματα πυροπροστασίας θα συνεπαγόταν υπέρμετρη και δυσανάλογη επιβάρυνσή τους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
28 Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2037/2000, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου άρθρου, η διάθεση halons στο εμπόριο και η χρήση τους απαγορεύονται.
29 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο v, προβλέπει την υποχρέωση παροπλισμού των συστημάτων πυροπροστασίας και των πυροσβεστήρων που περιέχουν halons πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2003, εκτός αν πρόκειται για τις χρήσεις οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000. Εφόσον η Πράξη προσχωρήσεως δεν περιέχει διάταξη περί του αντιθέτου, η ως άνω υποχρέωση της Δημοκρατίας της Μάλτας άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 2 της εν λόγω Πράξεως, από την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004.
30 Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ήδη από την προαναφερθείσα ημερομηνία, η χρήση τέτοιων συστημάτων πυροπροστασίας και πυροσβεστήρων στα πλοία υπό μαλτέζικη σημαία επιτρέπεται μόνον αν μπορεί να θεωρηθεί «κρίσιμης σημασίας», κατά την έννοια του επίμαχου παραρτήματος.
31 Το εν λόγω κράτος μέλος δεν αμφισβητεί ότι ορισμένα πλοία που φέρουν τη μαλτέζικη σημαία διαθέτουν συστήματα κατασβέσεως στα οποία χρησιμοποιείται halon. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι οι χρήσεις αυτές καλύπτονται από την έννοια «κρίσιμης σημασίας χρήσεις», αμφισβητώντας την ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στον όρο.
32 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που του είναι αναγκαία για να ελέγξει την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής, χωρίς η Επιτροπή να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Μαΐου 2005, C‑287/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2005, σ. I‑3761, σκέψη 27, και της 10ης Ιουνίου 2010, C‑37/09, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 28).
33 Διαπιστώνεται ότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 1301 και της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 2402, στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000, στηρίζεται σε δύο ισχυρισμούς. Αφενός, ότι τα συστήματα πυροπροστασίας με halon αφορούν, στη μεγάλη πλειονότητα των φορτηγών πλοίων όπου απαντούν, την κατάσβεση, και όχι την αδρανοποίηση. Αφετέρου, ότι υπάρχουν δύο μόνο συγκεκριμένες περιπτώσεις χρήσεως συστημάτων με halon για αδρανοποίηση, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, ήτοι η χρήση είτε σε δεξαμενές πετρελαιοφόρων είτε σε μηχανήματα που σχετίζονται με την αυτόματη άντληση αλεύρων εντός ή εκτός του αμπαριού των πλοίων.
34 Η ερμηνεία αυτή, ωστόσο, δεν απορρέει ούτε από τις διατάξεις του επίμαχου παραρτήματος ούτε από κάποια άλλη διάταξη του κανονισμού 2037/2000. Εξάλλου, οι αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού δεν περιέχουν μνεία των δύο περιπτώσεων χρήσεως στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή.
35 Αντιθέτως, η διατύπωση της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 1301 και της τρίτης περιπτώσεως των κρίσιμης σημασίας χρήσεων του halon 2402, στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα VII του κανονισμού 2037/2000, είναι ευρεία, καθόσον γίνεται λόγος για τη χρήση των ουσιών αυτών «στον στρατιωτικό τομέα, στον τομέα πετρελαίου, υγραερίου και πετροχημικών, και σε υφιστάμενα φορτηγά πλοία».
36 Εξάλλου, η φράση «αδρανοποίηση κατειλημμένων χώρων», όπως χρησιμοποιείται στις προαναφερθείσες διατάξεις, υποδηλώνει ότι αυτή η χρήση των συγκεκριμένων halons προβλέπεται για χώρους κατειλημμένους από πρόσωπα, οπότε μπορεί να αφορά και άλλα είδη ή τμήματα πλοίων, και όχι μόνο εκείνα στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή.
37 Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η χρήση halon στα πλοία, στην πράξη, περιορίζεται στις δύο περιπτώσεις για τις οποίες έκανε λόγο η Επιτροπή, δεν είναι δυνατό να συναχθεί από τον κανονισμό 2037/2000 το συμπέρασμα ότι η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να περιορίσει τη χρήση halon στα πλοία στις συγκεκριμένες δύο περιπτώσεις.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη της παραβάσεως που προσήψε στη Δημοκρατία της Μάλτας.
39 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Μάλτας ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy