ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 28ης Οκτωβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ταχυδρομικές υπηρεσίες – Οδηγία 97/67/ΕΚ – Εθνικοί περιορισμοί – Επιχειρήσεις ταχυμεταφοράς – Εθνικό καθεστώς αδειοδοτήσεως»
Στην υπόθεση C-500/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Lozano Palacios και Δ. Τριανταφύλλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Π. Μυλωνόπουλο και Δ. Τσαγκαράκη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, πρόεδρο τμήματος, C. Toader και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, συνεχίζοντας να εφαρμόζει την υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. A1/44351/3608, της 12ης Οκτωβρίου 2005 (ΦΕΚ Β΄ 1491, στο εξής: υπουργική απόφαση), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (ΕΕ 1998, L 15, σ. 14), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 176, σ. 21, στο εξής: οδηγία 97/67), ιδίως δε από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
2 Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/39, η οδηγία 97/67 «καθόρισε ένα κανονιστικό πλαίσιο για τον ταχυδρομικό τομέα σε κοινοτικό επίπεδο, πλαίσιο που περιλαμβάνει τη λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της παροχής της καθολικής υπηρεσίας και τον καθορισμό ανώτατων ορίων για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν κατ’ αποκλειστικότητα στον δικό τους ή στους δικούς τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, με στόχο τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας, και ένα χρονοδιάγραμμα για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό, με σκοπό τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών».
3 Τα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 97/67 καθορίζουν τις προϋποθέσεις που διέπουν την παροχή μη αποκλειστικών υπηρεσιών και την πρόσβαση στο δίκτυο. Συναφώς, τα άρθρα αυτά επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη χορήγηση γενικών και ειδικών αδειών.
4 Κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 97/67:
«1. Για τις μη αποκλειστικές υπηρεσίες, οι οποίες είναι εκτός του πεδίου της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν γενικές άδειες, στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις.
2. Για τις μη αποκλειστικές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν διαδικασίες χορήγησης άδειας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αδειών, στο βαθμό που είναι αναγκαίος στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις και να διασφαλισθεί η καθολική υπηρεσία.
Η χορήγηση αδειών μπορεί:
– κατά περίπτωση, να εξαρτάται από υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας,
– να επιβάλλει εν ανάγκη απαιτήσεις σχετικά με την ποιότητα, τη διαθεσιμότητα και τις επιδόσεις των σχετικών υπηρεσιών,
– να εξαρτάται από την υποχρέωση να μη θίγονται τα αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα που έχουν χορηγηθεί στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας για τις βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, ανατιθέμενες κατ’ αποκλειστικότητα ταχυδρομικές υπηρεσίες.
3. Οι διαδικασίες που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 πρέπει να είναι διαφανείς, αμερόληπτες, αναλογικές και να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια. Τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να ανακοινώνονται στον αιτούντα οι λόγοι για τους οποίους δεν χορηγήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, η τυχόν ζητηθείσα άδεια και πρέπει να καθιερώσουν διαδικασία προσφυγής.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Η υπουργική απόφαση προβλέπει τα εξής:
«Σε ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο εργασιών την παραλαβή, συγκέντρωση, συσκευασία και ταξινόμηση μικροδεμάτων, εγγράφων και αντικειμένων επειγούσης διαβίβασης (courier) επιτρέπεται η χορήγηση αδειών κυκλοφορίας ΦΙΧ αυτοκινήτων κοινού φόρτου και μικτού βάρους μέχρι 4 000 χιλιόγραμμων, εφόσον από τη βεβαίωση της οικονομικής εφορίας την οποία υποχρεούται να υποβάλει, προκύπτει το παραπάνω περιγραφόμενο αντικείμενο εργασιών.
Κατά τη χορήγηση των αδειών κυκλοφορίας οι παραπάνω επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλουν επικυρωμένο αντίγραφο της βεβαίωσης εγγραφής στο Μητρώο Ταχυδρομικών Επιχειρήσεων της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων [(στο εξής: ΕΕΤΤ] […].
Στις χορηγούμενες άδειες κυκλοφορίας αναγράφεται υποχρεωτικά ότι με το παρόν όχημα επιτρέπεται η παραλαβή, συγκέντρωση και συσκευασία μικροδεμάτων και αντικειμένων βάρους μέχρι 20 χιλιογράμμων και εγγράφων επειγούσης διαβίβασης. Επίσης αναγράφεται η διάρκεια ισχύος που συμφωνεί με την αναγραφόμενη στη βεβαίωση της ΕΕΤΤ.
Για την ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας του φορτηγού ΙΧ υποβάλλεται εκ νέου η βεβαίωση εγγραφής της ΕΕΤΤ.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6 Στις 28 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο προσήψε στο εν λόγω κράτος μέλος ότι παρέβαινε, λόγω των διατάξεων της υπουργικής αποφάσεως, τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 97/67.
7 Επειδή η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τις παρατηρήσεις τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία διατύπωσε στο έγγραφο της 22ας Απριλίου 2008 ως απάντηση στο έγγραφο της Επιτροπής, το εν λόγω θεσμικό όργανο εξέδωσε, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 97/67, εντός διμήνου από της παραλαβής της γνώμης αυτής.
8 Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με έγγραφο το οποίο διαβιβάσθηκε στην Επιτροπή στις 23 Απριλίου 2009.
9 Επειδή δεν την ικανοποίησε η απάντηση αυτή, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
10 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπουργική απόφαση επιβάλλει δύο νέους περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών στην οποία σκοπεί η οδηγία 97/67, συγκεκριμένα:
– την υποχρέωση των μεταφορικών επιχειρήσεων, ως δικαιοδόχων του κατόχου γενικής αδείας χορηγηθείσας από την EETT, να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση χωριστής γενικής άδειας από την EETT, ώστε να λάβουν πιστοποιητικό που θα βεβαιώνει ότι είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο ταχυδρομικών επιχειρήσεων που τηρείται από την EETT,
– οι άδειες για τα φορτηγά ταχυμεταφορών χορηγούνται μόνο για τη μεταφορά φορτίων με μικτό βάρος έως 4 τόνους, τα δε φορτία που υπερβαίνουν το ανώτατο αυτό όριο πρέπει να μεταφέρονται με φορτηγά δημοσίας χρήσεως.
11 Όσον αφορά τον πρώτο περιορισμό, είναι αδύνατο για τις επιχειρήσεις ταχυμεταφορών να λάβουν χωριστή άδεια, δεδομένου ότι, ως δικαιοδόχοι ενός κατόχου γενικής αδείας, είναι ήδη μέλη ταχυδρομικού δικτύου.
12 Προκειμένου να υπερπηδήσουν το εμπόδιο αυτό και να εγγραφούν στο μητρώο της EETT, οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει πρώτα να παύσουν να είναι μέλη του ταχυδρομικού δικτύου και στη συνέχεια να ανασυσταθούν ως ανεξάρτητες επιχειρήσεις ταχυμεταφοράς και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση γενικής αδείας. Τα διαβήματα αυτά συνεπάγονται σημαντικά έξοδα για τους δικαιοδόχους, καθώς και πλήρη αναδιάρθρωση των ταχυδρομικών δικτύων.
13 Η δυνατότητα που έχουν οι επιχειρήσεις ταχυμεταφοράς να υπερβούν το εμπόδιο αυτό μισθώνοντας φορτηγά από κατόχους γενικής αδείας συνεπάγεται πρακτικές δυσχέρειες και δυσανάλογες για τις επιχειρήσεις αυτές επιβαρύνσεις.
14 Όσον αφορά τον δεύτερο περιορισμό ο οποίος εμποδίζει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ταχυμεταφορών να παρέχουν οι ίδιες ορισμένες ταχυδρομικές υπηρεσίες, λόγω του επιβληθέντος με την εθνική νομοθεσία ορίου βάρους, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καίτοι οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να καταφεύγουν στις υπηρεσίες τρίτων, χρησιμοποιώντας φορτηγά δημοσίας χρήσεως, εντούτοις αυτό συνεπάγεται απώλεια χρόνου και επιπλέον δαπάνες για τις επιχειρήσεις αυτές, χωρίς να προβάλλεται κάποιος συγκεκριμένος σκοπός προς δικαιολόγηση του εν λόγω περιορισμού.
15 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, για τους λόγους αυτούς, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως αδειών συνιστούν αδικαιολόγητα εμπόδια στην ελεύθερη παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, η οποία θεσπίσθηκε με την οδηγία 97/67 και αντιβαίνουν ιδίως στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής.
16 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την προσαπτόμενη παράβαση. Εκθέτει απλώς ότι προτίθεται να τροποποιήσει τα σημεία της υπουργικής αποφάσεως τα οποία, κατά την Επιτροπή, είναι ασύμβατα προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου το σχέδιο της νέας υπουργικής αποφάσεως να εγκριθεί το συντομότερο δυνατόν.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως εκτιμάται με γνώμονα την κατάσταση του κράτος μέλους κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, χωρίς το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη μεταγενέστερες μεταβολές (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. I-13909, σκέψη 43, και της 4ης Μαρτίου 2010, C-297/08, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σ. 79).
18 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η Ελληνική Δημοκρατία εξακολουθούσε να εφαρμόζει την υπουργική απόφαση και δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη των περιορισμών τους οποίους συνεπάγεται η εν λόγω απόφαση, κατά των οποίων ορθώς βάλλει η Επιτροπή και των οποίων το ασύμβατο προς την οδηγία 97/67, ιδίως δε προς το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής, δεν αμφισβητεί εξάλλου το κράτος μέλος αυτό.
19 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
20 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, συνεχίζοντας να εφαρμόζει την υπουργική απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 97/67, ιδίως δε από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, συνεχίζοντας να εφαρμόζει την υπουργική απόφαση υπ’ αριθ. A1/44351/3608, της 12ης Οκτωβρίου 2005, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, ιδίως δε από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy