ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 2012 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Τελωνειακή ένωση — Κανονισμοί (ΕΟΚ) 2913/92 και (ΕΟΚ) 2454/93 — Διαγραφή εισαγωγικών δασμών — Φορτία καπνού και αιθυλικής αλκοόλης μεταφερόμενα προς τρίτες χώρες — Απάτη διαπραχθείσα από υπάλληλο της υπόχρεης εταιρίας»
Στην υπόθεση C-506/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2009,
Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes,
αναιρεσείουσα,
υποστηριζόμενη από:
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον M. Muñoz Pérez, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον στη διαδικασία αναιρέσεως,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Transnáutica — Transportes e Navegação SA, με έδρα το Matosinhos (Πορτογαλία), εκπροσωπούμενη από τους C. Fernández Vicién, abogada, D. Ortigão Ramos, advogado, I. Moreno-Tapia Rivas, abogada, P. Vidal Matos, advogado, και Μ. López Garrido, abogada,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Lyal και την L. Bouyon, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή), M. Ilešič, J.-J. Kasel και M. Berger,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T-385/05, Transnáutica κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση REM 05/2004 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2005, περί αρνήσεως διαγραφής και επιστροφής ορισμένων εισαγωγικών δασμών στην Transnáutica — Transportes e Navegação SA (στο εξής: επίμαχη απόφαση της Επιτροπής).
Το νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης
2
Κατά τα άρθρα 37, 91 και 92 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), μη κοινοτικά εμπορεύματα που εισέρχονται στην Κοινότητα τα οποία, αντί να υπόκεινται άμεσα στους εισαγωγικούς δασμούς, υπάγονται σε καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, κυκλοφορούν, υπό τελωνειακή επιτήρηση, στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος και δεν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία παρά μόνο στο τελωνείο του τόπου προορισμού τους.
3
Ο δικαιούχος του καθεστώτος εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης ορίζεται από τον τελωνειακό κώδικα ως ο «κύριος υπόχρεος», ο οποίος οφείλει να προσκομίζει τα εμπορεύματα ανέπαφα στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας και να τηρεί τις διατάξεις του καθεστώτος αυτού (άρθρο 96 του τελωνειακού κώδικα). Οι εν λόγω υποχρεώσεις παύουν να υφίστανται όταν τα εμπορεύματα και το σχετικό έγγραφο προσκομίζονται στο τελωνείο του τόπου προορισμού (άρθρο 92 του τελωνειακού κώδικα).
4
Κατά τα άρθρα 341, 346, 348, 350, 356 και 358 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), τα οικεία εμπορεύματα πρέπει να προσκομίζονται καταρχάς στο τελωνείο του τόπου αναχώρησης συνοδευόμενα από δήλωση Τ1. Το τελωνείο του τόπου αναχώρησης ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας τα εμπορεύματα πρέπει να προσκομιστούν στο τελωνείο προορισμού και θεωρεί δεόντως το παραστατικό Τ1, φυλάσσει το αντίτυπο που προορίζεται για το ίδιο και παραδίδει τα λοιπά αντίτυπά του στον κύριο υπόχρεο. Η μεταφορά των εμπορευμάτων πραγματοποιείται βάσει του παραστατικού Τ1. Μετά την προσκόμιση των εμπορευμάτων το τελωνείο προορισμού θεωρεί τα αντίτυπα του παραστατικού Τ1 που λαμβάνει, ανάλογα με τον διενεργηθέντα έλεγχο, και αποστέλλει χωρίς καθυστέρηση απόδειξη παραλαβής. Τα άρθρα 361 επ. του κανονισμού εφαρμογής, κατά το εν προκειμένω σχετικό κείμενό τους, ορίζουν ότι η απόδειξη παραλαβής, η οποία εκδίδεται από το τελωνείο προορισμού, μετά από αίτηση του προσώπου που υποβάλλει τα αντίτυπα της δήλωσης διαμετακόμισης, καλούμενα «αντίτυπα 4 και 5», επιστρέφεται στο τελωνείο του τόπου αναχώρησης, συνήθως μέσω ενός κεντρικού οργανισμού.
5
Η τελωνειακή επιτήρηση στην οποία υπάγονται τα εμπορεύματα που μεταφέρονται υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης παύει όταν αυτά τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, μεταξύ άλλων με την καταβολή εισαγωγικών δασμών (άρθρο 37, παράγραφος 2, και άρθρο 79 του τελωνειακού κώδικα). Σε περίπτωση που τα εμπορεύματα διαφύγουν την τελωνειακή επιτήρηση, το γεγονός αυτό καθιστά αμέσως απαιτητούς τους σχετικούς εισαγωγικούς δασμούς (άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα). Υπόχρεος στην καταβολή των δασμών είναι, επιπλέον του προσώπου που απομάκρυνε το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση, και το πρόσωπο που όφειλε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο βρισκόταν το εμπόρευμα αυτό (άρθρο 203, παράγραφος 3, και άρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα), δηλαδή ο κύριος υπόχρεος.
6
Κατά το άρθρο 379, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ενημερώνει σχετικά τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μήνα από την ημερομηνία καταχώρισης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης.
Η συνολική εγγύηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής
7
Κατά το άρθρο 94, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, ο κύριος υπόχρεος οφείλει να παράσχει εγγύηση για την εξασφάλιση της καταβολής της τελωνειακής οφειλής και άλλων επιβαρύνσεων που ενδέχεται να γεννηθούν για το εμπόρευμα. Το άρθρο 191 του ίδιου κώδικα διευκρινίζει, συναφώς, ότι, όταν το ζητήσει ο οφειλέτης ή το πρόσωπο που ενδέχεται να καταστεί οφειλέτης, οι τελωνειακές αρχές επιτρέπουν τη σύσταση συνολικής εγγύησης για την κάλυψη περισσοτέρων πράξεων που συνεπάγονται ή ενδέχεται να συνεπάγονται τη γένεση τελωνειακής οφειλής.
8
Κατά το άρθρο 198 του τελωνειακού κώδικα, όταν η τελωνειακή αρχή διαπιστώνει ότι η εγγύηση που παρασχέθηκε δεν εξασφαλίζει ή δεν εξασφαλίζει πλέον ασφαλώς ή πλήρως την εμπρόθεσμη πληρωμή της τελωνειακής οφειλής, ζητεί από τον οφειλέτη ή το πρόσωπο που ενδέχεται να καταστεί οφειλέτης, αφήνοντάς του το δικαίωμα επιλογής, είτε την παροχή συμπληρωματικής εγγύησης είτε την αντικατάσταση της αρχικής εγγύησης με νέα.
9
Όπως ορίζει το άρθρο 361 του κανονισμού εφαρμογής, το ποσό της συνολικής εγγύησης καθορίζεται τουλάχιστον στο 30 % των απαιτούμενων δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, ή σε ποσό ίσο προς το σύνολο των απαιτούμενων δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, όταν η εν λόγω εγγύηση πρόκειται να καλύψει πράξεις εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης που αφορούν, ιδίως, εμπορεύματα υπαγόμενα στην κατάσταση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 53 του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα τσιγάρα και το αλκοόλ. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν το ποσό της συνολικής εγγύησης στο 50 % των οφειλόμενων δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων.
10
Η σύσταση της συνολικής εγγύησης πραγματοποιείται στο τελωνείο εγγύησης, το οποίο καθορίζει το ποσό της εγγύησης, αποδέχεται την υποχρέωση εγγύησης και χορηγεί άδεια με την οποία επιτρέπεται στον κύριο υπόχρεο να πραγματοποιεί, εντός των ορίων της εγγύησης, κάθε πράξη κοινοτικής διαμετακόμισης, οποιοδήποτε και αν είναι το τελωνείο αναχώρησης. Προς τούτο, σε κάθε πρόσωπο το οποίο έχει λάβει άδεια, χορηγείται πιστοποιητικό εγγύησης (άρθρο 362 του κανονισμού εφαρμογής). Ο κύριος υπόχρεος ορίζει υπ’ ευθύνη του, στην οπίσθια όψη του πιστοποιητικού εγγύησης, κατά την έκδοση του πιστοποιητικού ή οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω πιστοποιητικού, τα πρόσωπα που εξουσιοδοτεί να υπογράψουν για λογαριασμό του τις δηλώσεις κοινοτικής διαμετακόμισης. Ο κύριος υπόχρεος μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαγράψει το όνομα ενός εξουσιοδοτημένου προσώπου (άρθρο 363 του κανονισμού εφαρμογής). Κατά το άρθρο 364 του κανονισμού εφαρμογής, κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην οπίσθια όψη πιστοποιητικού εγγύησης, το οποίο κατατίθεται σε τελωνείο αναχώρησης, θεωρείται ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του κύριου υπόχρεου.
Η διαγραφή των τελωνειακών δασμών
11
Δεδομένου ότι η αίτηση περί διαγραφής εισαγωγικών δασμών υποβλήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, το κεφάλαιο 3 του τίτλου IV του μέρους IV του κανονισμού εφαρμογής, που περιέχει τις ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, ως αυτό ίσχυε τότε, αποτελεί το εφαρμοστέο δίκαιο.
12
Το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 236, 237 και 238, οι οποίες:
—
καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
—
προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο […]».
Ιστορικό της διαφοράς
13
Η Transnáutica — Transportes e Navegação SA (στο εξής: Transnáutica) είναι πορτογαλική εταιρία μεταφορών η οποία, κατά το χρονικό διάστημα στη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν, στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, οι επίδικες πράξεις που υπόκεινται σε δασμούς, είχε το καθεστώς του εγκεκριμένου παραλήπτη.
14
Κατά το διάστημα από τις 14 Απριλίου έως τις 12 Οκτωβρίου 1994, το τελωνείο της Xabregas (Πορτογαλία) εξέδωσε, ως τελωνείο του τόπου αναχώρησης, 68 δηλώσεις διαμετακόμισης (στις οποίες η Transnáutica εμφαινόταν ως κύρια υπόχρεη), για τη διάθεση στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης 64 αποστολών καπνού και 4 αποστολών μη μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης. Ορισμένα από τα «αντίτυπα 5» των 68 δηλώσεων διαμετακόμισης T1 ουδέποτε επεστράφησαν στο τελωνείο του τόπου αναχώρησης, ενώ άλλα παρελήφθησαν από αυτό φέροντα σφραγίδες και υπογραφές των οποίων η νόθευση αποκαλύφθηκε μεταγενέστερα.
15
Από τον Αύγουστο του 1994, οι πορτογαλικές αρχές έλαβαν την εντολή παρακολούθησης ορισμένων φορτηγών καθώς και της κίνησης των εμπορευμάτων που αυτά μετέφεραν, προκειμένου να εντοπιστεί η προέλευση των πλαστών σφραγίδων επί ορισμένων «αντιτύπων 5» των δηλώσεων T1.
16
Μεταξύ του Ιανουαρίου 1995 και του Ιανουαρίου 1996, οι πορτογαλικές αρχές διαβίβασαν στην Transnáutica αντίγραφα των δηλώσεων T1, ζητώντας από αυτή, αφενός, να προσκομίσει αποδείξεις ως προς το ότι είχε ενεργήσει κανονικά και νόμιμα κατά τη διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και, αφετέρου, να καταβάλει τις αντίστοιχες τελωνειακές οφειλές, στο μέτρο που οριζόταν ως κύρια υπόχρεη για τις επίδικες δηλώσεις εξωτερικής διαμετακόμισης. Επιπλέον, το πιστοποιητικό εγγύησης είχε εκδοθεί επ’ ονόματί της.
17
Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1995, η Transnáutica απάντησε ότι δεν γνώριζε περί των εν λόγω πράξεων διαμετακόμισης τσιγάρων και αλκοόλ οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό της. Κατόπιν εσωτερικής έρευνας ανακάλυψε ότι ένας από τους υπαλλήλους της είχε ενεργήσει δολίως, υπογράφοντας, εν αγνοία της, δηλώσεις T1 για πράξεις λαθρεμπορίου.
18
Ο εν λόγω υπάλληλος απολύθηκε και, εν συνεχεία, καταδικάστηκε για κατ’ εξακολούθηση κατάχρηση εμπιστοσύνης, με απόφαση του Tribunal Criminal de Lisboa (ποινικού δικαστηρίου της Λισσαβώνας, Πορτογαλία) που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο 1999. Όσον αφορά την Transnáutica, η έρευνα που έγινε σε βάρος της στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας περατώθηκε τον Σεπτέμβριο 2005, με την αιτιολογία ότι η ίδια αγνοούσε τις ενέργειες του υπαλλήλου της και ότι οι εκπρόσωποί της δεν εμπλέκονταν στην επίμαχη απάτη.
19
Στις 17 Νοεμβρίου 2003, η Transnáutica ζήτησε από τις πορτογαλικές αρχές τη διαγραφή και την επιστροφή της τελωνειακής οφειλής. Σύμφωνα με τα άρθρα 906 επ. του κανονισμού εφαρμογής, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, διαβίβασε την αίτηση αυτή στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2004, πληροφόρησε την εταιρία ότι, μετά την προκαταρκτική εξέταση του φακέλου, σκόπευε να απορρίψει την προσφυγή. Η Transnáutica έλαβε γνώση του φακέλου στα γραφεία της Επιτροπής στις 19 Ιανουαρίου 2005 και, με έγγραφο της ίδιας ημέρας, γνωστοποίησε τη θέση της αναφορικά με την πρόθεση της Επιτροπής.
20
Στις 6 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 907 του κανονισμού εφαρμογής, την επίμαχη απόφαση περί απορρίψεως της ως άνω αιτήσεως η οποία κοινοποιήθηκε στην Transnáutica στις 12 Αυγούστου 2005, με έγγραφο του πορτογαλικού Υπουργείου Οικονομικών και Δημόσιας Διοίκησης, και με την οποία κρίθηκε ότι η διαγραφή και η επιστροφή της τελωνειακής οφειλής δεν δικαιολογούνταν, με το σκεπτικό ότι η εν λόγω εταιρία δεν βρισκόταν σε ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα.
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
21
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Οκτωβρίου 2005, η Transnáutica άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
22
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Transnáutica προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, πρώτον, από παράβαση ουσιώδους τύπου, δεύτερον, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, τρίτον, από ανεπαρκή αιτιολογία κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ, τέταρτον, από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και, πέμπτον, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
23
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι το Πρωτοδικείο, κατά την εκτίμηση στην οποία προέβη, εξέτασε μόνον το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της προσφυγής, με το οποίο η Transnáutica προέβαλε ότι οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές δεν είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχουν αναφορικά με τη συνολική εγγύηση στη σύσταση της οποίας προέβη για την κάλυψη των πράξεών της διαμετακόμισης.
24
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίμαχη απόφαση της Επιτροπής και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25
Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισήμανε ότι, κατά τα άρθρα 191 και 198 του τελωνειακού κώδικα, όταν η τελωνειακή αρχή διαπιστώνει ότι η εγγύηση που παρασχέθηκε δεν εξασφαλίζει ή δεν εξασφαλίζει πλέον ασφαλώς ή πλήρως την πληρωμή της τελωνειακής οφειλής, οφείλει να ζητήσει από τον κύριο υπόχρεο είτε την παροχή συμπληρωματικής εγγύησης είτε την αντικατάσταση της αρχικής εγγύησης με νέα.
26
Συναφώς, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε τα ακόλουθα:
«Η δράση και οι έλεγχοι των αρμοδίων εθνικών τελωνειακών αρχών είναι ουσιώδεις όχι μόνον κατά τον χρόνο συστάσεως της εγγύησης, αλλά και κάθε φορά που συνολική εγγύηση, προοριζόμενη για την κάλυψη πλειόνων πράξεων διαμετακόμισης, χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση και την κάλυψη των πράξεων αυτών.»
27
Με τις σκέψεις 46 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως σε σχέση με την παρασχεθείσα από την Transnáutica συνολική εγγύηση και διαπίστωσε ότι οι τελωνειακές αρχές είχαν δεχθεί ανεπαρκή εγγύηση όσον αφορά τις επίμαχες 68 δηλώσεις T1. Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 48, έκρινε ότι:
«Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές δέχθηκαν, όσον αφορά τις επίμαχες 68 δηλώσεις T1, ανεπαρκή εγγύηση. Όπως υποστήριξε η [Transnáutica] κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δηλώσεων T1 που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα, η συνολική εγγύηση ουδέποτε κάλυψε περισσότερο από το 7,29 % των δασμών και των επιβαρύνσεων. Αντιθέτως, αν καθεμία από τις δηλώσεις εξετασθεί χωριστά, το πιστοποιητικό εγγύησης καλύπτει το σύνολο των οφειλόμενων δασμών μόνον όσον αφορά τρεις από τις επίμαχες δηλώσεις. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι και άλλες δηλώσεις T1 είχαν εκδοθεί την ίδια ημέρα, χωρίς να καλύπτονται επαρκώς από τη σχετική εγγύηση.»
28
Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατέληξε στα εξής:
«Αν οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές είχαν ελέγξει, κατά τον χρόνο της εκδόσεως των δηλώσεων T1, κατά πόσον το ποσό των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων που ενδέχετο να γεννηθούν για κάθε φορτίο καλυπτόταν από τη συνολική εγγύηση που η προσφεύγουσα είχε παράσχει, η έκδοση των 68 δηλώσεων T1 δεν θα είχε καταστεί δυνατή.»
29
Με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της αποδοχής ενός ανίσχυρου πιστοποιητικού συνολικής εγγύησης εξαιτίας του χαμηλού ποσού της εγγύησης αυτής, εν συνεχεία δε, με την ίδια σκέψη, επισήμανε ότι «η αποδοχή, κατά τον χρόνο της εκδόσεως των δηλώσεων T1, ιδιαίτερα χαμηλής εγγύησης, της οποίας το ποσό δεν μπορούσε προφανώς να καλύψει το σύνολο των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων, καθιστά πλημμελή τη διαδικασία εκδόσεως των δηλώσεων T1».
30
Με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε τη σημασία που έχει η συνολική εγγύηση, προκειμένου το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης να λειτουργήσει σωστά. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η παρέμβαση των αρμόδιων εθνικών τελωνειακών αρχών κατά την έκδοση των δηλώσεων T1 συνιστά θεμελιώδες στάδιο της διαδικασίας το οποίο επιτρέπει να εντοπιστούν ενδεχόμενες παρατυπίες.
31
Το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι η μεν Transnáutica είχε λάβει τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πράξεις διαμετακόμισης σημαντικής αξίας να πραγματοποιηθούν με τη χρήση της συνολικής εγγύησης, πλην όμως η απουσία ελέγχων εκ μέρους των τελωνειακών αρχών σε ένα αρχικό και θεμελιώδες στάδιο της διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης κατέστησε δυνατή την έκδοση 68 δηλώσεων T1 μη καλυπτόμενων από το πιστοποιητικό εγγύησης και την πραγματοποίηση δολίων ενεργειών εν αγνοία της εταιρίας αυτής, η οποία είχε θεσπίσει όλους τους αναγκαίους μηχανισμούς για την πρόληψη των καταχρήσεων κατά τη χρησιμοποίηση της εγγύησης.
32
Με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τις υποχρεώσεις των τελωνειακών αρχών όσον αφορά την εκτίμηση του ποσού της εγγύησης. Στο πλαίσιο αυτό έκρινε ότι η γνώση του επιχειρηματία και το γεγονός ότι η Transnáutica δεν είχε ποτέ στο παρελθόν διαθέσει στην αγορά ευαίσθητα εμπορεύματα, όπως ο καπνός και η αιθυλική αλκοόλη, αποτελούν περιστάσεις οι οποίες έπρεπε να οδηγήσουν τις οικείες αρχές στο να επιδείξουν μεγαλύτερη προσοχή και όχι, όπως ανέφερε και η Επιτροπή, να δικαιολογήσουν περιορισμό των ελέγχων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποφάνθηκε ως εξής:
«[...] η επιβάρυνση της [Transnáutica] με τελωνειακή οφειλή η οποία απορρέει από τις επιλογές των εθνικών αρχών που συνδέονται με τη δίωξη των παραβάσεων μπορεί να θίξει τον σκοπό επιεικείας, από τον οποίο διαπνέεται το άρθρο 905 του κανονισμού εφαρμογής, καθόσον περιάγει την [Transnáutica] σε ειδική κατάσταση η οποία υπερβαίνει τον συνήθη εμπορικό κίνδυνο της οικονομικής της δραστηριότητας (βλ, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου [της 7ης Σεπτεμβρίου 1999,] C-61/98, De Haan [Συλλογή 1999, σ. I-5003], [σκέψη 53], και της 18ης Οκτωβρίου 2007, C-62/05 P, Nordspedizionieri di Danielis Livio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-8647, σκέψη 51, καθώς και απόφαση [του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2002,] T-205/99, Hyper κατά Επιτροπής [Συλλογή 2007, σ. II-3141], [σκέψη 95]).»
33
Με βάση τα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο, με στις σκέψεις 59 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποφάνθηκε ως εξής:
«59
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έλλειψη επιμέλειας που επέδειξαν οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές κατά το στάδιο ασκήσεως της αρμοδιότητας ελέγχου, που προηγείται της εκδόσεως των δηλώσεων T1, όσον αφορά ιδίως τον καθορισμό και τον έλεγχο του ποσού της συνολικής εγγύησης, είχε ως συνέπεια να διαταραχθεί το σύστημα ελέγχου που προβλέπεται από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και τον κανονισμό εφαρμογής σε σχέση με το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και, συνακόλουθα, να στερηθεί η [Transnáutica] μια απτή ευκαιρία να εντοπίσει την απάτη πριν τη διάπραξή της.
60
Αυτή η έλλειψη επιμέλειας, όμως, βαρύνει τις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές και περιάγει την [Transnáutica] σε εξαιρετική κατάσταση η οποία υπερβαίνει τον συνήθη εμπορικό κίνδυνο που συνδέεται με την άσκηση της οικονομικής της δραστηριότητας.
61
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι δεν υφίστατο εξαιρετική κατάσταση για την [Transnáutica] όσον αφορά την εκ μέρους των πορτογαλικών τελωνειακών αρχών παράβαση του καθήκοντος ελέγχου του κύρους και του ποσού της συνολικής εγγύησης.»
Η παράλληλη με την αίτηση αναιρέσεως διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
34
Ταυτόχρονα με την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τριτανακοπή κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 123 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να αναστείλει την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου επί της τριτανακοπής της.
35
Με διάταξη της 29ης Απριλίου 2010 το Δικαστήριο δέχθηκε την εν λόγω αίτηση αναστολής. Με διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2010, Πορτογαλία κατά Transnáutica και Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την τριτανακοπή (T-385/05 TO).
36
Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και
—
να καταδικάσει την Transnáutica στα δικαστικά έξοδα.
37
Η Transnáutica ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη,
—
επικουρικώς, να την απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη, και
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
38
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 2010, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Με διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 2010, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση αυτή.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει ένα μόνο λόγο αναιρέσεως αντλούμενο από παράβαση εκ μέρους του τότε Πρωτοδικείου του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, καθόσον εσφαλμένως έκρινε ότι υπήρχε ειδική κατάσταση πληρούσα τις προϋποθέσεις επιστροφής που θέτει το εν λόγω άρθρο. Ο μοναδικός αυτός λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη με τα οποία η Πορτογαλική Δημοκρατία προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι:
—
παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον έκρινε ότι οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές είχαν υποπέσει σε σφάλματα κατά τον καθορισμό και τον μεταγενέστερο έλεγχο της συνολικής εγγύησης που συστάθηκε για τις επίμαχες πράξεις διαμετακόμισης·
—
εσφαλμένως έκρινε ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ως άνω σφαλμάτων και της μεταγενέστερης γενέσεως της τελωνειακής οφειλής συνεπεία της απομακρύνσεως του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, και
—
εσφαλμένως έκρινε ότι η Transnáutica είχε λάβει όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η συνολική εγγύηση να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση πράξεων διαμετακόμισης σημαντικής αξίας.
40
Κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η συνολική εγγύηση συστάθηκε το 1993, ήτοι σε χρονικό σημείο κατά το οποίο οι διατάξεις εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ όπως προκύπτει από το άρθρο 915, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, το ποσό της συνολικής εγγύησης έπρεπε να καθοριστεί με βάση τους κανόνες του άρθρου 34β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 132, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3712/92 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ L 378, σ. 15).
41
Όσον αφορά τον έλεγχο της συνολικής εγγύησης, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, καθόσον έκρινε ότι οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνταν να εξακριβώσουν κατά πόσον η παρασχεθείσα συνολική εγγύηση κάλυπτε το ποσό των οφειλόμενων εισαγωγικών δασμών. Επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος αμφισβητεί την ορθότητα του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο ότι, μετά τους ελέγχους, οι τελωνειακές αρχές όφειλαν να ζητήσουν από την Transnáutica την ενίσχυση της εγγύησης, λόγω της αξίας της τελωνειακής οφειλής που ενδέχετο να γεννηθεί, γεγονός που θα είχε επιτρέψει στην εν λόγω εταιρία να διαπιστώσει την απάτη που διέπραξε ο υπάλληλός της.
42
Η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το άρθρο 198 του τελωνειακού κώδικα επιβάλλει στις τελωνειακές αρχές μόνον την υποχρέωση να ελέγχουν αν το ποσό των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών υπερβαίνει το ποσό της συσταθείσας εγγύησης. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, το Πρωτοδικείο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης καθόσον έκρινε ότι το άρθρο αυτό επέβαλε στο τελωνείο του τόπου αναχώρησης την υποχρέωση να ελέγχει, κατά την πράξη διαμετακόμισης, κατά πόσον η παρασχεθείσα συνολική εγγύηση κάλυπτε όχι μόνον το ποσό των εν λόγω δασμών αλλά και άλλων επιβαρύνσεων που ενδέχετο να γεννηθούν μεταγενέστερα.
43
Για τους ίδιους λόγους, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει, στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προβάλλει, ότι εύλογα συνάγεται ότι τα μέτρα που έλαβε η Transnáutica δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο ο υπάλληλός της να κατορθώσει να παράσχει συμπληρωματική εγγύηση με την κατάθεση χρηματικού ποσού το οποίο να επιτρέπει την κάλυψη του επίμαχου ποσού εισαγωγικών δασμών και, συνακόλουθα, να πραγματοποιήσει τις δηλωθείσες πράξεις διαμετακόμισης που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς.
44
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Transnáutica υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι λόγοι αναιρέσεως που η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει με την αίτησή της αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτοι.
45
Κατά την Transnáutica, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, αφενός, αυτή δεν αποδεικνύει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη η οποία είχε ως συνέπεια την ουσιαστική ανακρίβεια ή την παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να επανεξετάσει πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει ήδη εξετάσει το Πρωτοδικείο ούτε να αποφανθεί επί υποθέσεως βάσει υποθετικών στοιχείων ή πραγματικών περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα. Επιπλέον, η αίτηση αναιρέσεως δεν εγείρει κανένα νομικό ζήτημα.
46
Επικουρικώς, η Transnáutica υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, πάντως, οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμοι.
47
Όσον αφορά τα σχετικά με τον καθορισμό του ποσού της συνολικής εγγύησης ζητήματα, η Transnáutica προβάλλει ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Πορτογαλική Δημοκρατία, δεδομένου ότι ο κανονισμός εφαρμογής άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1994, κάλυπτε τις επίμαχες δηλώσεις διαμετακόμισης T1 που εκδόθηκαν στις 14 Απριλίου και στις 12 Οκτωβρίου 1994.
48
Επιπλέον, η Transnáutica υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ότι το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του στο γεγονός ότι η εγγύηση θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στο 100 % της τελωνειακής οφειλής πρέπει να θεωρηθεί ως προδήλως αβάσιμο στο μέτρο που, λαμβανομένου υπόψη του ποσού που πράγματι δέχθηκαν οι πορτογαλικές αρχές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θα ήταν διαφορετική, ακόμη και αν ο κανονισμός 1214/92, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3712/92, είχε εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Κατά την Transnáutica, η αμέλεια των πορτογαλικών αρχών ως προς το σημείο αυτό είναι αναμφισβήτητη.
49
Όσον αφορά τον έλεγχο της συνολικής εγγύησης, η Transnáutica αμφισβητεί την ερμηνεία στην οποία προβαίνει η Πορτογαλική Δημοκρατία και κατά την οποία η υποχρέωση ελέγχου της εγγύησης «στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσεως».
50
Συναφώς, η Transnáutica υποστηρίζει ότι η συνολική εγγύηση σκοπεί να διασφαλίσει την καταβολή της τελωνειακής οφειλής καθώς και των λοιπών επιβαρύνσεων που ενδέχεται να γεννηθούν σε σχέση με το υπό διαμετακόμιση εμπόρευμα, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να καλύπτει το ποσό της τελωνειακής οφειλής και όχι την αξία του εν λόγω εμπορεύματος. Επομένως, δεν απαιτείται ειδική νομική διάταξη η οποία να επιβάλλει στις εθνικές τελωνειακές αρχές την υποχρέωση ελέγχου της συνολικής αυτής εγγύησης. Κατά την Transnáutica, στις τελωνειακές αρχές εναπόκειται να διασφαλίζουν ότι η σύσταση ορισμένης εγγύησης καλύπτει την πληρωμή της οφειλής, προς αποφυγήν οποιασδήποτε παρατυπίας.
51
Η Transnáutica υποστηρίζει ότι το άρθρο 198 του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας, κατά την οποία τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η υποχρέωση ελέγχου της συνολικής εγγύησης δεν προβλέπεται ρητώς, εντούτοις, οι εθνικές τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν την αντιστοιχία της εγγύησης. Κατά την ως άνω εταιρία, σε περίπτωση που ελλείπει ο έλεγχος η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου δεν διασφαλίζεται και η αρχή της συνεργασίας παρακάμπτεται.
52
Η Transnáutica υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία θα κατέληγε στο να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης μόνον οσάκις κάποια διάταξη το επιβάλλει ρητώς. Μια τέτοια ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με αμφισβήτηση του συστήματος κατανομής αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό της Ένωσης. Για τον λόγο αυτόν και μόνον, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
53
Τέλος, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου που προβάλλεται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Transnáutica υποστηρίζει ότι το ζήτημα σε ποιες εθνικές τελωνειακές αρχές πρέπει να καταλογιστεί αμέλεια όσον αφορά τον καθορισμό και τον έλεγχο της εγγύησης, ήτοι στις πορτογαλικές ή τις ισπανικές τελωνειακές αρχές ή ενδεχομένως στις τελωνειακές αρχές άλλου κράτους μέλους, αυτό ουδόλως αφορά την ευθύνη της Transnáutica. Επομένως, το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.
54
Στο πλαίσιο της παρεμβάσεώς του, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον μετέτρεψε μια διοικητική αρμοδιότητα, η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 6 και 198 του τελωνειακού κώδικα και της οποίας η άσκηση αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των τελωνειακών αρχών, σε υποχρέωση των εν λόγω αρχών με συνέπειες επί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, μια τέτοια ερμηνεία είναι δυνατή μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ο σχετικός κανόνας προβλέπει τούτο ρητώς και ορίζει τις έννομες συνέπειές του επί της υποχρεώσεως που υπέχει ο διοικούμενος.
55
Κατά το κράτος μέλος αυτό, η μετατροπή της αρμοδιότητας ελέγχου, που ανατίθεται στη διοίκηση, σε υποχρέωση έχουσα συνέπειες επί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής θα ισοδυναμούσε με το να γίνει δεκτό ότι η άσκηση των ανατεθειμένων στη διοίκηση αρμοδιοτήτων στηρίζεται στην αρχή της προηγούμενης εγκρίσεως κάθε πράξεως του υπόχρεου, γεγονός το οποίο θα αντέβαινε προς την ισχύουσα στα σύγχρονα κράτη γενική αρχή της ελάχιστης δυνατής παρεμβάσεως, βάσει του τεκμηρίου ότι οι υπόχρεοι ενεργούν σύμφωνα με το δίκαιο.
56
Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι κάθε πράξη που πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας προϋποθέτει προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου, η εφαρμογή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως θα σήμαινε ότι, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, όπως η εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας χωρίς τελωνειακή διασάφηση, οποιαδήποτε απάτη θα μπορούσε να αποφευχθεί με την άσκηση της εξουσίας ελέγχου που έχουν οι τελωνειακές αρχές. Κατά συνέπεια, αν διαπραχθεί απάτη, η ευθύνη θα πρέπει να καταλογιστεί στη διοίκηση, ενώ ο δράστης αυτής θα πρέπει να απαλλαγεί.
57
Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, για την εκτίμηση του σύννομου χαρακτήρα της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής υπό το πρίσμα των άρθρων 905 επ. του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει, κατά βάση, η συμπεριφορά του υπόχρεου να εξετασθεί υπό το πρίσμα των περιστάσεων που περιβάλλουν την πράξη που οδήγησε στη γένεση και τον καταλογισμό της σχετικής τελωνειακής οφειλής.
58
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, για λόγους σαφήνειας, θέλησε να διατυπώσει παρατηρήσεις σε σχέση με ορισμένα επιχειρήματα που προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, αλλά ότι, στο μέτρο που δεν άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν επιθυμεί να λάβει θέση επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του παραδεκτού
59
Η Transnáutica προβάλλει ένσταση απαραδέκτου υποστηρίζοντας ότι, η Πορτογαλική Δημοκρατία, στο μέτρο που υπέβαλε το ίδιο ακριβώς κείμενο προς στήριξη τόσο της τριτανακοπής της όσο και της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ζητεί, στην πραγματικότητα, από το Δικαστήριο να επανεξετάσει ζητήματα αφορώντα τα πραγματικά περιστατικά και όχι νομικά ζητήματα, κατά παράβαση του άρθρου 256 ΣΛΕΕ.
60
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προβάλλει τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που προέβαλε προς στήριξη της τριτανακοπής που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να θεωρηθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη, χωρίς το κράτος μέλος αυτό να στερηθεί ένα νόμιμο ένδικο μέσο. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε την εν λόγω τριτανακοπή ούτε εξέτασε τα επιχειρήματα που η Πορτογαλική Δημοκρατία προέβαλε προς στήριξη του ενδίκου αυτού μέσου.
61
Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Transnáutica, η αίτηση αναιρέσεως της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δεν αφορά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, αλλά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου κατά την οποία οι νομικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα πληρούνται σε περίπτωση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Η εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου εμπίπτει στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, C-204/07 P, C.A.S. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I-6135, σκέψη 83).
62
Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Transnáutica πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
63
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία βάλλει κατά των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου κατά τις οποίες υπάρχει ειδική κατάσταση, εμπίπτουσα στο άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, όταν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους διαπράττουν σφάλμα κατά τον καθορισμό και τον μεταγενέστερο έλεγχο του ποσού της συνολικής εγγύησης η οποία πρέπει να συσταθεί για μια συγκεκριμένη ομάδα πράξεων.
64
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει ένα μόνο λόγο ο οποίος περιλαμβάνει τρία σκέλη. Πρώτον, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η κρίση του Πρωτοδικείου ότι οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές υπέπεσαν σε σφάλματα κατά τον καθορισμό και τον έλεγχο της συνολικής εγγύησης στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Δεύτερον, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ως άνω σφαλμάτων και της συνακόλουθης γενέσεως τελωνειακής οφειλής κατά τη στιγμή της απομακρύνσεως του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση. Τέλος, το κράτος μέλος αυτό προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η Transnáutica είχε λάβει όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η συνολική εγγύηση να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση πράξεων διαμετακόμισης σημαντικής αξίας.
65
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 905 του κανονισμού εφαρμογής, βάσει του οποίου το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται η τελωνειακή αρχή ζήτησε από την Επιτροπή να εκτιμήσει, αναλόγως των στοιχείων που της διαβιβάστηκαν, κατά πόσον υπάρχει ειδική κατάσταση δικαιολογούσα τη διαγραφή των δασμών, περιέχει γενική ρήτρα επιεικείας η οποία σκοπό έχει να καλύψει την εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο διασαφιστής σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα, όταν η τελωνειακή αρχή δεν ήταν σε θέση, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας που επικαλέστηκε, να αποφασίσει η ίδια τη διαγραφή των δασμών (βλ. αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-86/97, Trans-Ex-Import, Συλλογή 1999, σ. I-1041, σκέψεις 18 έως 21, και της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, De Haan, προπαρατεθείσα, σκέψη 52).
66
Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει να επισημανθεί ότι οι αντιρρήσεις που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία αφορούν τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου ως προς τα διάφορα νομικά και πραγματικά στάδια της αναλύσεως βάσει της οποίας κατέληξε ότι υφίστατο ειδική κατάσταση εμπίπτουσα στο άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα. Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της εν λόγω συλλογιστικής, είναι απαραίτητο να εξεταστούν διαδοχικά κάθε ένα από τα στάδια αυτά.
67
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως υπογράμμισε το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 94 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι ο κύριος υπόχρεος οφείλει να παράσχει εγγύηση για την εξασφάλιση της καταβολής της τελωνειακής οφειλής και άλλων επιβαρύνσεων που ενδέχεται να γεννηθούν για το εμπόρευμα. Επίσης, από τα άρθρα 191 και 198 του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι στις τελωνειακές αρχές εναπόκειται να καθορίσουν επαρκή συνολική εγγύηση και να ελέγξουν τη σύστασή της.
68
Όπως, όμως, ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η δράση και οι έλεγχοι των αρμοδίων εθνικών τελωνειακών αρχών είναι ουσιώδεις όχι μόνον κατά τον χρόνο καταρτίσεως του πιστοποιητικού εγγύησης, αλλά και κάθε φορά που συνολική εγγύηση, προοριζόμενη για την κάλυψη πλειόνων πράξεων διαμετακόμισης, χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση και την κάλυψη των πράξεων αυτών. Συναφώς, μολονότι το άρθρο 198 του τελωνειακού κώδικα δεν προβλέπει ρητή υποχρέωση ελέγχου της επάρκειας της συνολικής εγγύησης, εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι στις τελωνειακές αρχές εναπόκειται να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι υφίσταται απόκλιση μεταξύ του ποσού της συσταθείσας εγγύησης και του συνόλου των δασμών που οφείλονται για μια συγκεκριμένη ομάδα πράξεων διαμετακόμισης.
69
Η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί την έκταση της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 198 του τελωνειακού κώδικα και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, απαιτώντας από τις τελωνειακές αρχές να επιδεικνύουν υψηλό επίπεδο επιμέλειας κατά τον έλεγχο της επάρκειας της συνολικής εγγύησης, ερμήνευσε τη διάταξη αυτή κατά τρόπο υπερβολικά αυστηρό. Η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί επίσης τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία για τον υπολογισμό της συνολικής αυτής εγγύησης.
70
Επισημαίνεται ότι, με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η Πορτογαλική Δημοκρατία και Επιτροπή έδωσαν αντιφατικές ερμηνείες όσον αφορά το κείμενο της εφαρμοστέας στην υπό κρίση διαφορά νομοθεσίας. Ανάλογα με το κείμενο που εφαρμόζεται, προκύπτει διαφορετικό αποτέλεσμα, ιδίως ποσοστό 30 % ή 50 %, όσον αφορά το ποσοστό των οφειλομένων τελών το οποίο πρέπει να καλύπτει η συνολική εγγύηση.
71
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, ανεξάρτητα από το απαιτούμενο κατά την εφαρμοστέα στην υπό κρίση διαφορά νομοθεσία ύψος του ποσοστού, η υποχρέωση επιμέλειας που υπέχουν οι τελωνειακές αρχές παραμένει αμετάβλητη. Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επισήμανε ότι, «[ό]πως υποστήριξε η [Transnáutica] κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δηλώσεων T1 της ίδιας ημέρας, η συνολική εγγύηση ουδέποτε κάλυψε περισσότερο από το 7,29 % των δασμών και των επιβαρύνσεων».
72
Επομένως, διαπιστώνεται ότι, ανεξαρτήτως του αν η εφαρμοστέα νομοθεσία επιβάλλει συνολική εγγύηση το ύψος της οποίας ανέρχεται στο 30 % ή 50 % των οφειλόμενων δασμών, το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου περί ανεπάρκειας της εγγύησης την οποία απαίτησαν οι τελωνειακές αρχές δεν αναιρείται. Το γεγονός ότι η πράγματι συσταθείσα συνολική εγγύηση ουδέποτε κάλυψε περισσότερο από το 7,29 % των εν λόγω δασμών, ενώ το ποσό αυτής θα έπρεπε να καλύπτει, τουλάχιστον, ποσοστό 30 % των εν λόγω δασμών, δικαιολογεί την κρίση του Πρωτοδικείου, που περιέχεται στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «η απουσία ελέγχων εκ μέρους των τελωνειακών αρχών σε ένα αρχικό και θεμελιώδες στάδιο της διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης κατέστησε δυνατή την έκδοση 68 δηλώσεων T1 μη καλυπτόμενων από το πιστοποιητικό εγγύησης».
73
Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «για να λειτουργήσει το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης είναι απαραίτητη η σύσταση επαρκούς εγγύησης για την κάλυψη της τελωνειακής οφειλής που ενδέχεται να γεννηθεί, υπολογιζόμενης με βάση ένα ποσοστό 30, 50 ή 100 % το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση με τη φύση των μεταφερόμενων εμπορευμάτων. Στο πλαίσιο του ελέγχου της εγγύησης, τυχόν σφάλμα κατά τον χρόνο εκδόσεως της δηλώσεως T1, επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα του κύριου υπόχρεου να εξασφαλίσει την καταβολή της τελωνειακής οφειλής που ενδέχεται να γεννηθεί».
74
Υπό το πρίσμα ακριβώς των προεκτεθέντων πρέπει να εξετασθούν τα λοιπά δύο σκέλη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία. Καταρχάς, η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του σφάλματος που διέπραξαν οι τελωνειακές αρχές όσον αφορά τον καθορισμό της συνολικής εγγύησης και της ενδεχόμενης γενέσεως τελωνειακής οφειλής λόγω της απομακρύνσεως του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.
75
Συγκεκριμένα, με την αιτιολογική σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, «[α]ν οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές είχαν ελέγξει, κατά τον χρόνο εκδόσεως των δηλώσεων T1, κατά πόσον το ποσό των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων που ενδέχετο να γεννηθούν για κάθε φορτίο καλυπτόταν από τη συνολική εγγύηση που η προσφεύγουσα είχε παράσχει, η έκδοση των 68 δηλώσεων T1 δεν θα είχε καταστεί δυνατή». Η συλλογιστική αυτή στηρίζεται στο ότι, αν οι εν λόγω αρχές είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με τον υπολογισμό του ποσού της συνολικής εγγύησης που έπρεπε να συσταθεί, καμία πράξη από αυτές οι οποίες εν συνεχεία κρίθηκαν δόλιες δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.
76
Επομένως, η αιτιώδης συνάφεια, η οποία υπογραμμίζεται από το Πρωτοδικείο, αναφέρεται όχι στη συνάφεια μεταξύ του εσφαλμένου υπολογισμού του ποσού της συνολικής εγγύησης και της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, αλλά μάλλον στη συνάφεια μεταξύ, αφενός, της μη επιδείξεως της δέουσας επιμέλειας εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, η οποία είχε ως συνέπεια οι πράξεις διαμετακόμισης να μην υποβληθούν σε κανένα από τα προβλεπόμενα από την εφαρμοστέα νομοθεσία μέτρα ελέγχου και, αφετέρου, της υπάρξεως ειδικής καταστάσεως. Αντί να προσδιορίσει αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του εσφαλμένου υπολογισμού της συνολικής εγγύησης και της γενέσεως οφειλής, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση διαφοράς είναι ικανά να αποτελέσουν «ειδική κατάσταση» εμπίπτουσα στο άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα.
77
Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει, εν συνεχεία, να εξετασθεί το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία. Ειδικότερα η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου κατά την οποία, αν οι τελωνειακές αρχές είχαν υπολογίσει επαρκή συνολική εγγύηση και είχαν ελέγξει τη σύσταση αυτής, οι εσωτερικές διαδικασίες που είχε υιοθετήσει η Transnáutica θα είχαν καταστήσει δυνατή την αποφυγή της δόλιας πράξεως και, συνακόλουθα, της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
78
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο εκ του οποίου να μπορεί να συναχθεί ότι κακώς το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι «[α]ν οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές είχαν αρνηθεί την εγγύηση λόγω ανεπαρκούς ποσού και ζητήσει την παροχή συμπληρωματικής εγγύησης, όχι μόνον οι επίμαχες δηλώσεις T1 δεν θα είχαν εκδοθεί, αλλά επίσης [η Transnáutica], όπως αυτή ορθώς παρατηρεί, θα είχε μπορέσει να αντιληφθεί τις πράξεις απάτης του υπαλλήλου της».
79
Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε παραμόρφωσε τα υποβληθέντα σε αυτό αποδεικτικά στοιχεία καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «αυτή η έλλειψη επιμέλειας βαρύνει τις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές και περιάγει την [Transnáutica] σε εξαιρετική κατάσταση η οποία υπερβαίνει τον συνήθη εμπορικό κίνδυνο που συνδέεται με την άσκηση της οικονομικής της δραστηριότητας».
80
Όσον αφορά το επιχείρημα που η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει προς στήριξη του εν λόγω τρίτου σκέλους, αναφορικά με τη συμπεριφορά που ο υπάλληλος της Transnáutica θα μπορούσε να έχει υιοθετήσει στην περίπτωση που οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές του είχαν ζητήσει να παράσχει συμπληρωματική εγγύηση, επισημαίνεται ότι το εν λόγω επιχείρημα έχει εντελώς υποθετικό χαρακτήρα.
81
Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Πρωτοδικείο βασίμως έκρινε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που υποβλήθηκαν στην κρίση του και χωρίς να παραμορφώσει τα αποδεικτικά στοιχεία ούτε να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι η έλλειψη επιμέλειας των εν λόγω αρχών, η οποία κατέστησε αναποτελεσματικές τις διαδικασίες ελέγχου που είχε προβλέψει η Transnáutica, δημιούργησε ειδική κατάσταση εμπίπτουσα στο άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα.
82
Δεδομένου ότι κανένα από τα τρία σκέλη του μοναδικού λόγου που η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
83
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
84
Δεδομένου ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Transnáutica. Το Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο παρενέβη στην παρούσα διαδικασία, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3)
Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy