Υπόθεση C-511/09 P
Dongguan Nanzha Leco Stationery Mfg. Co. Ltd
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Εισαγωγές αψιδοειδών μηχανισμών με μοχλίσκο καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας – Κανονισμός (ΕΚ) 1136/2006 – Προσδιορισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 – Άρθρο 2, παράγραφοι 7, στοιχείο α΄, και 10»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Περιθώριο ντάμπινγκ – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Προσαρμογές
(Κανονισμός 384/96 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 10)
2. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Περιθώριο ντάμπινγκ – Καθορισμός της κανονικής αξίας – Εισαγωγές προερχόμενες από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς, όπως αυτές τις οποίες αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του κανονισμού 384/96
(Κανονισμός 384/96 του Συμβουλίου, άρθρα 2 §§ 1, 3 και 7)
1. Στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων αντιντάμπινγκ, ο καθορισμός της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής διέπονται από διακριτούς κανόνες Συνεπώς, τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά έξοδα και τα άλλα επίμαχα γενικά έξοδα δεν πρέπει αναγκαστικά να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο στη μία και την άλλη περίπτωση. Εντούτοις, τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο αξιών μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των προσαρμογών που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96.
Συναφώς, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού 384/96 προκύπτει ότι προσαρμογή της τιμής εξαγωγής ή της κανονικής αξίας μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικώς, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και, επομένως, τη συγκρισιμότητά τους, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η σύγκριση θα γίνει στο ίδιο στάδιο εμπορίας. Επομένως, προκειμένου να μπορέσουν να προβούν σε τέτοιου είδους προσαρμογή, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να βασίζονται σε στοιχεία όπως τα έξοδα πωλήσεως που προέρχονται από τη διάθεση στην κοινοτική αγορά, εφόσον η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν σε δύο διαφορετικά στάδια εμπορίου και τα έξοδα πωλήσεως είναι ικανά να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τη συγκρισιμότητα της τιμής εξαγωγής με την κανονική αξία.
(βλ. σκέψεις 25-26, 37, 39)
2. Μολονότι στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 προβάλλεται η γενική αρχή κατά την οποία η κανονική αξία βασίζεται στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής, ούτε από το γράμμα ούτε από την όλη οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού ή της νομολογίας του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, όταν τα θεσμικά όργανα καθορίζουν την κανονική αξία «πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση», η εν λόγω κανονική αξία πρέπει πάντοτε να αντιστοιχεί στην κανονική αξία στην οποία προσφέρεται το προϊόν στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη. Τέτοιου είδους ερμηνεία θα έθιγε το περιθώριο εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας για τις χώρες που δεν έχουν οικονομία της αγοράς.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω βασικού κανονισμού που δεν αφορά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας εταιρίας εξαγωγών που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς.
(βλ. σκέψεις 33-34)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 27ης Οκτωβρίου 2011 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ –Εισαγωγές αψιδοειδών μηχανισμών με μοχλίσκο καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας – Κανονισμός (ΕΚ) 1136/2006 – Προσδιορισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 – Άρθρο 2, παράγραφοι 7, στοιχείο α΄, και 10»
Στην υπόθεση C‑511/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2009,
Dongguan Nanzha Leco Stationery Mfg. Co., Ltd, με έδρα το Dongguan (Κίνα), εκπροσωπούμενη από τον P. Bentley, QC,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους J.-P. Hix και B. Driessen, επικουρούμενους από το G. Berrisch, Rechtsanwalt,
καθού πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους H. van Vliet και C. Clyne, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
η IML Industria Meccanica Lombarda Srl, εκπροσωπούμενη από τον R. Bierwagen, Rechtsanwalt,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, M. J. Malenovský, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász και Γ. Αρέστη (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Δεκεμβρίου 2010,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως η Dongguan Nanzha Leco Stationery Mfg. Co. Ltd (στο εξής: Dongguan), αφενός, ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T‑296/06, Dongguan Nanzha Leco Stationery κατά Συμβουλίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθόσον με αυτή απορρίφθηκε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Dongguan, και, αφετέρου, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς και να ακυρώσει τον κανονισμό (EΚ) 1136/2006 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές αψιδοειδών μηχανισμών με μοχλίσκο καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 205, σ. 1, στο εξής: οριστικός δασμός), καθόσον επιβάλλει δασμό επί των αψιδοειδών μηχανισμών με μοχλίσκο (στο εξής: ΑΜΜ) που παράγει η Dongguan, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό του δασμού που θα καθίστατο απαιτητό εάν δεν είχε λάβει χώρα η προσβαλλόμενη προσαρμογή της τιμής εξαγωγής.
Το νομικό πλαίσιο
2 Οι διατάξεις σχετικά με την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 340, σ. 17, στο εξής: βασικός κανονισμός).
3 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 7, του βασικού κανονισμού ορίζει την κανονική αξία προϊόντος που θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ. Κατά τις διατάξεις αυτού:
«1. Η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.
[...]
3. Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν αυτές δεν είναι επαρκείς ή όταν οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος υπολογίζεται με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα κέρδη ή με βάση τις τιμές εξαγωγής, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, προς μια κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές. […]
[…]
7α) Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.
[…]
β) Στις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές από τη Ρωσική Ομοσπονδία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, την Ουκρανία, το Βιετνάμ και το Καζακστάν καθώς και από οποιαδήποτε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλος του ΠΟΕ [Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου] κατά την ημερομηνία έναρξης της έρευνας, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στο στοιχείο γ΄, ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος. Άλλως εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στο στοιχείο α΄).
[…]»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού ορίζει:
«Ως τιμή εξαγωγής θεωρείται η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του προϊόντος κατά την πώλησή του προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα.»
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού ορίζει:
«Μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας διεξάγεται δίκαιη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή αφορά το ίδιο επίπεδο εμπορίας και πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, λαμβάνονται δε δεόντως υπόψη άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όταν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που διαμορφώνεται δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις σύγκρισης, πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση, με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο [ισχυρισμός] και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τις τιμές και, κατ’ επέκταση, τη συγκρισιμότητα των τιμών. Πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη προσαρμογής που έχει ήδη γίνει, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές, για τις ποσότητες και για το επίπεδο εμπορίας. Όταν πληρούνται οι προκαθορισμένες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να πραγματοποιούνται προσαρμογές, όσον αφορά τους ακόλουθους παράγοντες.
[…]
i) Προμήθειες
Ο όρος “προμήθειες” εννοείται ως το περιθώριο κέρδους ενός εμπόρου του προϊόντος ή του ομοειδούς προϊόντος αν οι εργασίες αυτού του εμπόρου είναι παρόμοιες με εκείνες ενός αντιπροσώπου που εργάζεται σε βάση προμήθειας.
[…]»
Ιστορικό της διαφοράς
6 Οι σκέψεις 8 έως 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιγράφουν το ιστορικό της διαφοράς:
«Η αρχική διαδικασία έρευνας
8 Η προσφεύγουσα Dongguan [...] είναι εταιρία κινεζικού δικαίου με έδρα το Dongguan (Κίνα). Κατασκευάζει [ΑΜΜ] που χρησιμοποιούνται γενικώς στην αρχειοθέτηση φύλλων σε κλασέρ ή φακέλους.
9 Η προσφεύγουσα πωλεί το σύνολο της παραγωγής της στην World Wide Stationery Ltd (στο εξής: WWS) μέσω της Leco Stationery Manufacturing Co. Ltd (στο εξής: LECO), που είναι η κύρια μέτοχός της, εγκατεστημένες αμφότερες (WWS και LECO) στο Χονγκ Κονγκ (Κίνα). Η WWS μεταπωλεί στη συνέχεια την παραγωγή της προσφεύγουσας σε πελάτες της κινεζικής αγοράς όπως επίσης και εκτός Κίνας, εξάγοντας την εν λόγω παραγωγή στην Κοινότητα και σε άλλα τρίτα κράτη.
10 Στις 11 Μαρτίου 2005 υπέβαλαν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταγγελία τρεις κοινοτικοί παραγωγοί, Interkov spol. s r.o., MI.ME.CA. Srl και NIKO – kovinarsko podjetje, d.d., Železniki, εκπροσωπώντας από κοινού πλέον του 50 % της συνολικής παραγωγής ΑΜΜ εντός της Κοινότητας. Την καταγγελία υποστήριξε η IML Industria Meccanica Lombarda Srl [(στο εξής: IML)]. Στην εν λόγω καταγγελία προβαλλόταν ότι οι εισαγωγές ΑΜΜ καταγωγής Κίνας αποτελούσαν αντικείμενο πρακτικών ντάμπινγκ και συνεπώς προκαλούσαν σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία.
11 Στις 28 Απριλίου 2005 δημοσιεύτηκε ανακοίνωση περί ενάρξεως διαδικασίας έρευνας αντιντάμπινγκ, όσον αφορά τις εισαγωγές ΑΜΜ από την Κίνα, δυνάμει του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 103, σ. 18).
12 Κατόπιν της ενάρξεως της εν λόγω διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή απηύθυνε ερωτηματολόγιο σε όλα τα μέρη που ήταν γνωστό ότι ενδιαφέρονταν στο πλαίσιο της έρευνας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας η προσφεύγουσα συμπλήρωσε το προαναφερθέν ερωτηματολόγιο και, στη συνέχεια, υπέβαλε αίτηση αναγνωρίσεως καθεστώτος οικονομίας αγοράς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία β΄ και γ΄, του βασικού κανονισμού, και, επικουρικώς, αίτηση ατομικής μεταχειρίσεως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού. Η Επιτροπή απέρριψε την πρώτη αίτηση, έκανε όμως δεκτή τη δεύτερη.
13 Με το από 16 Σεπτεμβρίου 2005 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο η Επιτροπή ζήτησε από την προσφεύγουσα να τη βοηθήσει να προετοιμάσει την επίσκεψή της στο Dongguan και στο Χονγκ Κονγκ, από τις 17 έως τις 19 Οκτωβρίου 2005, προκειμένου να μπορέσει να διενεργήσει όλους τους αναγκαίους ελέγχους στο πλαίσιο της έρευνας. Με την από 4 Οκτωβρίου 2005 τηλεομοιοτυπία η Επιτροπή απέστειλε επίσημη επιβεβαίωση της επισκέψεώς της στην προσφεύγουσα. Εντούτοις, με το από 5 Οκτωβρίου 2005 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο η Επιτροπή προειδοποίησε την προσφεύγουσα ότι λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων έπρεπε να ακυρώσει την προγραμματισμένη επίσκεψη.
Ο προσωρινός κανονισμός και η συνέχεια της διαδικασίας έρευνας
14 Στις 26 Ιανουαρίου 2006 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (EΚ) 134/2006, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ΑΜΜ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 23, σ. 13, στο εξής: προσωρινός κανονισμός). Με τον εν λόγω κανονισμό επιβλήθηκε προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ ύψους 33,3 % όσον αφορά τις εισαγωγές ΑΜΜ που κατασκευάζει η προσφεύγουσα από την 28η Ιανουαρίου 2006 και ύψους 48,1 % επί όλων των υπόλοιπων εισαγωγών ΑΜΜ από την Κίνα.
15 Η κανονική αξία των ΑΜΜ όσον αφορά τους παραγωγούς-εξαγωγείς στους οποίους δεν χορηγήθηκε καθεστώς οικονομίας της αγοράς, όπως η προσφεύγουσα, καθορίστηκε, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, βάσει εξακριβωμένων πληροφοριών που παρέσχε παραγωγός εγκατεστημένος σε ανάλογο κράτος. Συναφώς, η Επιτροπή αποφάσισε προσωρινώς ότι το Ιράν συνιστούσε την πλέον ενδεδειγμένη επιλογή. Η κανονική αξία καθορίστηκε συνεπώς βάσει της μέσης σταθμισμένης τιμής πωλήσεως που επιβλήθηκε στην εσωτερική ιρανική αγορά από τον συνεργασθέντα Ιρανό παραγωγό προς ανεξάρτητους πελάτες.
16 Η τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ όσον αφορά τις πωλήσεις προς εξαγωγή στην Κοινότητα από εξαγωγείς που έτυχαν ατομικής μεταχειρίσεως, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μέσω συνδεδεμένων επιχειρήσεων εγκατεστημένων εκτός Κοινότητας, καθορίστηκε βάσει της τιμής πωλήσεως προς ανεξάρτητους πελάτες εντός Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού. Συγκεκριμένα, η τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ της προσφεύγουσας καθορίστηκε βάσει των τιμών που επιβλήθηκαν από τη WWS στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη εντός της Κοινότητας, με έκπτωση 12,6 % αντιστοιχούσα σε έξοδα που προέκυψαν μεταξύ του εργοστασίου και των συνόρων της Κοινότητας, ήτοι σε έξοδα μεταφοράς, ασφαλίσεως, διακινήσεως, κ.λπ.
17 Κατά τον προσωρινό κανονισμό, η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πραγματοποιήθηκε στο στάδιο εξόδου από το εργοστάσιο και στο ίδιο στάδιο εμπορίας. Προκειμένου να διασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπ’ όψη, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, οι διαφορετικοί παράγοντες οι οποίοι, κατά τα υποστηριζόμενα και όπως απεδείχθη, επηρέασαν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όσον αφορά την προσφεύγουσα, έγινε προσαρμογή βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού, εφόσον οι πωλήσεις προς εξαγωγή είχαν πραγματοποιηθεί μέσω συνδεδεμένης εταιρείας εγκατεστημένης σε χώρα άλλη πλην της ως άνω χώρας ή εκτός της Κοινότητας. Η συγκεκριμένη προσαρμογή συνίστατο στην αφαίρεση από την τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ 18,6 % για τα έξοδα πώλησης, τα διοικητικά και λοιπά γενικά έξοδα της WWS, 1,8 % για τα έξοδα της LECO και 5 % ως εύλογο περιθώριο κέρδους των εν λόγω δύο εταιριών.
18 Με το από 3 Μαρτίου 2006 έγγραφο η προσφεύγουσα υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της σχετικά με την εφαρμογή του προσωρινού κανονισμού. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα περιλαμβανόταν, πρώτον, ότι δεν ήταν ορθό να αφαιρεθεί από την τιμή εξαγωγής που επέβαλε η WWS ορισμένο ποσό για έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και λοιπά γενικά έξοδα της WWS, καθώς και τα κέρδη της LECO και της WWS, επειδή η σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, στην περίπτωση αυτή, δεν πραγματοποιήθηκε στο ίδιο στάδιο εμπορίου. Δεύτερον, επισήμανε ότι εχώρησαν σφάλματα όσον αφορά τον υπολογισμό των εξόδων πωλήσεως, των διοικητικών εξόδων και άλλων γενικών εξόδων της WWS και, ειδικότερα, ορισμένα έξοδα απευθείας πωλήσεως είχαν υπολογισθεί δύο φορές.
19 Στις 21 Απριλίου 2006 η προσφεύγουσα ανέπτυξε προφορικώς τις θέσεις της στο πλαίσιο ακροάσεως. Μετά την ακρόαση αυτή η προσφεύγουσα υπέβαλε συμπληρωματικές γραπτές παρατηρήσεις.
20 Με το από 24 Μαΐου 2006 έγγραφο η Επιτροπή ανακοίνωσε στις προσφεύγουσες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, την τελική έκθεση των πραγματικών περιστατικών και των ουσιωδών εκτιμήσεων επί των οποίων είχε την πρόθεση να βασιστεί, προκειμένου να εισηγηθεί τον προσδιορισμό οριστικών αντισταθμιστικών δασμών. Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί του ως άνω εγγράφου με δικόγραφο που κατέθεσε στις 5 Ιουνίου 2006. Υπέβαλε επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια ακροάσεως στις 21 Ιουνίου 2006. Τέλος, με το από 3 Ιουλίου 2006 έγγραφο η Επιτροπή απάντησε στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας με συμπληρωματικά σχόλια.
Ο οριστικός κανονισμός
21 Στις 24 Ιουλίου 2006 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον [οριστικό κανονισμό]. Το οριστικό επίπεδο ντάμπινγκ που εφαρμόστηκε στην προσφεύγουσα ήταν 27,1 %, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς παραγωγούς 47,4 %.
22 Όσον αφορά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των ΑΜΜ, το Συμβούλιο προέβλεψε στον οριστικό κανονισμό ότι, κατόπιν νέας αναλύσεως των στοιχείων που παρέσχε ο παραγωγός στο Ιράν, έπρεπε να συναχθεί ότι τα στοιχεία αυτά ήταν ελλιπή ή/και αντιφατικά και δεν μπορούσαν ως εκ τούτου να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των ΑΜΜ στο οριστικό στάδιο. Άλλη εύλογη βάση χρησιμοποιήθηκε κατά συνέπεια για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού. Συναφώς, αναφέρεται στον οριστικό κανονισμό ότι λόγω της ελλείψεως στοιχείων από άλλες τρίτες χώρες στις οποίες παράγονται [ΑΜΜ], εκτιμήθηκε ότι τα στοιχεία που παρατέθηκαν στην καταγγελία και προέρχονταν από την κοινοτική βιομηχανία συνιστούσαν την πλέον εύλογη βάση για τον οριστικό καθορισμό της κανονικής αξίας των [ΑΜΜ]. Από τον κανονισμό προκύπτει επίσης ότι έγιναν προσαρμογές, ώστε να αντανακλώνται συγκεκριμένα επαληθευμένα στοιχεία που προέκυψαν κατά την έρευνα, ιδίως όσον αφορά τις τιμές πρώτων υλών και ναύλων.
23 Η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε σύμφωνα με τη μέθοδο που εκτέθηκε στον προσωρινό κανονισμό (βλ. σκέψη 16 κατωτέρω).
24 Κατά τον οριστικό κανονισμό η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πραγματοποιήθηκε στο επίπεδο εξόδου από το εργοστάσιο και στο ίδιο στάδιο εμπορίου. Προκειμένου να διασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, όσον αφορά την προσφεύγουσα, και αντιθέτως προς το πρώτο επιχείρημά της στο από 3 Μαρτίου 2006 έγγραφο, η προσαρμογή της τιμής εξαγωγής διατηρήθηκε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού. Τα κοινοτικά θεσμικά όργανα επιβεβαίωσαν τη θέση τους ότι η σχέση μεταξύ της προσφεύγουσας, αφενός, και των LECO και WWS, αφετέρου, μπορούσε να εξομοιωθεί με αυτήν οικονομικού φορέα που εργάζεται βάσει προμήθειας. Εντούτοις, η εξέταση του δεύτερου επιχειρήματος της προσφεύγουσας στο από 3 Μαρτίου 2006 έγγραφο σχετικά με τον διπλό υπολογισμό ορισμένων εξόδων πωλήσεως της LECO και της WWS, επιβεβαίωσε ότι εχώρησε γραφικό λάθος κατά τον υπολογισμό των εξόδων αυτών. Τούτο επέφερε μείωση της εκπτώσεως των εξόδων πωλήσεως, των διοικητικών και άλλων γενικών εξόδων της WWS από 18,6 σε 3,2 %.Τελικώς, η προσαρμογή στην οποία προέβησαν τα κοινοτικά θεσμικά όργανα συνίστατο σε έκπτωση ύψους 3,2 % από την τιμή εξαγωγής, μεταξύ άλλων, για έξοδα απευθείας πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα της WWS, 1,8 % για τα έξοδα της LECO και 5 % ως περιθώριο κέρδους των δύο εταιριών.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
7 Με δικόγραφο της 19ης Οκτωβρίου 2006, η Dongguan άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2007, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Με διάταξη της 19ης Απριλίου 2007 ,επέτρεψε στην IML να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
8 Προς στήριξη της εν λόγω προσφυγής η Dongguan προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως.
9 Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αφορούσε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, καθώς τα θεσμικά όργανα συνέκριναν την κανονική αξία με την τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ σε διαφορετικά στάδια εμπορίου και, στο δεύτερο σκέλος, παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της «δέουσας επιμέλειας», καθόσον τα θεσμικά όργανα δεν επαλήθευσαν κατά τον δέοντα τρόπο τα δεδομένα που τους είχαν κοινοποιηθεί. Ο δεύτερος λόγος αφορούσε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, καθόσον τα θεσμικά όργανα τροποποίησαν σε σχέση με τον προσωρινό κανονισμό τη μέθοδο υπολογισμού της κανονικής αξίας των ΑΜΜ στον οριστικό κανονισμό, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από πολύ σοβαρούς λόγους.
10 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το μόνο που αφορά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού που συνίστατο στην αφαίρεση από την τιμή εξαγωγής των εξόδων πωλήσεως που προέρχονται από τη διάθεση στην κοινοτική αγορά των ΑΜΜ της Dongguan, ήταν απαραίτητη, προκειμένου να αποφευχθεί η ανισορροπία κατά τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των εν λόγω ΑΜΜ.
11 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 40 έως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«40 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ειδικότερα, των μέτρων εμπορικής άμυνας, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑351/04, Ikea Wholesale, Συλλογή 2007, σ. I‑7723, σκέψη 40, και του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2008, T‑221/05, Huvis κατά Συμβουλίου, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
41 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή επί των εκτιμήσεων των κοινοτικών οργάνων πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων, του υποστατού των περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για να πραγματοποιηθεί η αμφισβητούμενη επιλογή, της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών ή της μη υπάρξεως καταχρήσεως εξουσίας (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Οκτωβρίου 2004, T-35/01, Shanghai Teraoka Electronic κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2004, σ. II‑3663, σκέψεις 48 και 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2006, T‑300/03, Moser Baer India κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. II‑3911, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ο περιορισμένος αυτός δικαστικός έλεγχος αφορά, ειδικότερα, την επιλογή μεταξύ των αναφερομένων στον βασικό κανονισμό μεθόδων υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και τον καθορισμό της κανονικής αξίας του προϊόντος (βλ. απόφαση Ikea Wholesale, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42 Εξάλλου, κατά τη νομολογία, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι προσαρμογή της τιμής εξαγωγής ή της κανονικής αξίας μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικά, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και, επομένως, τη συγκρισιμότητά τους (απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Νοεμβρίου 2002, T‑88/98, Kundan και Tata κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑4897, σκέψη 94). Τούτο σημαίνει, δηλαδή, ότι η προσαρμογή αποσκοπεί στην αποκατάσταση της συμμετρίας μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής προϊόντος, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση ορθής προσαρμογής, την αποκατάσταση της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής. Εντούτοις, σε περίπτωση μη ορθής προσαρμογής, τούτο συνεπάγεται τη δημιουργία ασυμμετρίας μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 2009, T‑249/06, Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. II‑383, σκέψεις 194 και 195).
43 Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αν το επίπεδο συγκρίσεως που επέλεξαν τα θεσμικά κοινοτικά όργανα τηρήθηκε κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής και να επιβεβαιώσει, ακολούθως, αν η προσαρμογή που έγινε επέφερε την αποκατάσταση της συμμετρίας κατά τη σύγκριση των δύο αυτών παραγόντων ή, αν, αντιθέτως, κατέληξε σε σύγκριση σε διαφορετικά στάδια εμπορίας.
44 Εν προκειμένω, προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 22 του οριστικού κανονισμού ότι η σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής των ΑΜΜ από την Κίνα έγινε από τα θεσμικά όργανα κατά το ίδιο στάδιο εμπορίας, ήτοι στο στάδιο εξόδου από το εργοστάσιο. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους ΑΜΜ που παράγει η προσφεύγουσα, διευκρινίστηκε στο από 3 Ιουλίου 2006 έγγραφο ότι τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής των προϊόντων αυτών καθορίστηκαν πριν την ανάμειξη τυχόν ενδιάμεσου οικονομικού φορέα στη διαδικασία της πωλήσεως, ήτοι πριν την ανάμειξη των LECO και WWS στην εμπορία των ΑΜΜ της προσφεύγουσας.
45 Περαιτέρω, όσον αφορά, αφενός, την τιμή εξαγωγής, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι ο υπολογισμός της έγινε κατά το άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα παραδέχεται από κοινού με τα θεσμικά όργανα ότι η τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ της αντιστοιχεί στις τιμές που εφαρμόζει η WWS στους ανεξάρτητους πελάτες της στην κοινοτική αγορά, όπως καθορίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 21 του οριστικού κανονισμού και, κατά παραπομπή της εν λόγω διατάξεως, στις αιτιολογικές σκέψεις 41 και 42 του προσωρινού κανονισμού.
46 Όσον αφορά, αφετέρου, την κανονική αξία, η προσφεύγουσα φρονεί, αντιθέτως, ότι η αξία αυτή έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 3, του βασικού κανονισμού και να αντιστοιχεί, επομένως, στην τιμή των ΑΜΜ της που επέβαλε η WWS στην εθνική κινεζική αγορά.
47 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού συνάγεται ότι ο καθορισμός της κανονικής αξίας των προϊόντων προελεύσεως Κίνας, κατ’ εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 2, παράγραφοι 1 έως 6, του ίδιου κανονισμού, περιορίζεται σε επιμέρους ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες οι οικείοι παραγωγοί υπέβαλαν, ο καθένας καθόσον τον αφορά, μια δεόντως τεκμηριωμένη αίτηση σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γ΄, του βασικού κανονισμού, προκειμένου να αποδείξουν ότι όσον αφορά αυτούς ισχύουν συνθήκες οικονομίας της αγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2003, T‑255/01, Changzhou Hailong Electronics & Light Fixtures και Zhejiang Yankon κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑4741, σκέψη 40).
48 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά την αιτιολογική σκέψη 14 του οριστικού κανονισμού, η αίτηση που υπέβαλε η προσφεύγουσα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού απορρίφθηκε. Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να αποδειχτεί ότι η κανονική αξία των ΑΜΜ της προσφεύγουσας αντιστοιχούσε στις τιμές των προϊόντων αυτών στην εθνική αγορά της προσφεύγουσας, ήτοι στις τιμές που εφάρμοζε η WWS στην κινεζική αγορά, καθόσον προσδιορίστηκε ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων.
49 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η σχετική παραπομπή της προσφεύγουσας στις σκέψεις 15 έως 18 της αποφάσεως [του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, Brother Industries κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5683)] δεν είναι λυσιτελής εν προκειμένω. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή, παρότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα θεσμικά όργανα είχαν υπολογίσει ορθώς την κανονική αξία των εισαγωγών από την Ιαπωνία βάσει των τιμών μεταπωλήσεως που επέβαλε ο διανομέας στην εθνική αγορά, η κρίση αυτή βασίστηκε στο γεγονός ότι η Ιαπωνία είναι χώρα που διαθέτει οικονομία της αγοράς.
50 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά την αιτιολογική σκέψη 17 του οριστικού κανονισμού η κανονική αξία των ΑΜΜ που παράγει η προσφεύγουσα υπολογίστηκε σε εύλογη βάση σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού. Κατά τη νομολογία, η διάταξη αυτή αποσκοπεί ακριβώς στο να μη λαμβάνονται υπόψη οι τιμές και το κόστος που υφίστανται σε χώρες οι οποίες δεν έχουν οικονομία της αγοράς, καθόσον οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν στις πιο πάνω χώρες τη φυσιολογική συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1990, C‑305/86 και C-160/87, Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2945, σκέψη 26, και της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-16/90, Nölle, Συλλογή 1991, σ. Ι-5163, σκέψη 10). Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους ΑΜΜ της προσφεύγουσας, από το από 3 Ιουλίου 2006 έγγραφο προκύπτει ότι η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει του κόστους παραγωγής, των διοικητικών και άλλων γενικών εξόδων ανάλογων κοινοτικών παραγωγών, καθώς και εκτιμήσεως του εύλογου κέρδους. Εντούτοις, στον υπολογισμό αυτό δεν συμπεριλήφθηκε κανένα κόστος άμεσης πωλήσεως, επειδή, όπως αναγνώρισε η προσφεύγουσα επανειλημμένως, κυρίως στις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο που της απέστειλε η Επιτροπή κατά την έρευνα καθώς και στο από 5 Ιουνίου 2006 έγγραφο, οι LECO και WWS ήταν επιφορτισμένες με τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων της προσφεύγουσας.
51 Συνάγεται, συνεπώς, από τον τρόπο υπολογισμού της κανονικής αξίας των ΑΜΜ της προσφεύγουσας, και κυρίως από τη μη συνεκτίμηση κατά τον υπολογισμό αυτό των εξόδων πωλήσεως, ότι θα προέκυπτε ανισορροπία κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των ΑΜΜ της προσφεύγουσας αν τα θεσμικά όργανα δεν προέβαιναν σε προσαρμογή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, μέσω της εκπτώσεως από την τιμή εξαγωγής του κόστους της πωλήσεως από τη διάθεση στο εμπόριο των ΑΜΜ της προσφεύγουσας στην κοινοτική αγορά.
52 Συνεπώς, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι τα θεσμικά κοινοτικά όργανα δεν υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, προβαίνοντας σε προσαρμογή, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, της τιμής εξαγωγής των ΑΜΜ που παράγει η προσφεύγουσα.
53 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι απορριπτέο.»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
12 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Dongguan ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον απορρίπτει το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Dongguan πρωτοδίκως∙
– να αποφανθεί επί της διαφοράς, ακυρώνοντας τον οριστικό κανονισμό 1136/2006, καθόσον επιβάλλει δασμό αντιντάμπινγκ επί των προϊόντων ΑΜΜ που παράγει η Dongguan υπερβαίνοντα το ποσό του δασμού που θα είχε επιβληθεί αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η προσβαλλόμενη προσαρμογή της τιμής εξαγωγής, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας και στα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.
13 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή, και
– εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Dongguan στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
14 Η Επιτροπή δήλωσε ότι συντάσσεται με τη θέση του Συμβουλίου.
15 Η IML υποστηρίζει τα αιτήματα του Συμβουλίου.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
16 Η Dongguan ζητεί στο πλαίσιο ενός και μοναδικού λόγου αναιρέσεως την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο απέρριψε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, καθόσον τα θεσμικά κοινοτικά όργανα συνέκριναν την κανονική αξία με την τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ σε διαφορετικά στάδια εμπορίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Κατά την Dongguan το Πρωτοδικείο δεν προσέδωσε το προσήκον έννομο αποτέλεσμα στην έννοια της ανάλογης κανονικής αξίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού.
18 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο συμπέρανε, εσφαλμένως κατά την Dongguan, ότι τέτοιου είδους ανάλογη κανονική αξία αντιστοιχούσε στο στάδιο εξόδου των ΑΜΜ από την αλυσίδα παραγωγής της Dongguan στην Κίνα, καίτοι διαπιστώθηκε, στην ίδια αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι με τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά έξοδα και άλλα γενικά έξοδα για τις εγχώριες και εξαγωγικές πωλήσεις επιβαρύνθηκε όχι η εταιρία στην Κίνα, αλλά οι συνδεόμενες εταιρίες που εδρεύουν σε χώρα με οικονομία αγοράς, ήτοι το Χονγκ Κονγκ.
19 Η Dongguan υποστηρίζει, περαιτέρω, κατόπιν συνδυασμένης ερμηνείας των σκέψεων 38, 50, 60 και 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν αμφισβητείται ότι τα διοικητικά έξοδα και άλλα γενικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι LECO και WWS στο Χονγκ Κονγκ ήταν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν για εξαγωγικές πωλήσεις και πωλήσεις στην Κίνα και ότι το γεγονός ότι η Dongguan δεν υποβλήθηκε σε έξοδα πωλήσεως στην Κίνα δεν αμφισβητήθηκε. Συναφώς, κατ’ αυτή, η παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού προκύπτει ευθέως από το σχετικό με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού επιχείρημα.
20 Κατά την Dongguan, το γεγονός ότι οι LECO και WWS ήταν επιφορτισμένες με την εμπορία των προϊόντων της αναιρεσείουσας δεν έχει καμία σχέση με τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας, καθώς η αξία αυτή είναι ανάλογη κανονική αξία, και, επομένως, δεν υπολογίστηκε βάσει των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, η διαπίστωση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι κανένα έξοδο άμεσης πωλήσεως δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί κατά τον υπολογισμό αυτό, λόγω του ότι οι LECO και WWS ήταν επιφορτισμένες με την εμπορία προϊόντων της Dongguan, είναι εσφαλμένη.
21 Αντιθέτως, η διαπίστωση ότι οι LECO και WWS ήταν επιφορτισμένες με την εμπορία προϊόντων της Dongguan είχε ιδιαίτερη σημασία για τον καθορισμό του σταδίου του κυκλώματος διανομής της αναιρεσείουσας κατά το οποίο η καθορισθείσα σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού κανονική αξία ήταν ορθή ανάλογη κανονική αξία. Κατά την Dongguan, εν προκειμένω, το στάδιο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο κύκλωμα διανομής της αναιρεσείουσας αντιστοιχούσε στο στάδιο της «εξόδου από τη WWS», ήτοι στην κανονική αξία στην οποία προσφέρεται το προϊόν για πρώτη φορά προς μη συνδεδεμένο πρόσωπο εντός της εσωτερικής αγοράς.
22 Το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι τα γεγονότα τα οποία αφορά ο προαναφερθείς λόγος δεν αμφισβητούνται. Υποστηρίζει ότι τα θεσμικά όργανα υπολόγισαν ορθώς κατασκευασμένη κανονική αξία στο στάδιο εξόδου από το εργοστάσιο για εταιρία που δεν βαρυνόταν με κανένα έξοδο απευθείας πωλήσεως για τις πωλήσεις των προϊόντων της στην εσωτερική αγορά βάσει δεδομένων της κοινοτικής βιομηχανίας. Η τιμή εξαγωγής είχε καθορισθεί βάσει των τιμών που εφάρμοζε η WWS στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη.
23 Εντούτοις, τα θεσμικά όργανα προέβησαν σε προσαρμογή της τιμής εξαγωγής που επέβαλε η Dongguan, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού, καθότι η Dongguan δεν πωλούσε ευθέως τα προϊόντα της σε ανεξάρτητους πελάτες, αλλά όλες οι πωλήσεις της προς εξαγωγή λάμβαναν χώρα μέσω δύο συνδεδεμένων εταιριών πωλήσεως, ήτοι των LECO και WWS. Συναφώς, τα θεσμικά όργανα συνήγαγαν ότι η σχέση μεταξύ της Dongguan, αφενός, και των συνδεδεμένων της επιχειρήσεων, LECO και WWS, αφετέρου, μπορεί να εξομοιωθεί με αυτή επιχειρηματία που εργάζεται βάσει προμηθειών.
24 Κατά το Συμβούλιο, η Dongguan δεν υποστήριξε ότι τα θεσμικά όργανα παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 3 και 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, επειδή δεν συμπεριέλαβαν τα έξοδα πωλήσεως στην κατασκευασμένη κανονική αξία. Τέλος, φρονεί ότι τα επιχειρήματα περί παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού στηρίζονται αποκλειστικώς στο επιχείρημα ότι η κανονική αξία αντιστοιχούσε στο στάδιο «εξόδου από τη WWS». Το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως αστήρικτο και εν πάση περιπτώσει απαράδεκτο, καθόσον αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του κανονισμού 17 πρέπει, επίσης, να μην γίνει δεκτή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
25 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι ο καθορισμός της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής διέπονται από διακριτούς κανόνες και ότι, συνεπώς, τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά έξοδα και τα άλλα επίμαχα γενικά έξοδα δεν πρέπει αναγκαστικά να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο στη μία και την άλλη περίπτωση. Εντούτοις, τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο αξιών μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των προσαρμογών που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C‑69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I‑2069, σκέψη 73).
26 Συναφώς, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι προσαρμογή της τιμής εξαγωγής ή της κανονικής αξίας μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικώς, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και, επομένως, τη συγκρισιμότητά τους, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η σύγκριση θα γίνει στο ίδιο στάδιο εμπορίας.
27 Στην υπό κρίση υπόθεση η Dongguan προβάλλει κατ’ ουσία ότι η καθοριζόμενη βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού ανάλογη κανονική αξία πρέπει να είναι ανάλογη με την κανονική αξία που αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στο στάδιο της «εξόδου από τη WWS». Υποστηρίχθηκε ότι, εν προκειμένω, εφόσον η επίμαχη χώρα δεν έχει οικονομία της αγοράς, η κανονική αξία που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού πρέπει να είναι ανάλογη της κανονικής αξίας που καθορίζεται υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, η οποία αντιστοιχεί στην κανονική αξία στην οποία διατίθεται το προϊόν για πρώτη φορά σε πρόσωπο μη συνδεδεμένο εντός της εσωτερικής αγοράς, ήτοι με τον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη.
28 Κατά την Dongguan, το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέκρινε τη μείωση της τιμής εξαγωγής σε στάδιο προγενέστερο της «εξόδου από τη WWS» και, συνεπώς, παραβίασε την αρχή της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής που πρέπει να αντιστοιχεί στο στάδιο της «εξόδου από τη WWS», γεγονός που συνιστά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού.
29 Στην υπό κρίση υπόθεση, από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού προκύπτει ότι η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει των δεδομένων που προέρχονται από την κοινοτική βιομηχανία. Κατά την εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, η μεθοδολογία που περιγραφόταν στην τεσσαρακοστή πρώτη και τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού επιβεβαιώθηκε.
30 Κατά την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των εν λόγω ΑΜΜ πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο «εξόδου από το εργοστάσιο» και στο ίδιο στάδιο εμπορίου. Κατά την προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη, προκειμένου να διασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπόψη, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, οι διαφορετικοί παράγοντες οι οποίοι, κατά τα υποστηριζόμενα και όπως απεδείχθη, επηρέασαν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών. Οι παράγοντες για τους οποίους έγιναν δεκτές οι προσαρμογές αυτές αφορούν τα έξοδα που προκύπτουν από την εμπορία ΑΜΜ της Dongguan στην κοινοτική αγορά.
31 Εντούτοις, η Dongguan υποστηρίζει, κατά πρώτον, επικαλούμενη την προπαρατεθείσα απόφαση Brother Industries κατά Συμβουλίου (σκέψεις 15 έως 18) ότι το βασικό επίμαχο ζήτημα αφορά τον προσδιορισμό του σταδίου εντός του συστήματος διανομής της στο οποίο πρέπει να αντιστοιχεί η κανονική ανάλογη αξία δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, ήτοι η κανονική αξία που καθορίζεται υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
32 Ασφαλώς, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, δεδομένου ότι η κατασκευή της κανονικής αξίας αποσκοπεί στον καθορισμό της τιμής πωλήσεως προϊόντος, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν αν το εν λόγω προϊόν επωλείτο στη χώρα καταγωγής του ή στη χώρα από την οποία εξάγεται, ήταν δικαιολογημένο στην εν λόγω ειδική περίπτωση ότι οι τιμές μεταπωλήσεως που εφάρμοζε συνδεδεμένος διανομέας χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για τον υπολογισμό, λόγω του ότι ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι οι τιμές αυτές ήταν οι τιμές της πρώτης πωλήσεως του προϊόντος που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων. Εντούτοις, στην υπόθεση εκείνη, η οικεία χώρα είχε οικονομία της αγοράς. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση η κατασκευή της κανονικής αξίας των επίμαχων ΑΜΜ βασίστηκε σε εύλογη βάση κατά τα περιγραφόμενα στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, καθότι η επίμαχη χώρα δεν έχει οικονομία της αγοράς.
33 Μολονότι στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβάλλεται η γενική αρχή κατά την οποία η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής, ούτε από το γράμμα ούτε από την όλη οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού ή της νομολογίας του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, όταν τα θεσμικά όργανα καθορίζουν την κανονική αξία «πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση», η εν λόγω κανονική αξία πρέπει πάντοτε να αντιστοιχεί στην κανονική αξία στην οποία προσφέρεται το προϊόν στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη. Τέτοιου είδους ερμηνεία θα έθιγε το περιθώριο εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας για τις χώρες που δεν έχουν οικονομία της αγοράς (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Ikea Wholesale, σκέψη 40).
34 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού που δεν αφορά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας εταιρίας εξαγωγών που δραστηριοποιείται σε οικονομία της αγοράς.
35 Βάσει των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα θεσμικά όργανα νομίμως υπολόγισαν την κατασκευασμένη κανονική αξία στο στάδιο «εξόδου από το εργοστάσιο», επειδή η επίμαχη εταιρία δεν βαρύνεται με κανένα έξοδο άμεσης πωλήσεως για τις πωλήσεις της στην εσωτερική αγορά.
36 Στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα προέκυπτε ανισορροπία κατά τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των ΑΜΜ της Dongguan αν τα θεσμικά όργανα δεν προέβαιναν σε προσαρμογή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, μέσω της εκπτώσεως από την τιμή εξαγωγής του κόστους της πωλήσεως από τη διάθεση στο εμπόριο των ΑΜΜ της Dongguan στην κοινοτική αγορά, λόγω της μη συνεκτιμήσεως των εξόδων πωλήσεως κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
37 Προκειμένου να μπορέσουν να προβούν σε τέτοιου είδους προσαρμογή, τα θεσμικά όργανα πρέπει να βασίζονται σε στοιχεία όπως τα έξοδα πωλήσεως που προέρχονται από τη διάθεση στην κοινοτική αγορά των ΜΜΑ της Dongguan, τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τη συγκρισιμότητα της τιμής εξαγωγής με την κανονική αξία.
38 Εν προκειμένω, τα θεσμικά όργανα καθόρισαν την τιμή εξαγωγής βάσει των τιμών που εφάρμοζαν οι συνδεόμενες με την Dongguan εταιρίες στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη. Το Πρωτοδικείο διευκρινίζει στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η Dongguan παραδέχεται, και τα θεσμικά όργανα επιβεβαιώνουν, ότι η τιμή εξαγωγής των ΑΜΜ της αντιστοιχεί στις τιμές που εφάρμοζε η WWS όσον αφορά τους ανεξάρτητους πελάτες της στην κοινοτική αγορά.
39 Συνεπώς, η κατασκευασμένη κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν, εν προκειμένω, σε δύο διαφορετικά στάδια εμπορίου, γεγονός δυνάμενο να δικαιολογήσει την προσαρμογή.
40 Συνάγεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι η συνεκτίμηση της ελλείψεως απευθείας πωλήσεων από την Dongguan σε ανεξάρτητους πελάτες προς τον σκοπό της προσαρμογής από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού, κατέστησε συγκρίσιμες, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ σύμφωνα με τις απαιτήσεις δίκαιης συγκρίσεως δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. Από την προσαρμογή αυτή συνάγεται ότι κανένα εκ των δύο στοιχείων δεν περιλαμβάνει έξοδα απευθείας πωλήσεως.
41 Συνεπώς, ούτε τα θεσμικά όργανα ούτε το Πρωτοδικείο υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο, προβαίνοντας στην επίμαχη προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο i, του βασικού κανονισμού.
42 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Dongguan.
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Dongguan ηττήθηκε και ότι το Συμβούλιο και η IML Industria Meccanica Lombarda Srl υπέβαλαν σχετικό αίτημα, η Dongguan καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 69, που επίσης εφαρμόζεται στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του εν λόγω άρθρου 118, η Επιτροπή που παρενέβη πρωτοδίκως φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Η Dongguan Nanzha Leco Stationery Mfg. Co., Ltd φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η IML Industria Meccanica Lombarda Srl.
3) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα έξοδά της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy