ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 2ας Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2008/1/ΕΚ – Πρόληψη και μείωση της ρυπάνσεως – Προϋποθέσεις χρήσεως υφισταμένων εγκαταστάσεων»
Στην υπόθεση C‑534/09,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2009,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις Μ. Πατακιά και A. Alcover San Pedro, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Σκανδάλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, πρόεδρο τμήματος, A. Prechal (εισηγήτρια) και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι εθνικές αρχές θα επιτύχουν, με τις άδειες που χορηγούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 της οδηγίας 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (Κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ L 24, σ. 8, στο εξής: οδηγία IPPC), ή με επανεξέταση, οσάκις ενδείκνυται, και εκσυγχρονισμό, οσάκις απαιτείται, των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, να λειτουργούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άρθρων 3, 7, 9, 10, 13, 14, στοιχεία α΄ και β΄, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το αργότερο έως τις 30 Οκτωβρίου 2007, υπό την επιφύλαξη ειδικών κοινοτικών διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Το νομικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας IPPC, με τον τίτλο «Ορισμοί»:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]
4) “υφιστάμενη εγκατάσταση”: η εγκατάσταση η οποία, στις 30 Οκτωβρίου 1999, σύμφωνα με την προϊσχύουσα της ημερομηνίας αυτής νομοθεσία, λειτουργούσε, ή ήταν εγκεκριμένη ή η εγκατάσταση για την οποία, σύμφωνα με τη γνώμη της αρμόδιας αρχής, είχε υποβληθεί πλήρης αίτηση αδείας, εφόσον η εγκατάσταση είχε τεθεί σε λειτουργία το αργότερο την 30ή Οκτωβρίου 2000·
[...]».
3 Το άρθρο 5 της οδηγίας IPPC, με τον τίτλο «Όροι χορήγησης αδείας για υφιστάμενες εγκαταστάσεις», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους θα επιτύχουν, με τις άδειες που δίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 ή με επανεξέταση, οσάκις ενδείκνυται, και εκσυγχρονισμό, οσάκις απαιτείται, των όρων αδείας, να λειτουργούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άρθρων 3, 7, 9, 10 και 13, του άρθρου 14, στοιχεία α΄ και β΄, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, το αργότερο την 30ή Οκτωβρίου 2007, με την επιφύλαξη ειδικών κοινοτικών νομοθετικών διατάξεων.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
4 Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2007, η Επιτροπή ζήτησε από τα κράτη μέλη να της γνωστοποιήσουν τον συνολικό αριθμό των υφισταμένων εγκαταστάσεων και τον αριθμό των αδειών που χορηγήθηκαν το πρώτον ή επανεξετάσθηκαν ή, οσάκις απαιτούνταν, εκσυγχρονίσθηκαν, για υφιστάμενες εγκαταστάσεις καλυπτόμενες από την οδηγία IPPC.
5 Κρίνοντας, κατόπιν της από 25 Φεβρουαρίου 2008 απαντήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι αυτή δεν συμμορφώθηκε προς τις απαιτήσεις της οδηγίας IPPC, η Επιτροπή απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος έγγραφο οχλήσεως της 8ης Μαΐου 2008, στο οποίο το κράτος αυτό της απάντησε με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2008.
6 Με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 2008, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός διμήνου από της παραλαβής της.
7 Επειδή δεν την ικανοποίησε η απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 2009, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
8 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι ο συνολικός αριθμός υφισταμένων εγκαταστάσεων, υπό την έννοια της οδηγίας IPPC, ανέρχεται σε 338 και ότι 208 έχουν τύχει αδείας, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία.
9 Όσον αφορά τις 130 εγκαταστάσεις που δεν έχουν τύχει τέτοιας αδείας, η Ελληνική Δημοκρατία δέχεται ότι σημειώθηκε καθυστέρηση κατά τη χορήγηση των αδειών που αφορούν τις εγκαταστάσεις αυτές, καθυστέρηση στην οποία, κατ’ αυτήν, συνετέλεσε σε κάποιο βαθμό ο εμπρησμός ο οποίος προκάλεσε σημαντικές ζημιές, τον Δεκέμβριο του 2008, στο κτίριο στο οποίο στεγάζονταν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Τονίζει παρά ταύτα τη βούλησή της να επιταχύνει τις διαδικασίες χορηγήσεως αδείας για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, προκειμένου να τις περατώσει πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση.
10 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2005, C-23/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I-9535, σκέψη 9 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
11 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν είχαν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι οικείες εγκαταστάσεις είναι σύμφωνες με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας IPPC, καθώς και, εξάλλου, ότι τηρείται η διάταξη αυτή.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
13 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι εθνικές αρχές θα επιτύχουν, με τις άδειες που χορηγούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 της οδηγίας IPPC, ή με επανεξέταση, οσάκις ενδείκνυται, και εκσυγχρονισμό, οσάκις απαιτείται, των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, να λειτουργούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άρθρων 3, 7, 9, 10, 13, 14, στοιχεία α΄ και β΄, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το αργότερο έως τις 30 Οκτωβρίου 2007, υπό την επιφύλαξη ειδικών κοινοτικών διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι εθνικές αρχές θα επιτύχουν, με τις άδειες που χορηγούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 της οδηγίας 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (Κωδικοποιημένη έκδοση), ή με επανεξέταση, οσάκις ενδείκνυται, και εκσυγχρονισμό, οσάκις απαιτείται, των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, να λειτουργούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άρθρων 3, 7, 9, 10, 13, 14, στοιχεία α΄ και β΄, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το αργότερο έως τις 30 Οκτωβρίου 2007, υπό την επιφύλαξη ειδικών κοινοτικών διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy