18.4.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 90/11
Αναίρεση που άσκησε στις 30 Ιανουαρίου 2009 η Société des plantations de Mbanga SA (SPM) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έκτο τμήμα) στις 13 Νοεμβρίου 2008 στην υπόθεση T-128/05, SPM κατά Συμβουλίου και Επιτροπής
(Υπόθεση C-39/09 P)
2009/C 90/16
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Société des plantations de Mbanga SA (SPM) (εκπρόσωπος: A. Farache, δικηγόρος)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
κυρίως:
—
να ακυρώσει εν μέρει την απόφαση του Πρωτοδικείου,
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή της αποζημιώσεως, καθώς και στην καταβολή των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των δικών, περιλαμβανομένων των εξόδων της αναιρεσείουσας·
—
επικουρικώς:
—
να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου να την κρίνει εκ νέου και να αποφανθεί ως προς το ποσό των καταβλητέων αποζημιώσεων.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ουσιαστικά τρεις λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών δεν παραβιάζει κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό την αρχή της διατηρήσεως αποτελεσματικού ανταγωνισμού, η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, συνιστά κανόνα δικαίου παρέχοντα δικαιώματα στους ιδιώτες.
Συναφώς, η αναιρεσείουσα επικαλείται, αφενός, ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους σκοπούς του ανταγωνισμού, στο μέτρο που στήριξε την κρίση του αποκλειστικά στους γενικούς σκοπούς που επιδιώκονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τη σχέση μεταξύ της κοινοτικής ρυθμίσεως και των στρεφόμενων κατά του ανταγωνισμού πρακτικών που απαντούν στην αγορά της μπανάνας, καθόσον αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι οι κοινοτικές διατάξεις επιτρέπουν, μέσω πιστοποιητικών εισαγωγής, τη χορήγηση οικονομικών πλεονεκτημάτων σε ορισμένους προνομιούχους επιχειρηματίες, των οποίων η θέση στην αγορά θα ενισχυόταν από τους υφιστάμενους κανόνες.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις γενικές αρχές του δικαίου και, συγκεκριμένα, την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον έκρινε ότι η εν λόγω αρχή δεν συνιστά, αυτή καθεαυτή, κανόνα δικαίου παρέχοντα δικαιώματα στους ιδιώτες. Εντούτοις, η αρχή αυτή έχει επανειλημμένως αναγνωριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και συνεπαγόταν, εν προκειμένω, υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση της αγοράς και των παραγωγών οι οποίοι, κατά τη θέσπιση της κοινοτικής ρυθμίσεως, δεν διέθεταν την ιδιότητα του επιχειρηματία.
Full & Egal Universal Law Academy