4.4.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 82/18
Προσφυγή που ασκήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2009 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας
(Υπόθεση C-47/09)
(2009/C 82/33)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: F. Clotuche-Duvieusart και M. Nardi)
Καθής: Ιταλική Δημοκρατία
Αιτήματα
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παρέχοντας τη δυνατότητα να προστεθεί το επίθετο «puro» ή η φράση «cioccolato puro» στην ονομασία πωλήσεως των προϊόντων σοκολάτας που δεν περιέχουν άλλες φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/36/CE (1), του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 2000/13/CE (2), καθώς και από το άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας 2000/36,
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Moyens et principaux arguments
Η επισήμανση και ειδικότερα οι ονομασίες πώλησης των προϊόντων σοκολάτας έχουν πλήρως εναρμονιστεί εντός της Κοινότητας προκειμένου να διασφαλιστεί η σωστή ενημέρωση του καταναλωτή, δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας για την επισήμανση (2000/13) και της οδηγίας για τα προϊόντα σοκολάτας (2000/36). Η οδηγία 2000/36 ορίζει ότι τα προϊόντα που περιέχουν έως και 5 % ορισμένων φυτικών λιπαρών διατηρούν αμετάβλητη την ονομασία πώλησής τους, αλλά η επισήμανσή τους πρέπει να περιλαμβάνει ειδική ένδειξη, με τονισμένα στοιχεία, ότι «περιέχει φυτικά λιπαρά επιπλέον του βουτύρου κακάο».
Η ιταλική νομοθεσία που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, η οποία προβλέπει την προσθήκη της ένδειξης «puro» μόνο στην ονομασία πώλησης των προϊόντων που περιέχουν αποκλειστικά βούτυρο κακάο ως φυτικό λιπαρό, τροποποιεί τους εναρμονισμένους ορισμούς που έχουν θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο και τους επηρεάζει. Δεδομένου ότι στην ιταλική γλώσσα η λέξη «puro» σημαίνει μη τροποποιημένο, υγιές και, ως εκ τούτου, αυθεντικό, οι καταναλωτές οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα τα οποία, τηρουμένων των διατάξεων της οδηγίας και των απαιτήσεων ως προς τις ονομασίες πώλησης, περιέχουν άλλα φυτικά λιπαρά εκτός του βουτύρου κακάο δεν είναι καθαρά, δηλαδή έχουν τροποποιηθεί, προσμιχθεί με άλλες ουσίες και δεν είναι αυθεντικά. Και αυτό αποκλειστικά και μόνο επειδή περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες που επιτρέπονται από τη ρύθμιση, όσον αφορά το είδος τους και τις αναλογίες τους, χωρίς αυτό να μεταβάλει την ονομασία πώλησής τους.
Εξάλλου, η λέξη «puro» είναι ένας επιθετικός προσδιορισμός του οποίου η χρήση στην ονομασία πώλησης υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας 2000/36 προβλέπει ότι η χρήση ενδείξεων και επιθέτων που έχουν σχέση με κριτήρια ποιότητας τελούν υπό την προϋπόθεση της τήρησης της ελάχιστης περιεκτικότητας σε ολική ξηρά ουσία κακάο, η οποία είναι υψηλότερη από εκείνη που προβλέπεται για τη χρήση ονομασιών που δεν περιλαμβάνουν τους επιθετικούς αυτούς προσδιορισμούς. Η ιταλική νομοθεσία σχετικά με την ένδειξη «puro» εξαρτά τη χρήση του από την απλή ύπαρξη του βουτύρου κακάο ως φυτικού λιπαρού, χωρίς να είναι απαραίτητη η τήρηση της υψηλότερης ελάχιστης περιεκτικότητας σε ολική ξηρά ουσία κακάο. Αυτό συνιστά άμεση παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας, καθώς και στοιχείο που παραπλανά τον καταναλωτή.
(1) Οδηγία 2000/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2000 για τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου (ΕΕ L 197, σ. 19).
(2) Οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29).
Full & Egal Universal Law Academy