18.4.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 90/17
Αναίρεση που άσκησαν στις 17 Φεβρουαρίου 2009 η Nuova Agricast Srl και η Cofra srl κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) στις 2 Δεκεμβρίου 2008 στην υπόθεση T-362/05 και Τ-363/05, Nuova Agricast Srl και Cofra srl κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-67/09 P)
2009/C 90/28
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Nuova Agricast Srl και Cofra srl (εκπρόσωπος: A. Calabrese, avvocato)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
Κύριο αίτημα
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και κατά το μέρος κατά το οποίο έγινε δεκτό ότι το έγγραφο της 29ης Μαΐου 2000 δεν περιέχει κανένα σφάλμα, και συνεπώς να απορρίψει την ανταγωγή της Επιτροπής και επί της ουσίας,
—
αφού επιλύσει τα ζητήματα που αφορούσαν τα μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας της 2ας Μαρτίου 2006, να διαπιστώσει και να δεχτεί ότι η Επιτροπή, λόγω της συμπεριφοράς της, όπως αυτή περιγράφεται στις αγωγές, παραβίασε σοβαρά και πρόδηλα το κοινοτικό δίκαιο και προκάλεσε περιουσιακή ζημία στις αναιρεσείουσες,
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί επί των ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονταν στα μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας της 2ας Μαρτίου 2006,
—
και, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα:
i)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας,
ii)
να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων,
ή, αν αποφασίσει να μην εκδικάσει την υπόθεση επί της ουσίας:
Επικουρικό αίτημα
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και κατά το μέρος κατά το οποίο έγινε δεκτό ότι το έγγραφο της 29ης Μαΐου 2000 δεν περιέχει κανένα σφάλμα, και συνεπώς να απορρίψει την ανταγωγή της Επιτροπής και επί της ουσίας,
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο,
—
να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ: νομικό σφάλμα, καθόσον έγινε δεκτό ότι η Επιτροπή καλώς ενέκρινε ένα καθεστώς που αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγόρευσης των διακρίσεων μεταξύ επιχειρήσεων που μετέχουν στο ίδιο καθεστώς ενισχύσεων· συνακόλουθη παράβαση του άρθρου 87 ΕΚ και της κοινοτικής νομολογίας, κατά την οποία αφενός η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει μέσο καταστρατήγησης ή παραβίασης των διατάξεων ή των αρχών του κοινοτικού δικαίου και αφετέρου η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει ένα καθεστώς που παραβιάζει άλλες διατάξεις ή αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης την εγκριτική απόφαση του 1997, ερμήνευσε ολόκληρο το καθεστώς ενισχύσεων που εγκρίθηκε με την εν λόγω απόφαση κατά τρόπο που να το καθιστά ασυμβίβαστο με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, διότι το καθεστώς αυτό, με την εν λόγω ερμηνεία, ενώ παρείχε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις στις επιχειρήσεις που θα υπέβαλλαν για πρώτη φορά αίτηση κατά τη δεύτερη προκήρυξη του 1999, και ειδικότερα ότι θα μπορούσαν, αν ήταν αναγκαίο, να αναδιατυπώσουν τις αιτήσεις αυτές επ’ ευκαιρία μεταγενέστερης προκήρυξης, καθιστούσε λογικά αδύνατη την αναδιατύπωση αυτή, διότι μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1999 δεν θα μπορούσε να γίνει τέτοια προκήρυξη, έστω και για την αναδιατύπωση των αιτήσεων και μόνο. Από το γεγονός αυτό οι αναιρεσείουσες συνάγουν ότι το εν λόγω καθεστώς, αν ερμηνευθεί με τον τρόπο αυτό, παραβιάζει όχι μόνο τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αλλά και της απαγόρευσης των διακρίσεων, διότι μόνο στις επιχειρήσεις που μετέσχον για πρώτη φορά στη διαδικασία της δεύτερης προκήρυξης του 1999 δεν δόθηκε η δυνατότητα που δόθηκε, αντίθετα, σε όλες τις επιχειρήσεις που είχαν μετάσχει στις διαδικασίες των προηγούμενων προκηρύξεων.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ: νομικό σφάλμα, λόγω παράλειψης του Πρωτοδικείου να εξακριβώσει αν η ερμηνεία που έδωσε στην εγκριτική απόφαση του 1997 μπορούσε να αντικατασταθεί από άλλη απόφαση που να τηρεί τις αρχές του δικαίου που παρατέθηκαν ανωτέρω· συνακόλουθη παραβίαση της νομολογίας η οποία επιβάλλει στον δικαστή την υποχρέωση αυτής της εξακρίβωσης και αντικατάστασης.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας γενικά και αφηρημένα το καθεστώς που εγκρίθηκε με την απόφαση του 1997, παρέλειψε να εξακριβώσει αν η ερμηνεία που έδωσε στην εγκριτική απόφαση του 1997 μπορούσε να αντικατασταθεί από άλλη που να είναι σύμφωνη με τις προαναφερθείσες αρχές του δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, διότι παραβίασε τη νομολογία κατά την οποία, όταν μια διάταξη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες, προτιμάται η ερμηνεία που καθιστά τη διάταξη αυτή σύμφωνη με τη Συνθήκη ΕΚ έναντι της ερμηνείας που θα οδηγούσε στην αναγνώριση του ασυμβίβαστου της εν λόγω διάταξης με την ίδια αυτή Συνθήκη.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ: Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει, στο μέρος με το οποίο (σκέψεις 50 και 51) έγινε δεκτό ότι το έγγραφο της 29ης Μαΐου 2000 δεν περιέχει κανένα σφάλμα, σφάλμα ερμηνείας του εν λόγω εγγράφου καθώς και παραμόρφωση του περιεχομένου των πραγματικών περιστατικών και πρέπει να αναιρεθεί, ενώ παράλληλα πρέπει επίσης να απορριφθεί επί της ουσίας η ανταγωγή της Επιτροπής ως προς το αίτημα να απαλειφθεί από το κείμενο των αγωγών η αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι η Επιτροπή, κατά την κατάρτιση του εγγράφου της 29ης Μαΐου 2000, παρέθεσε ψευδή στοιχεία με σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι ιταλικές αρχές ήταν αυτές που δεν ανέφεραν καν, κατά τη συνάντηση της 16ης Μαΐου 2000, την ύπαρξη των επιχειρήσεων που ανήκαν στην κατηγορία της τρίτης προκήρυξης.
Full & Egal Universal Law Academy