16.5.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 113/21
Αναίρεση που άσκησε στις 16 Φεβρουαρίου 2009 η Hotel Cipriani Srl κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έκτο πενταμελές τμήμα), στις 28 Νοεμβρίου 2008 επί των συνδικασθεισών υποθέσεων T-254/00, T-270/00 και T-277/00, Hotel Cipriani SpA κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-73/09 P)
2009/C 113/42
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Hotel Cipriani SpA (εκπρόσωπος: A. Bianchini, δικηγόρος)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Società Italiana per il gas SpA (Italgas), Ιταλική Δημοκρατία, Coopservice-Servizi di fiducia Soc. coop. rl, Comitato «Venezia vuole vivere», Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου·
β)
να κάνει δεκτά τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματα και συνακόλουθα:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής EK (1) η οποία αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής πρωτοδίκως·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 5 της αποφάσεως καθ’ ό μέρος η διαταγή περί ανακτήσεως, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ερμηνεύθηκε από την Επιτροπή υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τις ενισχύσεις οι οποίες δόθηκαν βάσει της αρχής de minimis, και/ή να ακυρώσει το άρθρο 5 καθ’ ό μέρος προβλέπει τον συνυπολογισμό τόκων βάσει επιτοκίου ανώτερου από το επιτόκιο που ίσχυε στην πραγματικότητα για το χρέος της εταιρίας·
γ)
να καταδικάσει την αναιρεσιβαλλόμενη Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Hotel Cipriani SpA επικαλείται παράβαση και πεπλανημένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και υπό το πρίσμα της ελλείψεως/αντιφατικότητας του σκεπτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις οι οποίες κρίθηκαν ασυμβίβαστες προς το άρθρο 87 ΕΚ δεν προσδιορίζουν καμία στρέβλωση ή απειλή στρεβλώσεως του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς ξενοδοχείων και εστιάσεως (όπου δραστηριοποιείται ακριβώς η Hotel Cipriani), και τούτο τόσον επειδή η ιδιομορφία της Βενετίας είναι τόσο συγκεκριμένη ώστε να μην επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η κοινή αγορά, όσο και επειδή οι εν λόγω απαλλαγές αντισταθμίζουν ακριβώς το εξαιρετικό κόστος που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες επιχειρήσεις λόγω των δυσχερειών που οφείλονται στο ότι δραστηριοποιούνται στη γεωγραφική αγορά αναφοράς υπό τις αυτές προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπολοίπους συμμετέχοντες στην ευρωπαϊκή κοινή αγορά. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τις εν λόγω ιδιομορφίες με τον ενδεδειγμένο τρόπο, περιοριζόμενο να κρίνει –χωρίς να εμβαθύνει δεόντως– ότι τα απορρέοντα για τις επιχειρήσεις της Βενετίας πλεονεκτήματα έβαιναν πέραν της αντισταθμίσεως των περιβαλλοντικών μειονεκτημάτων, εξ ού και η καταγγελλόμενη παράλειψη/αντιφατικότητα της αιτιολογήσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
2.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Hotel Cipriani επικαλείται παράβαση και πεπλανημένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ', ΕΚ, και υπό το πρίσμα του στερούμενου συνοχής σκεπτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Καταρχάς, η Επιτροπή, ακολούθως δε το Πρωτοδικείο έκριναν πεπλανημένως ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 97, παράγραφος 3, στοιχείο γ', ΕΚ παρέκκλιση περιφερειακού χαρακτήρα δεν εφαρμόζεται, καθόσον, όπως τεκμηριώθηκε ευρέως κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, η γεωγραφική αγορά αναφοράς δικαιολογούσε τις διανεμητικής φύσεως απαλλαγές εκ μέρους της εθνικής νομοθεσίας υπό την έννοια ότι σκοπούσαν αποκλειστικά στη διατήρηση του κοινωνικοοικονομικού ιστού της Βενετίας, χωρίς να επάγονται –όπως αποδεικνύει και ο προηγούμενος λόγος αναιρέσεως– οποιαδήποτε στρεφόμενη κατά του ανταγωνισμού αλλοίωση του εμπορίου εντός της κοινής αγοράς.
3.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Hotel Cipriani επικαλείται παράβαση και πεπλανημένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ', ΕΚ και υπό το πρίσμα της ελλείψεως συνοχής του σκεπτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Εν προκειμένω, οι διανεμητικής φύσεως απαλλαγές χορηγήθηκαν σαφώς προκειμένου να διευκολυνθεί η διατήρηση της αδιαμφισβήτητης πολιτιστικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της Βενετίας, όπερ συνεπάγεται σημαντικό κόστος βαρύνον τις επιχειρήσεις της λιμνοθάλασσας, από το οποίο απαλλάσσονται οι λοιπές επιχειρήσεις που τελούν υπό διαφορετικό εδαφικό καθεστώς. Η απόφαση του Πρωτοδικείου, καθ’ ο μέρος απέρριψε τους συγκεκριμένους λόγους που προέβαλε και η επιχείρηση Hotel Cipriani, περιλαμβάνει πεπλανημένως την κρίση ότι δεν τεκμηριώθηκαν δεόντως οι λόγοι για τους οποίους οι προσφεύγουσες και νυν αναιρεσείουσες επιχειρήσεις θα έφεραν κεχωρισμένως το συνδεόμενο με τη συντήρηση της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της Βενετίας κόστος. Η εν λόγω κρίση είναι πεπλανημένη υπό διάφορες επόψεις, ιδίως επειδή τεκμηριώθηκε ευρέως και ενώπιον της Επιτροπής το γεγονός ότι το σύνολο του ιστορικού κέντρου της Βενετίας αποτελεί αντικείμενο δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται αδιακρίτως προς προστασία της κτηριακής κληρονομίας.
4.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η επιχείρηση Hotel Cipriani επικαλείται έλλειψη νομιμότητας της προβλεπόμενης υποχρεωτικής ανακτήσεως των χορηγηθέντων πλεονεκτημάτων λόγω παραβάσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (2) του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου [88] ΕΚ. Η προβλεπόμενη ανάκτηση των απαλλαγών, σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 14, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση αν τούτο έρχεται σε αντίθεση με γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, συνιστάμενη, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε και ενώπιον του Πρωτοδικείου, στις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφαλείας δικαίου.
5.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η επιχείρηση Hotel Cipriani επικαλείται παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999. Σε σχέση με την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 1999, παρεγράφη ήδη η προβλεπόμενη από το προαναφερθέν άρθρο 15 δεκαετής περίοδος (η οποία εφαρμόζεται ασφαλώς ratione temporis στην προκειμένη περίπτωση), οπότε τα αποτελέσματα των υποτιθέμενων κρατικών ενισχύσεων πρέπει να ανάγονται στον νόμο 171/1973, και συγκεκριμένα στον «ειδικό νόμο για την Βενετία».
(1) Απόφαση 2000/394/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τα μέτρα ενισχύσεως σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia που προβλέπονται από τον νόμο 30/1997 και από τον νόμο 206/1995 περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών (EE 2000, L 150, σ. 50).
(2) EE L 83, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy