16.5.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 113/22
Αναίρεση που άσκησε στις 19 Φεβρουαρίου 2009 η Società Italiana per il gas SpA (Italgas) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έκτο πενταμελές τμήμα), στις 28 Νοεμβρίου 2008 επί των συνεκδικασθείσών υποθέσεων T-254/00, T-270/00 και T-277/00, Hotel Cipriani SpA κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-76/09 P)
2009/C 113/43
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Società Italiana per il gas SpA (Italgas) (εκπρόσωποι: M. Merola, M. Pappalardo και T. Ubaldi, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Hotel Cipriani SpA, Ιταλική Δημοκρατία, Coopservice-Servizi di fiducia Soc. coop. rl, Comitato «Venezia vuole vivere» Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να ακυρώσει τα άρθρα 1 και 2 της αποφάσεως (1), καθ’ ό μέρος κηρύσσονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά οι χορηγηθείσες από την Ιταλία φορολογικές απαλλαγές, καθώς και το άρθρο 5 της αποφάσεως ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο βάσει του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
—
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και σε έλλειψη αιτιολογήσεως σε σχέση με την αντισταθμιστική φύση των επίδικων απαλλαγών, καθώς και σε σχέση με την απόδειξη περί στρεβλώσεως του ανταγωνισμού και την επίπτωση επί των συναλλαγών. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον, αναγνωρίζοντας ότι ένα μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση αν περιορίζεται στην αντιστάθμιση αντικειμενικών οικονομικών μειονεκτημάτων, έκρινε ότι η συγκεκριμένη αρχή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση διότι: i) υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ του ποσού της αντισταθμίσεως και εκείνου του συμπληρωματικού κόστους που φέρουν οι επιχειρήσεις λόγω της εγκαταστάσεώς τους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας και της Chioggia, ii) το συμπληρωματικό κόστος που φέρουν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με το μέσο κόστος των κοινοτικών επιχειρήσεων και όχι με εκείνο των εγκατεστημένων στο ηπειρωτικό έδαφος επιχειρήσεων. Επί πλέον, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να επισημάνει την εγγενή αντίφαση της αμφισβητούμενης αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή, αξιολογώντας τη θέση της επιφορτισμένης με τη διαχείριση της υπηρεσίας υδάτων επιχειρήσεως, έκρινε ότι ο αντισταθμιστικός χαρακτήρας ενός μέτρου μπορεί να αναγνωριστεί ακόμα και αν δεν υφίσταται συγκεκριμένη αντιστοιχία μεταξύ της αξίας της δημόσιας παρεμβάσεως και του συμπληρωματικού κόστους που φέρουν οι επιχειρήσεις και ότι το κόστος αυτό δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να υπολογίζεται σε συνάρτηση με το μέσο κόστος των κοινοτικών επιχειρήσεων.
—
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και της κοινοτικής νομολογίας αναφορικά με το βάρος της αποδείξεως, δοθέντος ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε το αμφισβητούμενο μέτρο ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογήσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε πεπλανημένως ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή αλλά στην Ιταλική Δημοκρατία και στους τρίτους ενδιαφερομένους να αποδείξουν ότι δεν είχαν τηρηθεί τα προαπαιτούμενα για την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή τομείς δραστηριοτήτων που αφορούν οι απαλλαγές, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη απόφαση δεν παραβιάζει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ούτε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ενώ δεν προκύπτει ότι δεν χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα ή έλλειψη αιτιολογήσεως. Επί πλέον, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να δώσει απάντηση στην εγειρόμενη με το δικόγραφο της αναιρέσεως αιτίαση της αναιρεσείουσας ως προς την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε σχέση με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της πρόδηλης αντιφάσεως του σκεπτικού αναφορικά με την εξέταση της βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ παρεκκλίσεως.
—
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ανάγεται σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων και σε πλάνη περί το δίκαιο αναφορικά με την τήρηση των δικονομικών υποχρεώσεων και της αρχής της επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως που βαρύνουν την Επιτροπή. Από την προσκομισθείσα κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας τεκμηρίωση, συγκεκριμένα, προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεσή του και υπέπεσε σε βαρεία πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις δικονομικές υποχρεώσεις της καθώς και εκείνες περί επιμελούς, προσεκτικής και κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενή διάκριση εξετάσεως, ως όφειλε να πράξει κατά την άσκηση των εξουσιών της βάσει των άρθρων 87 και 88 ΕΚ.
—
Ο τέταρτος λόγος αναφέρεται σε πλάνη περί το δίκαιο, καθώς και ανεπαρκή και αντιφατική συλλογιστική της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά την εκτίμηση της ελλείψεως αιτιολογήσεως της αμφισβητούμενης αποφάσεως υπό το πρίσμα του νομικού περιεχομένου των εγγράφων της Επιτροπής της 29ης Αυγούστου και 29ης Οκτωβρίου 2001 σε σχέση με την εξέταση των προϋποθέσεων ως προς την επίπτωση επί του ανταγωνισμού και των συναλλαγών που επάγονται οι αμφισβητούμενες απαλλαγές. Υπό το φως των κανόνων και των αρχών επί των οποίων εδράζεται το σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όπως προβλέπει η Συνθήκη, η στάση του Πρωτοδικείου είναι πεπλανημένη και στερείται αιτιολογίας καθόσον: i) έκρινε ότι η αιτιολογία της αμφισβητούμενης αποφάσεως υπήρξε επαρκής ώστε να παρέχει στις ιταλικές αρχές τη δυνατότητα να καθορίσουν τις υποχρεούμενες να αποδώσουν τις εισπραχθείσες ενισχύσεις επιχειρήσεις, κατ’ εκτέλεση της αμφισβητούμενης αποφάσεως, ii) ελαχιστοποίησε τη νομική σημασία των στοιχείων και συμπληρωματικών στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή στις ιταλικές αρχές με τα έγγραφα της 29ης Αυγούστου και 29ης Οκτωβρίου 2001, χαρακτηρίζοντάς τα ως πράξεις εμπίπτουσες στο πλαίσιο της έντιμης συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών.
(1) Απόφαση 2000/394/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τα μέτρα ενισχύσεως σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia που προβλέπονται από τον νόμο 30/1997 και από τον νόμο 206/1995 περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών (EE 2000, L 150, σ. 50).
Full & Egal Universal Law Academy