20.6.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 141/26
Αναίρεση που άσκησε στις 31 Μαρτίου 2009 η Kronoply GmbH, πρώην Kronoply GmbH & Co.KG, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) στις 14 Ιανουαρίου 2009 στην υπόθεση T-162/06, Kronoply GmbH & Co.KG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-117/09 P)
2009/C 141/47
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Kronoply GmbH, πρώην Kronoply GmbH & Co.KG (εκπρόσωποι: R. Nierer και L. Gordalla)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 14ης Ιανουαρίου 2009 στην υπόθεση T-162/06,
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 5/2004 (πρώην N 609/2003), με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση την οποία προτίθεται να χορηγήσει η Γερμανία υπέρ της προσφεύγουσας είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά,
—
επικουρικά σε σχέση με το δεύτερο αίτημα: να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της αναιρετικής διαδικασίας, και ειδικότερα στα έξοδα της προσφεύγουσας και νυν αναιρεσείουσας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αίτηση αναίρεσης υποβάλλεται κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που απέρριψε την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας με την οποία είχε ζητηθεί η ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι η κρατική ενίσχυση την οποία προτίθεται να χορηγήσει η Γερμανία υπέρ της Kronoply GmbH & Co.KG είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορθώς η Επιτροπή δέχτηκε ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν επιβάλλει στον αποδέκτη της ούτε να καταβάλει καμία αντιπαροχή ούτε να συμβάλει στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος· κατά συνέπεια, πρόκειται για ανεπίτρεπτη λειτουργική ενίσχυση προς κάλυψη τρεχουσών δαπανών. Κατά το Πρωτοδικείο, η επίδικη ενίσχυση δεν είναι αναγκαία, διότι αφορά μόνο τη δημιουργία μιας εγκατάστασης παραγωγής, για την οποία όμως είχε ήδη πραγματοποιηθεί κοινοποίηση, και διότι το επενδυτικό σχέδιο είχε ήδη εκτελεστεί πλήρως, χάρη στην ενίσχυση που εγκρίθηκε μετά από την προγενέστερη αυτή κοινοποίηση, πολύ πριν από την κοινοποίηση της επίδικης ενίσχυσης.
Η αναίρεση στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α' και γ', ΕΚ, με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα και με το πολυτομεακό πλαίσιο του 1998 για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια. Επομένως, το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχείρισης.
Η παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχεία α' και γ', ΕΚ οφείλεται στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εκτίμησε εσφαλμένα το κριτήριο της αναγκαιότητας και των αποτελεσμάτων της επίδικης ενίσχυσης ως κινήτρου.
Όσον αφορά την εκτίμηση της αναγκαιότητας της επίδικης ενίσχυσης, το Πρωτοδικείο περιορίζει ανεπίτρεπτα, κατά την αναιρεσείουσα πάντα, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ, διότι δέχεται εσφαλμένα ότι ο αποδέκτης ενίσχυσης μπορεί να κοινοποιεί μόνο μία φορά ενίσχυση για συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο και ότι κάθε νέα κοινοποίηση πρέπει να αφορά ένα νέο επενδυτικό σχέδιο. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο, κατά την εξέταση της αναγκαιότητας, έλαβε υπόψη ένα χρονικό σημείο που αφενός δεν είχε καμία σημασία για την επενδυτική απόφαση της αναιρεσείουσας και αφετέρου δεν ήταν δυνατόν να επηρεαστεί από την αναιρεσείουσα. Το κρίσιμο για την Επιτροπή και το Πρωτοδικείο χρονικό σημείο είναι η ημέρα της κοινοποίησης της επίδικης ενίσχυσης από το κράτος μέλος στην Επιτροπή. Η αναιρεσείουσα όμως είχε ήδη πράξει, κατά την υποβολή στις εθνικές αρχές της αίτησης για χορήγηση της ενίσχυσης, ό,τι ήταν αναγκαίο και μπορούσε να πράξει για να αποδείξει την αναγκαιότητα. Η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επηρεάσει το χρονικό σημείο της κοινοποίησης της ενίσχυσης στην Επιτροπή. Η αντίληψη αυτή του Πρωτοδικείου και της Επιτροπής θα συνεπαγόταν –λογικά– ότι η αναγκαιότητα της χορήγησης ενίσχυσης δεν θα γινόταν δεκτή για το επενδυτικό σχέδιο, αν η απόφαση της Επιτροπής για το συμβατό ή ασύμβατο της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης με την κοινή αγορά εκδιδόταν μετά την ολοκλήρωση ή την περάτωση του επενδυτικού σχεδίου.
Η αναιρεσείουσα επισημαίνει επίσης ότι δεν μπορούσε να προσβάλει άμεσα την απόφαση της Επιτροπής που αφορούσε την αρχικώς κοινοποιηθείσα ενίσχυση. Όταν η Επιτροπή κηρύσσει μια ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, αλλά το ύψος της δεν ανταποκρίνεται στο ύψος της ενίσχυσης που έχει ζητήσει ο αποδέκτης της από τις εθνικές αρχές, ο αποδέκτης της ενίσχυσης δεν νομιμοποιείται να προσβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου την ευνοϊκή για τον ίδιο απόφαση της Επιτροπής. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της πρώτης απόφασης, με την οποία η Επιτροπή ενέκρινε την αρχική ενίσχυση, και της κοινοποίησης της επίδικης ενίσχυσης οφείλεται συνεπώς στο ότι η αναιρεσείουσα εξάντλησε όλα τα ένδικα μέσα που θεωρούσε ότι μπορεί να ασκήσει κατά της ανακοίνωσης της Επιτροπής με την οποία το κοινοτικό αυτό όργανο απέρριψε το αίτημα τροποποίησης της πρώτης εγκριτικής απόφασής της. Το ότι δηλαδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν προέβη στην κοινοποίηση της επίδικης ενίσχυσης παρά μόνο μετά την εκτέλεση του επενδυτικού σχεδίου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι είχε ανακύψει εν τω μεταξύ αμφισβήτηση σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της προαναφερθείσας ανακοίνωσης της Επιτροπής. Επομένως, το επιχείρημα ότι το επενδυτικό σχέδιο έχει ολοκληρωθεί εν τω μεταξύ δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως κριτήριο για την εκτίμηση της αναγκαιότητας.
Όσον αφορά το κριτήριο που ανάγεται στα αποτελέσματα της ενίσχυσης ως κινήτρου, το Πρωτοδικείο αποφάσισε ρητά, κατά την αναιρεσείουσα πάντα, να μην εξετάσει το ζήτημα αυτό. Ακόμη και αν, παρά την αντίθετη άποψη της αναιρεσείουσας, η αναγκαιότητα και τα αποτελέσματα της ενίσχυσης ως κινήτρου θεωρηθούν ως δύο αυτοτελείς προϋποθέσεις για την έγκριση μιας ενίσχυσης, εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται.
Το σημείο 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα προβλέπει ότι η ενίσχυση έχει χαρακτήρα κινήτρου όταν ο αποδέκτης της ενίσχυσης έχει υποβάλει την αίτηση χορήγησης της ενίσχυσης πριν από την έναρξη της εκτέλεσης του σχεδίου. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, το μόνο κρίσιμο στοιχείο είναι η υποβολή της αίτησης ενίσχυσης στην εθνική αρχή. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε την εν λόγω αίτηση πριν από την έναρξη της εκτέλεσης του σχεδίου και επομένως τήρησε τη σχετική προϋπόθεση. Το Πρωτοδικείο δεν το έλαβε υπόψη, πράγμα που σημαίνει ότι παραβίασε, κατά την αναιρεσείουσα, όχι μόνο το άρθρο 87 ΕΚ, αλλά και τις κατευθυντήριες γραμμές.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει επίσης στο πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον το Πρωτοδικείο ενέκρινε την ασυνεπή εφαρμογή της αξιολόγησης της αγοράς από την Επιτροπή. Ενώ κατά τη διαδικασία κοινοποίησης που αφορούσε την αρχική ενίσχυση η Επιτροπή είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα αξιολογούσε τη σχετική αγορά με συντελεστή ανταγωνισμού 0,75, τρεις περίπου εβδομάδες αργότερα αξιολόγησε, με άλλη απόφαση, την ίδια σχετική αγορά διαφορετικά και έκρινε ότι δικαιολογούνταν, σύμφωνα με το πολυτομεακό πλαίσιο, συντελεστής ανταγωνισμού ίσος με 1,0. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την οικονομικής φύσης εκτίμηση πραγματικών στοιχείων, το όριο της ευχέρειας αυτής έγκειται στο ότι για τα ίδια προϊόντα υπάρχουν ίδιες αγορές, ιδίως δε όταν η εκτίμηση των αγορών της ίδιας κατηγορίας προϊόντων πραγματοποιείται μέσα σε διάστημα τριών εβδομάδων.
Τέλος, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει το επενδυτικό σχέδιο εντός 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης συνιστά ένα επιπλέον νομικό σφάλμα. Αν η αναιρεσείουσα δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση αυτή, θα είχε χάσει ολόκληρη την ενίσχυση. Δεν επιτρέπεται να της καταλογίζεται ότι τήρησε την υποχρέωση αυτή. Πρόκειται εδώ για παραβίαση του άρθρου 87 ΕΚ και της αρχής ότι η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους κανόνες διαχείρισης των ενισχύσεων τους οποίους εκδίδει και εφαρμόζει η ίδια.
Full & Egal Universal Law Academy