4.7.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 153/21
Προσφυγή της 6ης Απριλίου 2009 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου
(Υπόθεση C-132/09)
2009/C 153/39
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: B. Eggers και J.-P. Keppenne)
Καθού: Βασίλειο του Βελγίου
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, αρνούμενο να αναλάβει τις δαπάνες επίπλωσης και διδακτικού εξοπλισμού των ευρωπαϊκών σχολείων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συμφωνία για την έδρα του 1962, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η Επιτροπή καταγγέλλει παράβαση της συμφωνίας που συνήφθη τον Οκτώβριο του 1962 μεταξύ του Ανωτάτου Συμβουλίου των ευρωπαϊκών σχολείων και του Βασιλείου του Βελγίου, λόγω της άρνησης του τελευταίου να αναλάβει τα έξοδα επίπλωσης και διδακτικού εξοπλισμού των ευρωπαϊκών σχολείων που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του.
Στο πλαίσιο της προσφυγής της η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι από το άρθρο 6, εδάφιο 2, της Συμβάσεως για το καταστατικό των ευρωπαϊκών σχολείων, της 21ης Ιουνίου 1994 (1), προκύπτει ότι, κάθε κράτος μέλος οφείλει να αντιμετωπίζει τα ευρωπαϊκά σχολεία ως σχολικά ιδρύματα που διέπονται από το οικείο δημόσιο δίκαιο. Κατά συνέπεια, τα ευρωπαϊκά σχολεία πρέπει να χρηματοδοτούνται από τις βελγικές δημόσιες αρχές και να έχουν μεταχείριση ισοδύναμη με τη μεταχείριση των εθνικών δημοσίων σχολείων, και όσον αφορά τον αρχικό εξοπλισμό που συνδέεται με την ίδρυση ή την επέκταση ευρωπαϊκού σχολείου και όσον αφορά τα ετήσια έξοδα συντήρησης και λειτουργίας των σχολείων αυτών. Συναφώς, η υπαγωγή της εκπαίδευσης στο Βέλγιο, στην αρμοδιότητα των δήμων και κοινοτήτων, δεν δικαιολογεί την άρνηση χρηματοδοτήσεως των ετησίων εξόδων λειτουργίας των ευρωπαϊκών σχολείων από τις δημόσιες αρχές στο μέτρο που κατά πάγια νομολογία το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε, αναθέτοντας την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας σε ενδοκρατικά δημόσια όργανα.
Απαντώντας στις αντιρρήσεις που διατύπωσαν οι βελγικές αρχές, η Επιτροπή παρατηρεί, δεύτερον, ότι τα συμπεράσματα της συνόδου του Ανωτάτου Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στην Καρλσρούη, τον Μάιο του 1967 ουδόλως θέτουν υπό αμφισβήτηση τις υποχρεώσεις χρηματοδοτήσεως τις οποίες υπέχει το κράτος αυτό, ως χώρα της έδρας.
Κατ’ αρχάς, το Ανώτατο Συμβούλιο στην Καρλσρούη απλώς εκπόνησε κατευθυντήριες γραμμές για ένα πρωτόκολλο στερεότυπης συμφωνίας με τα κράτη μέλη έδρες των ευρωπαϊκών σχολείων και εν πάση περιπτώσει, δεν έχει καμία αρμοδιότητα λαμβανομένης υπόψη της ιεραρχίας των κανόνων, να τροποποιεί τη συμφωνία για την έδρα του 1962.
Εν συνεχεία, αυτή η «απόφαση» της Καρλσρούης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως «μεταγενέστερη συμφωνία ή πρακτική των μερών» κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3, στοιχεία α' και β' της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών όσον αφορά την ερμηνεία που αρμόζει στην συμφωνία για την έδρα, ελλείψει διαδοχικών και παγίων πράξεων ή δηλώσεων που θέτουν υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση χρηματοδοτήσεως που προβλέπει η συμφωνία για την έδρα. Εξάλλου, πολυάριθμα έγγραφα και περιπτώσεις χρηματοδότησης που πραγματοποίησαν οι βελγικές αρχές μετά το 1967 βεβαιώνουν αυτή την υποχρέωση αναλήψεως των εξόδων επιπλώσεως και διδακτικού εξοπλισμού για τα ευρωπαϊκά σχολεία.
(1) ΕΕ L 212, σ. 3.
Full & Egal Universal Law Academy