4.7.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 153/27
Αναίρεση που άσκησαν στις 27 Απριλίου 2009 οι Iride SpA και Iride Energia SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (δεύτερο τμήμα) στις 11 Φεβρουαρίου 2009 στην υπόθεση T-25/07, Iride SpA και Iride Energia SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-150/09 P)
2009/C 153/51
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Iride SpA και Iride Energia SpA (εκπρόσωποι: L. Radicati di Brozolo, M. Merola και T. Ubaldi, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να κάνει δεκτά τα ήδη διατυπωθέντα με την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή αιτήματα ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο βάσει του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη των ισχυρισμών τους, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο λόγους αναιρέσεως.
Ο πρώτος λόγος αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 253 ΕΚ, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι, η υποχρέωση αιτιολογήσεως εκ του άρθρου 253 ΕΚ, όσον αφορά το αν συντρέχουν εν προκειμένω τα προβλεπόμενα στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, προαπαιτούμενα πληρούνται:
i)
με τη βεβαίωση απλώς και μόνον της Επιτροπής ότι διαπιστώθηκε ότι το επίδικο μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση·
ii)
με τη δυνατότητα επικλήσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας ελέγχου και προγενέστερης και διακριτής αποφάσεως της Επιτροπής προκειμένου να αιτιολογηθεί per relationem η προσβαλλόμενη πράξη.
Ο δεύτερος λόγος ανάγεται σε παραμόρφωση των λόγων προσφυγής και πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της σημασίας της νομολογίας Deggendorf κατά την εκδίκαση της παρούσας υποθέσεως. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο:
i)
παραμόρφωσε τους λόγους προσφυγής που επικαλέστηκαν πρωτοδίκως οι αναιρεσείουσες συνάγοντας ότι συντρέχει εκ μέρους τους καταστρατήγηση της διαδικασίας ελέγχου σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, χωρίς, πάντως, να διευκρινίζει στην πραγματικότητα σε τι συνίσταται η ως άνω καταστρατήγηση·
ii)
παρέλειψε να αναφερθεί στην πλάνη της Επιτροπής κατά την εκ μέρους του εκτίμηση της σημασίας της αποφάσεως Deggendorf, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, παράλειψη συνιστάμενη στο ότι δεν προέβη σε συγκεκριμένη και επί τούτου ανάλυση του στρεβλωτικού αποτελέσματος του ανταγωνισμού και του κοινοτικού εμπορίου λόγω της σωρεύσεως της νέας ενισχύσεως με τη μη επιστραφείσα προηγούμενη ενίσχυση·
iii)
παρέλειψε να αναφερθεί στην πλάνη της Επιτροπής κατά την εκ μέρους του εκτίμηση της σημασίας της αποφάσεως Deggendorf, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, παράλειψη συνιστάμενη στο ότι μετέτρεψε de facto τη μη ανάκτηση προγενέστερης ενισχύσεως από μεταγενέστερο κριτήριο εκτιμήσεως της συμβατότητας της ενισχύσεως σε προϋπόθεση επιπρόσθετη και καθιστώσα την ενίσχυση ασυμβίβαστη, μη προβλεπόμενη από τη Συνθήκη·
iv)
παρέλειψε να αναφερθεί στο ότι η στερούμενη λυσιτελείας και καταχρηστική εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της αποφάσεως Deggendorf εν προκειμένω είχε ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της εν λόγω νομολογίας σε μέσο καταστολής των παραβάσεων των κρατών μελών μη προβλεπόμενο από τη Συνθήκη ή το παράγωγο δίκαιο·
v)
παρέλειψε να αναφερθεί στο ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας αναφορικά με το κοινοποιηθέν από την Ιταλία μέτρο, κατέδειξε ότι πρόθεσή της ήταν να κάνει χρήση όλων των αναγκαίων πληροφοριών προκειμένου να ελέγξει τη συμβατότητα του μέτρου. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή ενήργησε σε αντίθεση με την άποψη που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι ιταλικές αρχές και η δικαιούχος εταιρία δεν είχε προσκομίσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοποιήσεως, επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να φέρει εις πέρας τον έλεγχο της συμβατότητας του μέτρου·
vi)
υπέπεσε σε βαρεία πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η κοινοτική νομολογία δεν θεωρεί αναγκαίο η Επιτροπή να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εμπεριστατωμένη ανάλυση ως προς το αν συντρέχουν τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται προς εκπλήρωση όλων των προβλεπόμενων στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προϋποθέσεων προκειμένου να καταστεί εφικτό το επίδικο μέτρο να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση.
Full & Egal Universal Law Academy