29.8.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 205/19
Αναίρεση που άσκησε στις 8 Ιουνίου 2009 η ArcelorMittal Luxembourg SA κατά της απόφασης που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έβδομο τμήμα) στις 31 Μαρτίου 2009 στην υπόθεση T-405/06, ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-201/09 P)
2009/C 205/33
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: ArcelorMittal Luxembourg SA, πρώην Arcelor Luxembourg SA (εκπρόσωπος: A. Vandencasteele, avocat)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ArcelorMittal Belval & Differdange, πρώην Arcelor Profil Luxembourg SA, ArcelorMittal International, πρώην Arcelor International SA
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-405/06 καθόσον επικυρώνει, έναντι της ArcelorMittal Luxembourg SA, την απόφαση C (2006) 5342 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 [ΑΧ] επί συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών των ευρωπαίων παραγωγών δοκών χάλυβα (Υπόθεση COMP/F/38.907 — Δοκοί χάλυβα)·
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας καθώς και της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Λόγοι αναίρεσης και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα επικαλείται τέσσερις λόγους αναίρεσης.
Με τον πρώτο λόγο, ο οποίος περιλαμβάνει δύο σκέλη, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 97 ΑΧ και ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας εφαρμόζοντας το άρθρο 65 ΑΧ μετά την ημερομηνία λήξης της ισχύος της Συνθήκης ΕΛΑΧ, στις 23 Ιουλίου 2002. Όμως, η υποχρέωση των θεσμικών οργάνων να ερμηνεύουν με συνέπεια τις διάφορες Συνθήκες σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τη διατήρηση σε ισχύ, στην κοινοτική έννομη τάξη, διατάξεων μιας Συνθήκης πέραν της ημερομηνίας λήξης της ισχύος της.
Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αφετέρου, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τον κανονισμό 1/2003 (1) και ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας στηρίζοντας την αρμοδιότητα της Επιτροπής προς έκδοση απόφασης περί εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ σε κανονισμό ο οποίος της απονέμει εξουσίες μόνον όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ. Ο εν λόγω κανονισμός, ο οποίος εκδόθηκε μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ και μόνον, δεν μπορούσε να απονείμει στην Επιτροπή καμία αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων για παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ, άλλως παραβιάζεται τόσον η Συνθήκη ΕΚΑΧ όσο και η ιεραρχία των νομικών κανόνων.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος περιλαμβάνει τρία σκέλη, η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της αρχής της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων, της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τον καταλογισμό, της αρχής του δεδικασμένου και της ιεραρχίας των νομικών κανόνων, καθόσον το Πρωτοδικείο αναγνώρισε στην Επιτροπή το δικαίωμα να καταλογίζει σε μια εταιρία την ευθύνη της θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής μιας άλλης εταιρίας του ομίλου, χωρίς η πρώτη εταιρία να έχει συμμετάσχει στην πρακτική αυτή. Ούτε το γεγονός ότι οι διάφορες εμπλεκόμενες εταιρίες, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, συνιστούν ενιαία οικονομική οντότητα ούτε το γεγονός ότι η μητρική εταιρία ελέγχει κατά 100 % τη θυγατρική της, της οποίας η συμπεριφορά βλάπτει τον ανταγωνισμό, ούτε ακόμα η καθοριστική επιρροή της μητρικής εταιρίας επί της θυγατρικής της αρκούν προς απόδειξη της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην παράβαση και δεν δικαιολογούν, συνεπώς, τον καταλογισμό στη μητρική εταιρία της συμπεριφοράς της θυγατρικής της εταιρίας.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, των κανόνων περί παραγραφής της δίωξης και παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου, καθόσον το Πρωτοδικείο, με την απόφασή του, της αντιτάσσει τις πράξεις που συνεπάγονται διακοπή της παραγραφής, ενώ από την αρχική απόφαση της Επιτροπής, η οποία εκδόθηκε το 1994, προκύπτει σαφώς ότι η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζεται ρητώς ως εταιρία η οποία δεν είχε μετάσχει στην παράβαση.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της, καθόσον πάσχει από ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά την ιδιαίτερα μακρά διάρκεια της διαδικασίας, η οποία της δημιούργησε αδυναμία να προσκομίσει πλέον τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς ανατροπή του τεκμηρίου ευθύνης που εφαρμόστηκε σε βάρος της. Επιπλέον, η απόφαση του Πρωτοδικείου παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης της 2ας Οκτωβρίου 2003 (C-176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής) με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά την αναιρεσείουσα.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy