7.11.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 267/39
Αναίρεση που άσκησε στις 11 Αυγούστου 2009 η A2A SpA, πρώην ASM Brescia SpA, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (όγδοο πενταμελές τμήμα) στις 11 Ιουνίου 2009 στην υπόθεση T-301/02, AEM κατά Επιτροπής.
(Υπόθεση C-320/09 P)
2009/C 267/70
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: A2A SpA, πρώην ASM Brescia SpA (εκπρόσωποι: A. Giardina, A. Santa Maria, C. Croff και G. Pizzonia, avvocati.)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην υπόθεση T-301/02, λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, στον βαθμό που χαρακτηρίζει την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών ως κρατική ενίσχυση,
—
να αναιρέσει την ως άνω απόφαση, λόγω εσφαλμένης και αντιφατικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, στον βαθμό που δεν χαρακτηρίζει την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών ως υφιστάμενη ενίσχυση,
—
να αναιρέσει την ως άνω απόφαση, λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου, στον βαθμό που επιβεβαιώνει τη νομιμότητα της διαταγής προς ανάκτηση της ενισχύσεως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (1), και συνακόλουθα
—
να κηρύξει την ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, στον βαθμό που διαπιστώνει ότι το μεταβατικό σύστημα φορολογικής συνέχειας για τις επιχειρήσεις παροχής τοπικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με πλειοψηφική συμμετοχή του δημοσίου συνιστά κρατική ενίσχυση (άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ή/και στον βαθμό που επιβάλλει στην Ιταλία να ανακτήσει τις ενισχύσεις αυτές από τους δικαιούχους (άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως),
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Ως πρώτο λόγο αναιρέσεως, η A2A SpA προσάπτει στο Πρωτοδικείο παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και ελλιπή αιτιολογία, στον βαθμό που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών ως κρατική ενίσχυση. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή δεν απέδειξε με την προσβαλλόμενη απόφαση τη συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δύο προϋποθέσεων μεταξύ αυτών που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δηλαδή τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Το Πρωτοδικείο δεν ήλεγξε επαρκώς τις παραδοχές επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε τον χαρακτηρισμό της «κρατικής ενισχύσεως», πράγμα όμως που όφειλε να πράξει βάσει της υποχρεώσεως του πλήρους ελέγχου που επιβάλλει η κοινοτική νομολογία.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, επικουρικώς, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση του άρθρου 88 ΕΚ και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και ζητεί, κατά συνέπεια, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στον βαθμό που χαρακτηρίζει την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών ως «νέα ενίσχυση». Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο, επαναλαμβάνοντας, χωρίς να τις εξετάσει, τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, αρνήθηκε ότι τα μέτρα της τριετούς αναστολής πληρωμών υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων που έχουν μετατραπεί σε μετοχικές εταιρίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «υφιστάμενες ενισχύσεις». Το αντίθετο συμπέρασμα ωστόσο προκύπτει αν θεωρηθεί ότι το επίμαχο καθεστώς της φορολογικής απαλλαγής, που ίσχυε πριν την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚ, εφαρμοζόταν και στις δημοτικές επιχειρήσεις οι οποίες, όπως δέχθηκε και η Επιτροπή, αποτελούν τις ίδιες οικονομικές οντότητες με τις εταιρίες του νόμου 142/90.
Τέλος, η A2A, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ζητεί, επικουρικότερον, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου και των αρχών του, στον βαθμό που επιβεβαιώνει τη νομιμότητα της διαταγής περί ανακτήσεως των ενισχύσεων που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον, αντίθετα προς προηγούμενες αποφάσεις των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων, επικυρώνει τη νομιμότητα της γενικής διαταγής που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αποφαίνεται, κατ’ ουσίαν, ότι οι εθνικές αρχές δεν έχουν συναφώς καμία διακριτική ευχέρεια.
(1) Απόφαση 2003/193/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 2002, κρατική ενίσχυση σχετικά με φορολογικές απαλλαγές και προνομιακά δάνεια υπέρ επιχειρήσεων κοινής ωφελείας με πλειοψηφική συμμετοχή του δημοσίου (ΕΕ 2003, L 77, σ. 21)
Full & Egal Universal Law Academy