24.10.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 256/14
Αναίρεση που άσκησε στις 18 Αυγούστου 2009 το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) στις 3 Ιουνίου 2009 στην υπόθεση T-189/07, Frosch Touristik κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
(Υπόθεση C-332/09 P)
2009/C 256/27
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείον: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (εκπρόσωπος: B. Schmidt)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Frosch Touristik GmbH, DSR touristik GmbH
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Το αναιρεσείον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου·
—
να καταδικάσει τους λοιπούς διαδίκους στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που ακύρωσε την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς της 22ας Μαρτίου 2007, με την οποία το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσίβλητου κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων με την οποία έγινε δεκτό ότι το κοινοτικό λεκτικό σήμα «FLUGBÖRSE» είναι μερικώς άκυρο. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών πλανήθηκε κατά την εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο α’, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 εστιάζοντας την προσοχή του, κατά την εξέταση του αν αποκλείεται η καταχώριση του σήματος λόγω συνδρομής των απόλυτων λόγων ακυρότητας του άρθρου 7 του κανονισμού 40/94 και αν το σήμα έπρεπε επομένως να κηρυχθεί άκυρο, στις συνθήκες που ίσχυαν την ημερομηνία καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, αντί για την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η μόνη ημερομηνία που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την εξέταση αιτήματος προς κήρυξη ακυρότητας είναι αυτή της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος. Περαιτέρω, προς στήριξη της απόψεώς του, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι αυτή είναι η μόνη ερμηνεία που μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο να αυξάνεται η πιθανότητα απώλειας του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος ανάλογα με τη διάρκεια της διαδικασίας καταχώρισης. Κατά την επανεξέταση λόγω προβολής λόγων ακυρότητας, ο εξεταστής μπορεί να λαμβάνει υπόψη στοιχεία μεταγενέστερα της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως μόνον όταν αυτά θεμελιώνουν συμπεράσματα σχετικά με την κατάσταση όπως αυτή είχε την ημερομηνία αυτή.
Το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο α’, του κανονισμού 40/94 καθόσον έκρινε η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος είναι η μόνη που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τη σχετική εξέταση. Η εν λόγω στενή ερμηνεία δεν είναι σύμφωνη προς το γράμμα του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο α’, και είναι ασυμβίβαστη προς το πνεύμα και τον σκοπό του, και προς το σύστημα προστασίας ή άρσεως μιας τέτοιας προστασίας βάσει της κοινοτικής ρυθμίσεως περί σημάτων.
Το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο α’, του κανονισμού 40/94 προβλέπει τη διαγραφή σήματος από τα σχετικά μητρώα αν αυτό ‘καταχωρίστηκε’ κατά παράβαση του άρθρου 7. Το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι η διατύπωση αυτή ορίζει απλώς τις περιπτώσεις στις οποίες ένα σήμα πρέπει να μη γίνεται δεκτό για καταχώριση ή να ακυρώνεται, και ότι δεν αναφέρεται (επίσης) στην κρίσιμη ημερομηνία για τη σχετική εξέταση, δεν είναι υποστηρίξιμο, έστω και μόνο βάσει του γράμματος της διατάξεως. Αφού το Πρωτοδικείο δεν παρέθεσε άλλη περαιτέρω αιτιολογία, δεν είναι σαφές ποιες συγκεκριμένες σκέψεις το οδήγησαν να καταλήξει στο συμπέρασμά του. Αφετέρου, η ερμηνεία που υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, ότι η φράση ‘καταχωρίστηκε’ αφορά τουλάχιστον τον χρόνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, είναι σαφώς πλησιέστερη προς το γράμμα της διατάξεως.
Η εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης ασυμβίβαστη προς την αρχή της προστασίας, η οποία αποτελεί τη βάση των άρθρων 7 και 51 και κατά την οποία αιτήσεις καταχωρίσεως αντίθετες προς το δημόσιο συμφέρον δεν πρέπει να γίνονται δεκτές ή, σε περίπτωση που υφίστανται τέτοιες καταχωρίσεις, μπορούν να διαγράφονται. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποφεύγεται η καταχώριση σημάτων αντίθετων προς τις διατάξεις του κανονισμού 40/94 και, επομένως, αντίθετων προς το δημόσιο συμφέρον στο οποίο στηρίζεται η διάταξη αυτή. Αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε σχετικά, όχι μόνον θα μπορούσε ο αιτών την καταχώριση σήματος να αποκτήσει προστασία σημάτων σχετικά με τα οποία υφίστανται απόλυτοι λόγοι ακυρότητας κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως καταχωρίσεως, αλλά και θα ήταν αδύνατη η ακύρωση τέτοιων καταχωρίσεων σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού 40/94, διότι θα μπορούν να είναι ικανά προς καταχώριση την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως ενώ κάθε εξέλιξη επερχόμενη μεταξύ υποβολής της αιτήσεως και καταχωρίσεως σαφώς δεν θα λαμβάνεται υπόψη από το Πρωτοδικείο. Κατά το αναιρεσείον, τούτο σημαίνει ότι κάθε ιδιώτης θα μπορεί να τυγχάνει αδικαιολόγητα προτιμησιακής μεταχειρίσεως σε βάρος του προστατευτέου δημοσίου συμφέροντος, πράγμα το οποίο είναι αντίθετο προς τον σκοπό προστασίας τον οποίο επιδιώκουν τα άρυρα 7 και 51 του κανονισμού 40/94.
Τέλος, όσον αφορά την αιτιολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάρκεια αυτή μπορεί να εξαρτάται από έναν μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι δεν εξαρτώνται όλοι από το αναιρεσείον, αλλά και από τον αιτούντα την καταχώριση, ή –όπως στην περίπτωση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 40/94 διαδικασίας ανακοπής– από τρίτους. Περαιτέρω, απόλυτοι λόγοι ακυρότητας, τους οποίους μπορεί να μην έχει επηρεάσει ή να μην μπορούσε να επηρεάσει το αναιρεσείον, μπορούν να ανακύψουν αναπάντεχα και την τελευταία στιγμή. Στο πλαίσιο της ορθής εκτιμήσεως των αντικρουομένων συμφερόντων σε τέτοιες «τυχαίες» περιπτώσεις, το δημόσιο συμφέρον πρέπει να έχει πρωτεύουσα θέση, ιδίως όταν, προ της καταχωρίσεως, οι αιτούντες δεν μπορούν να είναι απολύτως βέβαιοι ότι θα λάβουν τη ζητούμενη προστασία. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πρόσφορο να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις μέχρι την ημερομηνία της καταχωρίσεως.
Για τους λόγους αυτούς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να αναιρεθεί λόγω παραβάσεως του άρθρου 51 του κανονισμού 40/94.
Full & Egal Universal Law Academy