19.12.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 312/11
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Σεπτεμβρίου 2009 το Centre de Promotion de l'Emploi par la Micro-Entreprise (CPEM) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (δεύτερο τμήμα) στις 30 Ιουνίου 2009 στην υπόθεση T-444/07, Centre de Promotion de l'Emploi par la Micro-Entreprise (CPEM) κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-350/09 P)
2009/C 312/19
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείον: Centre de Promotion de l'Emploi par la Micro-Entreprise (CPEM) (εκπρόσωπος: C. Bonnefoi, avocate)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Το αναιρεσείον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου·
—
να δεχθεί, εν όλω ή εν μέρει, τα αιτήματα που είχε υποβάλει πρωτοδίκως το αναιρεσείον·
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται δεκατρείς λόγους αναιρέσεως σχετικά με την εκ μέρους του Πρωτοδικείου απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Οκτωβρίου 2007, για την κατάργηση της οικονομικής συνδρομής που χορήγησε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) με την απόφαση C (1999) 2645, της 17ης Αυγούστου 1999.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον δεν ανταποκρίθηκε στις επιταγές της ορθής στάθμισης μεταξύ των επιχειρημάτων των διαδίκων. Συγκεκριμένα, περιοριζόμενο να αναφέρει, κατ’ επανάληψη, ότι η Επιτροπή απορρίπτει ή αντικρούει τα επιχειρήματα του CPEM, το Πρωτοδικείο δεν διευκρινίζει ούτε τα επιχειρήματα της Επιτροπής ούτε πώς τα επιχειρήματα αυτά αναιρούν ή αντικρούουν τα επιχειρήματα του CPEM, πράγμα που συνεπάγεται μη ισόρροπη παρουσίαση των στοιχείων τα οποία αφορούσε η συζήτηση και, κατά συνέπεια, μη ισόρροπη αντιμετώπισή τους στην απόφαση.
Με τον δεύτερο λόγο, το CPEM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, αρνούμενο να αναγνωρίσει τη «συνυπευθυνότητα» της Επιτροπής, καθόσον αυτή ήταν ενήμερη των προσαπτομένων πράξεων αλλά δεν έλαβε κανένα μέτρο, κατά τους περιοδικούς ελέγχους της υλοποίησης του επιδοτουμένου σχεδίου, ώστε να παγώσει τις καταβολές των προκαταβολών και του υπολοίπου ποσού της επιδοτήσεως. Συνεπώς, η επιβληθείσα στο CPEM υποχρέωση να επιστρέψει το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής δεν είναι δικαιολογημένη με βάση τα επιχειρήματα που προέβαλε το CPEM, το οποίο απέδειξε τουλάχιστον τη συντρέχουσα ευθύνη της Επιτροπής στη δημιουργηθείσα ζημία.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα επιχειρήματά του ως προς την επιλογή των νομικών βάσεων του ελέγχου, ο οποίος ήταν παράνομος στο μέτρο που διενεργήθηκε βάσει κανονισμού διαφορετικού από εκείνον βάσει του οποίου διεξάγεται επισήμως.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον επισημαίνει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας απαράδεκτο το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως λόγω προσβολής της φήμης του. Συγκεκριμένα, στον τοπικό Τύπο παρασχέθηκαν πληροφορίες από την OLAF, ενόσω το CPEM δεν είχε ακόμα λάβει την κοινοποίηση της αποφάσεως περί επιστροφής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών θίγει σοβαρά την εικόνα ενός οργανισμού ο οποίος επιτελεί έργο δημοσίου συμφέροντος, δεν διαθέτει οικονομική υπηρεσία ούτε πελατεία, και ο οποίος αντλεί τη χρηματοδότησή του από προσφορές δημοσίων φορέων και ιδιωτών.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, απορρίπτοντας το αίτημα συμβολικής αποζημιώσεως του προσωπικού του, λόγω μη ειδικής εξουσιοδοτήσεως του δικηγόρου, ενώ οι πλημμέλειες που επεσήμανε το αναιρεσείον όσον αφορά τις εξουσιοδοτήσεις των ελεγκτών της OLAF και του προσωπικού της Επιτροπής δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, το CPEM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη περιορίζοντας το πεδίο της καταγγελίας και την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως μόνο στον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, ενώ το CPEM είχε αναφερθεί ρητώς στα θεμελιώδη δικαιώματα άμυνας και στις γενικές αρχές του δικαίου.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε, επιπλέον, σε νομική πλάνη περιορίζοντας το πεδίο του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας μόνο στη παροχή, στους αποδέκτες αποφάσεως που θίγει αισθητά τα συμφέροντά τους, της δυνατότητας να κάνουν λυσιτελώς γνωστή την άποψή τους. Όμως, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας έχει ευρύτερο περιεχόμενο. Επιπλέον, η «λυσιτέλεια» της συζητήσεως με την OLAF και την Επιτροπή και η εξέταση όλων των στοιχείων της υπό κρίση περιπτώσεως «με επιμέλεια και αμεροληψία» είναι άκρως αμφισβητούμενες εν προκειμένω, όπως και η μη γνωστοποίηση, εκ μέρους της OLAF, του αντικειμένου των καταγγελιών που υποβλήθηκαν κατά του CPEM.
Με τον όγδοο λόγο, το αναιρεσείον προσάπτει ειδικότερα στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη στο μέτρο που έκρινε ότι το γεγονός της ενημερώσεως του Τύπου σχετικά με το περιεχόμενο διοικητικής αποφάσεως συνεπαγομένης την επιβολή κυρώσεως, πριν καν η απόφαση αυτή κοινοποιηθεί στον αποδέκτη, δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, το CPEM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι κακώς απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που αντλείτο από την εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως, των δικαιωμάτων άμυνας και από την παραβίαση των αρχών του τεκμηρίου αθωότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ισορροπίας και της ουδετερότητας των ελέγχων. Η τήρηση αυτών των γενικών αρχών του δικαίου πρέπει να εξασφαλίζεται όχι μόνο στις διοικητικές διαδικασίες που είναι ικανές να καταλήξουν στην επιβολή κυρώσεων, αλλά και στο πλαίσιο των διαδικασιών προκαταρκτικής έρευνας.
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη μη λαμβάνοντας υπόψη τη γαλλική έννοια του μη κερδοσκοπικού οργανισμού καθώς και τις σχέσεις τις οποίες ένας τέτοιος οργανισμός μπορεί και οφείλει να διατηρεί με τους διαφόρους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως. Κατά τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο επικύρωσε την αρχική πλάνη της Επιτροπής και της OLAF, οι οποίες θεώρησαν ως σοβαρή παρατυπία τους δεσμούς που διατηρούσε το CPEM με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, μεταξύ των οποίων και ο Δήμος της Μασσαλίας.
Με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πραγματική πλάνη αναφέροντας ότι το CPEM θεωρούσε τον «Οδηγό για τους υποψηφίους» ς μη αντιτάξιμο και απορρίπτοντας τα συναφή επιχειρήματά του, ενώ, στην πραγματικότητα, το νυν αναιρεσείον δεν θεωρούσε τον εν λόγω οδηγό μη αντιτάξιμο, αλλά επεσήμανε απλώς την ύπαρξη πλειόνων διαφορετικών εκδόσεων, που δημιουργούσαν νομική αβεβαιότητα και οδηγούσαν στην προσβολή του δικαιώματος στην κατ’ αντιμωλία διαδικασία.
Με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως, το CPEM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια της «αξιοποιήσεως», υιοθετώντας ένα νομικώς εσφαλμένο επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο αυτή η τεχνική καταλογισμού των δαπανών επιτρέπεται μεν για τα σχέδια που υπάγονται στο «κλασικό πλαίσιο» του ΕΚΤ, απαγορεύεται όμως στο πλαίσιο των πιλοτικών σχεδίων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 4255/88 (1).
Με τον δέκατο τρίτο λόγο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει τέλος στο Πρωτοδικείο τη μη τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, καθόσον το Πρωτοδικείο παρέκαμψε τη συζήτηση του λόγου ακυρώσεως που αντλείτο από το ανεφάρμοστο του κανονισμού 1605/2002 (2) βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση της OLAF και της Επιτροπής, ενώ, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ίσχυε ο δημοσιονομικός κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1977 (3). Εξάλλου, το CPEM ζητεί, βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών με την εξέταση μαρτύρων.
(1) Κανονισμός 4255/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΕ L 374, σ. 21).
(2) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1).
(3) Δημοσιονομικός κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1977 ο οποίος εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 356, σ. 1), όπως διαμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ). 2779/98 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1998, για την τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ L 347, σ. 3).
Full & Egal Universal Law Academy