7.11.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 267/45
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Σεπτεμβρίου 2009 η Perfetti Van Melle SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (όγδοο τμήμα) την 1η Ιουλίου 2009 στην υπόθεση T-16/08: Perfetti Van Melle SpA κατά Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), Cloetta Fazer AB
(Υπόθεση C-353/09 P)
2009/C 267/78
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Perfetti Van Melle SpA (εκπρόσωποι: P. Perani και P. Pozzi, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), Cloetta Fazer AB
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, στην υπόθεση T-16/08, στο σύνολό της, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας·
—
να επιλύσει οριστικώς τη διαφορά –αν αυτό επιτρέπεται στο στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση– ακυρώνοντας την απόφαση του τμήματος ακυρώσεως του ΓΕΕΑ, της 24ης Νοεμβρίου 2005, επί της αιτήσεως ακυρότητας αριθ. 941 C 973065 και να καταδικάσει τους καθών στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και στα έξοδα της διαδικασίας ακυρότητας ενώπιον του ΓΕΕΑ.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1. Νομικοί λόγοι
Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Perfetti Van Melle SpA ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-16/08, της 1ης Ιουλίου 2009, η οποία κοινοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου 2009.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β′, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (1), σε συνδυασμό με το άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο α′, του εν λόγω κανονισμού.
1.1. Πρώτος λόγος αναιρέσεως: η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε τα επίμαχα σήματα με βάση τα κριτήρια της «σφαιρικής εκτίμησης» ή της «γενικής εντύπωσης».
Κατά πάγια αρχή, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης, όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, πρέπει να στηρίζεται στη γενική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, τους διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εφαρμόσει την προαναφερθείσα αρχή και, ιδίως, διαπίστωσε την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως, βασίζοντας την αξιολόγησή του αποκλειστικά στο γεγονός ότι αμφότερα χρησιμοποιούν το κοινό στοιχείο «CENTER».
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε τα σήματα προβαίνοντας σε «σφαιρική εκτίμηση» ή εκτιμώντας τη «γενική εντύπωση» που δημιουργούν. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε μια αναλυτική προσέγγιση και εξέτασε, αφενός, το σήμα «CENTER» και, αφετέρου, το πρώτο λεκτικό στοιχείο «CENTER» του επίμαχου σήματος, μη δίδοντας οποιαδήποτε σημασία στο δεύτερο λεκτικό στοιχείο «SHOCK». Είναι αληθές ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανέφερε το κριτήριο της σφαιρικής εκτίμησης και της γενικής εντύπωσης, αλλά είναι επίσης αληθές ότι για μια σωστή κρίση δεν αρκεί η αναφορά και η αναπαραγωγή ενός νομολογιακού κριτηρίου, αλλά πρέπει το κριτήριο αυτό να χρησιμοποιηθεί και να εφαρμοστεί σωστά στην συγκεκριμένη υπόθεση. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Περιορίστηκε να κρίνει ότι τα δύο υπό σύγκριση σήματα είναι όμοια και μοιράζονται το λεκτικό στοιχείο «CENTER», χωρίς να εξηγήσει γιατί το λεκτικό στοιχεία «SHOCK» δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο κίνδυνος συγχύσεως.
Για τους παραπάνω λόγους, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω στρέβλωσης των πραγματικών περιστατικών και διότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
1.2. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέλειψε να εξετάσει ορισμένους εξαιρετικά σημαντικούς και κρίσιμους παράγοντες.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέβη επίσης το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β′, διότι δεν εκτίμησε τους παράγοντες που ήταν εξαιρετικά σημαντικοί για τον καθορισμό του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των σημάτων. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη μακρά συνύπαρξη των υπό σύγκριση σημάτων και την απουσία, στην πράξη, κινδύνου σύγχυσης, όπως λεπτομερώς εξηγείται με την αίτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε σωστά έναν άλλο σημαντικό παράγοντα, που είναι ο βαθμός προσοχής του ενδιαφερομένου κοινού. Στην πραγματικότητα, θα ήταν παράλογο για το Πρωτοδικείο να δεχθεί ότι ένας καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος δεν θα μπορούσε να παρατηρήσει την ύπαρξη της λέξης «SHOCK» και να αναγνωρίσει ότι τα υπό εξέταση σήματα δεν έχουν μόνο οπτικές και ηχητικές διαφορές, αλλά και διαφορετική έννοια, δεδομένου ότι το σήμα «CENTER» είναι λέξη που ανακαλεί στη μνήμη «το μέσον ενός πράγματος» ενώ το σήμα «CENTER SHOCK», λόγω της παρουσίας της περισσότερο διακριτικής λέξης «SHOCK», ζωντανεύει την ιδέα μιας ισχυρής αίσθησης (σοκ), την οποία αισθάνεται ο καταναλωτής όταν μασά το κέντρο της μαστίχας.
2. Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στο σύνολό της, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας·
—
να επιλύσει οριστικώς τη διαφορά, αν αυτό επιτρέπεται στο στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, ακυρώνοντας την απόφαση του τμήματος ακυρώσεως του ΓΕΕΑ, της 24ης Νοεμβρίου 2005, επί της αιτήσεως ακυρότητας αριθ. 941 C 973065 και να καταδικάσει τους καθών στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και στα έξοδα της διαδικασίας ακυρότητας ενώπιον του ΓΕΕΑ, σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας·
—
επικουρικώς, εάν το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία δεν το επιτρέπει, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί αυτό σύμφωνα με τα κριτήρια που θα θέσει το Δικαστήριο.
(1) ΕΕ L 11, σ. 1
Full & Egal Universal Law Academy