30.1.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 24/30
Αναίρεση που άσκησε στις 18 Νοεμβρίου 2009 η Royal Appliance International GmbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) στις 15 Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-446/07, Royal Appliance International GmbH κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)· αντίδικος κατ’ αναίρεση: BSH Bosch und Siemens Hausgeräte GmbH
(Υπόθεση C-448/09 P)
2010/C 24/56
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Royal Appliance International GmbH (εκπρόσωποι: K.-J. Michaeli και M. Schork, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση:
—
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
—
BSH Bosch und Siemens Hausgeräte GmbH
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-446/07·
—
να ακυρώσει την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς της 3ης Οκτωβρίου 2007 στην υπόθεση R 572/2006-4·
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ και την BSH Bosch und Siemens Hausgeräte GmbH στα δικά τους δικαστικά έξοδα και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τόσον πρωτοδίκως όσο και στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς της 3ης Οκτωβρίου 2007. Κατά το Πρωτοδικείο και το τμήμα προσφυγών υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του γερμανικού αντιταχθέντος σήματος «sensixx» και του σήματος προς καταχώριση «Centrixx» σε σχέση με το προϊόν «ηλεκτρική σκούπα». Το αντιταχθέν σήμα διεγράφη εγκύρως μετά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών και πριν από τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου για το προϊόν «ηλεκτρική σκούπα». Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αρχικά υποβληθείσα αίτηση αναστολής της διαδικασίας και θεώρησε τη λήξη ισχύος του αντιταχθέντος σήματος ως μη ουσιώδη από νομικής απόψεως, διότι αυτή δεν εμπίπτει στο πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς, με την οποία είχε επιφορτιστεί το τμήμα και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Πρωτοδικείο.
Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τις νομικές προϋποθέσεις του λόγου αναστολής του άρθρου 77 του κανονισμού διαδικασίας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τη λήξη ισχύος του αντιταχθέντος σήματος. Η εν προκειμένω αποφασιστικής σημασίας για τη διαφορά μεταβολή της πραγματικής βάσεως αφορά το κύρος του αντιταχθέντος σήματος, επί του οποίου η αναιρεσείουσα δεν έχει καμία επιρροή. Η μεταβολή αυτή ανατρέπει τον λόγο ανακοπής κατά της καταχωρίσεως του σήματος και πρέπει υποχρεωτικά να ληφθεί υπόψη. Αυτό προκύπτει από το θεμελιώδες δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας, το οποίο περιλαμβάνει την καταχώριση του σήματος. Λόγω της αρνήσεώς του να λάβει υπόψη την επικείμενη απόφαση διαγραφής του Oberlandesgericht München αναφορικά με το αντιταχθέν σήμα, το Πρωτοδικείο εξέτασε την ομοιότητα των καταλόγων προϊόντων δύο σημάτων, εκ των οποίων το ένα είχε σχεδόν εντελώς διαγραφεί κατά τον χρόνο της αποφάσεως. Με τον τρόπο αυτό παρέβη το άρθρο 45 του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα (στο εξής: ο κανονισμός για το κοινοτικό σήμα), διότι δεν υπήρχαν πλέον δικαιώματα τρίτων κατά τον χρόνο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι η διαγραφή του αντιταχθέντος σήματος είχε ήδη σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί. Ακόμη και τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν επιτρέψει εξαιρέσεις από την απαγόρευση της λήψεως υπόψη νέων πραγματικών περιστατικών, καθόσον έχουν αποφασίσει ότι αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη και όταν αυτές γνωστοποιούνται στο Πρωτοδικείο για πρώτη φορά κατά την ενώπιόν του δίκη. Αυτό πρέπει ειδικότερα να συμβαίνει όταν η αναιρεσείουσα δεν έχει καμία επιρροή στον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, η οποία, όπως εν προκειμένω, εκδόθηκε λίγο πριν από τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας δεν είναι υποχρεωτική η χρήση του σήματος, διότι ο χρόνος της αποφάσεως απόκειται μόνο στη διακριτική ευχέρεια του τμήματος. Απόφαση για την καταχώριση του σήματος, η οποία στηρίζεται σε μια τέτοια αυθαίρετη βάση, είναι αντίθετη προς την έννοια και τον σκοπό του δικαίου για το κοινοτικό σήμα.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει επιπλέον την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα. Το Πρωτοδικείο δεν συμμορφώθηκε επαρκώς με την υποχρέωσή του περί ελέγχου και αιτιολογίας. Έτσι, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πραγματικά περιστατικά για τα εν προκειμένω επίμαχα προϊόντα και την επίπτωσή τους στον καταναλωτή και, επομένως, εφάρμοσε εσφαλμένα κριτήρια ελέγχου όσον αφορά το ζήτημα του βαθμού προσοχής και της ομοιότητας των προϊόντων. Το Πρωτοδικείο δεν στάθμισε εξίσου τα κοινά σημεία και τις διαφορές των σημάτων εκτιμώντας την μεταξύ τους ομοιότητα και ειδικότερα έλαβε υπόψη κατά την εκτίμηση της οπτικής ομοιότητας μη ουσιώδη κοινά σημεία. Δεν έλαβε υπόψη την προφορά του σήματος προς καταχώριση από το εν προκειμένω κρίσιμο γερμανικό κοινό και ενίσχυσε μόνο την αμφισβητούμενη με την προσφυγή αντιφατικότητα της εκτιμήσεως της ηχητικής και νοηματικής ομοιότητας, δεχόμενο ότι βασίζεται στη λέξη «center», αλλά μη δεχόμενο συσχέτιση με την έννοια αυτή. Δεν λαμβάνει υπόψη βασικούς κανόνες της φωνητικής αντιλήψεως δεχόμενο ως προς την λεκτική κατάληξη «xx» μια ιδιαίτερα ηχητική προφορά και παραποιεί τον πραγματικό ισχυρισμό της προσφυγής καταλογίζοντας στην προσφεύγουσα ότι αρνείται και στα δύο σήματα μια σαφή σημασία. Τέλος, το Πρωτοδικείο εξετάζει εσφαλμένως τις προϋποθέσεις του κινδύνου συγχύσεως, καθόσον δεν εξετάζει τον βαθμό προσοχής του κοινού κατά τον χρόνο της αγοράς και, επομένως, δέχεται εσφαλμένως από απόψεως δικαίου ότι στην ηχητική και οπτική αντίληψη του σήματος πρέπει να αποδίδεται η ίδια βαρύτητα.
Full & Egal Universal Law Academy