30.1.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 24/34
Αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε στις 20 Νοεμβρίου 2009 η Ιταλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 4 Σεπτεμβρίου 2009 το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) στην υπόθεση T-211/05, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-458/09 P)
2010/C 24/63
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωπος: G. Palmieri)
Αντίδικος στην αναιρετική διαδικασία: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή·
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-211/05, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν με συστημένη επιστολή αριθ. 405966 η οποία παρελήφθη στις 8 Σεπτεμβρίου 2009 και, κατά συνέπεια, την απόφαση 2006/261/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2005, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων C8/2004 (πρώην NN 164/2003) που η Ιταλία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ επιχειρήσεων που έχουν εισαχθεί πρόσφατα στο χρηματιστήριο [κοινοποιηθείσα με αριθμό C(2005) 591].
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
. Παράβαση των άρθρων 10 και 13 του κανονισμού 659/1999 (1) (κανονισμού «διαδικασία κρατικών ενισχύσεων»), και 88, παράγραφος 2, ΕΚ και παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των εγγράφων.
Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι με τα έγγραφα του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου του 2003 που απηύθυνε η Επιτροπή στην Ιταλία σηματοδοτήθηκε η έναρξη προκαταρκτικής συζητήσεως όσον αφορά τα μέτρα που εισήγαγε το νομοθετικό διάταγμα 326/2003 (2). Το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι τα έγγραφα αυτά συνίσταντο απλώς σε γενικά αιτήματα και στην επισήμανση ότι «δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο» τα μέτρα να περιέχουν στοιχεία κρατικών ενισχύσεων ασυμβίβαστων προς την κοινή αγορά.
. Παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Με την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή αναγνώρισε την επιλεξιμότητα των μέτρων στηριζόμενη στο ότι τα φορολογικά προνόμια που προβλέπουν απέκλειαν τις μη εγκατεστημένες στην Ιταλία εταιρίες. Αντιθέτως, με την τελική απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα ήταν επιλεκτικά διότι εξασφάλιζαν φορολογικά προνόμια κυρίως υπέρ των εγκατεστημένων στην Ιταλία εταιριών, στο μέτρο που οι εταιρίες αυτές φορολογούνται βάσει του κέρδους που πραγματοποιούν σε παγκόσμια κλίμακα, έναντι των κοινοτικών εταιριών οι οποίες στην Ιταλία φορολογούνται μόνο βάσει του κέρδους που πραγματοποιούν εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Η Επιτροπή δεν ενημέρωσε την Ιταλική Κυβέρνηση σχετικά με αυτή τη μεταβολή πρακτικής και δεν την κάλεσε να υποβάλει παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού. Κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε σύννομη την εν λόγω ενέργεια της Επιτροπής.
. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί επιλεκτική μια ελάφρυνση, όπως η προκείμενη, που παρέχεται σε όλες τις εταιρίες, τόσο ιταλικές όσο και κοινοτικές, που πληρούν τις προϋποθέσεις εντάξεως σε κανονιστικώς ρυθμιζόμενη αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μεγαλύτερο προνόμιο για τις ιταλικές εταιρίες απορρέει από το φορολογικό σύστημα το οποίο προβλέπει τη φορολόγηση βάσει του κριτηρίου της εγκαταστάσεως, αλλά η απλή διαφορά στην έκταση του προνομίου αυτού μεταξύ των εταιριών που εμπίπτουν αδιακρίτως στο μέτρο ελαφρύνσεως δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τον επιλεκτικό χαρακτήρα του. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επιλεξιμότητα μπορούσε επίσης να συνίσταται απλώς σε μια τέτοιου είδους διαφορά.
. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Πλημμελής αιτιολογία.
Το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι το μέτρο ήταν επιλεκτικό στο μέτρο δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις εταιρίες. Συγκεκριμένα, έχει εφαρμογή σε όλες τις εταιρίες που πληρούν τις προϋποθέσεις εισαγωγής σε εποπτευόμενο χρηματιστήριο κανονιστικώς ρυθμιζόμενης αγοράς. Επιπλέον, η επιλογή προσβάσεως στο χρηματιστήριο συνεπάγεται πολύ σημαντικές διαρθρωτικές επιβαρύνσεις οι οποίες είναι άγνωστες στις εταιρίες που δεν εισάγονται σε αυτό. Η επιλογή των εταιριών που γίνονται δεκτές πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και η ελάφρυνση είναι σύμφωνη και σχετική με τη διαφορά κόστους σε διαρθρωτικό επίπεδο που χαρακτηρίζει τις δύο κατηγορίες εταιριών. Συνεπώς, το μέτρο είναι γενικής εφαρμογής και όχι επιλεκτικό. Εν πάση περιπτώσει, η αιτιολογία του Πρωτοδικείου όσον αφορά τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία της Ιταλίας δεν ήταν επαρκής.
. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ
Κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα μέτρα είναι, εν πάση περιπτώσει, επιλεκτικά λαμβανομένης υπόψη της σύντομης διάρκειάς τους η οποία αποκλείει τις εταιρίες που αποφασίζουν να εισαχθούν στο χρηματιστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο προσωρινός χαρακτήρας της ελαφρύνσεως εξηγείται πράγματι από τις δημοσιονομικές ισορροπίες και τον πειραματικό χαρακτήρα των μέτρων, αλλά δεν ασκεί επιρροή στη δομή τους, η οποία αποτελεί το μοναδικό κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας τους.
. Παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ', ΕΚ. Πλημμελής αιτιολογία.
Ακόμη και αν θεωρηθούν κρατικές ενισχύσεις, τα μέτρα αυτά είναι συμβατά με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ', ως ενισχύσεις επενδύσεως για την πραγματοποίηση εξειδικευμένης δραστηριότητας. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας τα μέτρα αυτά ως ενισχύσεις λειτουργίας, μη λαμβάνοντας υπόψη τον μόνιμο χαρακτήρα των αποτελεσμάτων της εισαγωγής στο χρηματιστήριο για τη δομή και τη λειτουργία της εταιρίας, και μη αναγνωρίζοντας ότι η αύξηση των εισαγωγών στο χρηματιστήριο στις κανονιστικώς ρυθμιζόμενες αγορές αποτελεί δραστηριότητα η οποία πρέπει να προωθείται και σε κοινοτικό επίπεδο. Το Πρωτοδικείο έπρεπε, ως εκ τούτου, να επικρίνει την εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της στον οικείο τομέα χωρίς ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
(1) EE L 83, σ. 1.
(2) Στην πραγματικότητα πρόκειται για το νομοθετικό διάταγμα 269/2003, που μετατράπηκε στον νόμο 326.
Full & Egal Universal Law Academy