30.1.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 24/36
Αναίρεση που άσκησε στις 20 Νοεμβρίου 2009 η Inalca SpA — Industria Alimentari Carni e Cremonini SpA κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έκτο τμήμα) της 4ης Σεπτεμβρίου 2009, στην υπόθεση T-174/06, Inalca SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-460/09 P)
2010/C 24/65
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Inalca SpA — Industria Alimentari Carni e Cremonini SpA (εκπρόσωποι: F. Sciandone και C. D’Andria, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου να κρίνει επί της ουσίας υπό το φως των δοθησομένων από το Δικαστήριο κατευθύνσεων
—
καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης καθώς και στο πλαίσιο της επί της υποθέσεως T-174/06 δίκης.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
A.
Επί της διακρίσεως μεταξύ του δικονομικού κριτηρίου που άπτεται της ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής και της εξακριβώσεως της συνδρομής των προϋποθέσεων ευθύνης: i) αντιφατικότητα της αιτιολογήσεως και ii) μη τήρηση της κοινοτικής νομολογίας
Το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως αποδεικνύεται προδήλως αντιφατικό καθ’ ο μέρος, αφενός, γίνεται επίκληση της παγίας κοινοτικής νομολογίας βάσει της οποίας η προθεσμία παραγραφής της αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας αρχίζει να τρέχει μόνον όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως, ειδικότερα δε όταν η προς αποκατάσταση ζημία είναι συγκεκριμένη, αφετέρου, απορρίπτεται το επιχείρημα των εναγουσών και νυν αναιρεσειουσών ότι οι ζημιογόνες επιπτώσεις του αμφισβητουμένου εγγράφου επήλθαν ασφαλώς μόνο με την πράξη εγκρίσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Οκτωβρίου 2006 (1).
Περαιτέρω, καθορίζοντας την ημερομηνία ενάρξεως του χρόνου παραγραφής με γνώμονα τις υλικές ζημίες που υπέστησαν οι ενάγουσες, το Πρωτοδικείο παραποίησε τη κοινοτική νομολογία.
B.
Επί της παραγραφής του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα, τα έξοδα προσφυγής σε νομικούς συμβούλους και τις δαπάνες προσωπικού: i) αντιφατικότητα και πρόδηλη έλλειψη λογικής ακολουθίας της αιτιολογήσεως και ii) μη τήρηση της κοινοτικής νομολογίας
Το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως είναι πασιφανώς αντιφατικό καθ' ο μέτρο το Πρωτοδικείο εξαγγέλλει αρχικώς γενική αρχή όταν πρόκειται για ζημίες διαρκούς χαρακτήρα, στη συνέχεια δε δεν εφαρμόζει την ανωτέρω γενική αρχή στο πλαίσιο του προσδιορισμού της (στιγμιαίας ή μη) φύσεως των δικηγορικών αμοιβών και αμοιβών παροχής νομικών συμβουλών και των δαπανών προσωπικού. Η διάταξη πάσχει επίσης πρόδηλη έλλειψη λογικής ακολουθίας τη στιγμή κατά την οποία το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει, αφενός, τον διαρκή χαρακτήρα των καταβληθέντων εξόδων για τη σύναψη των συμβάσεων εγγυήσεως, ενώ, αφετέρου, απέκλεισε τον διαρκή χαρακτήρα των συνυφασμένων με τη δικηγορική αμοιβή εξόδων, τα οποία επαναλαμβάνοντο κατά τη διάρκεια των ετών και ενόσω εκκρεμούσαν οι διάφορες διαδικασίες κατόπιν της έρευνας του OLAF.
Επιπλέον, η θέση του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται με την πάροδο των ετών ο μη στιγμιαίος χαρακτήρας των παρεχομένων νομικών συμβουλών.
Γ.
Επί του απαραδέκτου του αιτήματος περί αποκαταστάσεως της ζημίας λόγω διαφυγόντος κέρδους: παραμόρφωση των επιχειρημάτων και παράβαση του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
Το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του και παραμόρφωσε την επιχειρηματολογία των εναγουσών και νυν αναιρεσειουσών καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα πολυάριθμα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, ενώ έκρινε ότι στερείται της αναγκαίας σαφηνείας το αίτημα περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες υπό τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους.
Δ.
Επί της ηθικής βλάβης: μη τήρηση της νομολογίας και πρόδηλη έλλειψη λογικής ακολουθίας της αιτιολογήσεως
Προσδίδοντας στην ηθική βλάβη στιγμιαίο και μη διαρκή χαρακτήρα, το Πρωτοδικείο, χωρίς να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ηθικής βλάβης, αγνόησε πασιφανώς την κοινοτική νομολογία. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πάσχει επιπλέον από πρόδηλη έλλειψη λογικής ακολουθίας καθ’ ο μέτρο το Πρωτοδικείο στηρίζεται, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη διαρκή φύση της ηθικής βλάβης, σε νομολογία αφορώσα αποκλειστικώς τις υλικές ζημίες.
Ε.
Επί της ηθικής βλάβης: Παράβαση του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, μη τήρηση της νομολογίας σε θέματα ηθικής βλάβης και πρόδηλη έλλειψη λογικής ακολουθίας της αιτιολογήσεως
Το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ', κρίνοντας ότι η αίτηση περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι απαράδεκτη λόγω μη συνδρομής της αναγκαίας σαφηνείας, καθόσον οι ενάγουσες και νυν αναιρεσείουσες δεν περιορίστηκαν αορίστως στην επίκληση μη υλικής ζημίας αλλά προσκόμισαν ενώπιον του Πρωτοδικείου πολυάριθμα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, πάντως, αγνοήθηκαν παντελώς.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν τήρησε τη συναφή νομολογία σε θέματα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της ζημίας, χρησιμοποίησε παραμέτρους οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους παρίστανται δυσχερώς «δυνάμενες να μετρηθούν» ή να αποδειχθούν.
Ακολούθως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε και σε περαιτέρω πλάνη περί το δίκαιο λόγω πρόδηλης ελλείψεως λογικής ακολουθίας της αιτιολογήσεώς του, καθ’ ο μέτρο, προκειμένου να δικαιολογήσει την έλλειψη σαφηνείας του αιτήματος περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, στηρίζεται σε νομολογία αφορώσα αποκλειστικώς τις υλικές ζημίες.
ΣΤ.
Πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με την προϋπόθεση αιτίου και αιτιατού
Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι δεν υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαβιβάσεως του εγγράφου της 6ης Ιουλίου 1998 στις ιταλικές αρχές, το οποίο έδωσε αφορμή για την αποστολή στις ενάγουσες και νυν αναιρεσείουσες του εγγράφου των ιταλικών αρχών περί επιστροφής και της ζημίας που αυτές υπέστησαν, ήτοι της πληρωμής των εγγυήσεων οι οποίες συνεστήθησαν με σκοπό την αναστολή της άμεσης επιστροφής των αμφισβητουμένων ποσών.
Ζ.
Παραβίαση της αρχής περί εύλογης διαρκείας της δίκης: i) ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και ii) εκ των υστέρων άρση της παρατυπίας για τους σκοπούς του αιτήματος περί αποζημιώσεως
Το Πρωτοδικείο παρέβη τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου περί εύλογης διαρκείας της δίκης, όπως αυτή αναγνωρίζεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες, καθώς και στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
(1) Απόφαση 2006/678/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, Τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών εκ μέρους επιχειρηματιών (ΕΕ L 278, σ. 24).
Full & Egal Universal Law Academy