27.2.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 51/18
Αναίρεση που άσκησε στις 4 Δεκεμβρίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-183/07, Πολωνία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-504/09 P)
2010/C 51/29
Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: E. Kružíková, E. White και K. Herrmann)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ηνωμένο Βασίλειο Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, Δημοκρατία της Πολωνίας, Δημοκρατία της Ουγγαρίας, Δημοκρατία της Λιθουανίας και Σλοβακική Δημοκρατία
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-183/07·
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεώς της. Πρώτον, το Πρωτοδικείο, νυν Γενικό Δικαστήριο, υπερέβη την ελεγκτική δικαιοδοσία του και παρέβη τους κανόνες διαδικασίας, με αποτέλεσμα να θιγούν τα συμφέροντα της Επιτροπής. Δεύτερον, παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (1). Τρίτον, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Τέταρτον, υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη χωριστά από τις λοιπές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης και κηρύσσοντάς την ως εκ τούτου άκυρη στο σύνολό της.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την αιτίαση καταγγελία σχετικά με την υπέρβαση εξουσίας της Επιτροπής μόλις στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, κατά παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2 του Κανονισμού Διαδικασίας. Επιπλέον, προσδιορίζοντας τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες αφορούσε ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια του δικαιοδοτικού ελέγχου.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την ερμηνεία του περιεχομένου και του τρόπου ασκήσεως εκ μέρους της Επιτροπής των αρμοδιοτήτων που αυτή έχει σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, δεχόμενο ότι, κατά τον έλεγχο της συμφωνίας των κοινοποιημένων ΕΣΚ ΙΙ προς τα κριτήρια του παραρτήματος III της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα ούτε να χρησιμοποιήσει τα σχετικά με το CO2 στοιχεία, τα οποία είχαν ελεγχθεί και προέρχονταν από την ίδια πηγή (το ανεξάρτητο σύστημα καταγραφής συναλλαγών της Κοινότητας — CITL), για όλα τα κράτη μέλη για την ίδια περίοδο (το έτος 2005), ούτε να στηρίξει την απόφασή της στην πρόβλεψη της εξελίξεως του ΑΕΠ για τα έτη 2005 έως 2010 η οποία δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου για όλα τα κράτη μέλη.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στερώντας την Επιτροπή από το δικαίωμά της να μην χρησιμοποιήσει κατά την αξιολόγηση του ΕΣΚ ΙΙ στοιχεία που χρησιμοποιούνται από κάποιο κράτος μέλος και αναφέροντας στην απόφασή της περί απορρίψεως του ΕΣΚ την οποία έλαβε σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ το ανώτατο όριο για τη συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων εκπομπών που μπορεί να κατανείμει κάθε κράτος μέλος, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, αγνοώντας τον σκοπό και το αντικείμενό της.
Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, ο εκ των προτέρων έλεγχος του ΕΣΚ ΙΙ, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, εξυπηρετεί την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας αυτής, ήτοι αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, βελτιώνοντας παράλληλα τη σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας, και στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του κοινοτικού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων. Καθόσον η εξουσία της Επιτροπής να εκδώσει απορριπτική απόφαση όσον αφορά κάποιο ΕΣΚ ΙΙ περιορίζεται χρονικά, θα πρέπει να εκτιμηθεί πώς η Επιτροπή ασκεί τις εξουσίες ελέγχου που έχει σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό κάθε διαδικασίας ελέγχου, που είναι να εξασφαλίζεται ότι μόνο ΕΣΚ ΙΙ σύμφωνα προς τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ, ιδίως εκείνα των σημείων 1 έως 3, θα καθίστανται οριστικά και θα αποτελούν τη βάση για τη λήψη αποφάσεων από τα κράτη μέλη σχετικών με τη συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο ότι, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εξηγήσει γιατί τα στοιχεία που χρησιμοποιούνταν στο ΕΣΚ ΙΙ της Δημοκρατίας της Πολωνίας ήταν «λιγότερο αξιόπιστα», δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των εκτεθειμένων στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως και, εν πάση περιπτώσει, υπερέβη τα όρια που θέτει η κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με τη λειτουργική αυτονομία των διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Έκρινε ότι οι παράγραφοι 2 έως 5 των άρθρων 1 και 2, που αφορούν το ασυμβίβαστο του ΕΣΚ II προς τα άλλα κριτήρια του παραρτήματος III της οδηγίας, όπως και η παράγραφος 1 καθενός των ως άνω άρθρων, δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη χωριστά από τις άλλες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η εσφαλμένη ανάλυση που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο το οδήγησε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
(1) ΕΕ L 275, σ. 32.
Full & Egal Universal Law Academy