13.3.2010
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 63/23
Αναίρεση που άσκησε στις 4 Δεκεμβρίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (έβδομο τμήμα) στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση T-263/07, Εσθονία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-505/09 P)
2010/C 63/38
Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: E. Kružíková, E. White και E. Randvere)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Δημοκρατία της Εσθονίας, Δημοκρατία της Λιθουανίας, Σλοβακική Δημοκρατία και Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
—
να καταδικάσει την Δημοκρατία της Εσθονίας στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο) πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους:
1)
Το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 44 § 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθόσον έκρινε παραδεκτή την προσφυγή όσον αφορά το άρθρο 1, §§ 3 και 4, το άρθρο 2, §§ 3 και 4, καθώς και το άρθρο 3, §§ 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Μαΐου 2007 (σχετικά με το εθνικό σχέδιο κατανομής ποσοστώσεων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, το οποίο κοινοποίησε η Εσθονία, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου). Το Πρωτοδικείο πεπλανημένα έκρινε την προσφυγή κατά της αποφάσεως παραδεκτή στο σύνολό της, παρότι η προσφεύγουσα προέβαλε λόγους ακυρώσεως μόνον όσον αφορά το άρθρο 1, §§ 1 και 2, το άρθρο 2, §§ 1 και 2, καθώς και το άρθρο 3 § 1.
2)
Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα σε σχέση με το άρθρο 9, §§ 1 και 3 της οδηγίας, καθόσον κατά τον καθορισμό του εύρους της αρμοδιότητας ελέγχου της Επιτροπής καθώς και της αρμοδιότητάς της κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 § 3 της οδηγίας, παρερμήνευσε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και τον σκοπό της οδηγίας. Τα σχέδια κατανομής δεν συνιστούν κατ’ εξοχήν μέτρα για τη μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα οποία κρίνονται a posteriori. Εάν γίνει δεκτό ότι κάθε κράτος μέλος χρησιμοποιεί δικά του στοιχεία που δεν ελέγχονται, ελλοχεύει ο κίνδυνος άνισης μεταχειρίσεως των κρατών μελών. Οι στόχοι της οδηγίας μπορούν όμως να επιτευχθούν μόνον εάν η ζήτηση σε δικαιώματα εκπομπής υπερβεί την προσφορά. Θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός του ανώτατου ορίου της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων προς κατανομή της συνολικής ποσότητας, αφετέρου της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων προς κατανομή.
3)
Το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε το πεδίο εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Η εκπόνηση εθνικού σχεδίου κατανομής ήταν καθήκον του κράτους μέλους, αρμοδιότητα δε της Επιτροπής δεν ήταν να καλύψει τυχόν κενά του σχεδίου, αλλά να κρίνει κατά πόσον αυτό συνάδει με την οδηγία.
4)
Το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση των διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον έκρινε ότι το άρθρο 1, §§ 1 και 2, το άρθρο 2, §§ 1 και 2, όπως επίσης το άρθρο 3, §1, δεν δύνανται να αποσπασθούν από τις υπόλοιπες διατάξεις της αποφάσεως της Επιτροπής και ακύρωσε την απόφασή στο σύνολό της. Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται τέτοιος αναπόσπαστος χαρακτήρας, καθότι από τη δομή και την αιτιολόγηση της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι κάθε παράγραφος του άρθρου 2 συνδέεται αναπόσπαστα με τις αντίστοιχες παραγράφους του άρθρου 1, όχι όμως με τις λοιπές παραγράφους του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους του άρθρου 1.
(1) Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 275, σ. 32).
Full & Egal Universal Law Academy