ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 22ας Ιανουαρίου 2010 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως του ποσού της χρηματοδοτικής συνδρομής από το Ταμείο Συνοχής για το έργο κατασκευής νέου διεθνούς αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα – Προσφυγή ακυρώσεως – Αρχές της μη αναδρομικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας – Αίτηση αναιρέσεως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη»
Στην υπόθεση C‑43/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2009,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Χ. Μεϊδάνη και τη M. Τασσοπούλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου έτερος διάδικος είναι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τριανταφύλλου και την B. Conte, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από την R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, και τους T. von Danwitz (εισηγητή) και D. Šváby, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 19ης Νοεμβρίου 2008, T‑404/05, Ελλάδα κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της περί ακυρώσεως της αποφάσεως C(2005) 3243 τελικό της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 2005 (στο εξής: επίδικη απόφαση), σχετικά με τη μείωση της ενισχύσεως που χορηγήθηκε από το Ταμείο Συνοχής στο έργο αριθ. 95/09/65/040 (Νέος Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών στα Σπάτα) βάσει της αποφάσεως C(96) 1356 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (στο εξής: απόφαση περί χρηματοδοτήσεως). Επικουρικώς, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο της κατ’ αποκοπή διορθώσεως την οποία επιβάλλει η επίδικη απόφαση, αυξημένου με τους αντίστοιχους νόμιμους τόκους, ή άλλως τη μείωση του ποσού αυτού.
Το νομικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1164/94 του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 1994, για την ίδρυση του Ταμείου Συνοχής (ΕΕ L 130, σ. 1), το Ταμείο Συνοχής συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι το Ταμείο Συνοχής χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή για έργα τα οποία συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων που έχει θέσει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα του περιβάλλοντος και στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων υποδομής των μεταφορών στα κράτη μέλη τα οποία έχουν κατά κεφαλή ακαθάριστο προϊόν χαμηλότερο του 90 % του κοινοτικού μέσου όρου και προβλέπουν ήδη πρόγραμμα για την πλήρωση των όρων οικονομικής συγκλίσεως που έχει θέσει η Συνθήκη ΕΚ.
4 Όσον αφορά τα μέτρα πληροφορήσεως και δημοσιότητας που άπτονται των συγχρηματοδοτούμενων από το Ταμείο Συνοχής έργων, το άρθρο 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1164/94 προβλέπει τα εξής:
«2. Τα κράτη μέλη που είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή μιας δράσης που χρηματοδοτείται από το ταμείο μεριμνούν ώστε να δίδεται επαρκής δημοσιότητα σε αυτήν προκειμένου:
– να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη για το ρόλο της Κοινότητας όσον αφορά τη δράση αυτή,
– να ευαισθητοποιηθούν οι ενδεχόμενοι δικαιούχοι και οι επαγγελματικές οργανώσεις όσον αφορά τις δυνατότητες που προσφέρει η δράση.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ιδίως για την τοποθέτηση εμφανών πινακίδων που διευκρινίζουν το ποσοστό του συνολικού κόστους ενός συγκεκριμένου σχεδίου που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα […]
Ενημερώνουν την Επιτροπή για τις πρωτοβουλίες που ανέλαβαν για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
3. Με την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά την πληροφόρηση και τη δημοσιότητα, τις ανακοινώνει για ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
5 Ο κανονισμός 1164/94 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1084/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ L 210, σ. 79).
6 Η Επιτροπή, στηριζόμενη στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 1164/94, εξέδωσε την απόφαση 96/455/EΚ, της 25ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τα μέτρα πληροφορήσεως και δημοσιότητας που λαμβάνουν τα κράτη μέλη και η Επιτροπή και αφορούν δραστηριότητες του Ταμείου Συνοχής στο πλαίσιο του κανονισμού 1164/94 του Συμβουλίου (ΕΕ L 188, σ. 47).
7 Όσον αφορά τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής των μέτρων πληροφορήσεως και δημοσιότητας που προβλέπει η απόφαση αυτή, το σημείο 1, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος Ι της εν λόγω αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«Τα μέτρα πληροφόρησης και δημοσιότητας σχετικά με όλα τα έργα που συγχρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής αποσκοπούν στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και την αύξηση της διαφάνειας της δραστηριότητας της Κοινότητας σε όλα τα κράτη μέλη και στη δημιουργία μιας συνεκτικής εικόνας των μέτρων που λαμβάνονται στα 4 κράτη μέλη του Ταμείου Συνοχής. Η πληροφόρηση και δημοσιότητα αφορούν όλα τα έργα που συγχρηματοδοτεί το Ταμείο Συνοχής.»
8 Κατά το σημείο 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού:
«Τα μέτρα πληροφόρησης και δημοσιότητας υλοποιούνται σε εύθετο χρονικό διάστημα, μετά την έγκριση της συνδρομής του Ταμείου Συνοχής. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται των δικαιωμάτων της να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο Η του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού […] 1164/94 (μείωση, αναστολή και ακύρωση της συνδρομής), εάν το κράτος μέλος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει της παρούσας απόφασης.»
9 Το σημείο 4, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού ορίζει τα εξής:
«Κατά την υλοποίηση των έργων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα για να υποδηλώσουν τη συμμετοχή του Ταμείου Συνοχής στο εν λόγω έργο:
[...]
β) Σε περίπτωση επενδύσεων το κόστος των οποίων υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο [ευρώ] […]:
[…]
– τα επιτόπου μέτρα περιλαμβάνουν πινακίδες στα εργοτάξια [και] μόνιμες αναμνηστικές πλάκες στις υποδομές που είναι προσπελάσιμες στο ευρύτερο κοινό, η εγκατάσταση των οποίων πραγματοποιείται, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, σύμφωνα με το παράρτημα II».
10 Κατά το παράρτημα II της αποφάσεως 96/455:
«Για την εξασφάλιση της προβολής των έργων που συγχρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την τήρηση των ακόλουθων μέτρων πληροφόρησης και δημοσιότητας σχετικά με:
[…]
2. Αναμνηστικές πλάκες
Μόνιμες αναμνηστικές πλάκες τοποθετούνται σε χώρους προσπελάσιμους στο ευρύτερο κοινό (αεροδρόμια, σταθμοί, χώροι στάθμευσης, προσπελάσιμα τμήματα κτιρίων που αφορούν επενδύσεις για το περιβάλλον κ.λπ.). Πέραν του κοινοτικού εμβλήματος, οι πλάκες αυτές θα αναφέρουν την εκ μέρους της Κοινότητας συγχρηματοδότηση με ένδειξη του Ταμείου Συνοχής […]. Αναμνηστική πλάκα τοποθετείται για κάθε έργο δαπάνης άνω των δέκα εκατομμυρίων [ευρώ].
[…]»
11 Όσον αφορά τις δημοσιονομικές διορθώσεις, το άρθρο H του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 8, του κανονισμού (EΚ) 1265/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, για την τροποποίηση του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94 (ΕΕ L 161, σ. 62, στο εξής: άρθρο H του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94), προβλέπει, στις παραγράφους 1 και 2, τα εξής:
«1. Αν, μετά […] την ολοκλήρωση των απαιτουμένων εξακριβώσεων, η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα:
[…]
β) ότι σημειώθηκαν παρατυπίες όσον αφορά τη συνδρομή από το Ταμείο και ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα,
η Επιτροπή αναστέλλει τη συνδρομή σχετικά με το εν λόγω έργο και, αιτιολογώντας την απόφασή της, ζητά από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός καθορισμένης προθεσμίας.
Εάν το κράτος μέλος έχει αντιρρήσεις για τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή καλεί αυτό το κράτος μέλος σε ακρόαση κατά την οποία και τα δύο μέρη καταβάλλουν προσπάθειες να επιτύχουν συμφωνία σχετικά με τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτές.
2. Κατά το τέλος της περιόδου που ορίζει η Επιτροπή, η Επιτροπή, υπό τον όρον ότι τηρείται η δέουσα διαδικασία, οφείλει, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός τριών μηνών και λαμβάνοντας υπόψη τις τυχόν παρατηρήσεις του κράτους μέλους, να αποφασίσει:
α) να μειώσει τις πληρωμές έναντι που αναφέρονται στο άρθρο Δ, παράγραφος 2, ή
β) να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις. Αυτό σημαίνει ακύρωση εν όλω ή εν μέρει της συνδρομής που χορηγείται στο συγκεκριμένο έργο.
Στις αποφάσεις αυτές τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Η Επιτροπή, όταν αποφασίζει το ποσό μιας διόρθωσης, λαμβάνει υπόψη της το είδος της παρατυπίας ή μεταβολής και την έκταση των ενδεχόμενων δημοσιονομικών επιπτώσεων από τις τυχόν ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης ή ελέγχου. Κάθε μείωση ή ακύρωση της συνδρομής συνεπάγεται ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών.»
12 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1386/2002 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 2002, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1164/94 όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου και τη διαδικασία πραγματοποίησης των δημοσιονομικών διορθώσεων σε σχέση με τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής (ΕΕ L 201, σ. 5) ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού […] 1164/94 όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου και τη διαδικασία πραγματοποίησης των δημοσιονομικών διορθώσεων σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής […] και αφορούν τις επιλέξιμες δράσεις οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 3 του κανονισμού […] 1164/94 και εγκρίθηκαν για πρώτη φορά μετά την 1η Ιανουαρίου 2000.»
13 Το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002 προβλέπει τα εξής:
«Όταν το κράτος μέλος έχει αντιρρήσεις σχετικά με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή και [πραγματοποιείται] ακρόαση δυνάμει του άρθρου H, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος II του κανονισμού […] 1164/94, η τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να λάβει απόφαση η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου H, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του εν λόγω κανονισμού αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία της ακρόασης.»
Ιστορικό της διαφοράς
14 Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς περιγράφονται στις σκέψεις 13 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:
«13 Με την απόφαση [περί χρηματοδοτήσεως], η Επιτροπή ενέκρινε, βάσει του κανονισμού 1164/94, τη χορήγηση οικονομικής ενισχύσεως από το Ταμείο Συνοχής για την εκτέλεση του [έργου κατασκευής αερολιμένα].
[…]
17 […] [Η] Επιτροπή αποφάσισε ότι η χρηματοδοτική συνδρομή του Ταμείου Συνοχής ανέρχεται στο 85 % της ανώτατης δαπάνης που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνδρομής αυτής, ήτοι σε 250 000 000 [ευρώ] […].
18 Κατά το άρθρο 7 της αποφάσεως περί χρηματοδοτήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να διασφαλίζει την κατάλληλη δημοσιότητα του έργου [κατασκευής αερολιμένα], σύμφωνα με το παράρτημα V της εν λόγω αποφάσεως [...]. Προς τούτο, το κράτος μέλος οφείλει, σε συμφωνία με την Επιτροπή, να τοποθετήσει πινακίδες κατάλληλων διαστάσεων, οι οποίες θα ενημερώνουν ότι το έργο [κατασκευής αερολιμένα] συγχρηματοδοτείται κατά ποσοστό 85 % του κόστους του από το Ταμείο Συνοχής, να διασφαλίζει τη μετάδοση από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως των πληροφοριών που αφορούν τον σκοπό του έργου και τα εξ αυτού απορρέοντα πλεονεκτήματα για το κοινό, να διανέμει ενημερωτικά έντυπα και να παρέχει πρόσβαση σε κάθε σχετική με το έργο [κατασκευής αερολιμένα] πληροφορία [...].
19 Από τις 4 έως τις 8 Μαρτίου 2002 και από τις 8 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2003 οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν στην Ελλάδα δύο αποστολές ελέγχου με αντικείμενο, η μεν πρώτη τα χρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Συνοχής στην Ελλάδα έργα, η δε δεύτερη ειδικά το έργο [κατασκευής αερολιμένα].
20 Με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ελληνικές αρχές την έκθεσή της σχετικά με τις διαπιστώσεις της αποστολής ελέγχου που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003.
[…]
25 Όσον αφορά τα μέτρα πληροφορήσεως και δημοσιότητας […], η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 14 του κανονισμού 1164/94 και από την απόφαση 96/455. Ειδικότερα, από τον έλεγχο του Μαρτίου [του] 2002 προέκυψε ότι ο δικαιούχος της χρηματοδοτήσεως είχε τοποθετήσει μία μόνον πινακίδα κοντά σε κοινή είσοδο του εργοταξίου και ορισμένων κτιρίων της διοικήσεως, την οποία χρησιμοποιούσαν, μετά τα εγκαίνια του αερολιμένα, ορισμένοι μόνον εργαζόμενοι και σε καμία περίπτωση το κοινό. Επίσης, στο εσωτερικό του αερολιμένα δεν υπήρχε καμία αναμνηστική πλάκα που να αναφέρει την ενίσχυση του Ταμείου Συνοχής. Επιπλέον, από τον έλεγχο του Σεπτεμβρίου 2003 προέκυψε ότι, περισσότερο από ένα χρόνο μετά τα εγκαίνια του αερολιμένα, η προαναφερθείσα πινακίδα είχε μετατοπισθεί σε κεντρικό σημείο της νότιας εισόδου και ότι καμία αναμνηστική πλάκα δεν είχε τοποθετηθεί εντός του αερολιμένα μέχρι τον Οκτώβριο του 2003. Κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού, οι υπεύθυνοι τοποθέτησαν τέσσερις αναμνηστικές πλάκες, οι οποίες, όμως, ανέφεραν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ) αντί του Ταμείου Συνοχής. Γενικά, τα σχετικά με την πληροφόρηση και τη δημοσιότητα μέτρα ολοκληρώθηκαν επτά και πλέον χρόνια από την έναρξη των εργασιών, δύο χρόνια μετά τα εγκαίνια του αερολιμένα και ένα χρόνο μετά την πρώτη σχετική υπόδειξη […].
26 Μετά την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με τις διαπιστωθείσες από την Επιτροπή παρατυπίες, πραγματοποιήθηκε ακρόαση στις 29 Νοεμβρίου 2004 […].
27 Με την [επίδικη] απόφαση, η Επιτροπή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τη μείωση της εν λόγω συνολικής χρηματοδοτικής ενισχύσεως κατά 12 781 410 ευρώ και ζήτησε την επιστροφή του εν λόγω ποσού […].
28 Η δημοσιονομική αυτή διόρθωση συνίσταται σε μια διόρθωση βάσει υπολογισμού, ύψους 7 940 214 ευρώ, λόγω παρατυπιών σχετικών με τις δηλώσεις των πραγματοποιηθεισών δαπανών και σε μια κατ’ αποκοπή διόρθωση, ύψους 2 %, λόγω μη τηρήσεως των επιβαλλομένων μέτρων πληροφορήσεως και δημοσιότητας, ήτοι ύψους 4 841 196 ευρώ.»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Νοεμβρίου 2005, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στην Επιτροπή ως δημοσιονομική διόρθωση, αυξημένου κατά τους νόμιμους τόκους.
16 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε το σύνολο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της προσφυγής της.
17 Όσον αφορά, πρώτον, τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από αναρμοδιότητα ratione temporis της Επιτροπής για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή όφειλε, βάσει των άρθρων Η, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94 και 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002, να ενεργήσει, προς έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, εντός προθεσμίας τριών μηνών και κατόπιν ακροάσεως.
18 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, συναφώς, ότι καμία γλωσσική απόδοση του άρθρου Η, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94, πλην της γαλλικής, δεν προέβλεπε προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να εκδώσει την απόφασή της. Κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη μια διάταξη, αλλ’ αντιθέτως απαιτεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της αποδόσεώς της στις άλλες επίσημες γλώσσες (αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1997, C‑177/95, Ebony Maritime και Loten Navigation, Συλλογή 1997, σ. I‑1111, σκέψη 30· της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke, Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψη 46, καθώς και της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑253/99, Bacardi, Συλλογή 2001, σ. I‑6493, σκέψη 41).
19 Eπιπλέον, δεδομένου ότι η απόφαση περί χρηματοδοτήσεως εκδόθηκε στις 24 Μαΐου 1996, το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002 δεν εφαρμόζεται στο έργο κατασκευής αερολιμένα, καθόσον το άρθρο του 1 προβλέπει την εφαρμογή του μόνο στα επιλέξιμα για χρηματοδότηση έργα που εγκρίθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2000.
20 Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η απόφαση 96/455 δεν έχει εφαρμογή στο έργο κατασκευής αερολιμένα και ότι, ως εκ τούτου, παραβιάστηκε η αρχή της μη αναδρομικότητας, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται άμεσα επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων καταστάσεως η οποία διαμορφώθηκε υπό το κράτος προϊσχύσαντος κανόνα (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, C‑162/00, Pokrzeptowicz-Meyer, Συλλογή 2002, σ. I‑1049, σκέψη 50). Ως εκ τούτου, η απόφαση 96/455 καθόριζε, από της ενάρξεως ισχύος της, τις υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στον τομέα της πληροφορήσεως και της δημοσιότητας όσον αφορά το έργο κατασκευής αερολιμένα, στις οποίες συγκαταλέγεται η υποχρέωση τοποθετήσεως τόσο πινακίδων όσο και αναμνηστικών πλακών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
21 Τρίτο και τελευταίο, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το σύστημα που καθιέρωσε η απόφαση 96/455, η σπουδαιότητα της ευαισθητοποιήσεως του κοινού μέσω της λήψεως μέτρων πληροφορήσεως και δημοσιότητας ήταν ανάλογη προς το ύψος της χρηματοδοτήσεως, οι σχετικές παραλείψεις που διαπιστώθηκαν δικαιολογούσαν την εφαρμογή κατ’ αποκοπή διορθώσεως της τάξεως του 2 %.
Αιτήματα των διαδίκων
22 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– επικουρικώς, να διατάξει την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στην Επιτροπή ως κατ’ αποκοπή διόρθωση της τάξεως του 2 %, ήτοι ποσού 4 841 196 ευρώ, ή άλλως να μειώσει το ποσό αυτό κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας·
– να υποχρεώσει την Επιτροπή να επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία ως νόμιμο τόκο αντίστοιχο προς το ποσό μειώσεως της ενισχύσεως, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
24 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι εν όλω ή εν μέρει προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να κινήσει την προφορική διαδικασία.
25 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει τρεις λόγους οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού 1386/2002, από εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας που απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
26 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αναγνωρίζοντας την αρμοδιότητα ratione temporis της Επιτροπής για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, ενώ, βάσει των άρθρων H, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94 και 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002, υποχρεούται να εκδώσει την απόφαση αυτή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ακρόαση του κράτους μέλους, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ασφάλειας δικαίου.
27 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο κανονισμός 1386/2002 δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, ως διάταξη περιλαμβανόμενη σε πιο πρόσφατο κανονισμό εφαρμογής, μπορεί απλώς να διευκρινίσει την εν λόγω διάταξη του κανονισμού 1164/94. Ο κανόνας του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002 περί τρίμηνης προθεσμίας επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από τη γαλλική απόδοση του άρθρου H, παράγραφος 2, του παραρτήματος 1164/94.
28 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται, επιπλέον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, με αντιφατική αιτιολογία, στο μέτρο που, αφενός, αναφέρει ότι ο κανονισμός 1386/2002 ισχύει μόνο για τα έργα που εγκρίθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2000, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτόν την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στο έργο κατασκευής αερολιμένα, ενώ, αφετέρου, επισημαίνει, με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ένας νέος κανόνας κοινοτικού δικαίου εφαρμόζεται στις έννομες συνέπειες πράξεως γεννηθείσας υπό το κράτος προγενέστερου κανόνα, στοιχείο που καθιστά δυνατή την εφαρμογή της αποφάσεως 96/455, η οποία εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1996, στο έργο κατασκευής αερολιμένα.
29 Η Επιτροπή αμφισβητεί καταρχάς ότι ο κανονισμός 1386/2002 έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου του 1. Η συνεκτίμηση του κανονισμού αυτού θα ήταν δυνατή μόνον αν ο κανονισμός 1164/94 εφαρμοζόταν ως είχε κατόπιν της τροποποιήσεώς του από τον κανονισμό 1265/99 ο οποίος εισήγαγε τη διαδικασία ακροάσεως, πράγμα αμφίβολο ωστόσο ελλείψει ρήτρας εφαρμογής του τελευταίου αυτού κανονισμού στα εγκριθέντα πριν από τη θέση του σε ισχύ έργα.
30 Ακολούθως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η τρίμηνη προθεσμία την οποία προβλέπει, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο H, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1164/94 δεν αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, επιτακτική προθεσμία, αλλά ελάχιστη ενδεικτική προθεσμία η οποία σκοπεί στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους και της οποίας η παράβαση δεν συνεπάγεται παρατυπία της εκδοθείσας πράξεως. Το κύρος της πράξεως αυτής θίγεται δηλαδή, κατά την Επιτροπή, μόνον αν η παρέλευση της προθεσμίας συνιστά παράβαση ουσιωδών τύπων, η οποία όμως ούτε προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ούτε συντρέχει εν προκειμένω.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Πρωτοδικείο κακώς δεν έλαβε υπόψη τον κανονισμό 1386/2002 για την ερμηνεία του άρθρου Η, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1164/94 και δεν διαπίστωσε, ως εκ τούτου, παραβίαση της αρχής ασφάλειας δικαίου εκ μέρους της Επιτροπής.
32 Ως προς το πρώτο επιχείρημα, η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός 1386/2002, ως κανονισμός εφαρμογής του κανονισμού 1164/94, και ειδικότερα το άρθρο του 18, παράγραφος 3, αποσαφηνίζουν την έννοια του άρθρου Η, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1164/94 που προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να εκδώσει την απόφασή της περί μειώσεως της χρηματοοικονομικής συνδρομής.
33 Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο κανονισμός 1386/2002 δεν εφαρμόζεται, βάσει του άρθρου 1, στα έργα που εγκρίθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000 και, κατά συνέπεια, στο έργο κατασκευής αερολιμένα που εγκρίθηκε στις 24 Μαΐου 1996 με την απόφαση περί χρηματοδοτήσεως. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν είναι δυνατό να αποδοθεί σε τέτοιου είδους μεταγενέστερη πράξη καθοριστική ερμηνευτική αξία όσον αφορά τον κανονισμό 1164/94.
34 Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε το συμπέρασμα που εμμέσως αλλά κατ’ ανάγκη συνήγαγε το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τη σημασία των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου Η, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94.
35 Συνεπώς, με το πρώτο επιχείρημά της, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι ο κανονισμός 1386/2002, ως πράξη μεταγενέστερη του κανονισμού 1164/94, απαιτούσε την ερμηνεία του κανονισμού 1164/94 υπό την έννοια ότι η επίδικη απόφαση έπρεπε να είχε εκδοθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών.
36 Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα περί της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αρκεί η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπουν τα άρθρα H, παράγραφος 2, του παραρτήματος II του κανονισμού 1164/94 και 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1386/2002, χωρίς ωστόσο να παράσχει οποιαδήποτε σχετική απόδειξη.
37 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε, επομένως, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να εκδώσει την επίδικη απόφαση εντός προθεσμίας τριών μηνών.
38 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι απέρριψε την προσφυγή της στηριζόμενο στην απόφαση 96/455, η οποία εκδόθηκε ένα μήνα μετά την έγκριση του σχεδίου κατασκευής αερολιμένα, και ότι κακώς εφάρμοσε, με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την απορρέουσα από την προαναφερθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer αρχή περί της άμεσης εφαρμογής των γενικών αρχών της Συνθήκης ΕΚ και των συνακόλουθων υποχρεώσεων, η οποία όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία εμμένει στο επιχείρημα που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως απορρέει από τις σκέψεις της 46 και 77.
40 Κατά την αναιρεσείουσα, μόνον το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1164/94 καθόριζε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, τις υποχρεώσεις δημοσιότητας που μπορούν να επιβληθούν στα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει αναφορά στις αναμνηστικές πλάκες, οι δε υποχρεώσεις που προβλέπει τηρήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία, όπως αυτή υποστηρίζει.
41 Eπιπλέον, η απόφαση 96/455 είναι αόριστη όσον αφορά το ratione temporis πεδίο εφαρμογής της και δεν διακρίνει μεταξύ των έργων που εγκρίθηκαν πριν και κατόπιν της θέσεώς της σε ισχύ. Το σημείο 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος I της αποφάσεως αυτής επιβάλλει, αντιθέτως, στα κράτη μέλη την απλή υποχρέωση εφαρμογής των μέτρων δημοσιότητας εν ευθέτω χρόνω, κατόπιν της εγκρίσεως του έργου.
42 Τέλος, όπως επισημαίνει η Ελληνική Δημοκρατία, η συνήθης πρακτική της Επιτροπής στον τομέα των αποφάσεων με τις οποίες χορηγείται χρηματοδοτική συνδρομή από το Ταμείο Συνοχής προϋποθέτει, για κάθε μεταβολή των όρων χορηγήσεως, τη σχετική τροποποίηση της αρχικής αποφάσεως. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση εφαρμογής της αποφάσεως 96/455 στο έργο κατασκευής αερολιμένα, θα έπρεπε επίσης να τροποποιηθεί το παράρτημα της αποφάσεως περί χρηματοδοτήσεως που διευκρινίζει τις υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας από πλευράς δημοσιότητας.
43 Η Επιτροπή φρονεί ότι η απόφαση 96/455 έχει άμεση εφαρμογή στο έργο κατασκευής αερολιμένα. Τούτο προκύπτει από τον διαδικαστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής, καθώς και από το γράμμα της το οποίο δεν διακρίνει μεταξύ των εγκριθέντων μετά τη θέση της σε ισχύ έργων και των έργων που βρίσκονται ήδη σε στάδιο υλοποιήσεως. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το παράρτημα I της αποφάσεως αυτής τονίζει ότι οι υποχρεώσεις στον τομέα της πληροφορήσεως και της δημοσιότητας αφορούν όλα τα έργα για τα οποία το Ταμείο Συνοχής χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή.
44 Τέλος, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν διακρίνει μεταξύ πραγματικής και μη πραγματικής αναδρομικότητας. Η περίπτωση της μη πραγματικής αναδρομικότητας αφορά την εφαρμογή νέας διατάξεως σε περιστάσεις των οποίων τα αποτελέσματα εξακολουθούν να παράγονται, όπως δέχεται η νομολογία του Δικαστηρίου. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται καμία αντίφαση μεταξύ των λύσεων που προτείνει, αφενός, η απόφαση 96/455 και, αφετέρου, ο κανονισμός 1386/2002, καθόσον ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει ρητό κανόνα μη εφαρμογής στα έργα που εγκρίνονται πριν από ορισμένη ημερομηνία, ο οποίος κατισχύει των γενικών κανόνων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αρχή της άμεσης εφαρμογής νέου κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεως η οποία διαμορφώθηκε υπό το κράτος προϊσχύσαντος κανόνα, όπως απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και, δεύτερον, ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε με αντιφατικό τρόπο την εκτίμησή του περί της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού 1386/2002, αφενός, και της αποφάσεως 96/455, αφετέρου, στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
46 Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, διαπιστώνεται ότι ορθώς το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε την εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή της αποφάσεως 96/455 στο έργο κατασκευής αερολιμένα.
47 Πράγματι, η προκείμενη κατάσταση συμπίπτει με εκείνη της προαναφερθείσας αποφάσεως Pokrzeptowicz-Meyer, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νέος κανόνας ο οποίος προκύπτει από την ευρωπαϊκή συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφετέρου, που συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/743/EΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 348, σ. 1), και ο οποίος προβλέπει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, είχε άμεση εφαρμογή στα τρέχοντα αποτελέσματα συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου. Το επιχείρημα ότι η υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση αφορούσε την άμεση εφαρμογή των γενικών αρχών της Συνθήκης, ενώ η υπό κρίση υπόθεση άπτεται του τομέα της χρηματοδοτήσεως έργων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθόσον κρίσιμο κριτήριο είναι εκείνο της εφαρμογής του νέου κανόνα σε κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε σε προγενέστερο στάδιο ή της οποίας τα αποτελέσματα εξακολουθούν να παράγονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αποφάσεως περί χρηματοδοτήσεως (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, σκέψεις 49 και 50, καθώς και απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2009, C‑441/08, Elektrownia Pątnów ΙΙ, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 32 και 33).
48 Το δεύτερο επιχείρημα είναι επίσης απορριπτέο.
49 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 47 της προαναφερθείσας αποφάσεως Pokrzeptowicz-Meyer, πρέπει καταρχάς να εξακριβωθεί αν η επίμαχη κοινοτική πράξη δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά τον χρόνο εφαρμογής της, δεδομένου ότι πρόκειται περί lex specialis σε σχέση με τον απορρέοντα από τη νομολογία κανόνα (βλ., επίσης, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑122/96, Saldanha και MTS, Συλλογή 1997, σ. I‑5325, σκέψη 14).
50 Ο κανονισμός 1386/2002 περιλαμβάνει στο άρθρο του 1 μια μεταβατική διάταξη η οποία προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός, που τέθηκε σε ισχύ στις 7 Αυγούστου 2002, έχει εφαρμογή στις επιλέξιμες πράξεις οι οποίες εγκρίθηκαν για πρώτη φορά μετά την 1η Ιανουαρίου 2000. Απεναντίας, η απόφαση 96/455 δεν περιλαμβάνει ειδικό κανόνα όσον αφορά τον χρόνο εφαρμογής των διατάξεών του. Ωστόσο, όπως τονίζει η Επιτροπή, κατά το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, οι υποχρεώσεις δημοσιότητας αφορούν όλα τα έργα για τα οποία το Ταμείο Συνοχής χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή.
51 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς την απόφαση 96/455.
52 Τέλος, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας περί της συνήθους πρακτικής της Επιτροπής η οποία συνίσταται, σε περίπτωση τροποποιήσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής του έργου κατά το στάδιο υλοποιήσεως του, στην τροποποίηση της αρχικής αποφάσεως εγκρίσεως, μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι άπτεται της παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
53 Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαιούχος χρηματοδοτήσεως ο οποίος κρίθηκε υπαίτιος πρόδηλης παραβάσεως της ισχύουσας ρυθμίσεως (βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 67/84, Sideradria, Συλλογή 1985, σ. 3983, σκέψη 21, και της 13ης Μαρτίου 2008, C‑383/06 έως C‑385/06, Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening, Συλλογή 2008, σ. I‑1561, σκέψη 56).
54 Όπως διαπιστώθηκε με τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας διατάξεως, η απόφαση 96/455 εφαρμόστηκε στο έργο κατασκευής αερολιμένα ήδη από τη θέση της σε ισχύ, ήτοι από τις 16 Αυγούστου 1996. Είναι γεγονός, σύμφωνα με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέβη απλώς τις απορρέουσες από την εν λόγω απόφαση διατάξεις, αλλά και τις διατάξεις που απορρέουν από το άρθρο 14 του κανονισμού 1164/94, σχετικά με τις πινακίδες στις οποίες αναγράφεται η συνδρομή του Ταμείου Συνοχής. Το επιχείρημα περί της παραβιάσεως της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτό.
55 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
56 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο δεν ερεύνησε επαρκώς, ιδίως με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν η Επιτροπή, επιβάλλοντας το μέτρο της κατ’ αποκοπή διορθώσεως, υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της κατ’ αντίθεση προς την αρχή της αναλογικότητας, της οποίας η εφαρμογή προβλέπεται στο άρθρο H, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1164/94. Μια τέτοιου είδους δημοσιονομική διόρθωση δεν είναι, κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, ούτε προσήκουσα ούτε αναγκαία και δεν εμφανίζει εύλογη συνάφεια προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
57 Όπως επισημαίνει η αναιρεσείουσα, η έλλειψη καθορισμένης προθεσμίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημοσιότητας και η πολυπλοκότητα της αποφάσεως 96/455 αρκούν για να εξηγηθεί η καθυστέρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία άλλωστε κίνησε ευρεία διαφημιστική εκστρατεία προβάλλοντας σαφώς τον καθοριστικό χαρακτήρα της κοινοτικής συνδρομής στην εκπλήρωση του έργου κατασκευής αερολιμένα. Κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, η επικρινόμενη καθυστέρηση δεν έθιξε περαιτέρω τα οικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής.
58 Η Επιτροπή διατείνεται ότι το αίτημα μειώσεως του ποσού της κατ’ αποκοπή συνδρομής είναι απαράδεκτο. Όπως επισημαίνει, εν προκειμένω πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως και όχι για διαφορά αναγόμενη στην πλήρη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας προϋποθέτει, συνεπώς, την απόδειξη πρόδηλης δυσαναλογίας, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
59 Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το ποσό της διορθώσεως δικαιολογείται, αφενός, από την κακόπιστη συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας που εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις δημοσιότητας με σημαντική καθυστέρηση και μόνον κατόπιν πιέσεων εκ μέρους της Επιτροπής και η οποία εξακολουθεί να μην έχει πλήρως συμμορφωθεί προς την ισχύουσα ρύθμιση. Το ποσό αυτό δικαιολογείται, αφετέρου, από τη σπουδαιότητα των διατάξεων περί δημοσιότητας για την κοινοτική πολιτική συνοχή και την εικόνα της Κοινότητας εν γένει, καθώς και από το αποτρεπτικό αποτέλεσμά του.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
60 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν κρίνει ανάλογο προς την επικρινόμενη πράξη το ποσό 4 841 196 ευρώ που επέβαλε η Επιτροπή ως κατ’ αποκοπή διόρθωση και ζητεί, στη βάση αυτή, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και, επικουρικώς, την επιστροφή του ποσού αυτού ή, άλλως, τη μείωσή του.
61 Υπενθυμίζεται ότι, κατά τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, από την αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προκύπτουν με ακρίβεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως ή διατάξεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και οι συγκεκριμένοι νομικοί ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζεται η αίτηση αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2003, C‑488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑13355, σκέψη 40· απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 426, καθώς και διάταξη της 13ης Ιουλίου 2006, C‑338/05 P, Front national κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 24).
62 Δεν πληροί τις επιταγές αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον προσδιορισμό της πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή διάταξη, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση απλής επανεξετάσεως της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψη 35, καθώς και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2002, C‑486/01 P‑R και C‑488/01 P‑R, Front national και Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑1843, σκέψη 81).
63 Αυτή ακριβώς η περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω. Μολονότι από το γράμμα της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι οι επικρίσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας αφορούν τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία, όσον αφορά το σύστημα που καθιέρωσε η απόφαση 96/455, οι παραλείψεις που διαπιστώθηκαν από πλευράς υποχρεώσεων πληροφορήσεως και δημοσιότητας δικαιολογούσαν την εφαρμοσθείσα κατ’ αποκοπή διόρθωση, οι επικρίσεις αυτές περιορίζονται, όσον αφορά την απόδειξη της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, στην επανάληψη των επιχειρημάτων που περιελάμβανε το δικόγραφο της προσφυγής, χωρίς την προβολή κανενός στοιχείου δυνάμενου να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε όντως σε πλάνη περί το δίκαιο.
64 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
65 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, τα αιτήματα αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι δεν ευδοκίμησε κανένας από τους προβληθέντες λόγους αναιρέσεως.
66 Δεδομένου ότι τα λοιπά αιτήματα περί επιστροφής ή μειώσεως του ποσού που κατέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία στην Επιτροπή ως κατ’ αποκοπή διόρθωση υποβλήθηκαν για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy