ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 12ης Μαΐου 2010 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Απόδειξη της κοινοτικής καταγωγής προϊόντων αλιευομένων από πλοίο το οποίο ανήκει σε εταιρία ελληνικού δικαίου – Παράλειψη θεσπίσεως διατάξεων οι οποίες να επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους να δέχονται άλλα έγγραφα εκδιδόμενα από τρίτες χώρες, πλην του εντύπου T2M»
Στην υπόθεση C‑451/09 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2009,
Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία, με έδρα το Μοσχάτο (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Ν. Σκανδάμη και τον E. Περάκη, δικηγόρους,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον F. Florindo Gijón και τη M. Balta,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη M. Πατακιά και τον B.‑R. Killmann, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγόμενοι πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Toader, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans (εισηγητή) και K. Schiemann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή της, η Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, στην υπόθεση T‑162/07, Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] απέρριψε την αγωγή της αποζημιώσεως με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας την οποία φέρεται να υπέστη λόγω του ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν θέσπισαν διατάξεις οι οποίες να επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους να δέχονται ως απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των αλιευμάτων άλλα έγγραφα πλην του εντύπου T2M που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2005 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 148, σ. 5, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
Το νομικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 325, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής:
«Είναι αναγκαία η προσκόμιση εντύπου Τ2Μ, το οποίο έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 327 έως 337, προκειμένου να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας:
α) των προϊόντων αλιείας που αλιεύονται εκτός των χωρικών υδάτων χώρας ή εδάφους που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από κοινοτικό αλιευτικό πλοίο
και
β) των παραγόμενων από αυτά τα προϊόντα εμπορευμάτων, επί του εν λόγω πλοίου ή επί ενός κοινοτικού πλοίου εργοστασίου, στην παρασκευή των οποίων, ενδεχομένως, έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλα προϊόντα που έχουν τον εν λόγω χαρακτήρα,
τα οποία, ενδεχομένως, προσκομίζονται με συσκευασίες που έχουν τον εν λόγω χαρακτήρα και προορίζονται να εισαχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στο άρθρο 326.»
3 Το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:
«1. Το έντυπο Τ2Μ πρέπει να προσκομίζεται για τα προϊόντα και εμπορεύματα που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 2, τα οποία μεταφέρονται κατευθείαν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας:
α) με το κοινοτικό αλιευτικό πλοίο που τα αλίευσε και επί του οποίου, ενδεχομένως, τα εν λόγω προϊόντα υπέστησαν επεξεργασία
ή
β) με ένα άλλο κοινοτικό αλιευτικό πλοίο ή με το κοινοτικό πλοίο-εργοστάσιο επί του οποίου, υπέστησαν επεξεργασία τα προϊόντα που μεταφορτώθηκαν από το πλοίο που αναφέρεται στο στοιχείο α΄
ή
γ) με οποιοδήποτε άλλο πλοίο επί του οποίου είχαν μεταφορτωθεί τα εν λόγω προϊόντα και εμπορεύματα από τα πλοία που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄ χωρίς να πραγματοποιηθεί καμία αλλαγή
ή
δ) με μεταφορικό που καλύπτεται από ενιαίο τίτλο μεταφοράς που εκδόθηκε στη χώρα ή στο έδαφος που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπου εκφορτώθηκαν τα εν λόγω προϊόντα και εμπορεύματα από τα σκάφη που αναφέρονται στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄.
Μετά την εν λόγω προσκόμιση, το παραστατικό Τ2Μ δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων και των εμπορευμάτων που καλύπτονται από αυτό.
2. Οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές του λιμένα στον οποίο εκφορτώθηκαν τα προϊόντα ή/και τα εμπορεύματα από το πλοίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α΄ έχουν τη δυνατότητα να παραιτηθούν από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου όταν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με την καταγωγή των εν λόγω προϊόντων ή/και εμπορευμάτων, ή σε περίπτωση που ισχύει η δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου.»
4 Το άρθρο 332, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει:
«Εφόσον τα προϊόντα και τα εμπορεύματα, στα οποία αναφέρεται το έντυπο Τ2Μ, έχουν μεταφερθεί σε χώρα ή έδαφος που δεν ανήκει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, το εν λόγω έντυπο ισχύει μόνον εφόσον η βεβαίωση στη θέση 13 του εν λόγω εντύπου έχει συμπληρωθεί και θεωρηθεί από τις τελωνειακές αρχές της συγκεκριμένης χώρας ή εδάφους.»
Το ιστορικό της διαφοράς
5 Όσον αφορά το ιστορικό της διαφοράς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει τα εξής:
«11 Η ενάγουσα, Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία, είναι αλιευτική ναυτική εταιρία, διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο, η οποία ασχολείται με την αλιεία εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων και με τη διάθεση των αλιευμάτων στην ελληνική αγορά. Στην κυριότητα της εταιρίας ανήκει το αλιευτικό σκάφος “Καπετάν Γιάννος ΙΙΙ”, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Νηολόγιο Πειραιώς (Ελλάδα).
12 Πληροφορηθείσα περί της αποφάσεως 98/238/ΕΚ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1998, για τη σύναψη ευρωμεσογειακής συμφωνίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Τυνησίας, αφετέρου (ΕΕ L 97, σ. 1, στο εξής: συμφωνία συνδέσεως), η ενάγουσα, αφού έλαβε όλες τις σχετικές άδειες κατά την ελληνική νομοθεσία, ζήτησε από τις αρμόδιες τυνησιακές αρχές άδεια αλιείας με τη μέθοδο της έλξης (τράτα βυθού) στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου θαλάσσης με διάθεση των προϊόντων αλιείας στην κοινοτική αγορά. Στις 30 Ιουνίου 2005, οι τυνησιακές αρχές ενέκριναν το αίτημα αλιείας στην ανοιχτή θάλασσα, σε θαλάσσια περιοχή όπου η Τυνησία ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, και παρέσχον στην ενάγουσα άδεια για χρήση των εγκαταστάσεων του λιμανιού της Sousse (Τυνησία). Με την ολοκλήρωση όλων των απαιτούμενων από την τυνησιακή νομοθεσία διαδικασιών, το σκάφος της ενάγουσας επιδόθηκε στο αλιευτικό του έργο.
13 Κατά το διάστημα από 19 Νοεμβρίου 2005 έως τις 12 Δεκεμβρίου 2005, η ενάγουσα αλίευε στα διεθνή ύδατα της Τυνησιακής Δημοκρατίας και δη εντός της συνορεύουσας ζώνης της. Τα προϊόντα της αλιείας μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Sousse σε τρεις διαδοχικές αποστολές με σκοπό την αποστολή τους στην Ελλάδα και τη διάθεσή τους στην αγορά της χώρας αυτής. Τα προϊόντα αυτά, δεδομένου ότι είχαν αλιευθεί εκτός χωρικών υδάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας από πλοίο υπό ελληνική σημαία, ήσαν κοινοτικού χαρακτήρα, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, έκτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα.
14 Από τον λιμένα της Sousse, τα προϊόντα μεταφέρθηκαν οδικώς, διά φορτηγών οχημάτων, στο αεροδρόμιο της Καρθαγένης (Τυνησία), από όπου διαμετακομίστηκαν στην Ελλάδα. Κατά την παραμονή τους στο έδαφος της Τυνησίας, τα αλιεύματα τέθηκαν υπό καθεστώς τελωνειακής επιτήρησης από τις αρμόδιες τυνησιακές αρχές, που βεβαίωσαν, στη σχετική τελωνειακή διασάφηση, την ελληνική προέλευση των αλιευμάτων, το υπό διαμετακόμιση καθεστώς τους, τον τόπο προορισμού, την ημερομηνία και τα μέσα αποστολής, την ποσότητα και ποιότητα των αλιευμάτων, καθώς και την έκδοση εγγυητικής επιστολής για τη συνοδεία των προϊόντων από το πλοίο έως το αεροδρόμιο της Καρθαγένης.
15 Τα επίμαχα προϊόντα, κατά την άφιξή τους στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συνοδεύονταν από το έντυπο Τ2Μ, περί αλιευμάτων κοινοτικής καταγωγής, αλλά οι τυνησιακές τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου αυτού, η οποία αφορά την άσκηση τελωνειακής επιτήρησης επί των αλιευμάτων, με το αιτιολογικό ότι η συμφωνία συνδέσεως δεν προέβλεπε την υποχρέωση αυτή. Περαιτέρω, οι τυνησιακές αρχές χορήγησαν στην ενάγουσα εθνικά τελωνειακά έγγραφα ανάλογου περιεχομένου προς τη θέση 13 του κοινοτικού εντύπου Τ2Μ.
16 Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο φορτίο αλιευμάτων τα οποία αφίχθησαν στον κοινοτικό τελωνειακό χώρο, την 25η Νοεμβρίου 2005 και τη 10η Δεκεμβρίου 2005, αντιστοίχως, οι ελληνικές τελωνειακές αρχές διατύπωσαν αντιρρήσεις για την εισαγωγή τους στην Ελλάδα, καθόσον η θέση 13 του εντύπου Τ2Μ δεν είχε συμπληρωθεί και δεν είχε θεωρηθεί από τις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, αλλά τελικά αποφάσισαν να επιτρέψουν τη διάθεσή τους στην ελληνική αγορά κατόπιν καταβολής εγγυήσεως. Όσον αφορά το τρίτο φορτίο των επίμαχων προϊόντων, το οποίο αφίχθη στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στις 13 Δεκεμβρίου 2005, οι ελληνικές αρχές πραγματοποίησαν περαιτέρω ελέγχους και, στη συνέχεια, στις 22 Δεκεμβρίου 2005, διετάχθη η καταστροφή του χωρίς να προωθηθεί στην ελληνική αγορά.
17 Παρά τις έντονες προσπάθειες που κατέβαλε η ενάγουσα μετά την άρνηση, αφενός, των τυνησιακών τελωνειακών αρχών να συμπληρώσουν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου Τ2Μ και, αφετέρου, των ελληνικών τελωνειακών αρχών να δεχθούν ως ισοδύναμες της θεώρησης της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ τις πιστοποιήσεις των τυνησιακών τελωνειακών αρχών, δεν κατέστη δυνατή η λύση του προβλήματος που αντιμετώπισε στο πλαίσιο της εισαγωγής των επίμαχων προϊόντων στην Ελλάδα, ήτοι της αδυναμίας αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα τους.
18 Η ενάγουσα διενήργησε εκ νέου αλιεία κατά το διάστημα από 26 Απριλίου 2006 ως 4 Μαΐου 2006 και επιχείρησε να εισαγάγει τα προϊόντα της χρησιμοποιώντας το κοινοτικό έγγραφο της “Βεβαίωσης του παραρτήματος 110α του κανονισμού 2454/93”, που αφορά προϊόντα αλιείας που αλιεύθηκαν από κοινοτικά αλιευτικά πλοία εντός των χωρικών υδάτων τρίτης χώρας. Ωστόσο, και αυτή η απόπειρα απέτυχε, λόγω του ότι δεν αποτελούσε την κατάλληλη λύση στο προαναφερθέν στην προηγούμενη παράγραφο πρόβλημα. Από τις 12 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, το πλοίο παρέμεινε ακινητοποιημένο στο λιμάνι της Sousse.
19 Η Επιτροπή, κατόπιν της ενημερώσεώς της για το πρόβλημα από τις ελληνικές αρχές μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2006, απέστειλε την από 8 Μαΐου 2006 επιστολή της προς τις τυνησιακές αρχές, με την οποία, αφού επισήμανε ότι η συμφωνία συνδέσεως δεν απέκλειε τη συμπλήρωση και τη θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου Τ2Μ, έκανε έκκληση για συνεργασία και επίλυση του ζητήματος.
20 Στις 24 Νοεμβρίου 2006, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην οποία σημείωσε ότι δεν είχε βρεθεί καμία λύση στο ζήτημα της εισαγωγής των αλιευμάτων της στην Ελλάδα και ζήτησε την παρέμβαση της Επιτροπής προς τις ελληνικές τελωνειακές αρχές. Η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής την ενημέρωσε, στις 25 Ιανουαρίου 2007, ότι η Επιτροπή ενέγραψε καταγγελία έναντι των ελληνικών αρχών και ότι θα διερευνούσε το θέμα μέσω των υπηρεσιών της για να διαπιστώσει εάν υφίσταται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η εξέταση της καταγγελίας εκκρεμούσε έως και την ημερομηνία καταθέσεως, [στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας αγωγής], του υπομνήματος αντικρούσεως εκ μέρους της Επιτροπής.»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Μαΐου 2007, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε αγωγή αποζημιώσεως. Προς στήριξη της αγωγής της προέβαλε την έλλειψη νομιμότητας διαφόρων πράξεων ή συμπεριφορών, υπό μορφή παραλείψεως, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, που συνεπάγονται παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Προέβαλε, επίσης, την ύπαρξη ζημίας και το υποστατό της ζημίας που της προκάλεσαν οι πράξεις αυτές, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσαπτόμενης παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Επικουρικώς, προέβαλε περαιτέρω την άνευ πταίσματος ευθύνη της Κοινότητας.
7 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή της νυν αναιρεσείουσας. Με τη σκέψη 71 της εν λόγω αποφάσεως, έκρινε ότι, εφόσον η νυν αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής κανόνα δικαίου σκοπούντος στην παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το επιχείρημα που αντλεί από την ύπαρξη παράνομης πράξεως ή παράνομης συμπεριφοράς υπό μορφή παραλείψεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το Πρωτοδικείο έκρινε, επίσης, με τη σκέψη 77 της εν λόγω αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα που αντλεί η νυν αναιρεσείουσα από την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας ελλείψει πταίσματος των οργάνων της, όταν οι κανονιστικής φύσεως πράξεις και παραλείψεις τους είναι νόμιμες.
Αιτήματα των διαδίκων
8 Με την αίτησή της, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου επί της αγωγής της, και να καταδικάσει το Συμβούλιο καθώς και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
9 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
10 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι εν όλω ή εν μέρει προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να κινήσει την προφορική διαδικασία.
11 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν διαδοχικώς.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
12 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει έλλειψη πλήρους και σαφούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την αναγκαιότητα και αναλογικότητα της ελλείψεως εναλλακτικού του εντύπου Τ2Μ μέσου αποδείξεως της καταγωγής των προϊόντων που αλιεύονται από κοινοτικό πλοίο εκτός των χωρικών υδάτων κράτους μέλους και διαμετακομίζονται μέσω τρίτης χώρας.
13 Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, πρώτον, τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε προβλέψει ένα μέσο αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων αλιείας διαφορετικό από το έντυπο T2M, επιβάλλεται να διευκρινιστεί […] ότι το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει σχετικώς την απευθείας μεταφορά των αλιευμάτων στο σημείο προορισμού τους εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, χωρίς διαμετακόμιση μέσω τρίτης χώρας, οπόταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει εν προκειμένω η ενάγουσα θα είχε αποφευχθεί».
14 Κατά την αναιρεσείουσα, επ’ αυτής κυρίως της διαπιστώσεως, η οποία κατά την άποψή της είναι εσφαλμένη, στήριξε το Πρωτοδικείο την περιλαμβανόμενη στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίμησή του, κατά την οποία η έλλειψη άλλου μέσου αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων πλην του εντύπου T2M αποτελεί κανόνα ανάλογο του επιδιωκόμενου σκοπού.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την εν λόγω σκέψη 67, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «λόγω των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται η αναγνώριση του κοινοτικού χαρακτήρα εμπορευμάτων και, ιδίως, του ότι αυτά κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, η έλλειψη άλλου μέσου αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων πλην του εντύπου T2M ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με τη Συνθήκη ΕΚ και τις αρχές της κοινοτικής εννόμου τάξεως. Η υποχρέωση προσκομίσεως αυτού του εντύπου, δεόντως συμπληρωμένου και θεωρημένου, αποτελεί κανόνα ανάλογο του επιδιωκόμενου σκοπού που είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εν προκειμένω των προϊόντων αλιείας, εντός της Κοινότητας. Επομένως, θεσπίζοντας τον κανόνα αυτόν, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ουδόλως υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους εξουσίας».
16 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε την εκτίμησή του όσον αφορά την έλλειψη παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής στηριζόμενο στον αναλογικό χαρακτήρα του κανόνα που επιβάλλει την προσκόμιση του εν λόγω εντύπου T2M προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
17 Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η εναλλακτική λύση την οποία προβλέπει το άρθρο 326, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, ήτοι η απευθείας μεταφορά των αλιευμάτων στο σημείο προορισμού τους εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, χωρίς διαμετακόμιση μέσω τρίτης χώρας, δεν ήταν ενδεδειγμένη ή ήταν δύσκολο να εφαρμοστεί εν προκειμένω δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, προς αμφισβήτηση της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου, όπως διατυπώθηκε με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, συνεπώς, προς απόδειξη του βασίμου της αιτιάσεως της αναιρεσείουσας.
18 Επομένως, η αιτίαση που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά της σκέψεως 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι προδήλως αβάσιμη.
19 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί επίσης τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που, κατά την άποψή της, η εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης επιβολή ενός μόνο μέσου αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, ήτοι του εντύπου Τ2Μ, κατ’ αποκλεισμό οιουδήποτε άλλου με ισοδύναμο περιεχόμενο, ήταν μη αναγκαία και δυσανάλογη.
20 Συναφώς, όσον αφορά την ευθύνη εκ της ασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητας, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι οι κανονιστικές πράξεις που απηχούν επιλογές οικονομικής πολιτικής συνεπάγονται ευθύνη των δημοσίων αρχών μόνον κατ’ εξαίρεση και υπό ιδιαίτερες περιστάσεις (αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1978, 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψη 5, καθώς και της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑6513, σκέψη 171).
21 Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, ιδίως, ότι η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ κανονιστικής πράξεως η οποία ενέχει επιλογές οικονομικής πολιτικής δεν γεννάται, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρά μόνον αν συντρέχει κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 172 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης ότι ο κανόνας δικαίου, του οποίου η παράβαση είναι προς διαπίστωση, πρέπει να έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες (απόφαση FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 173 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η περιοριστική διαμόρφωση της ευθύνης που υπέχει η Ένωση από την άσκηση των κανονιστικών της αρμοδιοτήτων εξηγείται από τη σκέψη ότι, αφενός, η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη και όταν προβλέπεται δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγών αποζημιώσεως οσάκις το γενικό συμφέρον της Ένωσης επιτάσσει τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων δυναμένων να θίξουν ιδιωτικά συμφέροντα και, αφετέρου, ότι, με δεδομένη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει την –απαραίτητη για την εφαρμογή κοινοτικής πολιτικής– άσκηση της κανονιστικής εξουσίας, ευθύνη της Ένωσης μπορεί να ανακύψει μόνον αν το αρμόδιο θεσμικό όργανο έχει υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια εντός των οποίων οφείλει να ασκεί τις εξουσίες του (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, C‑46/93 και C‑48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame, Συλλογή 1996, σ. I‑1029, σκέψη 45, καθώς και FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 174).
24 Όσον αφορά την υπό κρίση διαφορά, δεν αμφισβητείται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης και ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, προκειμένου να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αποδεικνύεται ο κοινοτικός χαρακτήρας ορισμένων εμπορευμάτων, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με την απόδειξη αυτή.
25 Ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι υφίστανται και άλλα πρόσφορα μέσα, πλην του επιβληθέντος από τον νομοθέτη της Ένωσης, προς απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ορισμένων εμπορευμάτων, το γεγονός αυτό δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, προς διαπίστωση της εκ μέρους της Επιτροπής υπερβάσεως κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό των ορίων εντός των οποίων οφείλει να ασκεί τις εξουσίες της.
26 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υπερέβησαν τα όρια που οφείλουν να τηρούν κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
27 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος στο σύνολό του.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
28 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά την αποδεικτική αξία των υπ’ αυτής προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με τη θέση 13 του εντύπου Τ2Μ.
29 Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατυπώνει επικρίσεις ως προς τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο κατέληξε στη διαπίστωση ότι τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε δεν είχαν περιεχόμενο και αξία ισοδύναμα προς εκείνα του εντύπου T2M.
30 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως ορθώς επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ο αποδεικτικός ή μη χαρακτήρας των στοιχείων της δικογραφίας εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, η οποία δεν υπάγεται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο έχουν παραμορφωθεί ή αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑9761, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
31 Εντούτοις, η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο και δεν προσκομίζει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε σε διαπίστωση, το ανακριβές περιεχόμενο της οποίας προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.
32 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος.
33 Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25 και 26 της παρούσας διατάξεως, δεν αρκεί η αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι άλλα αποδεικτικά μέσα είναι εξίσου πρόσφορα με το έντυπο T2M για να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.
34 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
35 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει έλλειψη πλήρους και σαφούς αιτιολογίας, πλάνη περί το δίκαιο και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την έννοια της προσήκουσας επιμέλειας του επιχειρηματία.
36 Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατυπώνει επικρίσεις ως προς τη δεύτερη φράση της σκέψεως 58 και την πρώτη φράση της σκέψεως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο της συλλογιστικής που ακολούθησε το Πρωτοδικείο με τις ακόλουθες σκέψεις:
«56 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν παρέβησαν κανένα κανόνα δικαίου συνάπτοντας με την Τυνησιακή Δημοκρατία συμφωνία συνδέσεως μη περιλαμβάνουσα ειδική υποχρέωση θεωρήσεως της θέσεως 13 του εντύπου T2M.
57 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι η ενάγουσα, όταν προέβαινε στα διοικητικά της διαβήματα με σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας της αλιείας εντός των πέραν της εδαφικής κυριαρχίας υδάτων της Τυνησιακής Δημοκρατίας, ήταν σε θέση να γνωρίζει το κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς, καθώς και τους ειδικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται για τη διάθεση εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας των προϊόντων αλιείας που προέρχονται από τα πέραν της εδαφικής κυριαρχίας ύδατα τρίτης χώρας. Όπως επισήμανε το Συμβούλιο, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, αφενός μεν, να ενημερωθεί εκ των προτέρων ως προς τις διάφορες δυνατότητες αποστολής των προϊόντων αλιείας στην Ελλάδα και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν οι τελωνειακές αρχές της τρίτης χώρας διαμετακομίσεως ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν και να θεωρήσουν τη θέση 13 του εντύπου T2M.
58 Πράγματι, αφενός, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υποχρεούνται να απαιτήσουν τη συνεργασία των τελωνειακών αρχών τρίτης χώρας, όσον αφορά τη θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου T2M. Αφετέρου, το άρθρο 326 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή, τη δυνατότητα των κοινοτικών αλιέων να διοχετεύουν τα αλιεύματά τους στην Κοινότητα μεταφορτώνοντάς τα σε πλοία φέροντα σημαία κράτους μέλους.
59 Εξάλλου, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες με σκοπό την άντληση συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με το θέμα αυτό από τις τυνησιακές τελωνειακές αρχές, πριν ασκήσει την οικονομική της δραστηριότητα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Πρωτοδικείου κατά την ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα δέχθηκε ότι δεν είχε εξακριβώσει αν οι τελωνειακές αρχές της Τυνησίας επεδείκνυαν συνεργασία στη συμπλήρωση του εντύπου T2M ή αν, αντιθέτως, δεν συμπλήρωναν τη θέση 13 του εντύπου αυτού. Ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής αποδείξεως, η ενάγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ούτε να προβάλει έλλειψη ασφάλειας δικαίου, λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας των διατάξεων του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
60 Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι, παραλείποντας να επιβάλουν στις τυνησιακές τελωνειακές αρχές υποχρέωση να συμπληρώνουν και να θεωρούν τη θέση 13 του εντύπου T2M, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υπέπεσαν σε παράνομη παράλειψη και δεν υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή της συμφωνίας συνδέσεως.»
37 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 56 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 57 έως 59, οι οποίες περιέχουν τις επικρινόμενες από την αναιρεσείουσα φράσεις, συνιστούν πλεοναστικά σημεία του σκεπτικού σε σχέση με εκείνα στα οποία στηρίζεται το συμπέρασμα στο οποίο το Πρωτοδικείο είχε ήδη καταλήξει με τη σκέψη 56 και το οποίο επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 60 της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν παρέβησαν κανένα κανόνα δικαίου κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή της συμφωνίας συνδέσεως.
38 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, αιτίαση στρεφόμενη κατά ενός πλεοναστικού σημείου του σκεπτικού αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να επιφέρει την αναίρεσή της και συνεπώς είναι αλυσιτελής (απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C‑431/07 P, Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 148 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά γενική αρχή, που είναι κοινή στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, ο ζημιούμενος, αν δεν θέλει να επιβαρυνθεί ο ίδιος με τη ζημία, οφείλει να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια για να περιορίσει την έκτασή της (απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, C‑445/06, Danske Slagterier, Συλλογή 2009, σ. I-2119, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40 Πάντως, μολονότι το ζήτημα της επιμέλειας που επέδειξε ο ζημιωθείς μπορεί επομένως να ασκεί επιρροή κατά τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, προπαρατεθείσα, σκέψη 84), εντούτοις, επίδειξη της επιμέλειας αυτής δεν αρκεί προς απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της Ένωσης.
41 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα, ακόμη και αν θεωρηθεί βάσιμος, δεν επιτρέπει, εν πάση περιπτώσει, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας, με τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής κανόνα δικαίου σκοπούντος στην παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
42 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
43 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως τον περιλαμβανόμενο στην αγωγή ισχυρισμό της περί παράνομης παραλείψεως των οργάνων της Ένωσης.
44 Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατυπώνει επικρίσεις ως προς τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «[…] σκοπός μιας συμφωνίας συνδέσεως, υπό το πνεύμα της αμοιβαιότητας, της αλληλεγγύης και της από κοινού αναπτύξεως, είναι κυρίως η εμπέδωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνεργασίας, η σταδιακή απελευθέρωση του εμπορίου, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, καθώς και η συνεργασία για την καταστολή της απάτης. Έχοντας υπόψη τη φύση της συμφωνίας συνδέσεως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν την υποχρέωση να περιλάβουν διάταξη περί της υποχρεώσεως των τυνησιακών τελωνειακών αρχών να συμπληρώνουν και να θεωρούν τη θέση 13 του εντύπου T2M».
45 Η αναιρεσείουσα, αναφερόμενη στα σημεία 37 έως 40 του δικογράφου της αγωγής της, υποστηρίζει ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα όργανα της Ένωσης έπρεπε να εγείρουν το ζήτημα της υποχρεώσεως αυτής κατά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας συνδέσεως. Αντιθέτως, η παράλειψη που καταλογίζει στα εν λόγω όργανα έγκειται στην αδράνειά τους να εξασφαλίσουν τη συνεργασία των τυνησιακών τελωνειακών αρχών για τη συμπλήρωση όλων των θέσεων του εντύπου Τ2Μ, και στην αδυναμία τους να καταλήξουν, σε συνεργασία με την Τυνησία, στην αποδοχή ενός εναλλακτικού μέσου για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των προϊόντων που διαμετακομίζονται από το τυνησιακό έδαφος.
46 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απάντησε στον ισχυρισμό που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι προέβαλε, αποφαινόμενο ότι «το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν υποχρεούνται να απαιτήσουν τη συνεργασία των τελωνειακών αρχών τρίτης χώρας, όσον αφορά τη θεώρηση της θέσης 13 του εντύπου T2M».
47 Κατά τα λοιπά, στο σημείο 39 του δικογράφου της αγωγής της, η αναιρεσείουσα είχε πράγματι υποστηρίξει ότι «η παράλειψη της Επιτροπής, κατά τις διαπραγματεύσεις σύνδεσης, αλλά και του Συμβουλίου, ως οργάνου που κύρωσε τη συμφωνία σύνδεσης αλλά και που μετέχει στο συμβούλιο σύνδεσης, το οποίο δύναται να τροποποιεί την εν λόγω συμφωνία, να ενεργήσουν λαμβάνοντας μέριμνα έτσι ώστε η ιδιαίτερη αυτή κατηγορία κοινοτικών αλιέων να δύναται να ασκήσει τα εκ της Συνθήκης ΕΚ δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας, συνίσταται ειδικότερα στη μη συμπερίληψη στη συμφωνία διάταξης που να επιβάλλει την υποχρέωση συνεργασίας των τυνησιακών τελωνειακών αρχών όσον αφορά στα κοινοτικά αλιεύματα που προορίζονται να προωθηθούν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (διά του εγγράφου Τ2Μ)».
48 Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε εσφαλμένως τον ισχυρισμό που αυτή προέβαλε πρωτοδίκως περί παράνομης παραλείψεως των οργάνων της Ένωσης.
49 Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
50 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένως τον περιλαμβανόμενο στην αγωγή ισχυρισμό της περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και περί ελλιπούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του σημείου αυτού.
51 Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατυπώνει επικρίσεις ως προς τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, «όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το Συμβούλιο ή η Επιτροπή, με τη δράση τους ή τις πληροφορίες τους, της δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν έχουν επ’ αυτής εφαρμογή οι σχετικές με το έντυπο T2M διατάξεις».
52 Κατά την αναιρεσείουσα, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, της οποίας την παραβίαση επικαλέστηκε, δεν είχε ως αντικείμενο την εφαρμογή, στην περίπτωσή της, των σχετικών με το έντυπο T2M διατάξεων, αλλά αφορούσε τη βεβαιότητα ότι τα όργανα της Ένωσης είχαν ήδη εξασφαλίσει τη συνεργασία των τυνησιακών τελωνειακών αρχών όσον αφορά την έκδοση των αναγκαίων τελωνειακών εγγράφων.
53 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία επαναλαμβάνεται στη σκέψη 36 της παρούσας διατάξεως, το Πρωτοδικείο απάντησε στον ισχυρισμό που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι προέβαλε με την αγωγή της όσον αφορά την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, απάντηση η οποία περιλαμβάνεται ειδικότερα στη δεύτερη φράση της εν λόγω σκέψεως 59.
54 Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση του σχετικού με την εν λόγω αρχή ισχυρισμού ούτε με ελλιπή αιτιολογία ως προς το σημείο αυτό.
55 Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
56 Επειδή κανένας από τους λόγους που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζήτησαν την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Πήγασος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy