ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 28ης Οκτωβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑197/09 RX‑II
«Επανεξέταση – Έννοια της “ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς” – Προσβολή της ενότητας ή της συνοχής του κοινοτικού δικαίου»
1. Με την απόφασή του της 24ης Ιουνίου 2009 (2) (στο εξής: απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2009), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι επιβάλλεται η επανεξέταση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο) της 6ης Μαΐου 2009, M κατά EMEA (3) (στο εξής: απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009). Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, η επανεξέταση αφορά το ερώτημα αν η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την κατά τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού αυτού έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» κατά τρόπο που του επέτρεψε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της ουσίας, παρά το γεγονός ότι η αίτηση αναιρέσεως της οποίας επελήφθη αφορούσε την εξέταση της μεταχειρίσεως την οποία επιφύλαξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε ένσταση απαραδέκτου και ότι, ως προς την πτυχή της διαφοράς επί της οποίας το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε οριστικά επί της ουσίας, ουδεμία κατ’ αντιμωλία συζήτηση είχε διεξαχθεί ενώπιόν του αλλ’ ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης) ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
2. Δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για την πρώτη εφαρμογή της δυνατότητας επανεξετάσεως από το Δικαστήριο (4) της αποφάσεως του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Πρωτοδικείου, θεωρώ αναγκαίο να διευκρινίσω εν συντομία ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές μιας τέτοιας διαδικασίας.
3. Κατά το άρθρο 220, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο εξασφαλίζει, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων του, την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης. Κατά την άποψή μου, η δυνατότητα επανεξετάσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου, εκδοθείσας κατόπιν αναιρέσεως, συνιστά ένα από τα μέσα που παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκπληρώσει τον ρόλο του.
4. Εντούτοις, επιβάλλεται η υπογράμμιση ότι πρόκειται για έκτακτο μέσο και μάλιστα για το έσχατο. Τούτο προκύπτει, πρώτον, από τη γενική αντίληψη περί της οργανώσεως του συστήματος των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων, δεύτερον, από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της επανεξετάσεως τις οποίες εξετάζει το προβλεπόμενο στο άρθρο 123β του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ειδικό τμήμα προτού κινηθεί η διαδικασία επανεξετάσεως και, τέλος, από το αποτέλεσμα της επανεξετάσεως το οποίο συνίσταται, μετά την απόφαση επί του παραδεκτού, σε διαπίστωση αν η απόφαση του Πρωτοδικείου θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
5. Η διαδικασία περί επανεξετάσεως δεν έχει άλλο αντικείμενο από εκείνο της προστασίας της ενότητας και της συνοχής του κοινοτικού δικαίου οι οποίες θα μπορούσαν να απειληθούν από την πεπλανημένη, εκδοθείσα κατόπιν αναιρέσεως (5), απόφαση του Πρωτοδικείου. Εξ αυτού έπεται ότι η εν λόγω διαδικασία δεν προβλέπεται για την προστασία των συμφερόντων των συγκεκριμένων διαδίκων της συγκεκριμένης δίκης αλλ’ εκείνων του κοινοτικού δικαίου.
6. Επομένως, η διαδικασία επανεξετάσεως σκοπεί όχι στη διόρθωση των πεπλανημένων αποφάσεων τις οποίες εξέδωσε εν γένει κατόπιν αναιρέσεως το Πρωτοδικείο αλλά μόνο εκείνων των πεπλανημένων αποφάσεων τις οποίες εξέδωσε κατόπιν αναιρέσεως το Πρωτοδικείο και οι οποίες θίγουν την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου. Κατά την άποψή μου, η πεπλανημένη απόφαση θα μπορούσε να επάγεται παρόμοιο αποτέλεσμα μόνον αν αντέκειτο σε μία από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου οι οποίες, κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, καταλαμβάνουν θέση κανόνα συνταγματικής ισχύος (6) και η τήρηση της οποίας κατοχυρώνει την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
7. Σύμφωνα και με όσα ελέχθησαν ήδη, εκκινώ με τη σύντομη υπόμνηση των όσων προηγήθηκαν της διαδικασίας επανεξετάσεως. Ακολούθως, προτίθεμαι να εξετάσω αν η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 πάσχει πλημμέλεια και, τέλος, αν συνέβαινε αυτό, προτίθεμαι να εγκύψω στο ερώτημα αν η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
Τα προηγηθέντα της διαδικασίας επανεξετάσεως
8. Ο M ζήτησε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να ακυρώσει την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006 με την οποία ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (στο εξής: ΕΜΕΑ) απέρριψε το αίτημά του περί συγκλήσεως επιτροπής αναπηρίας, καθώς και την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 με την οποία ο ΕΜΕΑ απέρριψε το αίτημά του περί αποζημιώσεως και καταδίκης του ΕΜΕΑ στην καταβολή ποσού ύψους 100 000 ευρώ ως αποζημιώσεως λόγω υπηρεσιακών πταισμάτων.
9. Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2007 (7) (στο εξής: διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 19ης Οκτωβρίου 2007), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε, δυνάμει της κατά το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (8), ενστάσεως απαραδέκτου, την εν λόγω προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς να υπεισέλθει σε συζήτηση επί τους ουσίας.
10. Ο Μ άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω διατάξεως, αιτούμενος από το Πρωτοδικείο την αναίρεσή της και την ακύρωση της αποφάσεως του EMEA της 25ης Οκτωβρίου 2006, καθό μέτρο με την τελευταία απορρίπτεται το από 8 Αυγούστου 2006 αίτημά του περί συγκλήσεως της επιτροπής αναπηρίας, καθώς και της αποφάσεως του ΕΜΕΑ περί απορρίψεως του αιτήματός του για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων.
11. Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό αιτιολογημένο αίτημα του Μ δυνάμει του άρθρου 146 του Κανονισμού Διαδικασίας του και κίνησε την προφορική διαδικασία.
12. Με την από 6 Μαΐου 2009 απόφασή του, το Πρωτοδικείο αναίρεσε τη διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 19ης Οκτωβρίου 2007 και παράλληλα, αναφερόμενο στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αποφάνθηκε το ίδιο επί της διαφοράς, ήτοι ακύρωσε την απόφαση του ΕΜΕΑ της 25ης Οκτωβρίου 2006, καθό μέτρο απερρίφθη με την απόφαση εκείνη το από 8 Αυγούστου 2006 αίτημα περί συγκλήσεως της επιτροπής αναπηρίας, και υποχρέωσε τον ΕΜΕΑ να καταβάλει στον αναιρεσείοντα αποζημίωση ύψους 3 000 ευρώ.
13. Κατόπιν της προτάσεως περί επανεξετάσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 εκ μέρους της πρώτης γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την από 24 Ιουνίου 2009 απόφασή του, ότι επιβαλλόταν η επανεξέταση της ως άνω αποφάσεως η οποία αφορούσε το ερώτημα αν η απόφαση του Πρωτοδικείου θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την κατά τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού αυτού έννοια «της ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» κατά τρόπο που του επέτρεψε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της ουσίας, παρά το γεγονός ότι η αίτηση αναιρέσεως της οποίας επελήφθη αφορούσε την εξέταση της μεταχειρίσεως την οποία επιφύλαξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε ένσταση απαραδέκτου και ότι, ως προς την πτυχή της διαφοράς επί της οποίας το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε οριστικά επί της ουσίας, ουδεμία κατ’ αντιμωλία συζήτηση είχε διεξαχθεί ενώπιόν του αλλ’ ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του ενδιαφερομένους διαδίκους και τους διαδίκους της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας να καταθέσουν ενώπιόν του τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω ζητήματος.
14. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Μ, ο ΕΜΕΑ, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επί τυχόν πλημμελείας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009
15. Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2009, επιβάλλεται η εξέταση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 όχι μόνον υπό το πρίσμα του ουσιαστικού δικαίου αλλά και υπό το πρίσμα της πεπλανημένης εφαρμογής των δικονομικών κανόνων, και συγκεκριμένα του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου, διατάξεως υποχρεώνουσας το Πρωτοδικείο, ως αναιρετικό δικαστήριο, οσάκις η αναίρεση είναι βάσιμη, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημοσίας Διοίκησης αν η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση (9).
16. Εκτιμώ ότι η έννοια «ώριμη προς εκδίκαση διαφορά» πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του κοινοτικού δικαιοδοτικού συστήματος και με γνώμονα τους ρόλους που ανήκουν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο και αποφαινόμενο επί αναιρέσεως δικαστήριο.
17. Εν προκειμένω, η επί της ουσίας αρμοδιότητα επιλύσεως της μεταξύ του Μ και του ΕMEA διαφοράς ανήκε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Η εν λόγω αρμοδιότητα ενεργοποιήθηκε με την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής, το περιεχόμενο της οποίας συνίστατο στην υποχρέωση εξετάσεως αρχικώς του παραδεκτού της προσφυγής και ακολούθως, σε περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτή ως παραδεκτή, του βασίμου της δυνάμει της διαπιστωθείσας, σύμφωνα με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, πραγματικής και νομικής βάσεως.
18. Παρέλκει εντελώς η υπόμνηση ότι είναι αδιανόητη η έκδοση δικαιοδοτικής αποφάσεως επί της ουσίας χωρίς τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ήταν το μόνο από ουσιαστικής απόψεως αρμόδιο δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά.
19. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπίστωσε απλώς, με την από 19 Οκτωβρίου 2007 διάταξή του, το απαράδεκτο της προσφυγής, χωρίς να υπεισέλθει στη συζήτηση επί της ουσίας. Η ευχέρεια αυτή είναι απόρροια του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (10), διάταξη με την οποία διώκεται συμφέρον συγκείμενο στην οικονομία της δίκης. Εξ αυτού έπεται ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν διαμόρφωσε την πραγματική και νομική βάση για την πιθανή έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.
20. Το Πρωτοδικείο επελήφθη της μεταξύ του Μ και του ΕΜΕΑ διαφοράς δυνάμει ασκήσεως αναιρέσεως, η οποία πρέπει να περιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου, στα νομικά ζητήματα, οπότε δεν μπορεί να στηρίζεται σε λόγους αναιρέσεως αντλούμενους από την έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, διαδικαστικές παρατυπίες ενώπιόν του θίγουσες τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου διαδίκου, καθώς και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
21. Από έναν τέτοιο ορισμό της αναιρέσεως προκύπτει ότι το αναιρετικό δικαστήριο δεσμεύεται από τη διαπιστωθείσα εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι εν προκειμένω του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, διαπίστωση της πραγματικής βάσεως.
22. Δοθέντος ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απεφάνθη με διάταξη επί της απορρίψεως της προσφυγής ως απαράδεκτης, θεωρώ ότι η αναιρετική διαδικασία μπορούσε να έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την απάντηση επί του ερωτήματος αν η προσφυγή ήταν παραδεκτή ή όχι. Επειδή δεν διαπιστώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και, συνακόλουθα, δεν προσδιορίστηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης η πραγματική βάση, το Πρωτοδικείο αδυνατούσε να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς.
23. Εκτιμώ ότι μπορεί εν γένει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε με διάταξη την προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς να υπεισέλθει στη συζήτηση επί της ουσίας, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου, αποφαινομένου κατ’ αναίρεση.
24. Κατ’ εμέ, παρόμοια συμπεριφορά του Πρωτοδικείου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σηματοδοτεί δυσλειτουργία του κοινοτικού δικαιοδοτικού συστήματος.
25. Πράγματι, η ουσία της εν λόγω δυσλειτουργίας έγκειται στη σύγχυση των αρμοδίων επί της ουσίας δικαστηρίων. Το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέλαβε την ευθύνη, κατά τα ουσιώδη, της επί της ουσίας αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ιδίως όσον αφορά τη διαπίστωση της αναγκαίας για την επί της ουσίας απόφανση πραγματικής βάσεως.
26. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο κατέστη de facto το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, η οποία περιορίζεται στα νομικά ζητήματα, δεν κατέστη εφικτό να τύχει εφαρμογής η δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία προσιδιάζει μόνον στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία. Στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, εκείνο που είναι αποκλειστικά και μόνον εφικτό είναι η εξέταση του αν, στο πλαίσιο της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκης, παραβιάσθηκε η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
27. Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι, συμπεριφερόμενο όπως στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή του φυσικού δικαστή, σύμφωνα με την οποία ουδείς μπορεί να στερηθεί του προκαθοριζόμενου από τον νόμο φυσικού δικαστή (11). Για τις ανάγκες της διαπιστώσεως της πραγματικής βάσεως και της υπαγωγής της σε νομικό κανόνα, είναι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκείνο στο οποίο προσιδιάζει η ιδιότητα του δικάζοντος δικαστή. Το συμπέρασμα αυτό συνδέεται στενά με το ζήτημα της συνθέσεως του δικαστηρίου, ζήτημα το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος για δίκαιη δίκη (12).
28. Εξάλλου, εν συνεχεία της επί της ουσίας αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε κατ’ αναίρεση, ο ηττηθείς διάδικος απώλεσε τη δυνατότητα να επωφεληθεί του δικαιώματος ένδικης προστασίας διά της ασκήσεως αναιρέσεως (13). Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (14), η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και κατοχυρωθείσα με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, επί πλέον δε έχει επιβεβαιωθεί με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διακήρυξη του οποίου έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (15).
29. Για να ολοκληρώσω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατόπιν της πεπλανημένης ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 πάσχει πλημμέλεια.
Επί του κατά πόσον η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
30. Κατ’ εμέ, οι συνέπειες της πεπλανημένης ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου υπερβαίνουν τα όρια της μεταξύ του Μ και του ΕΜΕΑ διαφοράς, οπότε η εκδοθείσα βάσει της ανωτέρω πεπλανημένης ερμηνείας απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 θίγει την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
31. Όπως ήδη προανέφερα στο σημείο 6 των προτάσεών μου, τυχόν πεπλανημένη απόφαση συνιστά ενδεχομένως απειλή για την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου μόνον αν αντίκειται προς μία από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Εκτιμώ ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση.
32. Κατ’ εμέ, η πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου ήταν γενεσιουργός της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο ήταν εν προκειμένω το μόνο αρμόδιο επί της ουσίας δικαστήριο να διαπιστώσει πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς. Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (16), συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο σέβεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ως γενική αρχή δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, ΕΕ, παρεβιάσθη επίσης καθόσον το δικαίωμα της ακροάσεως συνιστά ένα από τα στοιχεία της.
33. Εξάλλου, όπως ήδη υπαινίχθην στο σημείο 27 των προτάσεών μου, το Πρωτοδικείο προσέβαλε επίσης, με την επί της ουσίας απόφασή του, την αρχή του φυσικού δικαστή και το δικαίωμα για ένδικη προστασία μετά την άσκηση αναιρέσεως, αρχή και δικαίωμα τα οποία αποτελούν επίσης έκφραση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη.
34. Υπό το φως της προηγηθείσας ανάλυσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 θίγει την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου.
Επί της εκτάσεως της αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009
35. Μολονότι έχω πλήρη συνείδηση του εύρους της επανεξετάσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009, όπως αυτό προσδιορίστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2009, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα της επανεξετάσεως της εν λόγω αποφάσεως είναι ενδεικτικό του ότι, κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου προηγηθείσα διαδικασία, παρεβιάσθησαν πλείονες πτυχές του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Οι συνέπειες της προσβολής του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος καταλαμβάνουν το σύνολο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009 (17). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την ανωτέρω απόφαση στο σύνολό της και να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο.
36. Εκτιμώ ότι δεν είναι εφικτό να υποδείξω τα αποτελέσματα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου τα οποία πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά έναντι των εμπλεκομένων στη διαφορά διαδίκων κατά την έννοια του άρθρου 62β, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ομοίως, δεδομένου ότι τα αποτελέσαντα τη βάση της συλλογιστικής πραγματικά περιστατικά διαπιστώθηκαν κατά τρόπο αντικείμενο προς το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 62β, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του.
Πρόταση
37. Υπό το φως των προηγηθέντων στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
«1) Η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αναιρετικό τμήμα) της 6ης Μαΐου 2009, T‑12/08 P, Μ κατά ΕΜΕΑ, θίγει την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την έννοια της “ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς”, κατά τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του εν λόγω Οργανισμού, κατά τρόπο που του επέτρεψε να εκδικάσει οριστικά την υπόθεση και να αποφανθεί επί της ουσίας, παρά το γεγονός ότι η αναίρεση της οποίας είχε επιληφθεί αφορούσε την εξέταση της μεταχειρίσεως την οποία επιφύλαξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε ένσταση απαραδέκτου.
2) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Μαΐου 2009, T-12/08, Μ κατά ΕΜΕΑ.
3) Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Υπόθεση C‑197/09 RX, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
3 – Υπόθεση T‑12/08 P, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
4 – Τη δυνατότητα αυτή προβλέπει το άρθρο 225, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και τα άρθρα 62, 62α και 62β του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
5 – Ως «πεπλανημένη απόφαση» πρέπει να νοηθεί απόφαση η οποία είναι πεπλανημένη από απόψεως ουσιαστικού δικαίου ή απόφαση η οποία είναι μεν ορθή από απόψεως ουσιαστικού δικαίου αλλά φέρει το στίγμα της πεπλανημένης εφαρμογής των δικονομικών κανόνων.
6 – Βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, C‑101/08, Audiolux κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 63).
7 – Υπόθεση F‑23/07, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
8 – Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Νοεμβρίου 2007, οπότε μέχρι τότε εφαρμοζόταν έναντι του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
9 – Η ίδια υποχρέωση απορρέει και για το Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται κατ’ αναίρεση βάσει του άρθρου 61 του Οργανισμού του, έστω και αν η διατύπωση της διατάξεως αυτής διαφέρει ελαφρώς.
10 – Το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου εφαρμοζόταν mutatis mutandis κατά τον κρίσιμο χρόνο και στην περίπτωση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
11 – Εν προκειμένω, η Συνθήκη ΕΚ και ο Οργανισμός του Δικαστηρίου επέχουν θέση νόμου.
12 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C‑308/07 P, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42).
13 – Υπό την προϋπόθεση ότι το δικονομικό δίκαιο αναγνωρίζει ρητώς την αναίρεση.
14 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑12/08, Mono Car Styling (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47 και παρατιθέμενη νομολογία).
15 – EE C 364, σ. 1.
16 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 41 και παρατιθέμενη νομολογία).
17 – Ασφαλώς, το συμπέρασμα αυτό αφορά και το σημείο του διατακτικού περί των δικαστικών εξόδων.
Full & Egal Universal Law Academy