ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 17ης Μαΐου 2010 (1)
Υπόθεση C‑550/09
Der Generalbundesanwalt beim Bundesgerichtshof
κατά
E,
F
[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ειδικά περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας – Απόφαση του Συμβουλίου να καταχωρίσει μια οργάνωση στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001– Κύρος – Επιβολή της απαγόρευσης να τίθενται οικονομικοί πόροι στη διάθεση οργάνωσης που περιλαμβάνεται στον εν λόγω κατάλογο – Πεδίο εφαρμογής»
1. Η υπό εξέταση αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά αφενός το ζήτημα κατά πόσον είναι έγκυρη η εγγραφή στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία έχει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (2), μιας οργάνωσης που δεν έχει προσβάλει ενώπιον της δικαιοσύνης τα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών της στοιχείων και αφετέρου την ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού.
I – Νομικό πλαίσιο
Η απόφαση 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών
2. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2001 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: Συμβούλιο Ασφαλείας) εξέδωσε την απόφαση 1373 (2001), με την οποία καθορίστηκαν οι στρατηγικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας με όλα τα μέσα, και ειδικότερα της χρηματοδότησής της. Η παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της απόφασης αυτής προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη διατάσσουν αμελλητί τη δέσμευση των κεφαλαίων και των άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων των προσώπων που διαπράττουν ή αποπειρώνται να διαπράξουν τρομοκρατικές πράξεις ή συμμετέχουν στην τέλεση τρομοκρατικών πράξεων ή τις διευκολύνουν, των οντοτήτων που ανήκουν σε ή ελέγχονται από τέτοια πρόσωπα και των προσώπων ή οντοτήτων που ενεργούν εξ ονόματος ή κατ’ εντολή τέτοιων προσώπων ή οντοτήτων.
Β – Οι κοινές θέσεις 2001/930/ΚΕΠΠΑ και 2001/931/ΚΕΠΠΑ
3. Στις 27 Δεκεμβρίου 2001 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι ήταν αναγκαία η ανάληψη δράσης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την εφαρμογή της απόφασης 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξέδωσε, δυνάμει των άρθρων 15 ΕΕ και 34 ΕΕ, την κοινή θέση 2001/930/ΚΕΠΠΑ, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (3), και την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (4).
4. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της κοινής θέσης 2001/931, η κοινή αυτή θέση εφαρμόζεται «στα πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις και τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα».
5. Το άρθρο 1 της κοινής θέσης 2001/931 ορίζει, στις παραγράφους 2 και 3 αντίστοιχα, τι νοείται ως «πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις» και τι ως «τρομοκρατική πράξη».
6. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσης 2001/931, ο κατάλογος του παραρτήματος καταρτίζεται βάσει ακριβών πληροφοριών ή στοιχείων του σχετικού φακέλου τα οποία αποδεικνύουν ότι έχει ληφθεί απόφαση από αρμόδια αρχή έναντι συγκεκριμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων, είτε η εν λόγω απόφαση αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή ποινικής δίωξης για μια τρομοκρατική πράξη ή την απόπειρα τέλεσης ή τη συμμετοχή ή τη διευκόλυνση μιας τέτοιας πράξης βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδείξεων ή ενδείξεων είτε καταδίκη για τέτοιες πράξεις. Ως «αρμόδια αρχή» νοείται μια δικαστική αρχή ή, εάν οι δικαστικές αρχές δεν έχουν καμία αρμοδιότητα επί του ζητήματος, μια ισοδύναμη αρμόδια αρχή στον εν λόγω τομέα.
7. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσης 2001/931, τα ονόματα των προσώπων και οντοτήτων τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο εξετάζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον μία φορά το εξάμηνο, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η διατήρησή τους στον κατάλογο εξακολουθεί να είναι δικαιολογημένη.
8. Κατά τα άρθρα 2 και 3 της κοινής θέσης 2001/931, η Κοινότητα, ενεργούσα εντός των ορίων των εξουσιών που της απονέμει η Συνθήκη ΕΚ, αποφασίζει τη δέσμευση των κεφαλαίων και των άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα και διασφαλίζει ότι δεν τίθενται, άμεσα ή έμμεσα, στη διάθεση τέτοιων προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων κεφάλαια, χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή οικονομικοί πόροι ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Ο κανονισμός 2580/2001 και οι αποφάσεις εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού
9. Στις 27 Δεκεμβρίου 2001 το Συμβούλιο, κρίνοντας ότι ήταν αναγκαία η έκδοση κανονισμού για την εφαρμογή σε κοινοτικό επίπεδο των μέτρων που περιγράφονται στην κοινή θέση 2001/931, εξέδωσε, βάσει των άρθρων 60 ΕΚ, 301 ΕΚ και 308 ΕΚ, τον κανονισμό 2580/2001.
10. Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που επιτρέπει το άρθρο αυτό, δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια που βρίσκονται στην κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου.
11. Ομοίως, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, «κανένα κεφάλαιο, άλλο χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 3». Η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου απαγορεύει την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα πρόσωπα αυτά ή στις ομάδες ή οντότητες αυτές ή προς όφελός τους.
12. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, καταρτίζει, αναθεωρεί και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 4 έως 6, της κοινής θέσης 2001/931.
13. Το άρθρο 9 του κανονισμού 2580/2001 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος καθορίζει τις κυρώσεις που επιβάλλει σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του κανονισμού και ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
14. Ο αρχικός κατάλογος των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στa οποία έχει εφαρμογή ο κανονισμός 2580/2001 καταρτίστηκε με την απόφαση 2001/927/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27 Δεκεμβρίου 2001, για την κατάρτιση του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 (5).
15. Με την απόφαση 2002/334/ΕΚ, της 2ας Μαΐου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2001/927 (6), το Συμβούλιο ενέκρινε έναν ενημερωμένο κατάλογο προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός. Στον κατάλογο αυτό, και συγκεκριμένα στο σημείο 10 του κεφαλαίου 2, το οποίο επιγράφεται «Ομάδες και οντότητες», περιλαμβάνεται και ο «Επαναστατικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός/Μέτωπο/Κόμμα (DHKP/C), [Devrimci Sol (Επαναστατική Αριστερά), Dev Sol] [στο εξής: DHKP‑C]».
16. Ο κατάλογος που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 έχει ενημερωθεί τακτικά με μεταγενέστερες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απόφαση 2006/379/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2006, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 και για την κατάργηση της απόφασης 2005/930/ΕΚ (7). Καμία από τις εν λόγω πράξεις δεν διέγραψε τον DHKP‑C από τον κατάλογο αυτό.
17. Από την τρίτη, την τέταρτη, την πέμπτη, την έκτη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ (8), προκύπτει ότι το Συμβούλιο παρέσχε σε όλα τα πρόσωπα και σε όλες τις ομάδες και οντότητες για τις οποίες αυτό ήταν πρακτικώς εφικτό τους λόγους για τους οποίους τα πρόσωπα και οι ομάδες και οντότητες αυτές είχαν περιληφθεί στον κατάλογο της απόφασης 2006/379. Με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 25ης Απριλίου 2007 (9), το Συμβούλιο τα ενημέρωσε ότι είχε την πρόθεση να τα διατηρήσει στον κατάλογο αυτό και ότι είχαν τη δυνατότητα να του υποβάλουν αίτηση πρόσβασης στη σχετική αιτιολογική έκθεση. Κατόπιν της πλήρους αναθεώρησης του καταλόγου, το Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις και τα έγγραφα που του είχαν υποβληθεί από ορισμένα από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή τις ενδιαφερόμενες ομάδες ή οντότητες, κατέληξε ότι τα πρόσωπα και οι ομάδες ή οντότητες που απαριθμούνταν στο παράρτημα της απόφασης 2007/445 ενέχονταν σε τρομοκρατικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφοι 2 και 3, της κοινής θέσης 2001/931, ότι είχε ληφθεί έναντι αυτών απόφαση από αρμόδια αρχή κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της εν λόγω κοινής θέσης και ότι έπρεπε να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται επ’ αυτών τα ειδικά περιοριστικά μέτρα που πρόβλεπε ο κανονισμός 2580/2001.
18. Στον κατάλογο του παραρτήματος της απόφασης 2007/445, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 της απόφασης αυτής, αντικαθιστά τον κατάλογο της απόφασης 2006/379, περιλαμβάνεται, στο σημείο 26 του κεφαλαίου 2, το οποίο επιγράφεται «Ομάδες και οντότητες», ο DHKP/C.
Δ – Το εθνικό δίκαιο
19. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποφάσισε, με βάση το άρθρο 9 του κανονισμού 2580/2001, να προβλέψει ποινικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των απαγορεύσεων που επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός.
20. Το άρθρο 34, παράγραφος 4, του γερμανικού νόμου για το εξωτερικό εμπόριο (Außenwirtschaftsgesetz, στο εξής: AWG), όπως ίσχυε μέχρι τις 7 Απριλίου 2006, ήταν διατυπωμένο ως εξής:
«Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον δύο ετών όποιος παραβιάζει διάταξη του παρόντος νόμου ή συναφούς εκτελεστικής πράξης ή νομικής πράξης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον περιορισμό του εξωτερικού εμπορίου, η οποία έχει δημοσιευτεί στην Bundesgesetzblatt ή στην Bundesanzeiger και αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κύρωσης που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας […] κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στις λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή 3 μηνών έως 5 ετών.»
21. Κατόπιν της τροποποίησης του παραπάνω νόμου, το ισχύον σήμερα κείμενο του άρθρου 34, παράγραφος 4, σημείο 2, του AWG έχει ως εξής:
«Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή 6 μηνών έως 5 ετών όποιος
[…]
Παράγραφος 4:
[…]
2. παραβιάζει μια δημοσιευμένη στην Bundesanzeiger και απευθείας εφαρμοστέα απαγόρευση εξαγωγής, πώλησης, παράδοσης, διάθεσης, μεταβίβασης, παροχής υπηρεσιών, επενδύσεων, αρωγής ή καταστρατήγησης της απαγόρευσης αυτής, απαγόρευσης που προβλέπεται σε νομική πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […] που αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κύρωσης που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο […] στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.»
22. Το άρθρο 34, παράγραφος 6, σημείο 4, του AWG προβλέπει ότι τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον δύο ετών «όποιος διαπράττει μία από τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1, 2 ή 4 πράξεις κατ’ επάγγελμα ή ως μέλος συμμορίας που έχει συσταθεί με σκοπό την κατ’ εξακολούθηση διάπραξη τέτοιων παραβάσεων, με τη συνέργεια άλλου μέλους της συμμορίας».
Ε – Οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί του ζητήματος της νομιμότητας των αποφάσεων εγγραφής προσώπου ή ομάδας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001
23. Το Πρωτοδικείο, με μια σειρά αποφάσεων που εξέδωσε μεταξύ 2006 και 2008, δέχτηκε τις προσφυγές ορισμένων ατόμων ή οργανώσεων που ζητούσαν, επειδή είχαν περιληφθεί στον κατάλογο που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, την ακύρωση των πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες είχαν καταχωριστεί στον κατάλογο αυτό.
24. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές, η οποία εκδόθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2006 στην υπόθεση Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου (10), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Συμβουλίου που επέβαλε την εφαρμογή στην προσφεύγουσα οργάνωση των μέτρων που προβλέπονταν με τον κανονισμό 2580/2001.
25. Με το σκεπτικό της απόφασης αυτής το Πρωτοδικείο υπενθύμισε καταρχάς, όσον αφορά, πρώτον, την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας οργάνωσης, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων αυτών συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και ότι η αρχή αυτή απαιτεί να παρέχεται σε κάθε πρόσωπο στο οποίο μπορεί να επιβληθεί κύρωση η δυνατότητα να διατυπώνει λυσιτελώς την άποψή του σε σχέση με τα στοιχεία στα οποία πρόκειται να στηριχθεί η κύρωση (11).
26. Το Πρωτοδικείο απέρριψε στη συνέχεια το επιχείρημα του Συμβουλίου και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ότι δεν επιτρέπεται η επίκληση αυτής της εγγύησης στο πλαίσιο απόφασης δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων βάσει του κανονισμού 2580/2001 (12) και διευκρίνισε ότι η απόφαση την οποία είχε προσβάλει η OMPI, μολονότι ήταν κανονιστικής φύσης και παρήγε τα αποτελέσματά της erga omnes, αφορούσε άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, έναντι της οποίας αποτελούσε πράξη επιβάλλουσα ατομικό μέτρο οικονομικής και χρηματικής κύρωσης (13).
27. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο προσδιόρισε το αντικείμενο της εγγύησης που παρέχεται ως προς τα δικαιώματα άμυνας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαφοράς και προέβη συναφώς σε διάκριση μεταξύ της αρχικής απόφασης δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσης 2001/931, και των μεταγενέστερων αποφάσεων διατήρησης της δέσμευσης αυτής, κατόπιν της περιοδικής επανεξέτασης, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής αυτής θέσης. Κατά το Πρωτοδικείο, στην πρώτη περίπτωση, για τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας απαιτείται καταρχήν, αφενός, να κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο από το Συμβούλιο οι ακριβείς πληροφορίες ή τα στοιχεία του φακέλου από τα οποία προκύπτει ότι έχει ληφθεί έναντι αυτού απόφαση εμπίπτουσα στον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσης 2001/931 εκ μέρους αρμόδιας αρχής κράτους μέλους και, αφετέρου, να του παρέχεται η δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με αυτές τις πληροφορίες ή τα στοιχεία του φακέλου. Στη δεύτερη περίπτωση, για τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας απαιτείται επίσης, αφενός, να κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο οι πληροφορίες ή τα στοιχεία του φακέλου τα οποία, κατά το Συμβούλιο, δικαιολογούν τη διατήρησή του στους επίδικους καταλόγους και, αφετέρου, να του παρέχεται η δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς την άποψή του επί του θέματος αυτού (14).
28. Όσον αφορά, δεύτερον, την υποχρέωση αιτιολόγησης, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι, αν δεν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας της Κοινότητας ή των κρατών μελών της ή λόγοι σχετικοί με τις διεθνείς σχέσεις τους, η αιτιολογία της αρχικής απόφασης δέσμευσης κεφαλαίων πρέπει τουλάχιστον να αφορά, ειδικά και συγκεκριμένα, καθένα από τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η έκδοσή της, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσης 2001/931, καθώς και τα ενδεχομένως ανακύψαντα νέα στοιχεία, και να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο θεωρεί, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας εκτίμησης, ότι πρέπει να ληφθεί ένα τέτοιο μέτρο έναντι του ενδιαφερομένου. Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε επίσης ότι η αιτιολογία των μεταγενέστερων αποφάσεων δέσμευσης κεφαλαίων πρέπει, υπό τις ίδιες επιφυλάξεις, να αναφέρουν τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο θεωρεί, μετά από επανεξέταση, ότι εξακολουθεί να δικαιολογείται η δέσμευση των κεφαλαίων του ενδιαφερομένου.
29. Όσον αφορά, τρίτον, το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία, το Πρωτοδικείο τόνισε ότι ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας μιας απόφασης για δέσμευση κεφαλαίων που έχει ληφθεί βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 εκτείνεται στην εκτίμηση των γεγονότων και των περιστάσεων βάσει των οποίων δικαιολογείται η απόφαση, καθώς και στην εξέταση των αποδεικτικών και πληροφοριακών στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η εκτίμηση αυτή. Ο έλεγχος αυτός πρέπει επίσης να αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και την τήρηση της απαίτησης αιτιολόγησης καθώς και, ενδεχομένως, το βάσιμο των επιτακτικών λόγων που κατ’ εξαίρεση επικαλέστηκε το Συμβούλιο για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές (15). Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι «ο έλεγχος αυτός είναι απαραίτητος, τοσούτω μάλλον καθόσον συνιστά τη μοναδική διαδικαστική εγγύηση που επιτρέπει να εξασφαλίζεται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων της καταπολέμησης της διεθνούς τρομοκρατίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων» (16).
30. Το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας τις παραπάνω αρχές στη συγκεκριμένη υπόθεση, τόνισε καταρχάς ότι «η σχετική ρύθμιση, ήτοι ο κανονισμός 2580/2001 και η κοινή θέση 2001/931 στην οποία ο κανονισμός αυτός παραπέμπει, δεν προβλέπει ρητώς καμία διαδικασία κοινοποιήσεως των επιβαρυντικών στοιχείων και ακροάσεως των ενδιαφερομένων, είτε πριν είτε ταυτόχρονα με την έκδοση αρχικής αποφάσεως δεσμεύσεως των κεφαλαίων τους ή, στο πλαίσιο της εκδόσεως των επακολούθων αποφάσεων, προκειμένου να διαγραφούν από τον επίδικο κατάλογο» (17). Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ουδέποτε πριν από την άσκηση της προσφυγής είχαν κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα τα επιβαρυντικά στοιχεία. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ίδιοι λόγοι έπρεπε να ισχύσουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για την εξακρίβωση της τήρησης της υποχρέωσης αιτιολόγησης. Τέλος, το Πρωτοδικείο τόνισε ότι, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρονταν οι ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι που τη δικαιολογούσαν, δεν ήταν σε θέση να προβεί στον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αυτής. Κατόπιν αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αιτιολογημένη, ότι είχε εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας κατά την οποία δεν υπήρξε σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας και ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να προβεί στον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αυτής.
31. Το Πρωτοδικείο ακύρωσε συνεπώς την προσβαλλόμενη απόφαση «καθόσον αφορά την προσφεύγουσα».
32. Με διάφορες μεταγενέστερες αποφάσεις έγιναν δεκτές οι προσφυγές που είχαν ασκήσει οργανώσεις (18) ή άτομα (19) που είχαν περιληφθεί στον επίμαχο κατάλογο, το δε σκεπτικό ήταν ουσιαστικά παρόμοιο με το ανωτέρω εκτεθέν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις μόνο καθόσον αφορούσαν την οργάνωση ή το άτομο που είχε ασκήσει την προσφυγή.
II – Η υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
33. Η ποινική διαδικασία που αφορά τους E και F (οι οποίοι στο εξής θα αποκαλούνται «κατηγορούμενοι») στηρίζεται στο κατηγορητήριο του Generalbundesanwalt beim Bundesgerichtshof (Γερμανία) (στο εξής: Generalbundesanwalt) της 6ης Οκτωβρίου 2009, κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι ήσαν από τις 30 Αυγούστου 2002 μέχρι τη σύλληψή τους στις 5 Νοεμβρίου 2008 μέλη του DHKP/C, σκοπός του οποίου είναι, κατά το κατηγορητήριο αυτό, η ανατροπή της καθεστηκυίας κρατικής τάξης στην Τουρκία μέσω ένοπλου αγώνα. Η προφυλάκιση των κατηγορουμένων στηρίζεται στην υποψία αυτή για συμμετοχή τους σε αλλοδαπή τρομοκρατική οργάνωση.
34. Κατά το κατηγορητήριο πάντα, οι κατηγορούμενοι, καθ’ όλο το διάστημα κατά το οποίο ανήκαν στον DHKP‑C, διηύθυναν υποομάδες («Bölge») της οργάνωσης αυτής σε συγκεκριμένες περιοχές της Γερμανίας και, κατά την εκτέλεση της αποστολής τους, η οποία συνίστατο κυρίως στην εξεύρεση οικονομικών πόρων για την οργάνωση, διοργάνωναν τις ετήσιες εξορμήσεις για τη συγκέντρωση χρημάτων υπέρ του DHKP‑C και απέστελλαν στη συνέχεια στα ανώτατα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι είχαν κρίσιμο ρόλο στη διοργάνωση και στην πραγματοποίηση εκδηλώσεων και στην πώληση κομματικών εντύπων, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τον DHKP‑C, στον οποίο και τα απέστελλαν. Οι κατηγορούμενοι δεν αγνοούσαν ότι τα χρήματα που συγκεντρώνονταν προορίζονταν, εν μέρει τουλάχιστον, για τη χρηματοδότηση των τρομοκρατικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης.
35. Ο ένας από τους δύο κατηγορουμένους επέλεγε επίσης τους κατάλληλους «ταχυδρόμους» για τη μεταφορά όπλων και εκρηκτικών υλικών προς την Τουρκία και ήταν υπεύθυνος για την εξεύρεση σφραγίδων μελάνης και ανάγλυφων σφραγίδων για την πλαστογράφηση εγγράφων ταυτότητας για τα μέλη του DHKP‑C.
36. Κατά το διάστημα που καλύπτει το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι συγκέντρωσαν και απέστειλαν στην οργάνωση, ο μεν ένας τουλάχιστον 215 809 ευρώ, ο δε άλλος τουλάχιστον 105 051 ευρώ.
37. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το αιτούν δικαστήριο θέτει ορισμένα ερωτηματικά ως προς τον κανονισμό 2580/2001.
38. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου που παρατίθενται στις σκέψεις 23 έως 32 της παρούσας γνώμης (στο εξής: αποφάσεις του Πρωτοδικείου) δημιουργούν αμφιβολίες ως προς το κύρος της καταχώρισης του DHKP‑C στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.
39. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει πάντως ότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο του Generalbundesanwalt, αφενός η καταχώριση του DHKP‑C στον κατάλογο «παράγει αποτελέσματα» εξ υπαρχής, αφού η ακυρότητά της δεν έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, και αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η καταχώριση αυτή ήταν αρχικά άκυρη, η τροποποιημένη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, η οποία επελέγη ενόψει της θέσπισης της απόφασης 2007/445, θεραπεύει αναδρομικά την ενδεχόμενη αυτή ακυρότητα.
40. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο ένας από τους κατηγορουμένους υποστηρίζει πάντως ότι η καταχώριση του DHKP‑C στον κατάλογο είναι άκυρη, τουλάχιστον όσον αφορά τον χρόνο πριν από την τροποποίηση της επίμαχης διαδικασίας, και ότι η καταχώριση αυτή δεν μπορούσε συνεπώς να θεμελιώσει το αξιόποινο των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, μολονότι η ενδιαφερόμενη οργάνωση δεν έχει προσβάλει δικαστικά την καταχώρισή της στον εν λόγω κατάλογο.
41. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει κατά πόσον ο κανονισμός 2580/2001 έχει εφαρμογή σε άτομα που είναι μέλη οργάνωσης που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που έχει καταρτιστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, όταν ο ενδιαφερόμενος παρέχει στην οργάνωση κεφάλαια, άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή οικονομικούς πόρους ή συνεργεί στην παροχή αυτή ή συμμετέχει σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού.
42. Τρίτον, ακόμη κα αν γίνει δεκτό ότι στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2580/2001 εμπίπτουν και τα μέλη των καταχωρισμένων στον κατάλογο οργανώσεων, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες για το αν η αποδοχή χρηματικών περιουσιακών στοιχείων από μέλος της οργάνωσης που είναι επιφορτισμένο με τη συγκέντρωση των χρημάτων και η περαιτέρω προώθησή τους εντός της οργάνωσης εμπίπτουν στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού αυτού.
43. Λόγω όλων των αμφιβολιών αυτών, το Oberlandesgericht Düsseldorf (Γερμανία) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Πρέπει η στηριζόμενη στο άρθρο 2 του κανονισμού […] 2580/2001 […] καταχώριση μιας οργάνωσης στον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή κατάλογο να θεωρηθεί –αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη η τροποποίηση της διαδικασίας κατόπιν της έκδοσης της απόφασης [2007/445]– ότι παράγει εξ υπαρχής αποτελέσματα (wirksam) –μολονότι η εν λόγω οργάνωση δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που την αφορούν– ακόμη και στην περίπτωση που η καταχώριση πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση στοιχειωδών διαδικαστικών εγγυήσεων;
2) Έχουν τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού […] 2580/2001 […] την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που ο παρέχων τους πόρους αυτούς είναι και ο ίδιος μέλος του εν λόγω νομικού προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας;
3) Έχουν τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού […] 2580/2001 […] την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα ή οντότητα έχει ήδη (έμμεσα έστω) πρόσβαση στο περιουσιακό στοιχείο που πρόκειται να τεθεί στη διάθεσή του/της;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
44. Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, που φέρει ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2009, περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Δεκεμβρίου 2009. Η εν λόγω αίτηση περιείχε αναφορά στο άρθρο 267, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
45. Με χωριστό έγγραφο, το οποίο ήταν χρονολογημένο στις 5 Φεβρουαρίου 2010 και περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 του ίδιου μήνα, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εφαρμόσει την ταχεία διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση. Ως αιτιολογία το εν λόγω δικαστήριο ανέφερε ότι, με διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 2010, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο και όρισε τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας για το διάστημα μεταξύ 11ης Μαρτίου και 31ης Αυγούστου 2010. Κατά το αιτούν δικαστήριο, λόγω της προβλεπόμενης διάρκειας της ποινικής αυτής διαδικασίας και της σπουδαιότητας των προδικαστικών ερωτημάτων για την υπόθεση της κύριας δίκης, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι εξαιρετικά επείγουσα.
46. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Μαρτίου 2010, αποφασίστηκε η εκδίκαση της υπόθεσης κατά την ταχεία διαδικασία.
47. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Generalbundesanwalt, ο E, ο F, η Γαλλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Οι ανωτέρω, με την εξαίρεση της Γαλλικής Κυβέρνησης, αγόρευσαν επίσης κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαΐου 2010.
IV – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
48. Καταρχάς θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σύντομες σκέψεις για τη σημασία που έχει για την ποινική υπόθεση της κύριας δίκης ο κανονισμός 2580/2001, καθώς και για το πόσο οι ποινικοί ή άλλης φύσης κανόνες του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου είναι συνυφασμένοι μεταξύ τους, πράγμα που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί κατά των κατηγορουμένων. Στη συνέχεια θα ήθελα να θέσω το ζήτημα του περιεχομένου του προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο.
1. Επί της σημασίας που έχει για την ποινική υπόθεση της κύριας δίκης ο κανονισμός 2580/2001
49. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως άλλωστε τονίζει και ο Generalbundesanwalt, ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 2580/2001 ούτε τα μέτρα που θεσπίζει το Συμβούλιο κατ’ εκτέλεση άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού έχουν ποινικό χαρακτήρα (20).
50. Ο εν λόγω κανονισμός δεν επιβάλλει, ρητά τουλάχιστον, ούτε την ποινικοποίηση, μέσω της θέσπισης εθνικών διατάξεων, της μη τήρησης των διατάξεών του. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού, το οποίο προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος καθορίζει τις κυρώσεις που επιβάλλει σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του κανονισμού αυτού, αναφέρει απλώς ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι «αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές».
51. Εντούτοις, οι διατάξεις του κανονισμού 2580/2001, όπως έχουν συμπληρωθεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου για την κατάρτιση και την ενημέρωση του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, αυτού του κανονισμού, συμβάλλουν, λόγω της παραπομπής στην οποία προβαίνει ο Γερμανός νομοθέτης, στον προσδιορισμό του περιεχομένου της ποινικής διάταξης στην οποία στηρίζεται το κατηγορητήριο κατά των κατηγορουμένων στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ο μηχανισμός αυτός προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της εν λόγω διάταξης.
52. Όπως εξέθεσα παραπάνω (21), το άρθρο 34, παράγραφος 4, του AWG, όπως εφαρμοζόταν ratione temporis στα περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης, προβλέπει απλώς ποινή φυλάκισης (τουλάχιστον δύο ετών, αν ληφθεί υπόψη το κείμενο του άρθρου αυτού που ίσχυε μέχρι τις 7 Απριλίου 2006, και από 6 μήνες έως 5 χρόνια, αν ληφθεί υπόψη το κείμενο που ίσχυε μετά από την ημερομηνία αυτή) και διευκρινίζει ότι η ποινή αυτή επιβάλλεται σε «όποιον παραβιάζει […] νομική πράξη των […] Κοινοτήτων για τον περιορισμό του εξωτερικού εμπορίου […] που αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κύρωσης που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας […] κατ’ εφαρμογή του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» (κείμενο που ίσχυε μέχρι τις 7 Απριλίου 2006) ή σε «όποιον παραβιάζει μια […] απαγόρευση εξαγωγής, πώλησης, παράδοσης, διάθεσης, μεταβίβασης, παροχής υπηρεσιών, επενδύσεων, αρωγής ή καταστρατήγησης της απαγόρευσης αυτής, απαγόρευσης που προβλέπεται σε νομική πράξη των […] Κοινοτήτων που αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κύρωσης που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο […] στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας» (κείμενο που ίσχυε μετά τις 7 Απριλίου 2006).
53. Ο Γερμανός νομοθέτης εφάρμοσε συνεπώς, με το άρθρο 34, παράγραφος 4, του AWG, την τεχνική της ποινικοποίησης μέσω παραπομπής σε άλλη πράξη. Κατά συνέπεια, όπως άλλωστε τόνισε ο Generalbundesanwalt με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, «το αξιόποινο, εντός της γερμανικής έννομης τάξης, των πράξεων που αφορά η υπόθεση [της κύριας δίκης] συνάγεται από τη διάταξη αυτή και από τις πράξεις [της Ένωσης] στις οποίες παραπέμπει η εν λόγω διάταξη, δηλαδή από τον κανονισμό 2580/2001, σε συνδυασμό με τις διάφορες αποφάσεις του Συμβουλίου» με τις οποίες καταχωρίστηκε και διατηρήθηκε η καταχώριση του DHKP‑C στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, του κανονισμού αυτού.
54. Ειδικότερα, λόγω της παραπομπής αυτής, οι εν λόγω πράξεις της Ένωσης προσδιορίζουν την κολάσιμη συμπεριφορά στο σύνολό της και όχι μόνο ένα στοιχείο της, μια πραγματική ή νομική προϋπόθεσή της. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η διαπίστωση αυτή δεν είναι άνευ σημασίας για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
2. Επί του περιεχομένου του ερωτήματος που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο
55. Με το πρώτο ερώτημα, όπως είναι διατυπωμένο, υποβάλλεται εκ πρώτης όψεως στο Δικαστήριο, με δεδομένες τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου, το ζήτημα των αποτελεσμάτων της καταχώρισης στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 μιας οργάνωσης που δεν έχει προσβάλει τις αποφάσεις του Συμβουλίου με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η καταχώριση αυτή. Αυτή την ερμηνεία δίδει η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, ότι το αιτούν δικαστήριο απέφυγε να υποβάλει οποιοδήποτε ζήτημα κύρους των αποφάσεων για τη δέσμευση των κεφαλαίων του DHKP‑C.
56. Η ερμηνεία αυτή, με την οποία συμφώνησε και το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μου φαίνεται πάντως ορθή, αν ληφθούν υπόψη όλες οι σκέψεις που διατυπώνονται στην απόφαση περί παραπομπής.
57. Πρώτον, το γεγονός ότι στο ερώτημα χρησιμοποιείται ο όρος «ικανότητα παραγωγής αποτελεσμάτων» («wirksam») και όχι ο όρος «κύρος» («Gültigkeit») των εν λόγω πράξεων οφείλεται προφανώς στο γεγονός κυρίως ότι το αιτούν δικαστήριο αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το ζήτημα των συνεπειών της τροποποίησης της διαδικασίας καταχώρισης στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, και συγκεκριμένα, όπως διευκρινίζεται στο σκεπτικό της διάταξης περί παραπομπής, διερωτάται αν είναι δυνατόν η απόφαση 2007/445, με την οποία επήλθε η εν λόγω τροποποίηση, να καθιστά αναδρομικά νόμιμες τις εν λόγω πράξεις.
58. Δεύτερον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το ζήτημα του κύρους και/ή του υποστατού των πράξεων με τις οποίες καταχωρίστηκε ο DHKP‑C στον εν λόγω κατάλογο έχει τεθεί πράγματι από τους κατηγορουμένους στην υπόθεση της κύριας δίκης.
59. Τρίτον, στο σημείο 40 της απόφασης περί παραπομπής αναφέρεται ότι «κατά το δικάζον τμήμα, το γεγονός ότι το DHKP‑C δεν έχει προσβάλει τις αποφάσεις του Συμβουλίου που έχουν εκδοθεί κατ’ αυτού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 δεν καθιστά απαράδεκτη την υποβολή αίτησης έκδοσης προδικαστικής απόφασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, και δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ». Κατόπιν της διατύπωσης της άποψης αυτής, το αιτούν δικαστήριο εξετάζει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον στην προκείμενη υπόθεση μπορούν να εφαρμοστούν οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (22), στην οποία θα επανέλθω. H διατύπωση της άποψης αυτής και η εξέταση που την ακολουθεί δεν θα ήταν αναγκαίες, αν το αιτούν δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου το ζήτημα της νομιμότητας των επίμαχων πράξεων.
60. Στο Δικαστήριο πάντως εναπόκειται να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα του κοινοτικού δικαίου για τα οποία χρειάζεται, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, η εκτίμηση του κύρους τους (23).
61. Με βάση τα στοιχεία που εξέθεσα παραπάνω, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο ερώτημα, το Oberlandesgericht Düsseldorf ζητεί κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να αποφανθεί –λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου– επί των αποτελεσμάτων και του κύρους των προγενέστερων της απόφασης 2007/445 πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες μια οργάνωση, και συγκεκριμένα ο DHKP‑C, που δεν έχει προσβάλει δικαστικά τις εν λόγω πράξεις, αρχικά καταχωρίστηκε και στη συνέχεια διατηρήθηκε στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, αν ληφθεί ενδεχομένως υπόψη η τροποποίηση των προϋποθέσεων καταχώρισης στον κατάλογο αυτό που επέφερε η απόφαση 2007/445.
62. Αντίθετα, δεν έχει τεθεί κανένα ζήτημα κύρους της τελευταίας αυτής απόφασης, παρά την άποψη που φαίνεται να υποστηρίζει ο F με τις γραπτές παρατηρήσεις του. Συγκεκριμένα, σε κανένα σημείο της διάταξης περί παραπομπής δεν διατυπώνεται αμφιβολία ως προς το κύρος της εν λόγω πράξης.
B – Εκτίμηση
1. Επί της ικανότητας των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C που θεσπίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445 να παράγουν αποτελέσματα
63. Κατά πάγια νομολογία, υπέρ των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υφίσταται καταρχήν τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα, ενόσω δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ακύρωσης ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ένστασης έλλειψης νομιμότητας (24).
64. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης τίθεται το ερώτημα αν το τεκμήριο αυτό καλύπτει επίσης τις πράξεις για τις οποίες έχει διαπιστωθεί ορισμένη πλημμέλεια κατά την εκδίκαση προσφυγής που έχει ασκηθεί κατ’ αυτών –όπως συμβαίνει με ορισμένες από τις αποφάσεις που έχουν περιλάβει τον DHKP‑C στον επίμαχο κατάλογο–, έστω και αν η διαπίστωση αυτή είχε απλώς ως αποτέλεσμα την ακύρωσή τους μόνο καθόσον η πλημμέλεια αυτή, η οποία επηρέαζε τη νομιμότητα ολόκληρης της πράξης (25), είχε επιπτώσεις για τον προσφεύγοντα (26). Εν πάση περιπτώσει, όποια και αν είναι η απάντηση, γεγονός είναι ότι μια πράξη, έστω και παράνομη, εφόσον προορίζεται να παραγάγει αποτελέσματα, παράγει τα αποτελέσματά της ενόσω δεν έχει καταργηθεί, ανακληθεί η τροποποιηθεί από την αρχή που την εξέδωσε ή ενόσω δεν έχει ακυρωθεί στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητάς της.
65. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η οργάνωση στην οποία ανήκαν οι κατηγορούμενοι δεν πρόσβαλε ποτέ τις αποφάσεις δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων οι οποίες την αφορούσαν.
66. Εξάλλου, οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου δεν ακύρωσαν τις πράξεις που είχαν υποβληθεί στον έλεγχό του παρά μόνο καθόσον αφορούσαν τους προσφεύγοντες. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του αυτές δεν είχαν καμία συνέπεια για τις εν λόγω πράξεις, καθόσον οι πράξεις αυτές αφορούν άλλα πρόσωπα και όχι τους προσφεύγοντες, ούτε βέβαια, κατά μείζονα λόγο, για άλλες πράξεις, ακόμη και αν οι άλλες αυτές πράξεις ενέχουν τις ίδιες ή παρόμοιες πλημμέλειες με αυτές που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο.
67. Εντούτοις, αποτελεί επίσης πάγια νομολογία ότι, κατ’ εξαίρεση από την αρχή του τεκμηρίου εγκυρότητας, οι πράξεις οι οποίες πάσχουν πλημμέλεια η σοβαρότητα της οποίας είναι τόσο πρόδηλη, ώστε να μη μπορεί να γίνεται ανεκτή από την κοινοτική έννομη τάξη, πρέπει να θεωρούνται ότι δεν παρήγαγαν κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε καν προσωρινό, δηλαδή να θεωρούνται ως νομικώς ανυπόστατες. Η εξαίρεση αυτή αποβλέπει στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των δύο θεμελιωδών, αλλά ενίοτε ανταγωνιστικών μεταξύ τους επιταγών, τις οποίες πρέπει να τηρεί μια έννομη τάξη, δηλαδή της σταθερότητας των εννόμων σχέσεων και του σεβασμού της νομιμότητας (27). Κατά την ίδια αυτή νομολογία, η σοβαρότητα των συνεπειών που συνδέονται με την αναγνώριση του ανυποστάτου μιας πράξης των θεσμικών οργάνων της Ένωσης επιτάσσει, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να μην πραγματοποιείται η αναγνώριση αυτή παρά μόνο σε εντελώς ακραίες περιπτώσεις (28).
68. Οι κατηγορούμενοι, στηριζόμενοι στη νομολογία αυτή, υποστηρίζουν, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, ότι η απόφαση του Συμβουλίου για την καταχώριση του DHKP‑C στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και οι μεταγενέστερες πράξεις με τις οποίες διατηρήθηκε η καταχώριση της οργάνωσης αυτής στον εν λόγω κατάλογο, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445, θα πρέπει να θεωρηθούν νομικά ανυπόστατες.
69. Δεν συμφωνώ με την παραπάνω άποψη.
70. Συγκεκριμένα, παρά την αντικειμενική σοβαρότητα των διαδικαστικών και τυπικών πλημμελειών που διαπιστώθηκαν με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου –οι πρώτες αφορούσαν τα θεμελιώδη δικαιώματα άμυνας και οι δεύτερες την έλλειψη αιτιολογίας, λόγω της οποίας η πράξη δεν μπορεί να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο–, φρονώ ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την παραπάνω νομολογία. Τούτο άλλωστε έχει γίνει δεκτό από το Πρωτοδικείο κατά την εκδίκαση μιας δεύτερης προσφυγής ακύρωσης που είχε ασκήσει η προσφεύγουσα της υπόθεσης OMPI I (29).
71. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι προγενέστερες της απόφασης 2007/445 πράξεις του Συμβουλίου, με τις οποίες ο DHKP‑C καταχωρίστηκε αρχικά και διατηρήθηκε στη συνέχεια στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, παρήγαγαν αποτελέσματα από την έναρξη της ισχύος τους μέχρι την κατάργησή τους, καθόσον επέβαλαν τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της οργάνωσης αυτής χωρίς καμία διακοπή από τις 3 Μαΐου 2002, ημερομηνία έναρξης της ισχύος της απόφασης 2002/334, μέχρι τις 29 Ιουνίου 2007, ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης 2007/445, με την οποία καταργήθηκε η απόφαση 2006/379.
72. Κατά συνέπεια, οι πράξεις αυτές παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια ενός μέρους του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διαπράχθηκε το διαρκές έγκλημα για το οποίο διώκονται οι κατηγορούμενοι.
73. Η Γαλλική Κυβέρνηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, και το Συμβούλιο, με τις προφορικές παρατηρήσεις του, ζητούν κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να περιοριστεί, με την απάντησή του στο πρώτο ερώτημα, στη διαπίστωση αυτή.
74. Δεν θεωρώ ότι η λύση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή, διότι δεν δίδει τη δυνατότητα ολοκληρωμένης απάντησης στα ερωτήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο, τα οποία αφορούν, όπως εξέθεσα στα σημεία 56 έως 60 της παρούσας γνώμης, όχι μόνο τα αποτελέσματα των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C, αλλά και τη νομιμότητά τους.
75. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσουμε στην εξέταση της νομιμότητας.
2. Επί του κύρους των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C που θεσπίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445
76. Ο Generalbundesanwalt και η Επιτροπή υποστηρίζουν με τις παρατηρήσεις τους ότι υπάρχουν λόγοι αναγόμενοι κυρίως στην ασφάλεια δικαίου και στον οριστικό χαρακτήρα των πράξεων που δεν έχουν προσβληθεί οι οποίοι κωλύουν το Δικαστήριο να αποφανθεί, στην παρούσα προδικαστική διαδικασία, επί του κύρους των επίμαχων μέτρων.
77. Πριν επομένως εξετάσω τις πλημμέλειες που υποστηρίζεται ότι ενέχουν τα εν λόγω μέτρα [βλ. παρακάτω τον τίτλο γ΄], πρέπει καταρχάς να εξετάσω το βάσιμο των διαφόρων αυτών επιχειρημάτων [βλ. παρακάτω τον τίτλο α΄].
78. Στη συνέχεια θα πρέπει να εξακριβωθεί ποιες συνέπειες είχε η έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445 επί του κύρους των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων [βλ. παρακάτω τον τίτλο β΄].
α) Επί των περιστάσεων που κωλύουν το Δικαστήριο να προβεί εν προκειμένω σε εκτίμηση του κύρους
i) Επί του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν προσβάλει τα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων
79. Μολονότι η προσφυγή ακύρωσης που ασκείται κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ και η προδικαστική διαδικασία εξέτασης του κύρους κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ αποτελούν αυτοτελή ένδικα βοηθήματα, καθένα από τα οποία υπόκειται στις δικές του προϋποθέσεις παραδεκτού, με τη νομολογία του Δικαστηρίου έχουν πάντως προβλεφθεί ορισμένες εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό.
80. Για παράδειγμα, στην απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (30), το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τη νομοθεσία κατά την οποία το κράτος μέλος που δεν έχει προσβάλει εμπρόθεσμα μια απόφαση της οποίας είναι αποδέκτης δεν μπορεί να θέσει ζήτημα κύρους της απόφασης αυτής κατά την εκδίκαση προσφυγής λόγω παράβασης κράτους μέλους, απέκλεισε τη δυνατότητα του αποδέκτη μιας ενίσχυσης για την οποία είχε εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 108 ΣΛΕΕ, ο οποίος μπορούσε να προσβάλει την απόφαση αυτή, αλλά άφησε την προθεσμία να παρέλθει άπρακτη, να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων με προσφυγή που στρέφεται κατά των εθνικών μέτρων εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Κατά το Δικαστήριο, αυτή η απώλεια του δικαιώματος προσβολής της απόφασης εγγυάται την ασφάλεια δικαίου, καθόσον δεν επιτρέπει να τίθεται επ’ αόριστο ζήτημα κύρους των κοινοτικών πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Αν επιτρεπόταν υπό τις περιστάσεις αυτές να αντιτάσσεται ο ενδιαφερόμενος, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στην εκτέλεση της απόφασης επικαλούμενος την έλλειψη νομιμότητάς της, θα του παρεχόταν η ευχέρεια καταστρατήγησης του οριστικού χαρακτήρα που έχει έναντι αυτού η εν λόγω απόφαση μετά τη λήξη των προθεσμιών άσκησης ένδικων βοηθημάτων.
81. Κατά τη νομολογία αυτή, όχι μόνο ο αποδέκτης μιας απόφασης, αλλά και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αφορά άμεσα και ατομικά μια απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, έστω και αν το πρόσωπο αυτό δεν είναι αποδέκτης της, μπορεί να χάνει το δικαίωμα επίκλησης της έλλειψης νομιμότητας της απόφασης αυτής κατά την προδικαστική διαδικασία που αφορά το κύρος της εν λόγω απόφασης. Το ίδιο ισχύει, κατά το Δικαστήριο, και για τον ιδιώτη που δεν έχει προσβάλει εμπρόθεσμα έναν κανονισμό που πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά ατομική απόφαση έναντι του ιδιώτη αυτού (31).
82. Για να μπορεί πάντως αυτή η απώλεια δικαιώματος να αντιταχθεί κατά του φυσικού ή νομικού προσώπου που επικαλείται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου την έλλειψη νομιμότητας πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει το πρόσωπο αυτό να είχε χωρίς καμία αμφιβολία τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωσή της βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (32), πρέπει δηλαδή να είναι πρόδηλο ότι η προσφυγή του θα ήταν παραδεκτή.
83. Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τη γενική αρχή που συνήγαγε το Δικαστήριο από το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο κατά του οποίου αντιτάσσεται μια απόφαση πρέπει να έχει ή να είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την κοινοτική πράξη στην οποία στηρίζεται η εν λόγω απόφαση (33).
84. Φρονώ ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να αντιταχθεί εγκύρως στους κατηγορουμένους η απώλεια του δικαιώματος που συνάγεται από τη νομολογία, όπως διατυπώθηκε για πρώτη φορά με την προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf.
85. Πρώτον, τίθεται γενικά το ερώτημα αν η απώλεια αυτή ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που περιορίζει τις δυνατότητες υπεράσπισης του κατηγορουμένου από τις ποινικές κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί κατ’ αυτού, και μάλιστα σε μια περίπτωση όπως η υπό εξέταση, όπου προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πράξεων της Ένωσης οι οποίες, μέσω του περιγραφέντος στα σημεία 49 έως 53 της παρούσας γνώμης μηχανισμού ποινικοποίησης κατόπιν παραπομπής σε άλλες διατάξεις, έχουν αποτελέσματα σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εφαρμοζόμενης ποινικής διάταξης.
86. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις του στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, η ασφάλεια δικαίου δεν αποτελεί απόλυτη απαίτηση (34). Η ασφάλεια δικαίου δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να υπερισχύει του δικαιώματος των πολιτών να μην αντιμετωπίζουν την απαγγελία κατηγοριών στηριζόμενων σε πράξεις που δεν είναι σύμφωνες με την έννομη τάξη εντός της οποίας έχουν εκδοθεί, και μάλιστα όταν η μη συμφωνία αυτή αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την τήρηση ουσιωδών τύπων.
87. Δεύτερον, φρονώ ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την προαναφερθείσα νομολογία. Συγκεκριμένα, δεν είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενοι νομιμοποιούνταν να ασκήσουν προσφυγή με βάση το άρθρο 263 ΣΛΕΕ κατά των αποφάσεων του Συμβουλίου για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C.
88. Δεν αμφισβητείται καταρχάς ότι τα ονόματά τους ουδέποτε περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που καταρτιζόταν και ενημερωνόταν με τις εν λόγω πράξεις.
89. Επιπλέον, δεν είναι καθόλου προφανές ότι θα νομιμοποιούνταν να ασκήσουν ιδίω ονόματι προσφυγή κατά των πράξεων αυτών για τον λόγο και μόνο ότι ήσαν μέλη της οργάνωσης αυτής (35).
90. Τέλος, είναι επίσης αμφίβολο κατά πόσον θα ήταν παραδεκτή η προσφυγή που θα μπορούσαν να έχουν ασκήσει οι κατηγορούμενοι εξ ονόματος του DHKP‑C, ως εκπρόσωποι της οργάνωσης αυτής. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση PKK και KNK κατά Συμβουλίου, δέχτηκε ότι, προς άσκηση παραδεκτώς προσφυγής εξ ονόματος μιας οργάνωσης καταχωρισμένης στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, «πρέπει να αποδεικνύεται ότι η οργάνωση αυτή έχει πράγματι την πρόθεση να ασκήσει την προσφυγή και ότι έχει δοθεί πράγματι εντολή εκπροσώπησής της στους δικηγόρους που ισχυρίζονται ότι την εκπροσωπούν» (36). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο, ενώ τόνισε την ανάγκη αποφυγής μιας υπερβολικής τυπολατρίας κατά την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που διέπουν το παραδεκτό των προσφυγών ακύρωσης που ασκούν οργανώσεις χωρίς νομική προσωπικότητα, επισήμανε πάντως ότι, όσον αφορά την εγκυρότητα της εκπροσώπησης της προσφεύγουσας οργάνωσης από τον Osman Ocalan, δημιουργούσε αμφιβολίες το γεγονός ότι ο Osman Ocalan «εμφανίζεται, στο έγγραφο παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας στους δικηγόρους, ως πρώην μέλος του PKK, χωρίς να αναφέρεται καμία άλλη ιδιότητα που να τον νομιμοποιεί για να εκπροσωπεί το PKK». Οι αμφιβολίες αυτές άρθηκαν μόνο κατόπιν των δηλώσεων ενός από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, ο οποίος δήλωσε ότι ο ηγέτης του PKK και «πολλά άλλα ηγετικά στελέχη του PKK και της οργάνωσης που το έχει διαδεχτεί, του KADEK», του είχαν αναθέσει να συνεχίσει τη διαδικασία που είχε κινηθεί με την προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
91. Μολονότι πάντως οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης κατηγορούνται ότι ήσαν μέλη του DHKP‑C, και μάλιστα στελέχη των τοπικών πυρήνων της οργάνωσης αυτής, από κανένα στοιχείο της διάταξης περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι είχαν εξέχοντα ρόλο εντός της οργάνωσης αυτής, ώστε να γίνει δεκτό ότι μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείο εξ ονόματός της. Αντίθετα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ρόλος τους περιοριζόταν ουσιαστικά στην εξεύρεση πόρων για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της οργάνωσης.
92. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, φρονώ συνεπώς ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, κατ’ εφαρμογή των αρχών που συνάγονται από την προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, οι κατηγορούμενοι έχουν απολέσει το δικαίωμα να επικαλεστούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου την έλλειψη νομιμότητας των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C, όταν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διεξάγεται ποινική διαδικασία στην οποία κατηγορούνται ότι έχουν παραβεί τα εν λόγω μέτρα.
ii) Επί της δυνατότητας των κατηγορουμένων να επικαλεστούν την προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων του DHKP‑C
93. Ο Generalbundesanwalt και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν, προς στήριξη της ένστασής τους περί ελλείψεως νομιμότητας, ότι έχουν προσβληθεί τα δικονομικά δικαιώματα του DHKP‑C. Ειδικότερα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, το άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι τρίτοι, όπως οι κατηγορούμενοι, δεν μπορούν να προβάλλουν ισχυρισμούς που θα μπορούσε να προβάλει μόνο το άμεσα και ατομικά θιγόμενο πρόσωπο, εν προκειμένω δηλαδή ο DHKP‑C, ασκώντας απευθείας προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
94. Δεν θεωρώ ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι πειστικά.
95. Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι η αναφορά στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν είναι λυσιτελής. Συγκεκριμένα, η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή δυνατότητα προβολής του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού «μπορεί να ασκείται μόνον παρεμπιπτόντως επ’ ευκαιρία δίκης ενώπιον του ιδίου του Δικαστηρίου βάσει άλλης διατάξεως της Συνθήκης» (37). Κατά συνέπεια, αφού δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 277 ΣΛΕΕ ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν έχει ασκηθεί ενώπιόν του καμία κύρια προσφυγή, η διάταξη αυτή δεν μπορεί, καθεαυτή, να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 277 ΣΛΕΕ. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, το εν λόγω άρθρο «προβλέπει μια διαδικασία η οποία επιτρέπει την εξέταση ερωτήματος που τίθεται ως προς το κύρος κοινοτικής πράξεως οσάκις ένα τέτοιο ερώτημα τίθεται παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου» (38).
96. Η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή προσκρούει εκ πρώτης όψεως στην έκταση της αρμοδιότητας που το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι έχει στις περιπτώσεις που ένα εθνικό δικαστήριο του ζητεί, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να αποφανθεί επί του κύρους των πράξεων των οργάνων της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, η αρμοδιότητα αυτή δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό σχετικά με τους λόγους, βάσει των οποίων θα μπορούσε να προσβληθεί το κύρος των πράξεων αυτών, και εκτείνεται στο σύνολο των λόγων που μπορούν να θεμελιώσουν το ανίσχυρο των πράξεων αυτών (39).
97. Επιπλέον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, η άποψη αυτή θα κατέληγε ουσιαστικά να στερεί από τους κατηγορουμένους, για λόγους αναγόμενους στην ασφάλεια δικαίου, το δικαίωμα που έχουν γενικά οι κατηγορούμενοι να υπερασπίζουν τον εαυτό τους από τις κατηγορίες που τους έχουν απαγγελθεί προβάλλοντας οποιοδήποτε νομικό ισχυρισμό που να στηρίζεται στην έλλειψη νομιμότητας των πράξεων στις οποίες βασίζονται οι κατηγορίες αυτές. Εν προκειμένω, αφού, όπως είδαμε, τίποτε δεν εμποδίζει τους κατηγορουμένους να προβάλουν την ένσταση έλλειψης νομιμότητας των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C, οι κατηγορούμενοι πρέπει συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, κάθε ισχυρισμό που θα μπορούσε να αποδείξει αυτή την έλλειψη νομιμότητας. Εξάλλου, είναι προφανές ότι οποιαδήποτε πλημμέλεια, έστω και καθαρά τυπική, των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C, θίγει τον E και τον F, διότι ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς τους ως ποινικά κολάσιμης εξαρτάται από τα μέτρα αυτά (40).
98. Κατά τα λοιπά, η άποψη της Επιτροπής δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το γεγονός ότι η εξουσία υποβολής στο Δικαστήριο ερωτήματος ως προς το κύρος μιας νομικής πράξης ανήκει στο εθνικό δικαστήριο. Στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf το Δικαστήριο αναγνώρισε κατ’ ουσία ότι στην εξουσία αυτή τίθενται ορισμένα όρια, αν ο διάδικος υπέρ του οποίου θα απέβαινε η αναγνώριση του ανισχύρου της νομικής πράξης δεν την έχει προσβάλει απευθείας, μολονότι αναμφίβολα νομιμοποιούνταν προδήλως να το πράξει (41)· αυτό όμως, όπως κατέδειξα προηγουμένως, οπωσδήποτε δεν ισχύει εν προκειμένω για τους κατηγορουμένους.
99. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου διαπιστώθηκε επίσης έλλειψη αιτιολογιών των προσβαλλόμενων πράξεων. Αν υποτεθεί όμως ότι την ίδια πλημμέλεια ενέχουν και τα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι, καθόσον δεν γνώριζαν τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να περιλάβει την οργάνωση αυτή στον κατάλογο, δύσκολα θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν το βάσιμο της καταχώρισης αυτής επικαλούμενοι π.χ. σφάλματα εκτίμησης του Συμβουλίου (42).
100. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, όπως και οι ενδεχόμενες προσβολές των δικαιωμάτων άμυνας του DHKP‑C, υφίστανται, με δεδομένο ότι η παράβαση αυτή αναγνωρίζεται από το Πρωτοδικείο έναντι των προσφευγουσών οργανώσεων και όχι γενικά, μόνο έναντι της οργάνωσης αυτής.
101. Θα ήθελα καταρχάς να επισημάνω ότι ο ισχυρισμός αυτός ανασκευάζεται κατόπιν ανάγνωσης του σκεπτικού των αποφάσεων του Πρωτοδικείου (43).
102. Δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτή η πλημμέλεια, αν διαπιστωθεί εν προκειμένω, υφίσταται μόνο έναντι του DHKP‑C, παραμένει το γεγονός ότι εν προκειμένω περιορίζεται στην πράξη η δυνατότητα των κατηγορουμένων να αμφισβητήσουν, αφού δεν υπάρχει καμία αιτιολογία για την καταχώριση της οργάνωσης αυτής στον κατάλογο, το βάσιμο της καταχώρισης αυτής (44) και συνεπώς η δυνατότητά τους να αντικρούσουν τις κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί κατ’ αυτών.
103. Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να θέσουν, κατά την προβολή της ένστασης έλλειψης νομιμότητας, το ζήτημα της έλλειψης αιτιολογιών των αποφάσεων για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C και ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορούσε να τεθεί ούτε καν από το αιτούν δικαστήριο, τίποτε δεν εμποδίζει αντίθετα το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπάγγελτα και να διαπιστώσει την ύπαρξη της πλημμέλειας αυτής κατά την εκτίμηση του κύρους στην οποία καλείται να προβεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης (45).
iii) Επί του γεγονότος ότι τα επίμαχα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων έχουν καταργηθεί
104. Μολονότι κανείς από τους ενδιαφερόμενους που μετέχουν στην παρούσα διαδικασία δεν αναφέρθηκε ρητά στο ζήτημα αυτό, τίθεται εντούτοις το ερώτημα αν το γεγονός ότι οι επίμαχες πράξεις δεν ισχύουν πλέον, αφού εν τω μεταξύ είχαν όλες καταργηθεί και αντικατασταθεί από άλλες πράξεις μέχρι την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445, επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 267, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, επί του κύρους των πράξεων αυτών.
105. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Συναφώς αρκεί ή παρατήρηση ότι η κατάργηση μιας πράξης δεν ισοδυναμεί με ακύρωσή της ή με την αναγνώριση του ανισχύρου της κατόπιν υποβολής αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, διότι δεν αποτελεί διαπίστωση της έλλειψης νομιμότητας της εν λόγω πράξης και διότι παράγει καταρχήν αποτελέσματα ex nunc, ενώ η ακύρωση ή η αναγνώριση του ανισχύρου παράγουν αποτελέσματα ex tunc. Μόνο στις δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις η πράξη θεωρείται άκυρη κατά την έννοια του άρθρου 264 ΣΛΕΕ.
106. Εξάλλου, το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο δεν θεώρησαν ότι το γεγονός ότι οι πράξεις που υποβάλλονταν στην κρίση τους είχαν καταργηθεί τα εμπόδιζε να αποφανθούν επί της νομιμότητάς τους κατά την εκδίκαση προσφυγής ακύρωσης, αφού τόνισαν ότι οι πράξεις αυτές, παρά την κατάργησή τους, είχαν παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που έθιγαν τα συμφέροντα των προσφευγόντων, καθόσον μετέβαλλαν τη νομική τους κατάσταση, οπότε οι προσφεύγοντες αυτοί εξακολουθούσαν να έχουν έννομο συμφέρον για τη διαπίστωση της έλλειψης νομιμότητας (46).
107. Το γεγονός ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί βάσει του άρθρου 267, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ και όχι βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ δεν σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί διαφορετική λύση. Αντίθετα, εν προκειμένω ο έλεγχος του Δικαστηρίου επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, αφού οι εν λόγω πράξεις, παρά την κατάργησή τους, εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα, όπως αποδεικνύεται από την άσκηση δίωξης κατά των κατηγορουμένων, οι οποίοι προβάλλουν την έλλειψη νομιμότητας των εν λόγω πράξεων για να αντικρούσουν τις κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί κατ’ αυτών.
β) Επί των συνεπειών της τροποποίησης που επέφερε η απόφαση 2007/445 στη διαδικασία καταχώρισης στον κατάλογο
108. Όπως είδαμε, το Συμβούλιο, για να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου, τροποποίησε, με την απόφαση 2007/445, τη διαδικασία καταχώρισης στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001.
109. Ο Generalbundesanwalt, το Συμβούλιο και η Επιτροπή φρονούν ότι με την απόφαση αυτή κατέστησαν αναδρομικά νόμιμες οι προγενέστερες αποφάσεις για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων.
110. Δεν συμφωνώ με την παραπάνω άποψη.
111. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ορισμένες πλημμέλειες, όπως αυτές που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, μπορούν να θεραπευθούν αναδρομικά, από τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης 2007/445 προκύπτει ότι η θεραπεία αυτή θα μπορούσε το πολύ να αφορά τις αποφάσεις 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ, για τις οποίες το Συμβούλιο ενημέρωσε πράγματι εκ των υστέρων τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τις ενδιαφερόμενες ομάδες και οντότητες για τους λόγους που δικαιολογούσαν την καταχώρισή τους στον κατάλογο (47).
112. Κατά τα λοιπά, από την ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 25ης Απριλίου 2007 (48) προκύπτει ότι η δυνατότητα που δόθηκε στις ενδιαφερόμενες ομάδες και οντότητες να ζητήσουν το σκεπτικό του Συμβουλίου βάσει του οποίου περιελήφθησαν στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2581/2001 αποσκοπεί να τους παράσχει τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με την πρόθεση του Συμβουλίου να «διατηρήσει» το όνομά τους στον κατάλογο αυτό. Ομοίως, η δυνατότητά τους να ζητήσουν την «επανεξέταση της απόφασης να συμπεριληφθούν στον προαναφερόμενο κατάλογο» δεν φαίνεται να τους παρέχει το δικαίωμα να αμφισβητήσουν το κύρος όλων των μεταγενέστερων αποφάσεων με τις οποίες αποφασίστηκε να καταχωριστεί ή να παραμείνει το όνομά τους στον κατάλογο.
113. Με βάση τα δεδομένα αυτά, τίθεται εντούτοις το ερώτημα αν η απόφαση 2007/445, μολονότι δεν συνεπάγεται την εκ των υστέρων θεραπεία των πλημμελειών που ενείχαν ενδεχομένως οι προγενέστερες αποφάσεις δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων, έχει, παρ’ όλα αυτά, αναδρομική ισχύ.
114. Το ενδεχόμενο αυτό δεν αποκλείστηκε από το Πρωτοδικείο (49), το οποίο, όταν εξέτασε κατά πόσον η απόφαση 2007/445 είναι σύμφωνη με την απόφαση OMPI I, αποφάνθηκε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία η νομολογία κατά την οποία, εφόσον μια πράξη ακυρώνεται λόγω τυπικού ή διαδικαστικού ελαττώματος, το οικείο όργανο μπορεί να εκδώσει νέα πράξη με το ίδιο περιεχόμενο, τηρώντας όμως τους εν λόγω τυπικούς και διαδικαστικούς κανόνες, και μάλιστα να προσδώσει στην πράξη αυτή αναδρομικό αποτέλεσμα, αν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος και αν προστατεύεται προσηκόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερόμενων (50).
115. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η απόφαση 2007/445 έχει τέτοιο αποτέλεσμα, πράγμα που όμως δεν προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της, το αποτέλεσμα αυτό δεν θα μπορούσε να προβληθεί κατά των κατηγορουμένων της κύριας δίκης.
116. Το εν λόγω αποτέλεσμα προσκρούει συγκεκριμένα στην αρχή της μη αναδρομικότητας του ποινικού νόμου, η οποία αντιστοιχεί στην αρχή nullum crimen nulla poena sine lege, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και με το άρθρο 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
117. Η αρχή αυτή έχει εφαρμογή ακόμη και στις νομικές διατάξεις που δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, αλλά συμβάλλουν στον προσδιορισμό του αξιοποίνου της πράξης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τον κανονισμό 2580/2001 και τις αποφάσεις του Συμβουλίου για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C.
118. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε άλλωστε στην αρχή αυτή εντός ενός παρόμοιου πλαισίου, με σκοπό να αποκλείσει το ενδεχόμενο να έχει η αναδρομικότητα της διάταξης ενός κοινοτικού κανονισμού ως αποτέλεσμα την εκ των υστέρων δικαιολόγηση των ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν με εθνική πράξη που ήταν ανίσχυρη λόγω του ότι ήταν ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο (51). Ομοίως, στην απόφαση Fedesa κ.λπ., το Δικαστήριο δέχτηκε επίσης ότι η αναδρομικότητα των διατάξεων μιας οδηγίας που εκδίδεται κατόπιν της ακύρωσης προγενέστερης οδηγίας δεν μπορεί «να αποτελέσει έρεισμα κινήσεως ποινικής διαδικασίας δυνάμει εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν κατ’ εφαρμογή της ακυρωθείσας οδηγίας και στηρίζονται μόνο στην οδηγία αυτή» (52).
γ) Επί της ύπαρξης πλημμελειών που επηρεάζουν το κύρος των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C τα οποία θεσπίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της απόφασης 2007/445
119. Δεν αμφισβητείται ότι, μέχρι να αρχίσει να ισχύει η απόφαση 2007/445, η διαδικασία κατάρτισης του καταλόγου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 δεν πρόβλεπε καμία προηγούμενη κοινοποίηση στους ενδιαφερόμενους ιδιώτες και στις ενδιαφερόμενες οντότητες των επιβαρυντικών στοιχείων που δικαιολογούσαν την καταχώρισή τους στον κατάλογο αυτό (53). Τέτοια κοινοποίηση δεν προβλεπόταν άλλωστε ούτε μετά την καταχώριση.
120. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τα στοιχεία αυτά σε σχέση τα μέτρα για τη δέσμευση των κεφαλαίων του DHKP‑C τα οποία είχαν θεσπιστεί πριν από την απόφαση 2007/445.
121. Δεν αμφισβητείται άλλωστε ούτε ότι όλες οι αποφάσεις δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό 2580/2001 πριν από την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445 ήσαν αναιτιολόγητες, καθόσον οι αιτιολογικές σκέψεις των εν λόγω αποφάσεων περιλαμβάνουν γενικόλογες και τυποποιημένες εκφράσεις, ούτε ότι, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με την απόφαση OMPI I, η έλλειψη αιτιολογιών καθιστούσε αδύνατο τον επί της ουσίας δικαστικό έλεγχο των πράξεων αυτών.
122. Όπως όμως εξέθεσα ανωτέρω, με την εν λόγω απόφαση το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι πλημμέλειες αυτές επηρέαζαν το κύρος των πράξεων που υποβάλλονταν στον έλεγχό του. Το Δικαστήριο εξάλλου, όταν έκρινε τη νομιμότητα των αποφάσεων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων που είχε εκδώσει το Συμβούλιο σύμφωνα με τον κανονισμό 881/2002 (54), κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα, το οποίο προέκυπτε από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και την παραβίαση της αρχής περί αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (55).
123. Επομένως, όλες οι αποφάσεις του Συμβουλίου για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C οι οποίες εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445 ενείχαν πλημμέλειες που επηρέαζαν το κύρος τους.
3. Η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα
124. Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τη διαπίστωση της έλλειψης νομιμότητας των μέτρων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του DHKP‑C που θεσπίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, όπως συμβαίνει με τις αποφάσεις ακύρωσης που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις προδικαστικές υποθέσεις που αφορούν την εκτίμηση του κύρους κοινοτικής πράξης, έχει τη διακριτική ευχέρεια να προσδιορίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα αποτελέσματα της οικείας πράξης που θεωρούνται οριστικά (56) και γενικότερα να καθορίζει το πώς θα παραγάγει τα αποτελέσματά της η αναγνώριση του ανισχύρου της πράξης (57).
125. Εν προκειμένω φρονώ, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η υπόθεση της κύριας δίκης, ότι τα αποτελέσματα της αναγνώρισης της έλλειψης νομιμότητας των επίμαχων μέτρων πρέπει να περιοριστούν στις ποινικές μόνο συνέπειες που έχει η εφαρμογή τους σε συνδυασμό με τις απαγορεύσεις τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 2580/2001.
126. Τούτο θα ανταποκρινόταν εν μέρει στην ανάγκη ασφάλειας δικαίου, την οποία τόνισαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, οπότε θα αποφευγόταν το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί ο οριστικός χαρακτήρας των μέτρων αυτών έναντι του DHKP‑C για τον λόγο ότι η οργάνωση αυτή δεν άσκησε το δικαίωμά της να τον προσβάλει δικαστικά.
127. Με βάση όλες τις σκέψεις που διατύπωσα παραπάνω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ως εξής: Η παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2580/2001 δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αφορά μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων μιας οργάνωσης όπως η οργάνωση στην οποία ανήκαν οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης, η οποία περιελήφθη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού –και παρέμεινε στον κατάλογο αυτό μέχρι την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445– κατά παράβαση των δικαιωμάτων άμυνας της οργάνωσης αυτής και κατά παράβαση της υποχρέωσης των κοινοτικών οργάνων να παραθέτουν αιτιολογία. Τούτο ισχύει παρά το γεγονός ότι:
– τα επίμαχα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων δεν έχουν προσβληθεί από την ενδιαφερόμενη οργάνωση,
– τα μέτρα αυτά, αφού δεν έχουν ακυρωθεί κατόπιν άσκησης προσφυγής ακύρωσης ούτε έχουν κηρυχθεί ανίσχυρα με απόφαση επί προδικαστικής αίτησης, παρήγαγαν αποτελέσματα έναντι της οργάνωσης αυτής μέχρι την ημερομηνία της κατάργησής τους,
– η διαδικασία καταχώρισης στον εν λόγω κατάλογο έχει τροποποιηθεί από το χρονικό σημείο της έκδοσης της απόφασης 2007/445, αλλά η ενδιαφερόμενη οργάνωση παρέμεινε στον εν λόγω κατάλογο κατ’ εφαρμογή της νέας διαδικασίας.
V – Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
128. Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία, πρώτον, αν οι κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 απαγορεύσεις διάθεσης κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή συμμετοχής σε δραστηριότητες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα την καταστρατήγηση του εν λόγω άρθρου 2 ισχύουν και για τα μέλη του νομικού προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας και, δεύτερον, αν οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα ή οντότητα έχει ήδη (έμμεσα έστω) πρόσβαση στο περιουσιακό στοιχείο που πρόκειται να τεθεί στη διάθεσή του/της.
129. Επισημαίνεται καταρχάς ότι το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, και 2, του κανονισμού 2580/2001, καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού δεν επιτρέπουν σε καμία περίπτωση ερμηνεία που να περιορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Αντίθετα, το ίδιο το γράμμα τους, και συγκεκριμένα η χρήση ρημάτων στη μέση φωνή ή απρόσωπων ρημάτων, όπως «κανένα κεφάλαιο […] δεν διατίθεται» (58), «απαγορεύεται η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών» (59), «απαγορεύεται η συμμετοχή […] σε δραστηριότητες με αντικείμενο ή αποτέλεσμα […] την καταστρατήγηση του άρθρου 2» (60), συνηγορούν υπέρ της γενικευμένης εφαρμογής των απαγορεύσεων των εν λόγω διατάξεων, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ του επιδεικνύοντος τη συμπεριφορά που περιγράφεται στις εν λόγω διατάξεις φυσικού προσώπου και του νομικού προσώπου ή της ομάδας ή οντότητας υπέρ των οποίων επιδεικνύεται η συμπεριφορά αυτή.
130. Εξάλλου, αυτός ο περιορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής δεν δικαιολογείται ούτε από την άποψη των άρθρων 2 και 3 της κοινής θέσης 2001/931 ή του σημείου 1 της απόφασης 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας.
131. Στη συνέχεια επιβάλλεται η παρατήρηση ότι από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2580/2001 δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι η διάταξη αυτή δεν καλύπτει την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα περιλαμβανόμενη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, όταν συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, δηλαδή όταν η απόκτηση αυτή οφείλεται στη μεταφορά των εσόδων από εράνους και από την πώληση δημοσιευμάτων από ένα από τα μέλη της οικείας οργάνωσης.
132. Αντίθετα, η απαγόρευση την οποία επιβάλλει το εν λόγω άρθρο 2 έχει διατυπωθεί ευρύτατα, πράγμα που αποδεικνύεται από τη χρήση της φράσης «άμεσα ή έμμεσα». Ομοίως, η λέξη «διατίθεται» έχει ευρύ περιεχόμενο, καθόσον καλύπτει όχι μόνο κάθε πράξη της οποίας η τέλεση είναι αναγκαία, κατά την εθνική νομοθεσία, για να αποκτήσει ένα πρόσωπο πράγματι την πλήρη εξουσία διάθεσης των οικείων περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων –όπως έχει δεχτεί ήδη το Δικαστήριο σε σχέση με τον κανονισμό 881/2002 (61) –, αλλ’ επίσης, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα περιλαμβανόμενη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, κάθε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων, ακόμη και εντός των νομικών αυτών προσώπων, η οποία παρέχει στα πρόσωπα αυτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ή τους πόρους αυτούς για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν.
133. Επιπλέον, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο σε σχέση με τον κανονισμό 881/2002, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι σκοπός του κανονισμού 2580/2001 είναι η παρεμπόδιση των φυσικών ή νομικών προσώπων και των ομάδων ή οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού από την απόκτηση οποιουδήποτε είδους οικονομικών πόρων, ώστε να ματαιώνεται η χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων (62). Ο σκοπός αυτός διασαφηνίζεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, με την οποία υπενθυμίζεται ότι η καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι αποτελεσματικό στοιχείο στη μάχη κατά της ίδιας της τρομοκρατίας και συνάγεται επίσης από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη της κοινής θέσης 2001/931, με τις οποίες υπενθυμίζεται ότι η Ένωση είναι αποφασισμένη να κτυπήσει τις πηγές χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
134. Θα ήταν όμως προφανώς αντίθετο με τον σκοπό αυτό να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής των απαγορεύσεων που επιβάλλει το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001 η διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα περιλαμβανόμενη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού για τον λόγο και μόνο ότι η διάθεση αυτή πραγματοποιείται από πρόσωπο που έχει την ιδιότητα μέλους του αποδέκτη. Ομοίως, δεν θα συμβιβαζόταν με τον σκοπό αυτό η εξαίρεση της μεταφοράς κεφαλαίων ή πόρων από ένα μέλος στα ηγετικά στελέχη αυτού του νομικού προσώπου ή αυτής της ομάδας ή οντότητας για τον λόγο ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη ουσιαστικά στη διάθεσή τους τα κεφάλαια αυτά ή τους πόρους αυτούς. Αν δηλαδή η μεταφορά αυτή προορίζεται να καταστήσει δυνατή ή να διευκολύνει την τελική χρήση των εν λόγω πόρων για την επίτευξη των σκοπών της οργάνωσης, τότε αποτελεί μέρος των δραστηριοτήτων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας κατά των οποίων βάλλει ο κανονισμός 2580/2001 και επομένως πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη «διάθεσης», κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού.
135. Τέλος, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι πράξεις αυτές, δηλαδή η εκ μέρους μέλους της οργάνωσης διάθεση κεφαλαίων ή πόρων και οι εντός της οργάνωσης μεταφορές τέτοιων πόρων, δεν καλύπτονται από το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001, αυτό δεν θα σήμαινε αυτόματα ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2580/2001, διότι εμπίπτουν οπωσδήποτε στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο απαγορεύει «τη συμμετοχή, εν γνώσει και εκ προθέσεως, σε δραστηριότητες με αντικείμενο ή αποτέλεσμα, αμέσως ή εμμέσως, την καταστρατήγηση του άρθρου 2». Πράγματι, οι πράξεις αυτές ισοδυναμούν στην πράξη με καταστρατήγηση της δέσμευσης κεφαλαίων την οποία επιτάσσει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2580/2001 και η οποία αφορά τα κεφάλαια «που ανήκουν ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή […] νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3», διότι δίδουν στα πρόσωπα αυτά και στις οντότητες αυτές τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια αυτά για τους σκοπούς που επιδιώκουν.
136. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι οι απαγορεύσεις που επιβάλλονται με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 ισχύουν τόσο στην περίπτωση που ο παρέχων τους οικονομικούς πόρους είναι μέλος του νομικού προσώπου ή της ομάδας ή οντότητας την οποία αφορούν οι εν λόγω απαγορεύσεις, όσο και στην περίπτωση κατά την οποία οι πόροι αυτοί βρίσκονται ουσιαστικά ήδη στη διάθεση του νομικού προσώπου αυτού ή της ομάδας ή οντότητας αυτής, αφού βρίσκονται στην κατοχή ενός από τα μέλη του/της.
137. Επομένως, συνιστά παράβαση των διατάξεων αυτών το γεγονός ότι τα μέλη μιας οργάνωσης που έχει καταχωριστεί στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001 θέτουν στη διάθεση των ηγετικών στελεχών της οργάνωσης αυτής τα χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει από τρίτους.
138. Η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού δεν αναιρείται, κατά τη γνώμη μου, από το επιχείρημα που περιέχεται στη γνώμη του European Center for Constitutional and Human Rights (ECCHR), η οποία έχει επισυναφθεί στις παρατηρήσεις του F, και κατά το οποίο το γεγονός ότι ούτε η κοινή θέση 2001/931 ούτε ο κανονισμός 2580/2001 αναφέρουν ρητά τη συγκέντρωση χρημάτων υπέρ των οργανώσεων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους που έχουν καταρτιστεί σε εκτέλεση των πράξεων αυτών, αντίθετα από ό,τι προβλέπεται στο σημείο 1, στοιχείο β΄, της απόφασης 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας (63), αποδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εξαιρέσει τη συμπεριφορά αυτή από το πεδίο εφαρμογής τους.
139. Η ερμηνεία αυτή, ακόμη και αν θεωρούνταν ορθή, δεν θα επέτρεπε τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η διάθεση σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα περιλαμβανόμενη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001 των συγκεντρωθέντων χρημάτων, ως συμπεριφορά αυτοτελής έναντι του εράνου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των απαγορεύσεων που επιβάλλει το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν ο παρέχων τα χρήματα στο νομικό πρόσωπο ή στην ομάδα ή οντότητα είναι μέλος του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας.
140. Βάσει όλων των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα ως εξής: Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 έχουν την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που ο παρέχων τους πόρους αυτούς είναι και ο ίδιος μέλος του εν λόγω νομικού προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας.
141. Ομοίως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα ως εξής: Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 έχουν την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα ή οντότητα έχει ήδη, έμμεσα έστω, πρόσβαση στο περιουσιακό στοιχείο που πρόκειται να τεθεί στη διάθεσή του/της.
VI – Πρόταση
142. Κατόπιν όλων των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Oberlandesgericht Düsseldorf:
«1) Η παράβαση των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αφορά μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων μιας οργάνωσης όπως η οργάνωση στην οποία ανήκαν οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης, η οποία περιελήφθη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού –και παρέμεινε στον κατάλογο αυτό μέχρι την έναρξη της ισχύος της απόφασης 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ– κατά παράβαση των δικαιωμάτων άμυνας της οργάνωσης αυτής και κατά παράβαση της υποχρέωσης των κοινοτικών οργάνων να παραθέτουν αιτιολογία. Τούτο ισχύει παρά το γεγονός ότι:
– τα επίμαχα μέτρα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων δεν έχουν προσβληθεί από την ενδιαφερόμενη οργάνωση,
– τα μέτρα αυτά, αφού δεν έχουν ακυρωθεί κατόπιν άσκησης προσφυγής ακύρωσης ούτε έχουν κηρυχθεί ανίσχυρα με απόφαση επί προδικαστικής αίτησης, παρήγαγαν αποτελέσματα έναντι της οργάνωσης αυτής μέχρι την ημερομηνία της κατάργησής τους,
– η διαδικασία καταχώρισης στον εν λόγω κατάλογο έχει τροποποιηθεί από το χρονικό σημείο της έκδοσης της απόφασης 2007/445, αλλά η ενδιαφερόμενη οργάνωση παρέμεινε στον εν λόγω κατάλογο κατ’ εφαρμογή της νέας διαδικασίας.
2) Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 έχουν την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που ο παρέχων τους πόρους αυτούς είναι και ο ίδιος μέλος του εν λόγω νομικού προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας.
3) Τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2580/2001 έχουν την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει διάθεση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων σε νομικό πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή συμμετοχή σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα ή οντότητα έχει ήδη, έμμεσα έστω, πρόσβαση στο περιουσιακό στοιχείο που πρόκειται να τεθεί στη διάθεσή του/της.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 344, σ. 70.
3 – ΕΕ L 344, σ. 90.
4 – ΕΕ L 344, σ. 93.
5 – ΕΕ L 344, σ. 83.
6 – ΕΕ L 116, σ. 33.
7 – ΕΕ L 144, σ. 21.
8 – ΕΕ L 169, σ. 58.
9 – 2007/C 90/01.
10 – T‑228/02, Συλλογή 2006, σ. II‑4665, στο εξής: απόφαση OMPI I.
11 – Σκέψη 91.
12 – Το Συμβούλιο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχυρίζονταν ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, ούτε οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου παρέχουν στους ιδιώτες οποιοδήποτε δικαίωμα ακρόασης πριν από την έκδοση πράξης κανονιστικού χαρακτήρα.
13 – Σκέψεις 96 έως 98.
14 – Σκέψη 126. Το Πρωτοδικείο εκθέτει στη συνέχεια ότι, αν δεν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας της Κοινότητας ή των κρατών μελών της ή λόγοι σχετικοί με τις διεθνείς σχέσεις τους, τα επιβαρυντικά στοιχεία, αφού έχουν προσδιοριστεί, πρέπει να κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο, κατά το μέτρο του δυνατού, είτε ταυτόχρονα είτε αμέσως μετά την έκδοση της αρχικής απόφασης δέσμευσης των κεφαλαίων. Υπό τις ίδιες επιφυλάξεις, πριν από κάθε μεταγενέστερη απόφαση δέσμευσης κεφαλαίων πρέπει καταρχήν να κοινοποιούνται τα νέα επιβαρυντικά στοιχεία και να πραγματοποιείται ακρόαση. Αντιθέτως, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας δεν επιβάλλει, κατά το Πρωτοδικείο, ούτε την κοινοποίηση των επιβαρυντικών στοιχείων στον ενδιαφερόμενο πριν από τη λήψη του αρχικού μέτρου δέσμευσης κεφαλαίων ούτε την a posteriori αυτεπάγγελτη ακρόασή του σε ένα τέτοιο πλαίσιο (σκέψη 137).
15 – Σκέψη 154.
16 – Κατά το Πρωτοδικείο, «δεδομένου ότι οι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλει το Συμβούλιο στα δικαιώματα άμυνας των ενδιαφερομένων πρέπει να αντισταθμίζονται από ένα ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αυστηρό δικαστικό έλεγχο […], ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να μπορεί να ελέγχει τη νομιμότητα και το βάσιμο των μέτρων δεσμεύσεως κεφαλαίων, χωρίς να μπορούν να του αντιταχθούν το απόρρητο ή η εμπιστευτικότητα των αποδεικτικών και πληροφοριακών στοιχείων που χρησιμοποίησε το Συμβούλιο» (σκέψη 155).
17 – Σκέψη 160.
18 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T‑327/03, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2008, T‑229/02, PKK κατά Συμβουλίου, και της 3ης Απριλίου 2008, T‑253/04, Kongra-Gel κ.λπ. κατά Συμβουλίου. Όλες αυτές οι ακυρωτικές αποφάσεις στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην έλλειψη αιτιολογιών, η οποία συνιστούσε και τον μόνο λόγο ακύρωσης που εξέτασε το Πρωτοδικείο.
19 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T‑47/03, Sison κατά Συμβουλίου.
20 – Αυτό άλλωστε έχει γίνει ρητά δεκτό από το Πρωτοδικείο με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Sison κατά Συμβουλίου, με την οποία αποφάνθηκε ότι τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 2580/2001, δεδομένου ότι δεν προβλέπουν τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων των ενδιαφερομένων ως προϊόντων εγκλήματος, αλλά τη δέσμευσή τους ως προσωρινό μέτρο, δεν αποτελούν ποινικής φύσης κύρωση και δεν συνεπάγονται την απαγγελία καμιάς τέτοιας κατηγορίας (σκέψη 101).
21 – Σημεία 20 και 21 της παρούσας γνώμης.
22 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C‑188/92 (Συλλογή 1994, σ. I‑833).
23 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, 145/79, Roquette Frères (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 153, σκέψη 7).
24 – Βλ. επ’ αυτού αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1982, 11/81, Dürbeck κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 1251, σκέψη 17), της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1005, σκέψη 10), της 15ης Ιουνίου 1994, C‑137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑2555, σκέψη 48), της 8ης Ιουλίου 1999, C‑245/92 P, Chemie Linz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑4643, σκέψη 93), και της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑475/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. I‑8923, σκέψη 18).
25 – Αυτό ισχύει τουλάχιστον όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, μολονότι το Πρωτοδικείο, αφού τόνισε τον κανονιστικό χαρακτήρα των πράξεων που είχαν υποβληθεί στον έλεγχό του, τις χαρακτήρισε κατ’ ουσία ως ένα φάσμα αποφάσεων που αφορούσαν ατομικά τα πρόσωπα που είχαν καταχωριστεί στον εν λόγω κατάλογο.
26 – Με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, T‑256/07, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. II‑3019), το Πρωτοδικείο δέχτηκε πάντως ότι το τεκμήριο αυτό κάλυπτε επίσης την απόφαση του Συμβουλίου η οποία εκδόθηκε μετά την περάτωση της προφορικής διαδικασίας στην υπόθεση OMPI I και η οποία δεν ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο (σκέψη 55).
27 – Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 24 αποφάσεις Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (σκέψη 49), Chemie Linz κατά Επιτροπής (σκέψη 94) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 19).
28 – Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 24 αποφάσεις Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (σκέψη 50), Chemie Linz κατά Επιτροπής (σκέψη 95) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 20).
29 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 απόφαση People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (σκέψη 58).
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 (σκέψεις 16 και 17).
31 – Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C‑239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I‑1197, σκέψη 35), και της 8ης Μαρτίου 2007, C‑441/05, Roquette Frères (Συλλογή 2007, σ. I‑1993, σκέψη 39).
32 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 (σκέψη 24), της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑241/95, Accrington Beef κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑6699, σκέψεις 15 και 16), της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑408/95, Eurotunnel κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑6315, σκέψη 28), και Nachi Europe, προπαρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση (σκέψη 37).
33 – Αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, 216/82, Universität Hamburg (Συλλογή 1983, σ. 2771, σκέψεις 10 και 12), και Nachi Europe, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 (σκέψη 35).
34 – Σημείο 18.
35 – Το ζήτημα αυτό τέθηκε συγκεκριμένα στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Kongra-Gel κ.λπ. κατά Συμβουλίου, αλλά δεν επιλύθηκε από το Πρωτοδικείο.
36 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 113).
37 – Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 31/62 και 33/62, Wöhrmann και Lütticke (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 849, 979), της 16ης Ιουλίου 1981, 33/80, Albini κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2141, σκέψη 17), της 11ης Ιουλίου 1985, 87/77, 130/77, 22/83, 9/84 και 10/84, Salerno κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 2523, σκέψη 36), διάταξη της 28ης Ιουνίου 1993, C-64/93, Donatab κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3595, σκέψη 19), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Nachi Europe (σκέψη 33).
38 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Nachi Europe (σκέψη 34).
39 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, 21/72 έως 24/72, International Fruit Company κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279, σκέψεις 5 και 6), και της 16ης Ιουνίου 1998, C‑162/96, Racke (Συλλογή 1998, σ. I‑3655, σκέψεις 26 και 27).
40 – Εξάλλου, οι συνέπειες της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, όπως η διαπιστωθείσα με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου, βαίνουν πέραν της μη τήρησης μόνο των δικονομικών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου, διότι η προσβολή αυτή εμποδίζει ουσιαστικά τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει λυσιτελώς ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν στη μη θέσπιση των μέτρων που επηρεάζουν τη νομική του κατάσταση.
41 – Βλ., εντούτοις, την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑289, σκέψεις 72 έως 74), με την οποία το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται ότι η νομολογία TWD Textilwerke Deggendorf δεν έχει εφαρμογή, όταν το ζήτημα του κύρους τίθεται αυτεπαγγέλτως από το αιτούν δικαστήριο.
42 – Είναι αναμφισβήτητο ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αυτό το δικαίωμα επίκλησης, αφού στην περίπτωσή τους δεν ίσχυε η κατά τη νομολογία TWD Textilwerke Deggendorf απώλεια του δικαιώματος άσκησης προσφυγής.
43 – Οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 160 και 164 της απόφασης OMPI I, σχετικά με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και την τήρηση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, έχουν γενική ισχύ και δεν αφορούν μόνο την περίπτωση της προσφεύγουσας οργάνωσης.
44 – Τουλάχιστον για τον πριν από την απόφαση 2007/445 χρόνο. Είναι αυτονόητο ότι το βάσιμο μιας απόφασης για καταχώριση ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 εκτιμάται με βάση τα στοιχεία που αποτελούν την αιτιολογία για την καταχώριση αυτή και ότι, όταν πρόκειται για τη διατήρηση της καταχώρισης του ονόματος ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο για ορισμένο διάστημα, τα στοιχεία αυτά μπορούν να διαφέρουν διαχρονικά, όπως συνέβη στην περίπτωση της Οργάνωσης των Μουτζαχεντίν του Λαού του Ιράν, η οποία καταχωρίστηκε στον κατάλογο αυτό βάσει των στοιχείων που είχαν διαβιβάσει στο Συμβούλιο οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η απόφαση για διατήρηση της καταχώρισης αυτής μετά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία ελήφθη βάσει νέων στοιχείων, τα οποία είχαν διαβιβαστεί από τις γαλλικές αρχές (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Δεκεμβρίου 2008, T‑284/08, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. II‑3487).
45 – Βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1964, 73/63 και 74/63, Rotterdam και Putterskoek (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1019).
46 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1956, 7/54 και 9/54, Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 25), και της 12ης Φεβρουαρίου 1960, 16/59 έως 18/59, Geitling κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964 σ. 365)· βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Μαρτίου 1997, T‑25/96, Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II‑363).
47 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη.
48 – Βλ. σημείο 17 της παρούσας γνώμης.
49 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα (σκέψεις 65 επ.).
50 – Αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107, σκέψεις 4 έως 17), της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψεις 45 έως 47), και απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 1991, T‑26/89, de Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. II‑781, σκέψη 66). Κατά το Πρωτοδικείο, κατόπιν της απόφασης OMPI I, το Συμβούλιο μπορούσε βασίμως να διατηρήσει σε ισχύ την πράξη που κατάργησε ή αντικατέστησε την ακυρωθείσα πράξη, μετά την ολοκλήρωση της προφορικής διαδικασίας στην υπόθεση εκείνη, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτό ήταν απολύτως αναγκαίο για να μπορέσει να εκδώσει νέα πράξη, συμμορφούμενο προς τους κρίσιμους τυπικούς και διαδικαστικούς κανόνες. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο εξήγησε ότι, στην πολύ ειδική εκείνη περίπτωση, «θα ήταν αντίθετο προς την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου γενικού συμφέροντος να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να ανακαλέσει αρχικά την πράξη που δεν ανταποκρίνεται στους κανόνες αυτούς και στη συνέχεια να του επιτραπεί να δώσει αναδρομική ισχύ στη νέα πράξη που εκδίδει σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες» (σκέψη 66).
51 – Απόφαση της 10 Ιουλίου 1984, 63/83, Kirk (Συλλογή 1984, σ. 2689, σκέψεις 21 και 22).
52 – Προαναφερθείσα απόφαση (σκέψη 44).
53 – Βλ. απόφαση OMPI I (σκέψη 160).
54 – Κανονισμός (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (ΕΕ L 139, σ. 9).
55 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑6351).
56 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1988, 300/86, Van Landschoot (Συλλογή 1988, σ. 3443, σκέψη 24), και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑333/07, Régie Networks (Συλλογή 2008, σ. I‑10807, σκέψη 121).
57 – Προπαρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση Van Landschoot (σκέψη 24).
58 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ (η υπογράμμιση δική μου). Στα γερμανικά: «werden [nicht] Gelder […] bereitgestellt».
59 – Άρθρο 2, παράγραφος 2 (η υπογράμμιση δική μου). Στα γερμανικά: «[…] ist die Erbringung von Finanzdienstleistungen untersagt».
60 – Άρθρο 3, παράγραφος 1 (η υπογράμμιση δική μου). Στα γερμανικά: «Die […] Beteiligung an Maßnahmen, deren Ziel oder Folge […] die Umgehung des Artikels 2 ist, ist untersagt».
61 – Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑117/06, Möllendorf και Möllendorf-Niehuus (Συλλογή 2007, σ. I‑8361, σκέψεις 49 και 50).
62 – Βλ. την απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, C‑340/08, M κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 52), την προπαρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση Möllendorf και Möllendorf-Niehuus (σκέψη 63) και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55 απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψη 169).
63 – Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα κράτη «χαρακτηρίζουν ως έγκλημα την καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεση ή έμμεση, παροχή ή συγκέντρωση πόρων από ημεδαπούς ή εντός του εδάφους τους, εφόσον προβλέπεται ή είναι γνωστό ότι οι πόροι αυτοί θα χρησιμοποιηθούν για πράξεις τρομοκρατίας». Η εφαρμογή μιας τέτοιας διάταξης εντός της Ένωσης προβλέπεται στο άρθρο 1 της κοινής θέσης 2001/930.
Full & Egal Universal Law Academy