Υπόθεση T-30/09
Engelhorn KGaA
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού κοινοτικού σήματος peerstorm – Προγενέστερα λεκτικά κοινοτικά και εθνικά σήματα PETER STORM – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009] – Ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων – Άρθρα 15 και 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρα 15 και 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009)»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία προσφυγής – Προσφυγή ενώπιον κοινοτικού δικαστηρίου – Δικόγραφο της προσφυγής – Απαιτήσεις ως προς τον τύπο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 21· Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 44 § 1, στοιχείο γ΄)
2. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση – Έννοια – Ερμηνεία βάσει της ratio legis του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 §§ 2 και 3)
3. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση – Έννοια – Κριτήρια εκτιμήσεως
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 §§ 2 και 3)
4. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση – Εφαρμογή των κριτηρίων σε συγκεκριμένη περίπτωση
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 §§ 2 και 3)
5. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση – Κριτήρια εκτιμήσεως – Απαίτηση για συγκεκριμένα και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2, στοιχείο a΄, και 43 §§ 2 και 3)
6. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες – Κίνδυνος συγχύσεως με το προγενέστερο σήμα
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
1. Κατά το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Το δικόγραφο της προσφυγής μπορεί μεν να διευκρινίζεται και να συμπληρώνεται, ως προς συγκεκριμένα στοιχεία, με παραπομπές σε χωρία συνημμένων εγγράφων, πλην όμως η γενική παραπομπή σε άλλα κείμενα δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, πρέπει να περιέχονται στο ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής.
Δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει τους διαδίκους αναζητώντας τα κρίσιμα στοιχεία στα έγγραφα στα οποία αυτοί παραπέμπουν.
(βλ. σκέψεις 18-19)
2. Η ratio legis της προϋποθέσεως περί ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, προκειμένου να μπορεί αυτό να αντιταχθεί σε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ δύο σημάτων, εφόσον δεν υφίσταται βάσιμος οικονομικός λόγος που να απορρέει από πραγματική λειτουργία του σήματος στην αγορά. Αντιθέτως, οι εν λόγω διατάξεις δεν αποσκοπούν στην εκτίμηση της εμπορικής επιτυχίας ούτε στον έλεγχο της οικονομικής στρατηγικής μιας επιχειρήσεως ούτε, ακόμη, στην προστασία μόνον των σημάτων που ανήκουν στις σημαντικές από απόψεως μεγέθους εμπορικές εκμεταλλεύσεις.
(βλ. σκέψη 23)
3. Ουσιαστική χρήση σήματος υφίσταται όταν αυτό χρησιμοποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με τη βασική του λειτουργία, που συνίσταται στην ταυτοποίηση της προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, προς διευκόλυνση ή διατήρηση της εμπορευσιμότητας των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, και όχι όταν αυτό χρησιμοποιείται συμβολικά προς τον σκοπό της διατηρήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα και μόνον. Επιπλέον, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος σημαίνει ότι το σήμα αυτό, υπό τη μορφή που προστατεύεται στην οικεία επικράτεια, πρέπει να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι τρίτων.
Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχείων και περιστάσεων εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι έχει πράγματι γίνει εμπορική εκμετάλλευσή του, ιδίως η χρήση που ευλόγως θεωρείται, στον οικείο οικονομικό τομέα, ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ή κατάκτηση μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος.
Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών.
(βλ. σκέψεις 24-26)
4. Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως προγενέστερου σήματος σε συγκεκριμένη υπόθεση, απαιτείται σφαιρική εκτίμηση που να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στην υπόθεση αυτή. Η εκτίμηση αυτή γίνεται με δεδομένο ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμωμένων παραγόντων. Ειδικότερα, η μικρή ποσότητα προϊόντων που διατίθενται στην αγορά υπό το εν λόγω σήμα μπορεί να αντισταθμισθεί με τη μεγάλη συχνότητα ή τη μακροχρόνια συνεχή χρήση του σήματος αυτού και αντιστρόφως.
Επιπλέον, ο πραγματοποιούμενος κύκλος εργασιών, καθώς και ο όγκος των πωλήσεων των προϊόντων υπό το προγενέστερο σήμα, δεν πρέπει να εκτιμώνται ως απόλυτα μεγέθη, αλλά να εξετάζονται σε σχέση με άλλους συναφείς παράγοντες, όπως ο όγκος της εμπορικής δραστηριότητας, οι δυνατότητες παραγωγής ή διαθέσεως στο εμπόριο ή ο βαθμός διαφοροποιήσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το σήμα, καθώς και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή υπηρεσιών στην οικεία αγορά. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι απαραίτητο η χρήση του προγενέστερου σήματος να είναι πάντοτε ποσοτικώς σημαντική προκειμένου να χαρακτηριστεί ουσιαστική.
(βλ. σκέψεις 27-28)
5. Η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, δεν πρέπει να στηρίζεται σε πιθανότητες ή εικασίες, αλλά σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού, η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως προγενέστερου, εθνικού ή κοινοτικού σήματος, προς στήριξη ανακοπής κατά αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, περιλαμβάνει και την απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του εν λόγω σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή.
(βλ. σκέψεις 29-30)
6. Για τον μέσο καταναλωτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, μεταξύ του λεκτικού σημείου peerstorm, του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος για «ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας» της κλάσεως 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, και του λεκτικού σήματος PETER STORM, το οποίο έχει καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα για πανομοιότυπα προϊόντα.
Υπάρχει ορισμένη οπτική και φωνητική ομοιότητα των δύο επίμαχων σημάτων. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα είδη ενδύσεως, η οπτική ομοιότητα έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω, διότι κατά κανόνα η αγορά ενδυμάτων προϋποθέτει οπτική εξέταση των σημάτων.
Δεν αποδείχθηκε ότι το προγενέστερο σήμα, χρησιμοποιούμενο ως σύνολο στον τομέα της ένδυσης, διαθέτει περιορισμένο εγγενή διακριτικό χαρακτήρα στο έδαφος της Ένωσης.
Ακόμη και αν το προγενέστερο σήμα διαθέτει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, λόγω του ότι το σήμα αυτό και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση καλύπτουν πανομοιότυπα προϊόντα, καθώς και λόγω των διαπιστωθέντων στοιχείων οπτικής ιδίως ομοιότητας μεταξύ των δύο επίμαχων σημείων, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος συγχύσεως για το ενδιαφερόμενο κοινό όσον αφορά τα επίμαχα σήματα. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένης της σημασιολογικής ομοιότητας που παρουσιάζουν σε ορισμένο βαθμό τα επίμαχα σήματα μεταξύ τους.
(βλ. σκέψεις 50-51, 75, 78-80)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2010 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού κοινοτικού σήματος peerstorm – Προγενέστερα λεκτικά κοινοτικά και εθνικά σήματα PETER STORM – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009] – Ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων – Άρθρα 15 και 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρα 15 και 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009)»
Στην υπόθεση T‑30/09,
Engelhorn KGaA, με έδρα το Mannheim (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους W. Göpfert και K. Mende, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
The Outdoor Group Ltd, με έδρα το Northampton (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον M. Edenborough, barrister,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 28ης Οκτωβρίου 2008 (υπόθεση R 167/2008-5), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ των The Outdoor Group Ltd και Engelhorn KGaA,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Martins Ribeiro, πρόεδρο, N. Wahl και A. Dittrich (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Ιανουαρίου 2009,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Ιουνίου 2009,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Ιουνίου 2009,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα περί καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας και κρίνοντας, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 135α του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 12 Νοεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα Engelhorn KGaA υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)].
2 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο peerstorm.
3 Η καταχώριση του σήματος ζητήθηκε για προϊόντα της κλάσεως 29, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, με την εξής περιγραφή: «Ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας».
4 Η αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Bulletin des marques communautaires αριθ. 25/2005, της 20ής Ιουνίου 2005.
5 Στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, η παρεμβαίνουσα The Outdoor Group Ltd, άσκησε, βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009), ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος για τα προϊόντα που προαναφέρθηκαν στη σκέψη 3.
6 Η ανακοπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στα εξής:
– Το προγενέστερο λεκτικό κοινοτικό σήμα PETER STORM (στο εξής: προγενέστερο σήμα) καλύπτει προϊόντα της κλάσεως 25, με την εξής περιγραφή: «Ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας, παντελόνια, κοντά παντελόνια, φούστες, φορέματα, σακάκια, πουκάμισα, κοντομάνικες μπλούζες, κολεγιακές μπλούζες (φούτερ), γυναικείες μπλούζες, μάλλινες μπλούζες, πλεκτές ζακέτες, παλτά, ολόσωμες εφαρμοστές φόρμες, αθλητικές φόρμες, ολόσωμες φόρμες εργασίας, ζώνες, τζιν, παντελόνια για τρέξιμο, σπορ μπλούζες, εσώρουχα, ενδύματα για χιονοδρομίες (σκι), γιλέκα, υποδήματα, κάλτσες κοντές και είδη πιλοποιίας»·
– το καταχωρισμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερο λεκτικό σήμα PETER STORM καλύπτει προϊόντα της κλάσεως 18 και αντιστοιχεί στην εξής περιγραφή: «Είδη από δέρμα ή απομιμήσεις δέρματος, σακίδια, σακίδια πλάτης, γυλιοί, κιβώτια, αποσκευές, βαλίτσες, τσάντες γενικής χρήσεως, ζώνες, χαρτοφύλακες».
7 Η ανακοπή στηρίχθηκε στον λόγο του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ και β΄, του κανονισμού 207/2009).
8 Κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 30 Μαΐου 2006, το ΓΕΕΑ ζήτησε από την παρεμβαίνουσα, στις 4 Ιουλίου 2006, να προσκομίσει, έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2006, αποδείξεις της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009) και τον κανόνα 22 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 303, σ. 1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Το ΓΕΕΑ παρέτεινε την προθεσμία αυτή έως τις 5 Νοεμβρίου 2006. Δεν ζητήθηκαν αποδείξεις της προγενέστερης χρήσεως του καταχωρισμένου στο Ηνωμένο Βασίλειο προγενέστερου σήματος.
9 Στις 6 Νοεμβρίου 2006, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε μαρτυρική κατάθεση συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου που την εκπροσωπούσε. Με την κατάθεσή του αυτή, ο εν λόγω συνεργάτης δήλωσε ότι η παρεμβαίνουσα είναι μητρική εταιρία των εταιριών Μ. και Β. και ότι το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιούνταν κατά την πενταετία προ της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Η παρεμβαίνουσα προσκόμισε επίσης τον κατάλογο «φθινόπωρο/χειμώνας 2002» της εταιρίας M., ο οποίος δημοσιεύθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον οποίο περιλαμβάνεται συλλογή ρούχων με το σήμα PETER STORM, οι τιμές τους, καθώς και κατάλογος των καταστημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα οποία πωλούνται τα συγκεκριμένα είδη. Επιπλέον, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε τον κατάλογο «άνοιξη/καλοκαίρι 2002» της εταιρίας M., ο οποίος δημοσιεύθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον οποίο περιλαμβάνεται συλλογή υποδημάτων με το σήμα PETER STORM, καθώς και οι τιμές τους.
10 Κατόπιν των παρατηρήσεων που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με τις οποίες χαρακτήριζε ανεπαρκείς τις αποδείξεις της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος, η παρεμβαίνουσα, ανταποκρινόμενη στο αίτημα του ΓΕΕΑ να υποβάλει τις δικές της παρατηρήσεις, προσκόμισε, στις 4 Μαΐου 2007, μαρτυρική κατάθεση του γραμματέα της εταιρίας. Στην κατάθεσή του αυτή ο εν λόγω γραμματέας δήλωσε ότι η παρεμβαίνουσα δραστηριοποιείται σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω των αλυσίδων καταστημάτων λιανικής πωλήσεως M. και B., και ότι οι πωλήσεις προϊόντων καλυπτόμενων από το προγενέστερο σήμα, το οποίο έχει καταχωριστεί για ρούχα, υποδήματα και είδη πιλοποιίας, υπερέβησαν τα 11 εκατομμύρια λίρες στερλίνες (GBP) σε διάστημα τεσσάρων εβδομάδων τον Δεκέμβριο του 2004. Στην κατάθεση επισυνάπτεται οικονομική έκθεση σχετικά με τις εμπορικές δραστηριότητες, η οποία περιλαμβάνει κατάλογο πωλήσεων προϊόντων προσδιοριζόμενων με κωδικό σε διάστημα τεσσάρων εβδομάδων τον Δεκέμβριο του 2004.
11 Στις 30 Νοεμβρίου 2007, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή.
12 Στις 14 Ιανουαρίου 2008, η παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009), προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
13 Με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2008 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πέμπτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ δέχθηκε την προσφυγή. Ειδικότερα, έκρινε ότι αποδείχθηκε η ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος όσον αφορά ρούχα, υποδήματα και είδη πιλοποιίας. Κατέληξε ότι, λόγω της απόλυτης ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και των προϊόντων που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, λόγω ορισμένης οπτικής και φωνητικής ομοιότητας των δύο επίμαχων σημείων και λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου της προσοχής του μέσου καταναλωτή κατά την αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των δύο αυτών σημείων.
Αιτήματα των διαδίκων
14 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– να απορρίψει την ανακοπή στο σύνολό της,
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
15 Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
16 Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού της γενικής παραπομπής εκ μέρους της προσφεύγουσας στα υποβληθέντα ενώπιον του ΓΕΕΑ έγγραφα
17 Η προσφεύγουσα παραπέμπει στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε εγγράφως κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ.
18 Κατά το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Κατά πάγια νομολογία, το δικόγραφο της προσφυγής μπορεί μεν να διευκρινίζεται και να συμπληρώνεται, ως προς συγκεκριμένα στοιχεία, με παραπομπές σε χωρία συνημμένων εγγράφων, πλην όμως η γενική παραπομπή σε άλλα κείμενα δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, πρέπει να περιέχονται στο ίδιο το δικόγραφο της προσφυγής [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, T‑183/03, Applied Molecular Evolution κατά ΓΕΕΑ (APPLIED MOLECULAR EVOLUTION), Συλλογή 2004, σ. II‑3113, σκέψη 11, της 19ης Οκτωβρίου 2006, T‑350/04 έως T‑352/04, Bitburger Brauerei κατά ΓΕΕΑ – Anheuser-Busch (BUD, American Bud και Anheuser Busch Bud), Συλλογή 2006, σ. II‑4255, σκέψη 33, και της 15ης Οκτωβρίου 2008, T‑305/06 έως T‑307/06, Air Products and Chemicals κατά ΓΕΕΑ – Messer Group (Ferromix, Inomix και Alumix), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21].
19 Δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει τους διαδίκους αναζητώντας τα κρίσιμα στοιχεία στα έγγραφα στα οποία αυτοί παραπέμπουν [απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Απριλίου 2008, T‑389/03, Dainichiseika Colour & Chemicals Mfg. κατά ΓΕΕΑ – Pelikan (παράσταση πελεκάνου), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19]. Κατά συνέπεια, το δικόγραφο της προσφυγής, κατά το μέρος που παραπέμπει στα υποβληθέντα ενώπιον του ΓΕΕΑ έγγραφα, είναι απαράδεκτο, εφόσον η διά του δικογράφου γενική παραπομπή στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι δυνατόν να συσχετιστεί με τους λόγους ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο δικόγραφο της προσφυγής.
Επί της ουσίας
20 Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους, σχετικά, αφενός, παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 15 του κανονισμού 207/2009) και του άρθρου 43, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού και, αφετέρου, παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παράβαση του άρθρου 15 και του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού40/94
21 Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η παρεμβαίνουσα προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία εκπρόθεσμα και ότι τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούσαν προς απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ως προς τα οποία έχει καταχωριστεί και στα οποία στηρίχθηκε η ανακοπή. Όσον αφορά, πρώτον, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στις 6 Νοεμβρίου 2006, αυτά προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα διότι η σχετική προθεσμία έληξε στις 5 Νοεμβρίου 2006. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά δεν είναι επαρκή, διότι δεν περιέχουν καμία ένδειξη σχετικά με την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Όσον αφορά, δεύτερον, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στις 4 Μαΐου 2007, το τμήμα προσφυγών δεν έπρεπε να τα δεχθεί, διότι προσκομίστηκαν μετά την προθεσμία που είχε ορίσει το ΓΕΕΑ για την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων.
22 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
23 Κατά πάγια νομολογία, όπως προκύπτει από το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της ένατης αιτιολογικής σκέψεως του εν λόγω κανονισμού (νυν δέκατης αιτιολογικής σκέψεως 10 του κανονισμού 207/2009), και από τον κανόνα 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95, η ratio legis της προϋποθέσεως περί ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος, προκειμένου να μπορεί αυτό να αντιταχθεί σε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ δύο σημάτων, εφόσον δεν υφίσταται βάσιμος οικονομικός λόγος που να απορρέει από πραγματική λειτουργία του σήματος στην αγορά. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν αποσκοπεί στην εκτίμηση της εμπορικής επιτυχίας ούτε στον έλεγχο της οικονομικής στρατηγικής μιας επιχειρήσεως ούτε, ακόμη, στην προστασία μόνον των σημάτων που ανήκουν στις σημαντικές από απόψεως μεγέθους εμπορικές εκμεταλλεύσεις [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑203/02, Sunrider κατά ΓΕΕΑ – Espadafor Caba (VITAFRUIT), Συλλογή 2004, σ. II‑2811, σκέψεις 36 έως 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
24 Ουσιαστική χρήση σήματος υφίσταται όταν αυτό χρησιμοποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με τη βασική του λειτουργία, που συνίσταται στην ταυτοποίηση της προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, προς διευκόλυνση ή διατήρηση της εμπορευσιμότητας των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, και όχι όταν αυτό χρησιμοποιείται συμβολικά προς τον σκοπό της διατηρήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα και μόνον (βλ. κατ’ αναλογία απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, C‑40/01, Ansul, Συλλογή 2003, σ. I‑2439, σκέψη 43). Συναφώς, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος σημαίνει ότι το σήμα αυτό, υπό τη μορφή που προστατεύεται στην οικεία επικράτεια, πρέπει να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι τρίτων (προπαρατεθείσα απόφαση VITAFRUIT, σκέψη 39· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Ansul, σκέψη 37).
25 Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχείων και περιστάσεων εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι έχει πράγματι γίνει εμπορική εκμετάλλευσή του, ιδίως η χρήση που ευλόγως θεωρείται, στον οικείο οικονομικό τομέα, ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ή κατάκτηση μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος (προπαρατεθείσα απόφαση VITAFRUIT, σκέψη 40· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Ansul, σκέψη 43).
26 Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών [προπαρατεθείσα απόφαση VITAFRUIT, σκέψη 41, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑334/01, MFE Marienfelde κατά ΓΕΕΑ – Vétoquinol (HIPOVITON), Συλλογή 2004, σ. II‑2787, σκέψη 35].
27 Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως προγενέστερου σήματος σε συγκεκριμένη υπόθεση, απαιτείται σφαιρική εκτίμηση που να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στην προκειμένη υπόθεση. Η εκτίμηση αυτή γίνεται με δεδομένο ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμωμένων παραγόντων. Ειδικότερα, η μικρή ποσότητα προϊόντων που διατίθενται στην αγορά υπό το εν λόγω σήμα μπορεί να αντισταθμισθεί με τη μεγάλη συχνότητα ή τη μακροχρόνια συνεχή χρήση του σήματος αυτού και αντιστρόφως. (προπαρατεθείσες αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 42, και HIPOVITON, σκέψη 36).
28 Επιπλέον, ο πραγματοποιούμενος κύκλος εργασιών, καθώς και ο όγκος των πωλήσεων των προϊόντων υπό το προγενέστερο σήμα, δεν πρέπει να εκτιμώνται ως απόλυτα μεγέθη, αλλά να εξετάζονται σε σχέση με άλλους συναφείς παράγοντες, όπως ο όγκος της εμπορικής δραστηριότητας, οι δυνατότητες παραγωγής ή διαθέσεως στο εμπόριο ή ο βαθμός διαφοροποιήσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το σήμα, καθώς και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή υπηρεσιών στην οικεία αγορά. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι απαραίτητο η χρήση του προγενέστερου σήματος να είναι πάντοτε ποσοτικώς σημαντική προκειμένου να χαρακτηριστεί ουσιαστική (προπαρατεθείσες αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 42, και HIPOVITON, σκέψη 36).
29 Η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως σήματος δεν πρέπει να στηρίζεται σε πιθανότητες ή εικασίες, αλλά σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T‑39/01, Kabushiki Kaisha Fernandes κατά ΓΕΕΑ – Harrison (HIWATT), Συλλογή 2002, σ. II‑5233, σκέψη 47, και της 6ης Οκτωβρίου 2004, T‑356/02, Vitakraft-Werke Wührmann κατά ΓΕΕΑ – Krafft (VITAKRAFT), Συλλογή 2002, σ. II‑3445, σκέψη 28].
30 Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 207/2009], σε συνδυασμό με το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94, η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως προγενέστερου, εθνικού ή κοινοτικού σήματος, προς στήριξη ανακοπής κατά αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, περιλαμβάνει και την απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του εν λόγω σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 2005, T‑29/04, Castellblanch κατά ΓΕΕΑ – Champagne Roederer (CRISTAL CASTELLBLANCH), Συλλογή 2005, σ. II‑5309, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
31 Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να εξεταστεί αν το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ αποδεικνύουν την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος.
32 Δεδομένου ότι η υποβληθείσα από την προσφεύγουσα αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουνίου 2005, η προβλεπόμενη από το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 πενταετία εκτείνεται από τις 20 Ιουνίου 2000 έως τις 19 Ιουνίου 2005 (στο εξής: κρίσιμο χρονικό διάστημα).
33 Όπως προκύπτει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στις προβλεπόμενες από τον κανονισμό κυρώσεις υπόκεινται μόνον τα σήματα των οποίων δεν γίνεται ουσιαστική χρήση επί πέντε συνεχή έτη. Επομένως, οι κυρώσεις αυτές δεν επέρχονται αν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος σε μέρος μόνον του κρίσιμου χρονικού διαστήματος.
34 Όσον αφορά, πρώτον, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στις 6 Νοεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα προβάλλει, πρώτον, ότι τα στοιχεία αυτά προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα και, ως εκ τούτου, έπρεπε να κριθούν απαράδεκτα.
35 Τονίζεται, συναφώς, ότι το τμήμα ανακοπών έταξε στην παρεμβαίνουσα προθεσμία έως τις 5 Νοεμβρίου 2006 να προσκομίσει αποδείξεις της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου κοινοτικού λεκτικού σήματος (βλ. σκέψη 8 ανωτέρω). Σύμφωνα με τον κανόνα 72, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, αν η προθεσμία λήγει είτε σε ημέρα κατά την οποία δεν είναι δυνατή η κατάθεση εγγράφων στο ΓΕΕΑ είτε σε ημέρα κατά την οποία δεν γίνεται τακτική ταχυδρομική διανομή στον τόπο της έδρας του ΓΕΕΑ, για λόγους διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 2 του κανόνα 72, η προθεσμία παρατείνεται έως την πρώτη ημέρα κατά την οποία είναι δυνατή η κατάθεση των εγγράφων ή κατά την οποία γίνεται τακτική ταχυδρομική διανομή. Δεδομένου ότι η 5η Νοεμβρίου 2006 ήταν Κυριακή, η προθεσμία παρατάθηκε έως την επομένη ημέρα κατά την οποία ήταν δυνατή η κατάθεση εγγράφων στο ΓΕΕΑ, δηλαδή έως τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2006. Κατά συνέπεια, η προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων στις 6 Νοεμβρίου 2006 ήταν εμπρόθεσμη.
36 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στις 6 Νοεμβρίου 2006 δεν είναι επαρκή, διότι δεν περιέχουν καμία ένδειξη σχετικά με την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Δεν προσκομίστηκε κανένα συμπληρωματικό στοιχείο, όπως συσκευασία, ετικέτα ή σχέδιο που να αποδεικνύει ότι τα προϊόντα όντως διατέθηκαν προς πώληση.
37 Τονίζεται, συναφώς, ότι, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 15 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στις 6 Νοεμβρίου 2006 αρκούν για να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος.
38 Η παρεμβαίνουσα προσκόμισε, μεταξύ άλλων, δύο καταλόγους που δημοσίευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο η εταιρία λιανικής πωλήσεως M. Ο ένας αφορούσε την περίοδο φθινόπωρο/χειμώνας 2002 και ο έτερος την περίοδο άνοιξη/καλοκαίρι 2004. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά τον κανόνα 22, παράγραφος 4, του κανονισμού 22868/95, οι κατάλογοι περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά στοιχεία της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των καταλόγων αυτών. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για καταλόγους γνήσιους και αξιόπιστους.
39 Όσον αφορά τον κατάλογο «φθινόπωρο/χειμώνας 2002», ο οποίος περιέχει 36 σελίδες, τονίζεται ότι, πέραν των ειδών ενδύσεως με διαφορετικό σήμα, διατίθενται προς πώληση πλέον των 80 διαφορετικών ειδών με το σήμα PETER STORM. Πρόκειται για ανδρικά και γυναικεία πανωφόρια, πουλόβερ, παντελόνια, κοντομάνικα μπλουζάκια, υποδήματα, κάλτσες, καπέλα και γάντια, των οποίων τα χαρακτηριστικά περιγράφονται συνοπτικά. Το προγενέστερο σήμα αναγράφεται με ιδιαίτερους χαρακτήρες δίπλα σε κάθε είδος. Στον κατάλογο αναγράφονται η τιμή κάθε είδους σε GBP, καθώς και ο αριθμός του. Ο κατάλογος περιέχει δελτίο παραγγελίας, όπου αναγράφονται αριθμός τηλεφώνου, αριθμός τηλεομοιότυπου, ταχυδρομική διεύθυνση και διαδικτυακή διεύθυνση για αγορές εξ αποστάσεως. Εξάλλου, αναγράφονται λεπτομερή στοιχεία σχετικά με διάφορους τρόπους παραγγελίας, καθώς και οι γενικοί όροι πωλήσεως, περιλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με αλλαγές και επιστροφές. Επιπλέον, παρατίθεται κατάλογος με περισσότερα από 240 καταστήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διατίθενται προς πώληση τα είδη ενδύσεως. Αναγράφονται επίσης η ταχυδρομική διεύθυνση και ο αριθμός τηλεφώνου κάθε καταστήματος.
40 Ο εξασέλιδος κατάλογος «άνοιξη/καλοκαίρι 2004» περιλαμβάνει μόνον υποδήματα. Πέραν των λοιπών ειδών που διατίθενται προς πώληση, ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει επτά είδη με το σήμα PETER STORM και συνοπτική περιγραφή των χαρακτηριστικών εκάστου. Το προγενέστερο σήμα αναγράφεται επίσης με ιδιαίτερους χαρακτήρες δίπλα σε κάθε είδος. Στον κατάλογο αναγράφονται η τιμή κάθε είδους σε GBP, καθώς και ο αριθμός του. Αναγράφονται επίσης αριθμός τηλεφώνου και διαδικτυακή διεύθυνση για αγορές εξ αποστάσεως.
41 Με τους καταλόγους αυτούς, η παρεμβαίνουσα απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιείται με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, έστω και αν, αντιθέτως προς ό,τι διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 15 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εταιρία M. δεν αποτελεί τρίτο σε σχέση με την παρεμβαίνουσα, καθώς, στην πραγματικότητα, η παρεμβαίνουσα είναι μητρική εταιρία της εταιρίας αυτής.
42 Συγκεκριμένα, από τους καταλόγους αυτούς της δραστηριοποιούμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρίας λιανικής πωλήσεως M., οι οποίοι περιέχουν και άλλα είδη με διαφορετικά σήματα, προκύπτει ότι το σήμα PETER STORM χρησιμοποιούνταν στο Ηνωμένο Βασίλειο για είδη ενδύσεως επί σημαντικό μέρος του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, δηλαδή για τις περιόδους φθινόπωρο/χειμώνας 2002 και άνοιξη/καλοκαίρι 2004. Το σήμα χρησιμοποιείται για πολλά προϊόντα, τα οποία μπορούν να αγοραστούν είτε εξ αποστάσεως είτε σε καταστήματα. Οι κατάλογοι προορίζονται για τελικούς καταναλωτές, περιέχουν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τα προϊόντα με το σήμα αυτό που διατίθενται προς πώληση, την τιμή τους και τον τρόπο διαθέσεώς τους στην αγορά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι παρατίθενται αριθμοί τηλεφώνου και τηλεομοιοτύπου, ταχυδρομικές και διαδικτυακές διευθύνσεις για εξ αποστάσεως αγορές, καθώς και συγκεκριμένα στοιχεία για μεγάλο αριθμό καταστημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου τα επίμαχα προϊόντα διατίθενται προς πώληση, διαπιστώνεται ότι τα επίμαχα προϊόντα διατίθενται προς πώληση με το σήμα PETER STORM στους τελικούς καταναλωτές.
43 Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, είναι αληθές ότι οι κατάλογοι αυτοί δεν περιέχουν στοιχεία σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες από την παρεμβαίνουσα πωλήσεις προϊόντων με το σήμα PETER STORM. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί συναφώς υπόψη ότι οι κατάλογοι περιλαμβάνουν πολλά είδη με το σήμα PETER STORM, τα οποία ήταν διαθέσιμα προς πώληση σε περισσότερα από 240 καταστήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο επί μεγάλο μέρος του κρίσιμου χρονικού διαστήματος. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στη διαπίστωση, στο πλαίσιο της σφαιρικής αξιολογήσεως του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, ότι η χρήση του σήματος αυτού είναι σε ορισμένο βαθμό εκτεταμένη. Επίσης, υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η απαίτηση για ουσιαστική χρήση προγενέστερου σήματος δεν αποσκοπεί στην αξιολόγηση της εμπορικής επιτυχίας της οικείας επιχειρήσεως (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω).
44 Κατά συνέπεια, η παρεμβαίνουσα, προσκομίζοντας τους εν λόγω καταλόγους, υπέβαλε επαρκή στοιχεία σχετικά με τον τόπο, τη διάρκεια, τη φύση και την έκταση της χρήσεως του σήματος PETER STORM. Βάσει των στοιχείων αυτών, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 15 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μπορεί να αποκλειστεί η συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως κρίνεται απορριπτέος, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν το τμήμα προσφυγών ορθώς δέχθηκε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στις 4 Μαΐου 2007.
Επί του δεύτερου λόγου, σχετικά με παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94
46 Προς στήριξη του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι είναι πολύ περιορισμένη η ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων που καλύπτονται από το προγενέστερο καταχωρισμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμα και από το κοινοτικό σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Επιπλέον, λόγω, αφενός, των φωνητικών, οπτικών και σημασιολογικών διαφορών μεταξύ των επίμαχων σημείων και, αφετέρου, του περιορισμένου διακριτικού χαρακτήρα του σήματος PETER STORM, δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των δύο επίμαχων σημάτων.
47 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.
48 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, δεν γίνεται δεκτή η καταχώριση του σήματος αν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής εντός της οποίας προστατεύεται το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, i και ii, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, i και ii, του κανονισμού 207/2009], ως προγενέστερα σήματα νοούνται τα κοινοτικά και τα καταχωρισμένα σε κράτος μέλος σήματα.
49 Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως εκτιμάται σφαιρικά, ανάλογα με το πώς το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα σημεία και τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ιδίως της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T‑162/01, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), Συλλογή 2003, σ. II‑2821, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
50 Όσον αφορά τον προσδιορισμό του ενδιαφερόμενου κοινού, διαπιστώνεται ότι τα καλυπτόμενα από τα επίμαχα σήματα προϊόντα απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών, οπότε το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή που θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως συνετός και ενημερωμένος.
51 Όσον αφορά την εδαφική περιοχή εντός της οποίας προστατεύεται το σήμα, δεδομένου ότι το προγενέστερο σήμα που ελήφθη υπόψη από το τμήμα προσφυγών είναι κοινοτικό σήμα, η εδαφική περιοχή εντός της οποίας πρέπει να αξιολογηθεί ο κίνδυνος συγχύσεως είναι το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
– Σχετικά με τη σύγκριση των προϊόντων
52 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το προγενέστερο σήμα και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση προσδιορίζουν πανομοιότυπα προϊόντα, καθώς αφορούν αμφότερα ρούχα, υποδήματα και είδη πιλοποιίας.
53 Δεδομένου ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και το προγενέστερο σήμα καλύπτουν πανομοιότυπα προϊόντα, παρέλκει η σύγκριση μεταξύ των προϊόντων που καλύπτονται από το καταχωρισμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμα και των προϊόντων που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
– Σχετικά με τη σύγκριση των σημείων
54 Όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή σημασιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημείων, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των διακριτικών και προεχόντων στοιχείων τους. Η αντίληψη που σχηματίζει ο μέσος καταναλωτής για τα οικεία προϊόντα έχει καθοριστική σημασία στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής συνήθως αντιλαμβάνεται το σήμα ως σύνολο χωρίς να εξετάζει τα επιμέρους στοιχεία του (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2007, C‑334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker, Συλλογή 2007, σ. I‑4529, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55 Το τμήμα προσφυγών έκρινε, με τα σημεία 26 έως 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα δύο επίμαχα σημεία, δηλαδή τα σημεία peerstorm και PETER STORM, παρουσιάζουν ορισμένη οπτική και φωνητική ομοιότητα. Ωστόσο, κατά το τμήμα προσφυγών, δεν υφίσταται σημασιολογική ομοιότητα μεταξύ των δύο σημείων.
56 Η προσφεύγουσα επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι τα επίμαχα σημεία παρουσιάζουν οπτικές, φωνητικές και σημασιολογικές διαφορές. Τονίζει, συναφώς, ότι το σήμα PETER STORM συνίσταται από δύο λέξεις, ήτοι όνομα και επώνυμο, ενώ το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση συνίσταται από μία μόνο λέξη, η οποία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί σε όνομα και επώνυμο.
57 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η προσφεύγουσα.
58 Πρώτον, όσον αφορά την οπτική σύγκριση των επίμαχων σημάτων, δηλαδή του προγενέστερου σήματος και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, διαπιστώνονται δύο διαφορές. Συγκεκριμένα, αφενός, ενώ το προγενέστερο σήμα συνίσταται από δύο λέξεις χωριζόμενες από διάστημα, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση συνίσταται από μία μόνο λέξη. Αφετέρου, όσον αφορά το αρχικό τμήμα των επίμαχων σημάτων, στο προγενέστερο σήμα, σε αντίθεση με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, το γράμμα «t» παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο «e» που απαντούν στο πρώτο στοιχείο αυτού. Πέραν των διαφορών αυτών, διαπιστώνεται ότι τα δύο επίμαχα σήματα περιλαμβάνουν τα ίδια γράμματα, με την ίδια σειρά, το δε στοιχείο «storm» απαντά αυτούσιο σε αμφότερα.
59 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι ο καταναλωτής δίδει στο αρχικό τμήμα των λεκτικών σημάτων μάλλον μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με το επόμενο [βλ. σχετικά, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Μαρτίου 2004, T‑183/02 και T‑184/02, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – González Cabello και Iberia Líneas Aéreas de España (MUNDICOR), Συλλογή 2004, σ. II‑965, σκέψη 81, και της 16ης Μαρτίου 2005, T‑112/03, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ – Revlon (FLEXI AIR), Συλλογή 2005, σ. II‑949, σκέψεις 64 και 65]. Τούτο, όμως, δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις [βλ. σχετικά, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2003, T‑292/01, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), Συλλογή 2003, σ. II‑4335, σκέψη 50, και της 6ης Ιουλίου 2004, T‑117/02, Grupo El Prado Cervera κατά ΓΕΕΑ – Héritiers Debuschewitz (CHUFAFIT), Συλλογή 2004, σ. II‑2073, σκέψη 48].
60 Ο μέσος καταναλωτής, μολονότι, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 54 ανωτέρω, αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως ολότητα και δεν εξετάζει τα επιμέρους στοιχεία του, εντούτοις, όταν υποπίπτει στην αντίληψή του λεκτικό σημείο, το αναλύει σε λεκτικά στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν γι’ αυτόν συγκεκριμένη έννοια ή ομοιάζουν προς λέξεις τις οποίες γνωρίζει [απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 2004, T‑356/02, Vitakraft-Werke Wührmann κατά ΓΕΕΑ – Krafft (VITAKRAFT), Συλλογή 2004, σ. II‑3445, σκέψη 51 και της 13ης Φεβρουαρίου 2007, T‑256/04, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ – Altana Pharma (RESPICUR), Συλλογή 2007, σ. II‑449, σκέψη 57].
61 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το στοιχείο «storm», ειδικότερα, το οποίο περιλαμβάνεται σε αμφότερα τα επίμαχα σήματα, ελκύει την προσοχή του μέσου αγγλόφωνου καταναλωτή, λόγω του λεκτικού περιεχομένου του και της δυνατότητας του εν λόγω καταναλωτή να αντιληφθεί τη σημασία του. Κατά συνέπεια, ο καταναλωτής θα αναλύσει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση σε δύο στοιχεία, «peer» και «storm», οπότε περιορίζεται η σημασία της διαφοροποιήσεως που προκύπτει από την παρουσία του διαστήματος στο προγενέστερο σήμα.
62 Όσον αφορά τη διαφοροποίηση λόγω της παρουσίας του γράμματος «t» στην πρώτη λέξη του προγενέστερου σήματος, τονίζεται ότι, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το γράμμα αυτό, λόγω της θέσεώς του μεταξύ των δύο γραμμάτων «e», καθίσταται, από οπτικής απόψεως, λιγότερο αντιληπτό για τον οικείο καταναλωτή. Επομένως, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι τα δύο επίμαχα σήματα, εξεταζόμενα σφαιρικά, παρουσιάζουν ορισμένη οπτική ομοιότητα.
63 Δεύτερον, όσον αφορά τη φωνητική σύγκριση των επίμαχων σημάτων, το τμήμα προσφυγών ορθώς διαπίστωσε, με το σημείο 26 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «storm» προφέρεται πανομοιότυπα σε αμφότερα τα επίμαχα σήματα. Όσον αφορά τα στοιχεία «peer» και «peter» που εμφανίζονται αντιστοίχως στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και στο προγενέστερο σήμα, τονίζεται ότι, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών, τα γράμματα «ee» του στοιχείου «peer» και το γράμμα «e» στην πρώτη συλλαβή του στοιχείου «peter» εκφωνούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε πολλές γλώσσες είτε ως «ie» στα αγγλικά, είτε ως μακρό «éé» στα ολλανδικά και στα γερμανικά είτε ως «é» στα γαλλικά. Η μόνη διαφοροποίηση συνίσταται στην παρουσία του γράμματος «t» στο πρώτο στοιχείο του προγενέστερου σήματος. Συγκεκριμένα, λόγω της παρουσίας, στη συγκεκριμένη θέση, του γράμματος αυτού, το οποίο κατά κανόνα παράγει ήχο καθαρό και σκληρό, το προγενέστερο σήμα περιλαμβάνει τρεις συλλαβές. Αντιθέτως, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αριθμεί δύο μόνο συλλαβές.
64 Συναφώς, τονίζεται ότι η λέξη «peter» προφέρεται τονιζόμενη στην πρώτη συλλαβή, οπότε το γράμμα «t» και η δεύτερη συλλαβή της λέξεως αυτής ακούγονται λιγότερο. Το γεγονός ότι το γράμμα «t» δεν απαντά στο αρχικό τμήμα του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν αναιρεί, συνεπώς, τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι υφίσταται ορισμένη φωνητική ομοιότητα μεταξύ των δύο επίμαχων σημάτων.
65 Τρίτον, όσον αφορά τη σημασιολογική σύγκριση των επίμαχων σημάτων, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, αντίθετα προς το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, το προγενέστερο σήμα συνίσταται από όνομα και επώνυμο. Για τους αγγλόφωνους και τους γερμανόφωνους καταναλωτές, το στοιχείο «peer» στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, πέραν του ότι ομοιάζει με σκανδιναβικό όνομα, μπορεί να εκληφθεί με τη σημασία «άρχοντας».
66 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι τα δύο επίμαχα σήματα συνίστανται από όνομα και επώνυμο. Συγκεκριμένα, το στοιχείο «storm», το οποίο περιλαμβάνεται σε αμφότερα τα σήματα, μπορεί αναμφισβήτητα να αποτελέσει επώνυμο προσώπου. Όσον αφορά τα στοιχεία «peer» και «peter» που απαντούν αντιστοίχως στο σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και στο προγενέστερο σήμα, το τμήμα προσφυγών ορθώς διαπίστωσε, με το σημείο 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αυτά αποτελούν ονόματα προσώπων. Όσον αφορά το στοιχείο «peer», ο αγγλόφωνος καταναλωτής μπορεί, βεβαίως, να το εκλάβει υπό τη σημασία «άρχοντας». Ωστόσο, στις σκανδιναβικές χώρες και στη Γερμανία, αποτελεί όνομα προσώπου. Το γεγονός ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση γράφεται με μία λέξη δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι αμφότερα τα επίμαχα σήματα συνίστανται από όνομα και επώνυμο. Συγκεκριμένα, η παρεμβαίνουσα ορθώς επισήμανε ότι, για τον ενδιαφερόμενο καταναλωτή, είναι σύνηθες να παραλείπονται τα διαστήματα μεταξύ ονόματος και επωνύμου από τα οποία συνίσταται ένα σήμα, προς σχηματισμό διαδικτυακής διευθύνσεως.
67 Εν προκειμένω, πρέπει επιπλέον να τονιστεί ότι, όπως επισήμανε η προσφεύγουσα, οι αγγλόφωνοι καταναλωτές ενδέχεται να συσχετίσουν το επώνυμο Storm με την κακοκαιρία. Λόγω της παρουσίας, σε αμφότερα τα επίμαχα σήματα, του στοιχείου «storm», στο οποίο θα επικεντρωθεί η προσοχή του μέσου αγγλόφωνου καταναλωτή, ιδίως λόγω του λεκτικού περιεχομένου του και του τρόπου με τον οποίον ο εν λόγω καταναλωτής το αντιλαμβάνεται σημασιολογικώς (βλ. σκέψεις 60 και 61 ανωτέρω), τα επίμαχα σήματα υποδηλώνουν ότι τα οικεία προϊόντα, δηλαδή τα υποδήματα, τα ενδύματα και τα είδη πιλοποιίας, εξασφαλίζουν προστασία σε περίπτωση κακοκαιρίας.
68 Δεδομένου ότι αμφότερα τα επίμαχα σήματα συνίστανται από όνομα και επώνυμο και υποδηλώνουν ότι τα οικεία προϊόντα προστατεύουν από την κακοκαιρία, επισημαίνεται ότι, αντίθετα προς ό,τι διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών με το σημείο 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υφίσταται σημασιολογική ομοιότητα μεταξύ των δύο επίμαχων σημάτων.
69 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε, κατά συνέπεια, ότι μεταξύ των επίμαχων σημάτων υφίσταται ορισμένη οπτική και φωνητική ομοιότητα. Επιπλέον, αντιθέτως προς τις διαπιστώσεις του τμήματος προσφυγών, υφίσταται και ορισμένη σημασιολογική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων.
– Επί του κινδύνου συγχύσεως
70 Η σφαιρική εκτίμηση γίνεται με δεδομένο ότι υπάρχει αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμωμένων παραγόντων, και ιδίως μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών. Ειδικότερα, τυχόν μικρή ομοιότητα μεταξύ των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμίζεται από την έντονη ομοιότητα μεταξύ των σημάτων, και αντιστρόφως [απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. I‑5507, σκέψη 17, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ – Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), Συλλογή 2006, σ. II‑5409, σκέψη 74].
71 Το τμήμα προσφυγών έκρινε, με το σημείο 30 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, λόγω του πανομοιότυπου των επίμαχων προϊόντων και της οπτικής και φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων σημείων, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του οικείου κοινού όσον αφορά τα επίμαχα σήματα.
72 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο εγγενής διακριτικός χαρακτήρας του σήματος PETER STORM είναι περιορισμένος, διότι, αφενός, το οικείο κοινό έχει συνηθίσει τα σήματα που συνίστανται από όνομα και επώνυμο όσον αφορά τα είδη ένδυσης και, αφετέρου, το όνομα Peter και το επώνυμο Storm είναι συνηθισμένα και όχι αναγνωρίσιμα. Όσον αφορά, ειδικότερα, το επώνυμο Storm, οι αγγλόφωνοι καταναλωτές το συσχετίζουν με την κακοκαιρία. Επομένως, δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
73 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.
74 Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, βεβαίως, ο κίνδυνος συγχύσεως είναι τόσο μεγαλύτερος όσο αποδεικνύεται σημαντικός ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενεστέρου σήματος (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Canon, σκέψη 18, και της απόφαση της 22ας Ιουνίου 1999, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 20). Ωστόσο, η διαπίστωση ότι το προγενέστερο σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα δεν αποκλείει να διαπιστωθεί, εν προκειμένω, ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως. Συγκεκριμένα, καίτοι ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, εντούτοις είναι ένα μόνον από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση αυτή. Επομένως, ακόμη και αν προγενέστερο σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, μπορεί να υπάρξει κίνδυνος συγχύσεως, ιδίως λόγω ομοιότητας μεταξύ των σχετικών σημείων και μεταξύ των αντίστοιχων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 2007, T‑134/06, Xentral κατά ΓΕΕΑ – Pages jaunes (PAGESJAUNES.COM), Συλλογή 2007, σ. II‑5213, σκέψη 70, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
75 Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το προγενέστερο σήμα, χρησιμοποιούμενο ως σύνολο στον τομέα της ένδυσης, διαθέτει περιορισμένο εγγενή διακριτικό χαρακτήρα στο έδαφος της Ένωσης.
76 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι τα κριτήρια αξιολογήσεως του διακριτικού χαρακτήρα σημάτων συνιστάμενων από το όνομα προσώπου είναι τα ίδια με αυτά που εφαρμόζονται σε άλλες κατηγορίες σημάτων. Δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στην περίπτωση τέτοιων σημάτων αυστηρότερα γενικά κριτήρια, βάσει, π.χ., εκ των προτέρων καθορισμένου αριθμού προσώπων με το ίδιο όνομα, πέραν του οποίου το όνομα αυτό θεωρείται ότι στερείται διακριτικού χαρακτήρα, ή βάσει του αν η χρήση των επωνύμων στον οικείο τομέα είναι διαδεδομένη ή όχι. Ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος, ανεξάρτητα από την κατηγορία στην οποία εμπίπτει, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συγκεκριμένης εκτιμήσεως (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑404/02, Nichols, Συλλογή 2004, σ. I‑8499, σκέψεις 25 έως 27).
77 Η χρήση σημείων συνιστάμενων από όνομα και επώνυμο είναι βεβαίως συνήθης στον τομέα της ένδυσης, πλην όμως τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τη λέξη «peter» και τη λέξη «storm» δεν μπορούν να οδηγήσουν στη διαπίστωση ότι το προγενέστερο σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το επίμαχο προγενέστερο σήμα συνίσταται από το σημείο PETER STORM, το οποίο, μολονότι αποτελείται από δύο στοιχεία, πρέπει να κριθεί ως σύνολο. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι ο μέσος καταναλωτής συνήθως αντιλαμβάνεται το σήμα ως σύνολο, χωρίς να εξετάζει τα επιμέρους στοιχεία του (βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 54 ανωτέρω). Το γεγονός ότι ο μέσος καταναλωτής αναλύει ένα λεκτικό σημείο σε επιμέρους λεκτικά στοιχεία με συγκεκριμένη σημασία ή τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις τις οποίες γνωρίζει (βλ., συναφώς, τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 60 ανωτέρω) δεν σημαίνει, πάντως, ότι ο εν λόγω καταναλωτής αντιλαμβάνεται τα στοιχεία αυτά ως χωριστά σημεία. Η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι οι λέξεις «peter» και «storm» είναι συνήθεις και μη αναγνωρίσιμες και ότι η λέξη «storm» χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό σημάτων, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι τα στοιχεία «peter» και «storm» όντως σχηματίζουν ένα και μόνο σήμα. Συνεπώς, τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα αντιστοίχως για τη λέξη «peter» και για τη λέξη «storm» δεν επαρκούν για να αποδειχθεί ότι το προγενέστερο σήμα PETER STORM έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα.
78 Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι υφίσταται ορισμένη οπτική και φωνητική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα είδη ενδύσεως, δηλαδή τα ενδύματα, τα υποδήματα και τα είδη πιλοποιίας, η οπτική ομοιότητα έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω, διότι κατά κανόνα η αγορά ενδυμάτων προϋποθέτει οπτική εξέταση των σημάτων [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2006, T‑97/05, Rossi κατά ΓΕΕΑ – Marcorossi (MARCOROSSI), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
79 Ακόμη και αν το προγενέστερο σήμα διαθέτει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, το τμήμα προσφυγών, λόγω του ότι το σήμα αυτό και το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση καλύπτουν πανομοιότυπα προϊόντα (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω), καθώς και λόγω των διαπιστωθέντων στοιχείων οπτικής ιδίως ομοιότητας μεταξύ των δύο επίμαχων σημείων, ορθώς συμπέρανε, στο σημείο 30 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος συγχύσεως για το ενδιαφερόμενο κοινό όσον αφορά τα επίμαχα σήματα.
80 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τις διαπιστώσεις του τμήματος προσφυγών, υφίσταται επίσης ορισμένη σημασιολογική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημάτων. Τονίζεται, συναφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εσφαλμένη εκτίμηση στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών όσον αφορά τη σημασιολογική ομοιότητα μεταξύ των δύο επίμαχων σημάτων, διότι η εκτίμηση αυτή αποτελεί μέρος των διαπιστώσεων των οποίων η νομιμότητα αμφισβητείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑16/06 P, Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2008, σ. I‑10053, σκέψη 48).
81 Υπό τις συνθήκες αυτές, από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το παραδεκτό του αιτήματος της προσφεύγουσας περί απορρίψεως της ανακοπής στο σύνολό της [βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 22ας Μαΐου 2008, T‑205/06, NewSoft Technology κατά ΓΕΕΑ – Soft (Presto! Bizcard Reader), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 70, και της 11ης Ιουνίου 2009, T‑67/08, Hedgefund Intelligence κατά ΓΕΕΑ – Hedge Invest (InvestHedge), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 58].
Επί των δικαστικών εξόδων
82 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ΓΕΕΑ και της παρεμβαίνουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Engelhorn KGaA φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) και της The Outdoor Group Ltd.
Martins Ribeiro
Wahl
Dittrich
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy