15.8.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 193/30
Προσφυγή-αγωγή της 29ης Ιουνίου 2009 — Insula κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-246/09)
2009/C 193/48
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον-ενάγον: Conseil scientifique international pour le développement des îles (Insula) (Παρίσι, Γαλλία) (εκπρόσωποι: P. Marsal και J.-D. Simonet, δικηγόροι)
Καθής-εναγομένη: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα του προσφεύγοντος-ενάγοντος
Το προσφεύγον-ενάγον ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να κρίνει την προσφυγή-αγωγή παραδεκτή και βάσιμη·
—
να αναγνωρίσει ότι είναι αβάσιμο το αίτημα της Επιτροπής με το οποίο επιδιώκεται η επιστροφή ποσού 189 241,64 ευρώ και, κατά συνέπεια, να υποχρεώσει την Επιτροπή να εκδώσει πιστωτικό σημείωμα για ποσό 189 241,64 ευρώ·
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει αποζημίωση ανερχόμενη σε 212 597 ευρώ·
—
επικουρικώς, να αναγνωρίσει ότι το προσφεύγον-ενάγον δικαιούται να λάβει αντισταθμιστική αποζημίωση ανερχόμενη σε 230 025 ευρώ·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή), που στηρίζεται σε ρήτρα διαιτησίας, το προσφεύγον-ενάγον (στο εξής: προσφεύγον) ζητεί από το Πρωτοδικείο να αναγνωρίσει ότι τα χρεωστικά σημειώματα της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, της 26ης Μαρτίου 2009 και της 26ης Μαΐου 2009, με τα οποία η Επιτροπή απαιτεί, κατόπιν της εκθέσεως λογιστικού ελέγχου της OLAF (Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης), την ανάκτηση των χορηγηθεισών στο προσφεύγον προκαταβολών, δεν είναι σύμφωνα προς τις ρήτρες των συμβάσεων IST-2001-35077 DIAS.NET και IST-1999-20896 MEDIS, οι οποίες συνήφθησαν στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κοινοτικών δράσεων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης στον τομέα της κοινωνίας της πληροφορίας (1998-2002). Επικουρικώς, το προσφεύγον προβάλλει αίτημα αποζημιώσεως.
Προς στήριξη της προσφυγής του, το προσφεύγον προβάλλει τέσσερις ισχυρισμούς.
Με τον πρώτο ισχυρισμό του, το προσφεύγον αμφισβητεί το απαιτητό της διεκδικούμενης από την Επιτροπή οφειλής και διατείνεται ότι οι δαπάνες τις οποίες δήλωσε στην Επιτροπή πρέπει να θεωρηθούν επιλέξιμες στο σύνολό τους.
Με τον δεύτερο ισχυρισμό του, το προσφεύγον προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αγαστής συνεργασίας και επιδείξεως καλής πίστεως κατά την εκτέλεση της συμβάσεως καθόσον δεν προέβη σε προσήκουσα εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεών της, ιδίως ως εκ του ότι άφησε αναπάντητη επί μακρόν την υποβληθείσα από το προσφεύγον πρόταση για την ανάληψη συμπληρωματικής δράσεως και ως εκ του ότι προέβη σε καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως MEDIS λόγω ανεπαρκών αποτελεσμάτων, ενώ ουδέποτε έγινε προγενεστέρως επίκληση του ζητήματος των ανεπαρκών αποτελεσμάτων και ενώ τα εν λόγω αποτελέσματα μπορούσαν, κατά το προσφεύγον, να καταλογιστούν μόνο στην Επιτροπή.
Με τον τρίτο ισχυρισμό του, το προσφεύγον επικαλείται τον δυσανάλογο χαρακτήρα της επιβληθείσας από την Επιτροπή χρηματικής κυρώσεως λόγω της προβαλλομένης μη τηρήσεως ορισμένων υποχρεώσεων λογιστικής φύσεως, των οποίων η εν λόγω μη τήρηση, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν παρέχει δικαίωμα για επιστροφή, σύμφωνα με τις αρχές του βελγικού διοικητικού και αστικού δικαίου, του συνόλου σχεδόν των προκαταβολών που χορηγήθηκαν. Κατά συνέπεια, το προσφεύγον επικαλείται το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση για τις εκπληρωθείσες παροχές.
Με τον τέταρτο ισχυρισμό του, το προσφεύγον επικαλείται την εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και την εκ μέρους του εν λόγω θεσμικού οργάνου προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διαχείριση της διαδικασίας εξακριβώσεως και λογιστικού ελέγχου.
Full & Egal Universal Law Academy