21.11.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 282/59
Προσφυγή της 24 Σεπτεμβρίου 2009 — Ιταλία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-379/09)
2009/C 282/110
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωπος: F. Arena, avvocato dello Stato)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C (2009) 5497, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων αριθ. C 6/2004 (πρώην ΝΝ. 70/01) και C 5/2005 (πρώην ΝΝ 71/04), τα οποία η Ιταλία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ των αγροτών που καλλιεργούν σε θερμοκήπια (απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση θερμοκηπίων)
—
να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Η Ιταλική Κυβέρνηση προσβάλλει ενώπιον του Πρωτοδικείου την απόφαση της Επιτροπής C (2009) 5497 της 13.7.2009 σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων αριθ. C 6/2004 (πρώην ΝΝ 70/01) και C 5/2005 (πρώην ΝΝ 71/04), τα οποία η Ιταλία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ των αγροτών που καλλιεργούν σε θερμοκήπια (απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση θερμοκηπίων).
Η προσφυγή στηρίζεται σε πέντε λόγους ακυρώσεως.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον οι νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες φέρεται ότι προβλέπουν κρατικές ενισχύσεις ασύμβατες προς την κοινή αγορά, δεν έχουν χαρακτήρα επιλεκτικού μέτρου, καθώς κάθε οικονομικός παράγοντας του αγροτικού τομέα δύναται να απολαύει των μειωμένων συντελεστών του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί των καυσίμων που προορίζονται για τη θέρμανση θερμοκηπίων, λόγω ακριβώς της σημαντικής διαφοράς μεταξύ των καλλιεργειών σε θερμοκήπια και των υπαιθρίων καλλιεργειών, όπου τα καύσιμα για τη θέρμανση δεν επηρεάζουν το κόστος παραγωγής.
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα, επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αμφισβητεί επίσης την ύπαρξη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού προκαλούμενων από τις επίμαχες νομοθετικές διατάξεις. Επικαλείται, περαιτέρω, προς στήριξη της θέσεώς της, τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας και δασοκομίας 2007-2013, οι οποίες, στο σημείο 167, ρητώς ορίζουν ότι οι εν όλω ή εν μέρει απαλλαγές από τη φορολογία των καυσίμων που προορίζονται για την πρωτογενή παραγωγή του γεωργικού τομέα δεν αναμένεται να προκαλέσουν νόθευση του ανταγωνισμού λόγω της μειωμένης κλίμακας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλει πλημμελή αιτιολογία, πάντοτε σε σχέση με τη φερόμενη νόθευση του ανταγωνισμού.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας 92/81/ΕΚ (1), του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ (2), καθώς και των άρθρων 33, 36 και 87 της Συνθήκης. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι οι απαλλαγές επιτρέπονται ρητώς από τις προαναφερθείσες οδηγίες και ότι, σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της συμμορφώσεως προς το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμηθεί, όχι μόνο βάσει των κανόνων περί ανταγωνισμού, αλλά επιπροσθέτως και κυρίως βάσει των κανόνων περί της κοινής γεωργικής πολιτικής. Υποστηρίζει συναφώς ότι η κοινή γεωργική πολιτική υπερισχύει των κανόνων περί ανταγωνισμού. Εφόσον τα αμφισβητούμενα μέτρα συνάδουν με τους επιδιωκόμενους από το άρθρο 33 της Συνθήκης σκοπούς, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις περί των κρατικών ενισχύσεων.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ισχυριζόμενη ότι, εν πάση περιπτώσει, έχει εφαρμογή εν προκειμένω η παρέκκλιση από την προαναφερθείσα διάταξη, κατά ρητή παραπομπή στην εφαρμογή της παρεκκλίσεως για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, όπως ορίζεται στο σημείο 3.5 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις ενισχύσεις του αγροτικού τομέα του 2000.
(1) Οδηγία 92/81/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή (ΕΕ L 316, της 31.10.1992, σ. 12).
(2) Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283, της 31.10.2003, σ. 51).
Full & Egal Universal Law Academy