ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 14ης Απριλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑2/10
Azienda Agro-Zootecnica Franchini sarl
και
Eolica di Altamura Srl
κατά
Regione Puglia
[αίτηση του Tribunale Amministrativo Regionale per la Puglia (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Περιβάλλον – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Natura 2000 – Οδηγία 2001/77/ΕΚ – Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – Εθνική ρύθμιση – Απαγόρευση εγκαταστάσεως ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση σε τόπους που αποτελούν μέρος του οικολογικού δικτύου Natura 2000 – Απουσία εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (2), της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (3), της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (στο εξής: οδηγία περί πτηνών) (4) και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων) (5).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των εταιρειών Azienda Agro-Zootecnica Franchini sarl και Eolica di Altamura srl (στο εξής: προσφεύγουσες εταιρείες), και αφετέρου, της Regione Puglia (Περιφέρειας της Απουλίας), σχετικά με την άρνηση της εγκρίσεως της εγκαταστάσεως ανεμογεννητριών σε τόπο που αποτελεί μέρος του εθνικού δρυμού Alta Murgia, προστατευόμενη ζώνη χαρακτηριζόμενη ως τόπος κοινοτικής σημασίας και ζώνη ειδικής προστασίας «pSIC / ZPS IT 9120007 Murgia Alta». Οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας απαγορεύουν, μεταξύ άλλων, την εγκατάσταση ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση σε τόπους κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) που αποτελούν μέρος του οικολογικού δικτύου Natura 2000.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
3. Το άρθρο 191 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 174 ΕΚ) προβλέπει τα εξής:
«1. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη των ακόλουθων στόχων:
– τη διαφύλαξη, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος,
– την προστασία της υγείας του ανθρώπου,
– τη συνετή και ορθολογική αξιοποίηση των φυσικών πόρων,
– την προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος.
2. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”.»
4. Το άρθρο 192 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 175 ΕΚ) προβλέπει τα εξής:
«1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζουν, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η Ένωση για την υλοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 191».
5. Το άρθρο 193 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 176 ΕΚ) ορίζει ότι «[τ]α μέτρα προστασίας που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 192 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν και να θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συμβιβάζονται με τις Συνθήκες. Κοινοποιούνται στην Επιτροπή».
6. Το άρθρο 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης ή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον, η πολιτική της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας, σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών, έχει ως στόχο:
α) να διασφαλίζει τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας∙
β) να διασφαλίζει τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης∙
γ) να προωθεί την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση ενέργειας καθώς και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και
δ) να προωθεί τη διασύνδεση των ενεργειακών.»
1. Η οδηγία 2001/77
7. Η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/77 έχουν ως εξής:
«(1) Σήμερα, οι δυνατότητες εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν αξιοποιούνται επαρκώς στην Κοινότητα. Η Κοινότητα αναγνωρίζει την ανάγκη της προαγωγής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μέτρου προτεραιότητας, δεδομένου ότι η εκμετάλλευσή τους συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Επιπλέον, αυτή η εκμετάλλευση μπορεί επίσης να δημιουργήσει τοπικές θέσεις απασχόλησης, να έχει θετικό αντίκτυπο στην κοινωνική συνοχή, να συμβάλλει στην ασφάλεια του εφοδιασμού και να επιτρέψει την ταχύτερη επίτευξη των στόχων του Κυότο. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι αυτή η δυνατότητα αξιοποιείται καλύτερα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
(2) Η προώθηση της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποτελεί υψηλή προτεραιότητα για την Κοινότητα, όπως αναφέρεται στη Λευκή Βίβλο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (εφεξής αποκαλούμενη “Λευκή Βίβλος”), για λόγους ασφάλειας και διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και για λόγους κοινωνικής και οικονομικής συνοχής. Αυτό υποστηρίχθηκε από το Συμβούλιο με το ψήφισμά του, της 8ης Ιουνίου 1998, για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του σχετικά με τη Λευκή Βίβλο.
(3) Η αυξανόμενη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποτελεί σημαντικό μέρος της δέσμης μέτρων που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το πρωτόκολλο του Κυότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, καθώς και κάθε πολιτικής για την τήρηση τυχόν περαιτέρω δεσμεύσεων.»
8. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/77 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιοι οργανισμοί τους οποίους ορίζουν τα κράτη μέλη αξιολογούν το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις διαδικασίες χορήγησης αδείας ή τις λοιπές διαδικασίες του άρθρου 4 της οδηγίας 96/92/ΕΚ, οι οποίες ισχύουν για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με σκοπό:
– τον περιορισμό των κανονιστικών και μη κανονιστικών εμποδίων στην αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,
– την ορθολογικοποίηση και την επιτάχυνση των διαδικασιών στο ενδεδειγμένο διοικητικό επίπεδο, και
– τη διασφάλιση αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κανόνων, στους οποίους να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφόρων τεχνολογιών που συνδέονται με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.»
9. Το άρθρο 13 της οδηγίας 2009/28 με τίτλο «Διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι.
Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι:
[…]
γ) οι διοικητικές διαδικασίες απλουστεύονται και διεκπεραιώνονται με ταχείες διαδικασίες στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο∙
δ) οι κανόνες που διέπουν την έγκριση, την πιστοποίηση και τη χορήγηση άδειας είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αναλογικοί, δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των αιτούντων, και λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας∙
[…]
στ) καθορίζονται, ανάλογα με την περίπτωση, απλουστευμένες και λιγότερο επαχθείς διαδικασίες έγκρισης, περιλαμβανομένης της απλής κοινοποίησης εάν επιτρέπεται από το εφαρμοστέο ρυθμιστικό πλαίσιο, για μικρότερα έργα και για αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κατά περίπτωση.
[…]»
2. Η οδηγία περί πτηνών
10. Το άρθρο 2 της οδηγίας περί πτηνών ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοσθεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 σ’ ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις».
11. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πτηνών προβλέπει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 απαιτήσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διαφυλαχθεί, διατηρηθεί ή αποκατασταθεί μια επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων για όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚ. Δυνάμει της παραγράφου 2, στοιχείο α΄, του ίδιου άρθρου, στα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται με σκοπό τη διαφύλαξη, συντήρηση και αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνεται προπάντων η δημιουργία ζωνών προστασίας.
12. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί πτηνών επιβάλλει στα κράτη μέλη να χαρακτηρίσουν ως ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη που ανταποκρίνονται στα ορνιθολογικά κριτήρια που προβλέπουν αυτές οι διατάξεις.
13. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί πτηνών προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης, να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας».
14. Το άρθρο 14 της οδηγίας περί πτηνών, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να πάρουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας από αυτά που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία».
3. Η οδηγία περί οικοτόπων
15. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει τη σύσταση ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών διατηρήσεως, επονομαζόμενου «Natura 2000», το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις χαρακτηρισθείσες από τα κράτη μέλη ζώνες ειδικής προστασίας δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας περί πτηνών.
16. Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει τα ακόλουθα:
«2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
17. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων, «[ο]ι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας [περί πτηνών], όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας [περί πτηνών], εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη».
Β - Εθνικές διατάξεις
18. Το άρθρο 1, παράγραφος 1226, του νόμου 296 της 27ης Δεκεμβρίου 2006 (στο εξής: δημοσιονομικός νόμος για το 2007) (Legge 27 dicembre 2006, n. 296, legge finanziaria per il 2007) (6) ορίζει ότι προκειμένου να αποτραπεί η κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, οι περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες των Trento και Bolzano υιοθετούν ή ολοκληρώνουν την υιοθέτηση των μέτρων που ορίζονται στα άρθρα 4 και 6 του προεδρικού διατάγματος αριθ. 357 της 8ης Σεπτεμβρίου 1997, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια ή συμπληρώθηκε, εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, βάσει των κατ’ ελάχιστο όριο απαιτούμενων κριτηρίων τα οποία προβλέπονται στην απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Προστασίας του Εδάφους και της Θάλασσας.
19. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Προστασίας του Εδάφους και της Θάλασσας της 17ης Οκτωβρίου 2007, το οποίο θέτει τα κατ’ ελάχιστο όριο απαιτούμενα ενιαία κριτήρια για τον ορισμό μέτρων προστασίας σχετικά με τις ειδικές ζώνες διατηρήσεως (ΕΖΔ) και τις ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) [Decreto del Ministero dell’Ambiente e della Tutela del Territorio e del Mare 17 ottobre 2007, recante criteri minimi uniformi per la definizione di misure di conservazione relative a Zone speciali di conservazione (ZSC) e a Zone di protezione speciale (ZPS)] (7) (στο εξής: υπουργική απόφαση), ορίζει ότι οι περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες πρέπει να συμμορφωθούν με τις ακόλουθες απαγορεύσεις:
«[…]
(l) Την κατασκευή νέων ανεμογεννητριών, πέραν αυτών για τις οποίες, κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, η διαδικασία εγκρίσεως είχε ήδη ξεκινήσει λόγω της υποβολής του έργου. Οι αρμόδιοι οργανισμοί πρέπει να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο του έργου, λαμβάνοντας υπόψη τους βιολογικούς κύκλους των ειδών σε σχέση με τους οποίους χαρακτηρίστηκε ο τόπος, κατόπιν διαβουλεύσεως με το INFS (εθνικό ίδρυμα για την άγρια πανίδα). Εξαιρούνται επίσης οι προσπάθειες αντικαταστάσεως και εκσυγχρονισμού, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού τομέα, οι οποίες δεν αυξάνουν τις επιπτώσεις στον τόπο, στο πλαίσιο των σκοπών διατηρήσεως των ΖΕΠ καθώς και των ανεμογεννητριών που προορίζονται για ιδία παραγωγή συνολικής ισχύος έως 20 kW».
20. Το άρθρο 2 του περιφερειακού νόμου αριθ. 31 της Απουλίας της 21ης Οκτωβρίου 2008, ο οποίος ρυθμίζει την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τον περιορισμό των ρυπογόνων εκπομπών και ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον (Legge regionale della Puglia 21 ottobre 2008, No 31, recante norme in materia di produzione di energia da fonti rinnovabili e per la riduzione di immissioni inquinanti e in materia ambientale) (στο εξής: περιφερειακός νόμος αριθ. 31), ορίζει τα εξής:
«[…]
(6) Σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς και τα άρθρα 4 και 6 του προεδρικού διατάγματος αριθ. 357 της 8ης Σεπτεμβρίου 1997 με το οποίο μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως τροποποιήθηκε […] δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση ανεμογεννητριών για την κάλυψη ιδίων αναγκών κατανάλωσης στους τόπους κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και στις ειδικές ζώνες προστασίας (ΖΕΠ), που αποτελούν το οικολογικό δίκτυο “Natura 2000” […]
[…]
(8) Η απαγόρευση που προβλέπεται [στις παραγράφους] 6 και 7 ανωτέρω καλύπτει ζώνη προστασίας 200 μέτρων.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
21. Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η εταιρεία Eolica di Altamura απέκτησε τα δικαιώματα για την κατασκευή ενός αιολικού πάρκου που δεν είναι προορισμένο για ίδια τελική κατανάλωση (προορίζεται, δηλαδή, για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προς εμπορική εκμετάλλευση), και το οποίο επρόκειτο να κατασκευαστεί σε έκταση της εταιρίας Agro-Zootectina Franchini. Η έκταση αυτή αποτελεί μέρος του εθνικού δρυμού της Alta Murgia, προστατευόμενη περιοχή που έχει χαρακτηριστεί ως τόπος κοινοτικής σημασίας και ζώνη ειδικής προστασίας «pSIC/ZPS ΙΤ 9120007 Murgia Alta». Οι αιτήσεις για την έγκριση κατασκευής αιολικού πάρκου απορρίφθηκαν από την υπεύθυνη για τον δρυμό εταιρεία και την Regione Puglia, με τις αποφάσεις της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 και της 4ης Ιουλίου 2007 αντίστοιχα. Η απορριπτική απόφαση της Περιφέρειας της Απουλίας βασίστηκε στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο a, του περιφερειακού κανονισμού της 4ης Οκτωβρίου 2006 το οποίο ορίζει, όσον αφορά την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, ότι τόποι κοινοτικής σημασίας και ζώνες ειδικής προστασίας που προβλέπονται στις οδηγίες περί πτηνών και οικοτόπων κρίνονται παντελώς «ακατάλληλοι», καθώς και στο άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο a, του εν λόγω περιφερειακού κανονισμού το οποίο προβλέπει ότι, ελλείψει ρυθμιστικού σχεδίου για ανεμογεννήτριες, οι εν λόγω τόποι θεωρούνται «απρόσφοροι». Οι προσφεύγουσες εταιρείες προσέβαλαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τις διοικητικές απορριπτικές αποφάσεις και τις διατάξεις της τοπικής νομοθεσίας επί των οποίων αυτές στηρίχθηκαν. Εντούτοις, ενόσω η εν λόγω διαδικασία εκκρεμούσε, τέθηκε σε ισχύ η περιφερειακή κανονιστική απόφαση 15/2008, βάσει της οποίας οι προσφεύγουσες εταιρείες υποχρεώνονται να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως.
22. Οι προσφεύγουσες ζητούν κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, την ακύρωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο n΄, του άρθρου 5, παράγραφος 4, και του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο a, της περιφερειακής κανονιστικής αποφάσεως 15/2008. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο n, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή νέων ανεμογεννητριών εντός των τόπων του Natura 2000. Οι προσφεύγουσες εταιρείες προβάλλουν, μεταξύ άλλων, παράβαση των αρχών της οδηγίας 2001/77. Η Regione Puglia ισχυρίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη ή αβάσιμη.
23. Διαρκούσης της διαδικασίας της κύριας δίκης, ο περιφερειακός νόμος αριθ. 31 τέθηκε σε ισχύ. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η απαγόρευση των ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 6, του περιφερειακού νόμου αριθ. 31 ισχύει για το αίτημα εγκρίσεως και περιβαλλοντικής συμβατότητας που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρείες από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω νόμου (δηλαδή από την 8η Νοεμβρίου 2008), ανεξαρτήτως οποιασδήποτε συγκεκριμένης αξιολογήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
24. Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Tribunale Amministrativo Regionale per la Puglia, με απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Ιανουαρίου 2009, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Eίναι συμβατά με το δίκαιο (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και συγκεκριμένα με τις αρχές που απορρέουν από τις οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2009/28/ΕΚ (σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και με τις οδηγίες 1979/409/ΕΚ και 1992/43/ΕΚ (για την προστασία των άγριων πτηνών και των φυσικών οικοτόπων), το άρθρο 1, παράγραφος 1226, του νόμου 296, της 27ης Δεκεμβρίου 2006, σε συνδυασμό με, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Προστασίας του Εδάφους και της Θάλασσας, της 17ης Οκτωβρίου 2007, και το άρθρο 2, παράγραφος 6, του νόμου αριθ. 31 της 21ης Οκτωβρίου 2008 της Περιφέρειας της [Απουλίας], καθόσον οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν, απολύτως και άνευ εξαιρέσεων, την εγκατάσταση ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση στους τόπους κοινοτικού ενδιαφέροντος (ΤΚΕ) και στις ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) που συνιστούν το οικολογικό δίκτυο “Natura 2000”, αντί να απαιτούν τη δέουσα εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων στο πλαίσιο της οποίας αναλύεται ο αντίκτυπος του συγκεκριμένου έργου στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η εγκατάσταση;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
25. Η Επιτροπή και οι προσφεύγουσες εταιρίες κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Στις 10 Φεβρουαρίου 2011 έλαβε χώρα η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία οι προσφεύγουσες εταιρείες, η Regione Puglia και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
V – Εκτίμηση
Α – Εισαγωγική παρατήρηση
26. Είναι σαφές ότι με την εν λόγω αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμβατότητας της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο καίτοι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας εθνικού μέτρου με το δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα απτόμενα του δικαίου αυτού ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτή στο πλαίσιο της υποθέσεως που εκδικάζει (8).
Β – Επί της ουσίας
27. Το ερώτημα που απευθύνει το αιτούν δικαστήριο επικεντρώνεται, κατά τη γνώμη μου, στο κατά πόσον η οδηγία περί πτηνών, η οδηγία περί οικοτόπων, η οδηγία 2001/77 και η οδηγία 2009/28 εμποδίζουν την εφαρμογή από κράτος μέλος εθνικών μέτρων απαγορεύσεως, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, της κατασκευής ανεμογεννητριών σε τόπους που συνιστούν μέρος του οικολογικού πάρκου Natura 2000, εν απουσία αναλύσεως του αντίκτυπου ενός σχεδίου καθεαυτού σε συγκεκριμένο τόπο.
28. Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, και υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, προκύπτει ότι η υπό κρίση απαγόρευση έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής καθώς επί του παρόντος εφαρμόζεται μόνο στις ανεμογεννήτριες και όχι στα άλλα μέσα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (9).
29. Εντούτοις, συνάγεται ότι, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, η σχετική με τις ανεμογεννήτριες απαγόρευση έχει περιορισμένη εφαρμογή, καθώς ισχύει μόνο για την κατασκευή νέων ανεμογεννητριών και όχι για τις ήδη υπάρχουσες (10). Η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται επίσης στις ανεμογεννήτριες για ίδια τελική κατανάλωση συνολικής ισχύος έως 20 kW (11). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή και η Regione Puglia υπογράμμισαν το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απαγορεύσεως.
30. Κατά τη γνώμη μου, το αιτούν δικαστήριο, οι προσφεύγουσες εταιρείες και η Επιτροπή ορθώς ισχυρίζονται ότι ο χαρακτηρισμός μιας ζώνης ως τόπου κοινοτικής σημασίας (12) ή ζώνης ειδικής προστασίας (13) που αποτελεί μέρος του οικολογικού δικτύου Natura 2000 δεν έχει ως επακόλουθο την απαγόρευση κάθε κατασκευής στον εν λόγω τόπο σύμφωνα με τις οδηγίες περί πτηνών και οικοτόπων.
31. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 (14) αυτής, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο, εντός των τόπων κοινοτικής σημασίας και των ζωνών ειδικής προστασίας, υποβαθμίσεως των οικοτόπων και προκλήσεως σημαντικών διαταράξεων που να πλήττουν τα είδη λόγω των οποίων έχουν χαρακτηριστεί οι ζώνες αυτές. Όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, αυτό προβλέπει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν εγκρίνουν σχέδια άμεσα συνδεόμενα ή αναγκαία για τη διαχείριση του τόπου, τα οποία όμως είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά τον εν λόγω τόπο, παρά μόνον εφόσον βεβαιωθούν, κατόπιν της δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων αυτού του σχεδίου, ότι αυτό δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου. Συνεπώς, η διάταξη αυτή θεσπίζει διαδικασία με την οποία σκοπείται να διασφαλιστεί, κατόπιν προηγουμένου ελέγχου, ότι σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του συγκεκριμένου τόπου, δυνάμενο, όμως, να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό, δεν θα εγκρίνεται παρά μόνον εφόσον δεν πρόκειται να παραβλάψει την ακεραιότητα αυτού του τόπου (15).
32. Επιπλέον, προκειμένου να εγκριθεί ένα σχέδιο για τους τόπους κοινοτικής σημασίας και τις ζώνες ειδικής προστασίας, πρέπει προηγουμένως να λάβει χώρα κατάλληλη εκτίμηση του εν λόγω σχεδίου καθεαυτό, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων.
33. Όπως προκύπτει από την υπόθεση της κύριας δίκης, η εθνική νομοθεσία απαγορεύει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την κατασκευή ανεμογεννητριών στον εν λόγω τόπο χωρίς προηγούμενη εκτίμηση του αντίστοιχου σχεδίου, καθεαυτό, που λαμβάνει χώρα δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων και χωρίς να έχουν διαπιστωθεί αρνητικές επιπτώσεις στον τόπο. Φρονώ, συνεπώς, ότι, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει πρώτα να καθοριστεί εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπει το δίκαιο της Ένωσης τη θέσπιση αυστηρότερων εθνικών μέτρων προστασίας από τα οριζόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, τα οποία θα απαγορεύουν σε ορισμένες περιπτώσεις την κατασκευή ανεμογεννητριών στους τόπους του Natura 2000, εν απουσία εκτιμήσεως του σχεδίου καθεαυτό σε σχέση με την εν λόγω κατασκευή και διαπιστώσεως του αρνητικού αντίκτυπου.
34. Κατά το άρθρο 14 της οδηγίας περί πτηνών, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας από αυτά που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία. Παρότι δεν προβλέπονται ρητώς συγκεκριμένες προϋποθέσεις στο άρθρο 14 της οδηγίας περί πτηνών, κατά τη γνώμη μου, αυτά τα αυστηρότερα μέτρα προστασίας πρέπει να συμμορφώνονται με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
35. Η οδηγία περί οικοτόπων δεν περιλαμβάνει παρόμοια διάταξη με το άρθρο 14 της οδηγίας περί πτηνών. Εντούτοις, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, το άρθρο 130 Τ ΕΚ (εν συνεχεία άρθρο 176 ΕΚ και νυν άρθρο 193 ΣΛΕΕ) εφαρμοζόταν δυνάμει του άρθρου 130 Σ ΕΚ (εν συνεχεία άρθρο 175 ΕΚ και νυν άρθρο 192 ΣΛΕΕ) το οποίο αποτελούσε τη νομική βάση της οδηγίας περί οικοτόπων. Το άρθρο 193 ΣΛΕΕ επιτρέπει την υιοθέτηση εκ μέρους των κρατών μελών αυστηρότερων εθνικών μέτρων προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι συμβατά με τις Συνθήκες, δηλαδή με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16) και κοινοποιούνται στην Επιτροπή.
36. Δεν υπάρχουν στοιχεία στην ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία τα οποία να αφορούν την κοινοποίηση των αυστηρότερων μέτρων προστασίας στην Επιτροπή.
37. Εντούτοις, από την ηλεκτρονική πύλη EUR-Lex προκύπτει ότι η υπουργική απόφαση κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή ως εθνικό μέτρο εφαρμογής των οδηγιών περί οικοτόπων και πτηνών (17). Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως του αιτούντος δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε για την επιβαλλόμενη στις περιφέρειες και τις αυτόνομες επαρχίες υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο 1, της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως, να απαγορεύσουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, την κατασκευή νέων ανεμογεννητριών στους τόπους που αποτελούν μέρος του δικτύου Natura 2000.
38. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, η παραβίαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως στην Επιτροπή, όπως ορίζεται στο άρθρο 193 ΣΛΕΕ, δεν συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια έτσι ώστε να καθιστά τα εν λόγω μέτρα ενισχυμένης προστασίας άκυρα ή ανεφάρμοστα στους ιδιώτες. Το άρθρο 193 ΣΛΕΕ απαιτεί απλώς από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή. Δεν καθιερώνεται καμία προθεσμία ή διαδικασία ελέγχου εκ μέρους της Ένωσης των εθνικών μέτρων ενισχυμένης προστασίας δυνάμει του άρθρου 193 ΣΛΕΕ (18). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 193 ΣΛΕΕ η θέση σε ισχύ των εν λόγω μέτρων δεν εξαρτάται από τη σύμφωνη γνώμη ή την αντίθεση της Επιτροπής. Προφανώς, σκοπός της επιβαλλόμενης από το άρθρο 193 ΣΛΕΕ υποχρεώσεως είναι να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή ενημερώνεται για τα σχετικά με το περιβάλλον εθνικά μέτρα προστασίας, τα οποία είναι πιο περιοριστικά από τα προβλεπόμενα στο δίκαιο της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα. Η κοινοποίηση αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να εκτιμήσει κατά πόσον τα εθνικά μέτρα προστασίας είναι συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, κατά περίπτωση. Εντούτοις, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό του άρθρου 193 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η αδυναμία των κρατών μελών να τηρήσουν την υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή καθιστά από μόνη της παράνομα τα εν λόγω εθνικά μέτρα προστασίας (19).
39. Παρά τον βαθμό διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 14 της οδηγίας περί πτηνών και του άρθρου 193 ΣΛΕΕ ως προς την υιοθέτηση πιο ενισχυμένων μέτρων προστασίας από αυτά που υιοθετούνται από την Ένωση, τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν τη διακριτική ευχέρειά τους στο πλαίσιο της εξυπηρετήσεως, κατά πρώτον, των περιβαλλοντικών και ενεργειακών πολιτικών της Ένωσης (20), οι οποίες σύμφωνα με τα άρθρα 191 και 194 ΣΛΕΕ αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση, στην προστασία και στη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, στην καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος και στην προώθηση της αναπτύξεως νέων και ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, και, κατά δεύτερον, στο πλαίσιο συμμορφώσεως προς τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
40. Κατά την άποψή μου, η υπό κρίση απαγόρευση συνάδει, όπως προκύπτει, προς τους σκοπούς της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος.
41. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε στην απόφαση περί παραπομπής ότι η υπουργική απόφαση και επομένως, μεταξύ άλλων, η απαγόρευση που ενυπάρχει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο l, του ιδίου εφαρμόστηκαν βάσει εξουσιοδοτήσεως δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1226, του δημοσιονομικού νόμου για το 2007, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω κινήσεις διαδικασιών παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας κατόπιν της εκδόσεως αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής κατά της Ιταλίας στην υπ’ αριθ. 2006/2131 διαδικασία κατά παραβάσεως σχετικά με, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 2, 3 και 4 της οδηγίας περί πτηνών που προβλέπουν την υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διαφύλαξη, τη διατήρηση ή την αποκατάσταση επαρκούς ποικιλότητας και επιφάνειας οικοτόπων, καθώς και ειδικά μέτρα διατήρησης (21). Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει προβληθεί κανένας άλλος λόγος ο οποίος να οδηγεί στην υιοθέτηση της επίδικης απαγορεύσεως.
42. Προκύπτει επομένως, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι η απαγόρευση κατασκευής, σε ορισμένες περιπτώσεις, νέων ανεμογεννητριών στους τόπους Natura 2000 έχει κοινούς στόχους με τις οδηγίες περί πτηνών και οικοτόπων και, συγκεκριμένα, με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, δηλαδή τη διατήρηση ορισμένων οικοτόπων και ειδών και την αποτροπή της χειροτερεύσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και των σημαντικών ενοχλήσεων των εν λόγω ειδών. Θα ήθελα να επισημάνω συναφώς ότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως του αιτούντος δικαστηρίου, ότι δύο είδη πτηνών που είναι πολύ ευαίσθητα στις ανεμογεννήτριες ζουν στον εν λόγω τόπο. Επιπλέον, η Regione Puglia διατύπωσε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ένας μεγάλος αριθμός πτηνών τα οποία αποτελούν σύμβολο του εν λόγω τόπου, έχουν ήδη σκοτωθεί από τις ανεμογεννήτριες (οι οποίες βρίσκονται εγκατεστημένες εκτός του τόπου).
43. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο έγγραφο καθοδηγήσεώς της για το 2010 για την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας στο δίκτυο Natura 2000 (22) και στους κινδύνους που ενέχουν οι ανεμογεννήτριες. Ο σημαντικός κατάλογος των δυνητικών επιπτώσεων της αναπτύξεως της αιολικής ενέργειας στη φύση και την άγρια ζωή που επισημαίνονται στο εν λόγω έγγραφο καθοδηγήσεως συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο συγκρούσεων, τις αναταραχές και τη μετατόπιση (θέση σε αχρηστία των οικοτόπων), τα φαινόμενα του «τεχνητού φραγμού» (τα αιολικά πάρκα μπορούν να αναγκάζουν τα πτηνά ή τα θηλαστικά να αλλάζουν κατεύθυνση), καθώς και την απώλεια ή την υποβάθμιση των οικοτόπων.
44. Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ενός συγκεκριμένου αιολικού πάρκου το οποίο κατασκευάστηκε χωρίς ορθή εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων έχουν ήδη περιγραφεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑215/06 (23).
45. Φρονώ ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης απαγόρευση συνάδει, προφανώς, με τους στόχους της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας.
46. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι στις οδηγίες 2001/77 και 2009/28 εκφράζεται σαφής προτίμηση στην ανάπτυξη χρήσεως ανανεώσιμης ενέργειας καθώς συνεισφέρει στην προστασία του περιβάλλοντος, στην προστασία των οικοσυστημάτων από τους κινδύνους που προκύπτουν εξαιτίας της αλλαγής του κλίματος, στην αειφόρο ανάπτυξη και στη διεύρυνση των τοπικών οικονομιών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/77, συγκεκριμένα, απαιτεί από τα κράτη μέλη να περιορίζουν τα κανονιστικά και μη κανονιστικά εμπόδια στην αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να απλουστεύσουν και να επιταχύνουν τη διαδικασία εγκρίσεως και να διασφαλίσουν τη θέσπιση κανόνων αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων τεχνολογιών.
47. Κατά τη γνώμη μου, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δίνουν προτεραιότητα σε οποιαδήποτε από τις πολιτικές της Ένωσης είτε στον τομέα της ενέργειας είτε στον τομέα του περιβάλλοντος. Το άρθρο 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει, εντούτοις, ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας θα λαμβάνει υπόψη την απαίτηση να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον (24). Το άρθρο 191, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αναφέρεται στον σκοπό της καταπολεμήσεως της αλλαγής του κλίματος.
48. Η πρώτη και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/77 αναφέρονται στην ανάγκη προωθήσεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μέτρο προτεραιότητας και την προώθηση της παραγόμενης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές ηλεκτρικής ενέργειας ως υψηλή προτεραιότητα της Κοινότητας (25). Εντούτοις, κατά τη άποψή μου και αντιθέτως προς τα επιχειρήματα των προσφευγουσών εταιρειών, η νομοθεσία της ΕΕ δεν αποσκοπούσε στην προώθηση των εν λόγω σκοπών εν συγκρίσει με άλλους (περιβαλλοντικούς) σκοπούς, αλλά στην προώθηση της παραγόμενης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να προστατεύσει το περιβάλλον και να συμμορφωθεί με το Πρωτόκολλο του Κυότο και τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (26), να διασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια και τη διαφοροποίηση των πηγών ανεφοδιασμού καθώς και την κοινωνική και οικονομική συνοχή (27). Στα βασικά μέτρα προς επίτευξη αυτών των σκοπών περιλαμβάνονται ο καθορισμός από την οδηγία 2001/77 ενδεικτικών στόχων μη δεσμευτικού χαρακτήρα για την κατανάλωση παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας (28) και η από-γραφειοκρατικοποίηση των διοικητικών διαδικασιών για την έκδοση αδειών εγκαταστάσεως σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (29).
49. Παρά την υποστηριζόμενη από τις προσφεύγουσες εταιρείες άποψη ότι η ζώνη «pSIC / ZPS IT 9120007 Murgia Alta» έχει πολύ μεγάλη γεωγραφική έκταση, δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η περιορισμένη απαγόρευση της κατασκευής ορισμένων ανεμογεννητριών στους τόπους Natura 2000 στην Απουλία έχει εμποδίσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η Απουλία είναι μία εκ των περιφερειών της Ιταλίας με τον μεγαλύτερο αριθμό ανεμογεννητριών. Σε ό,τι αφορά την ποσότητα κατέχει την πρώτη θέση και τη δεύτερη μετά τη Σικελία σε σχέση με τον αριθμό των εγκαταστάσεων.
50. Πράγματι, δεδομένων των αποδεικτικών στοιχείων που υπέβαλε η Επιτροπή σχετικά με το τρέχον ποσοστό ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε εθνικό επίπεδο (30) και τη σημαντική παρουσία των ανεμογεννητριών στην Απουλία, προκύπτει, βάσει των στοιχείων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υπό την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι η μελλοντική επίτευξη του δεσμευτικού στόχου του ποσοστού του 17 %, που τίθεται με την οδηγία 2009/28 όσον αφορά την Ιταλία για το 2020, δεν παρεμποδίζεται από την επίδικη απαγόρευση.
51. Κατά τη γνώμη μου, κρίνεται επίσης απαραίτητο να εξεταστεί κατά πόσον η επίδικη απαγόρευση αντιβαίνει προς τους απορρέοντες από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/77 κανόνες για από-γραφειοκρατικοποίηση.
52. Φρονώ ότι, ελλείψει προβολής οποιουδήποτε αντίθετου επιχειρήματος ενώπιον του Δικαστηρίου, και υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, η υπό κρίση απαγόρευση, η οποία ορίζεται από τον νόμο, είναι αρκούντως διαφανής και αντικειμενική. Επιπλέον, δεδομένου του προφανώς περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της υπό κρίση απαγορεύσεως (31), δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου από τα οποία να προκύπτει ότι παρακωλύεται η υλοποίηση του σκοπού του περιορισμού των κανονιστικών ή μη κανονιστικών εμποδίων που τίθενται κατά της αυξήσεως της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της ορθολογικοποιήσεως και επιταχύνσεως των διαδικασιών σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο.
53. Κατά πάγια νομολογία, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της διακρίσεως, η συμμόρφωση προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (32).
54. Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως την οποία στοιχειοθετεί η ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως προϋποθέτει ότι οι σχετικές καταστάσεις είναι παρόμοιες λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Κατά την αξιολόγηση του ζητήματος της διακρίσεως, κρίνεται απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι αρχές και οι σκοποί του εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης, οι οποίοι στην υπόθεση της κύριας δίκης βασίζονται στην πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος (33). Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει, κατά το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται συγκεκριμένα στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως (34).
55. Οι προσφεύγουσες εταιρείες υποστηρίζουν ότι καμία άλλη βιομηχανική ανάπτυξη εκτός από την κατασκευή αιολικών πάρκων στον εν λόγω τόπο δεν υπόκειται σε ισοδύναμη απαγόρευση, αλλά πρέπει, κατά περίπτωση, να εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων (35).
56. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποβλήθηκαν στοιχεία, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, που να αποδεικνύουν ότι οι αδειοδοτήσεις για την κατασκευή εμπορικών αιολικών πάρκων χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις άλλες από τις προσφεύγουσες εταιρείες στην «pSIC / ZPS IT 9120007 Murgia Alta», κατόπιν της ενάρξεως ισχύος του περιφερειακού νόμου αριθ. 31.
57. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις προβαλλόμενες επιπτώσεις που ενδέχεται να εμφανιστούν στους τόπους του Natura 2000 και στη συγκεκριμένη υπό κρίση περιοχή, ειδικά λόγω της κατασκευής και λειτουργίας αιολικών πάρκων (36), προκύπτει, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι η απαγόρευση δεν εισάγει διακρίσεις. Συναφώς, δεν έχει υποβληθεί κανένα απολύτως στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ότι άλλες βιομηχανικές αναπτύξεις επιφέρουν όλες τις προβαλλόμενες πιθανές ανάλογες αρνητικές συνέπειες σε τέτοιους τόπους (37), όπως συμβαίνει με την κατασκευή και λειτουργία αιολικών πάρκων. Εν πάση περιπτώσει, όμως, η εκτίμηση του παρόντος ζητήματος εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
58. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υπάρχει συμβατότητα μεταξύ της εν λόγω απαγορεύσεως και της αρχής της αναλογικότητας, γεγονός που προϋποθέτει τα θεσπισθέντα μέτρα να μην υπερβαίνουν τα όρια του ενδεδειγμένου και αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτώς με την εν λόγω νομοθεσία στόχων· όταν υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγονται τα λιγότερο επαχθή, τα δε προκαλούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (38). Στον εθνικό δικαστή απόκειται να εξετάσει αν το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης μέτρο απαγορεύσεως υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Συναφώς, φρονώ ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το προφανώς περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του μέτρου απαγορεύσεως εφόσον προκύπτει ότι ισχύει για περιορισμένη γεωγραφική έκταση, σε μία μόνο συγκεκριμένη πηγή ανανεώσιμης ενέργειας και ισχύει μόνο για νέα αιολικά πάρκα εμπορικής κλίμακας (39).
VI – Πρόταση
59. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Tribunale Amministrativo Regionale per la Puglia ως εξής:
Η οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ, η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, και η οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, δεν αποκλείουν τη θέσπιση από κράτος μέλος αυστηρότερων εθνικών μέτρων απαγορεύσεως της κατασκευής σε τόπο της Natura 2000 ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση, υπό την προϋπόθεση ότι η απαγόρευση συνάδει με τις πολιτικές της Ένωσης στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας, ότι δεν θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ότι το κράτος μέλος θα προβεί μόνο στις απαραίτητες ενέργειες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, γεγονός που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 283, σ. 33.
3 – ΕΕ L140, σ. 16.
4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
5 – ΕΕ L 206, σ. 7.
6 – GURI αριθ. 299, της 27ης Δεκεμβρίου 2006, SO αριθ. 244.
7 – GURI αριθ. 258, της 6ης Νοεμβρίου 2007.
8 – Απόφαση της 22 Μαΐου 2008, C‑439/06, citiworks (Συλλογή 2008, σ. Ι-3913, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Σημειώνω, συναφώς, ότι, ενώ η οδηγία 2001/77 ορίζει τις «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» ως «μη ορυκτές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολική, ηλιακή και γεωθερμική ενέργεια, ενέργεια κυμάτων, παλιρροϊκή ενέργεια, υδραυλική ενέργεια, βιομάζα, αέρια εκλυόμενα από χώρους υγειονομικής ταφής, από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού και βιοαέρια)», δεν αναφέρεται στην εν λόγω οδηγία κάποια συγκεκριμένη προτίμηση σε συγκεκριμένη πηγή ενέργειας. Επιπλέον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τα κράτη μέλη μπορούν κατ’ αρχήν να επιλέγουν το είδος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που είναι, κατά την κρίση τους, το περισσότερο κατάλληλο. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ούτε η οδηγία 2001/77 ούτε η οδηγία 2009/28 δίνουν οποιαδήποτε προτεραιότητα σε μία εκ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Βλ. άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2001/77.
10 – Βλ. σημείο 19 ανωτέρω. Η αντικατάσταση και ο εκσυγχρονισμός των υπαρχουσών ανεμογεννητριών εντός των τόπων του Natura 2000 επιτρέπεται επίσης εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
11 – Βλ. σημεία 19 και 20 ανωτέρω.
12 – Βλ. ορισμό του άρθρου 1, σημείο ια΄, στην οδηγία περί οικοτόπων. Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων για τη σύσταση ενός ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών διατήρησης, επονομαζόμενου «Natura 2000», το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις χαρακτηρισθείσες από τα κράτη μέλη ΖΕΠ δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας περί πτηνών.
13 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί πτηνών, η οποία προβλέπει τη δημιουργία ζωνών προστασίας. Βλ. άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί πτηνών σχετικά με την επιλογή των πιο κατάλληλων ζωνών για τον χαρακτηρισμό τους ως ζωνών ειδικής προστασίας.
14 – Το άρθρο 7 της οδηγίας 92/43 έχει ως αποτέλεσμα ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας αυτής υποκαθίστανται στις απορρέουσες από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 79/409. Βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑304/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007 , σ. Ι‑7495, σκέψη 104).
15 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (Συλλογή 2004, σ. Ι-7405, σκέψεις 32 έως 34). Κατόπιν της εκτιμήσεως των επιπτώσεων δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων και στην περίπτωση αρνητικής εκτιμήσεως, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιλέξουν μεταξύ της απορρίψεως της αδειοδοτήσεως για το έργο και της παροχής εγκρίσεως δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της ιδίας οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις. Βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑239/04, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι-10183, σκέψη 25).
16 – Βλ. άρθρο 1 ΣΕΕ. Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑6/03, Deponiezweckverband Eiterköpfe (Συλλογή 2005, σ. Ι-2753, σκέψεις 58 και 59). Στη σκέψη 58 της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου ορίζεται «ότι στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος και εφόσον ένα εθνικό μέτρο επιδιώκει τους ίδιους στόχους με οδηγία, το άρθρο 176 ΕΚ επιτρέπει, υπό τους όρους που προβλέπει, την υπέρβαση των ελαχίστων απαιτήσεων που διατυπώνει η οδηγία».
17 – Στο προοίμιο της υπό κρίση υπουργικής αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1, παράγραφος 1226, του δημοσιονομικού νόμου για το 2007, και όπως προκύπτει αποτελεί μέρος της εν λόγω αποφάσεως.
18 – Βλ., αντιθέτως, απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C‑194/94, CIA SecurityInternational (Συλλογή 1996, σ. Ι‑2201, σκέψεις 47 έως 55), και της 26ης Απριλίου 2000, C-443/98, Unilever (Συλλογή 2000 σ. I‑7535).
19 – Βλ., αναλογικώς, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, C-380/87, Enichem Base κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2491).
20 – Ο διακριτός τίτλος για την ενέργεια, στο άρθρο 194 ΣΛΕΕ, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Βλ., εντούτοις, άρθρο 2 ΕΚ, το οποίο αναφέρεται στην αειφόρο ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο υ΄, ΕΚ που προβλέπει ότι η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει μέτρα στον τομέα της ενέργειας.
21 – Η διαδικασία αυτή οδήγησε το Δικαστήριο στη διαπίστωση, στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 2010, C‑573/08, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), ότι η αδυναμία μεταφοράς της οδηγίας περί πτηνών στο ιταλικό δίκαιο κατά τρόπο που να συμμορφώνεται πλήρως με τη συγκεκριμένη οδηγία και με την αδυναμία μεταφοράς του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας κατά τρόπο με τον οποίο να διασφαλίζεται ότι οι παρεκκλίσεις που θεσπίζονται από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές συμμορφώνονται προς τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο, η Ιταλική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 έως 7, 9 έως 11, 13 και 18 της οδηγίας.
22 – Βλ. «Κατευθυντήριες γραμμές για την αιολική ενέργεια και το δίκτυο Natura 2000», διαθέσιμο στον ιστότοπο .
23 – Απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, C-215/06, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2008, σ. I‑4911).
24 – Επισημαίνω ότι η νομική βάση της οδηγίας 2001/77 είναι το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρο 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και η νομική βάση της οδηγίας 2009/28 είναι κυρίως το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ.
25 – Δεν δίνεται προτεραιότητα από τα άρθρα της εν λόγω οδηγίας σε κανέναν από τους στόχους.
26 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/77.
27 – Βλ αιτιολογική έκθεση της προτάσεως για την εν λόγω οδηγία COM(2000) 279 τελικό, 2000/116 (COD) και τη Λευκή Βίβλο για τις ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές COM(97) 59 τελικό, το οποίο αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/77. Η εισαγωγή της εν λόγω αιτιολογικής εκθέσεως αναφέρει ότι «η οδηγία προτείνει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα επίπεδα της [ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές] αναπτύσσονται σύμφωνα με τους ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο». Στο σημείο 2.1 αναφέρεται ότι «[η] προαγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί υψηλή κοινοτική προτεραιότητα, για λόγους ασφάλειας και διαποίκιλσης του ενεργειακού εφοδιασμού, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής και οικονομικής συνοχής».
28 – Το άρθρο 3 της οδηγίας 2009/28 ορίζει δεσμευτικούς εθνικούς συνολικούς στόχους και μέτρα για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να μεταφέρουν, δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 2009/28, το άρθρο 3 στην εσωτερική έννομη τάξη τους πριν την 5η Δεκεμβρίου 2010, προκύπτει ότι η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης.
29 – Άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/77.
30 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι, το 2006, το 18,3 % της καταναλωθείσας στην Ιταλία ηλεκτρικής ενέργειας παράχθηκε από ανανεώσιμες πηγές.
31 – Βλ. σημεία 28 και 29 ανωτέρω.
32 – Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C‑44/94, Fishermen’s Organisations κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-3115, σκέψη46).
33 – Βλ. υποσημείωση 24 ανωτέρω.
34 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. Ι‑9895, σκέψη 30).
35 – Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, οι προσφεύγουσες εταιρείες δεν έχουν υποστεί ούτε καταγγέλλουν οποιαδήποτε διάκριση βάσει εθνικότητας.
36 – Βλ. σημεία 42 επ. ανωτέρω.
37 – Λαμβάνοντας υπόψη τη μοναδικότητα των χαρακτηριστικών και του στόχου.
38 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1992, C‑13/91 και C‑113/91, Debus (Συλλογή 1992, σ. I‑3617, σκέψη 16), και της 5ης Μαΐου 1998, C‑180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, , σ. Ι‑2265, σκέψη 96).
39 – Βλ. σημεία 28 και 29 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy