ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 9ης Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑47/10 P
Δημοκρατία της Αυστρίας
κατά
Scheucher-Fleisch GmbH κ.λπ.
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της βιολογικής γεωργίας χορηγηθείσες από τη Δημοκρατία της Αυστρίας – Απόφαση της Επιτροπής να μην προβάλει αντιρρήσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Δικαίωμα των “ενδιαφερομένων” – Προϋποθέσεις κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως – Έννοια των “σοβαρών δυσχερειών” – Έκταση του δικαιοδοτικού ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου»
1. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα των δυσχερειών που συνδέονται με την εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου περί των δικαιωμάτων των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Θέτει, ειδικότερα, το ζήτημα της εκτάσεως των εξουσιών του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την ερμηνεία των λόγων που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι όταν επικαλούνται, προς στήριξη της προσφυγής τους, τόσο λόγους που αφορούν την προάσπιση των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους όσο και λόγους που θέτουν υπό αμφισβήτηση το βάσιμο αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2).
2. Η εν λόγω υπόθεση δίδει επίσης την ευκαιρία στο Δικαστήριο να υπενθυμίσει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή όταν αυτή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες στο πλαίσιο της εξετάσεως της συμφωνίας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, καθώς και το περιεχόμενο του σχετικού δικαιοδοτικού ελέγχου.
3. Με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2009, T-375/04, Scheucher-Fleisch κ.λπ. κατά Επιτροπής (3), το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] δέχθηκε την προσφυγή που είχαν ασκήσει η εταιρία Scheucher-Fleisch GmbH και άλλες επιχειρήσεις (4) ως εν μέρει παραδεκτή και ακύρωσε την απόφαση C(2004) 2037 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2004, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις NN 34A/2000 περί των προγραμμάτων ποιότητας και περί των σημάτων «AMA-Biozeichen» και «AMA-Gütesiegel» στην Αυστρία (5). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εξέταση της συμφωνίας των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά ενείχε, στην πραγματικότητα, σοβαρές δυσχέρειες εκτιμήσεως που όφειλαν να οδηγήσουν την Επιτροπή να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η ως άνω ανάλυση αμφισβητείται από τη Δημοκρατία της Αυστρίας καθώς και από την Επιτροπή, η δε τελευταία άσκησε ανταναίρεση.
4. Με τις παρούσες προτάσεις προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως.
I – Tο νομικό πλαίσιο της Ένωσης
5. Καταρχάς, θα εκθέσω τα κρίσιμα άρθρα της Συνθήκης ΕΚ προτού επισημάνω τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (6), ο οποίος είναι ο κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ. Θα διευκρινίσω, επίσης, τα κρίσιμα σημεία των κατευθυντήριων γραμμών που ισχύουν στις κρατικές ενισχύσεις για διαφημιστικούς σκοπούς.
Η Συνθήκη ΕΚ
6. Κατά το άρθρο 87 ΕΚ, οι ενισχύσεις οι οποίες χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και οι οποίες νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό απαγορεύονται καταρχήν, πλην των εξαιρέσεων που απαριθμεί το άρθρο 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ.
7. Το άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ ορίζει τις ενισχύσεις που μπορούν να λογίζονται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ενισχύσεις που προορίζονται να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιοχών.
8. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των διατάξεων αυτών η Συνθήκη, και, ειδικότερα, το άρθρο της 88 ΕΚ, προβλέπει διαδικασία ελέγχου και προηγούμενης εγκρίσεως των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή κατέχει κεντρική θέση. Η εν λόγω διαδικασία ελέγχου υποδιαιρείται σε δύο στάδια.
9. Το προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως των ενισχύσεων προβλέπεται από το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ (7). Δυνάμει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα σχέδιά τους για τη χορήγηση ή τροποποίηση ενισχύσεων και δεν μπορούν να εφαρμόζουν τα σχέδια αυτά χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Το εν λόγω στάδιο έχει ως αντικείμενο μόνο να παράσχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη επί της πλήρους ή μερικής συμφωνίας της οικείας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά (8).
10. Αν η Επιτροπή αμφιβάλλει περί της συμφωνίας της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, πρέπει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (9). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρέπει να καλέσει τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, έτσι ώστε να μπορέσει να λάβει πλήρη γνώση των στοιχείων της υποθέσεως (10). Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η οικεία ενίσχυση δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 87 ΕΚ ή ότι αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εμπλεκόμενο κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια ορίζει.
Ο κανονισμός 659/1999
11. Ο κανονισμός 659/1999 κωδικοποίησε την πρακτική που ακολουθούσε η Επιτροπή όσον αφορά την άσκηση των εξουσιών που της παρέχει η Συνθήκη. Ορίζει τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (11).
12. Έτσι, το άρθρο 1, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού επαναλαμβάνει, με ταυτόσημη ουσιαστικά φρασεολογία, τον ορισμό που έδωσε το Δικαστήριο στην έννοια των ενδιαφερομένων, με την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής (12), η οποία επιβεβαιώνεται έκτοτε παγίως (13). Δυνάμει της διατάξεως αυτής, «“ενδιαφερόμενο μέρος” [είναι] κάθε κράτος μέλος και κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης, και ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις».
13. Το άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999 αφορά τον προκαταρκτικό έλεγχο τον οποίον υποχρεούται να διεξάγει η Επιτροπή οσάκις κράτος μέλος τής κοινοποιήσει σχέδιο με το οποίο θεσπίζεται ή τροποποιείται κάποια ενίσχυση.
14. Κατά την ανωτέρω διάταξη, η Επιτροπή μπορεί να λάβει τρία είδη αποφάσεων. Μπορεί να αποφασίσει ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση. Μπορεί επίσης να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά τη συμφωνία του κοινοποιηθέντος μέτρου προς την κοινή αγορά και να αποφασίσει να μην προβάλει αντιρρήσεις στη χορήγηση της οικείας ενισχύσεως. Τέλος, μπορεί να κινήσει την επίσημη διαδικασία ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, αν το σχέδιο της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως εγείρει αμφιβολίες ως προς τη συμφωνία του προς την κοινή αγορά.
15. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και τους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας που η ίδια τάσσει.
16. Το άρθρο 20 του κανονισμού 659/1999 ρυθμίζει ειδικά τα δικαιώματα των τρίτων ενδιαφερομένων. Στην παράγραφο 1 υπενθυμίζεται ότι, όταν η Επιτροπή αποφασίσει να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις. Προσθέτει, στην παράγραφο 2, ότι κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή για προβαλλόμενη παράνομη ενίσχυση και για προβαλλόμενη καταχρηστική εφαρμογή ενισχύσεως.
Οι κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν στις κρατικές ενισχύσεις για διαφημιστικούς σκοπούς
17. Οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης ΕΚ και ορισμένων προϊόντων εκτός παραρτήματος Ι (14) είναι οι γενικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στα κρατικά μέτρα παρεμβάσεως με τα οποία οι εθνικές αρχές ενισχύουν τη χρηματοδότηση της προωθήσεως και της διαφημίσεως γεωργικών προϊόντων, είτε με άμεση οικονομική συνεισφορά από τον προϋπολογισμό τους είτε με κρατικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων των λοιπών φόρων και τελών υπέρ τρίτων ή υποχρεωτικών εισφορών. Με την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, η Επιτροπή αντιμετωπίζει ευνοϊκά τέτοιου είδους δραστηριότητες, εφόσον αυτές διευκολύνουν την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στον γεωργικό τομέα και την επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής (15).
18. Κατά το σημείο 10 των κατευθυντήριων γραμμών περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση, «[η] γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 87, παράγραφος 1, […] ΕΚ εφαρμόζεται μόνον αν η διαφήμιση που χρηματοδοτείται από το κράτος νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής. Όταν αυτού του είδους οι διαφημιστικές δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους αναφέρονται στην εθνική ή περιφερειακή καταγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων, η διαφήμιση ευνοεί σαφώς ορισμένα προϊόντα, και ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 87, παράγραφος 1».
19. Τα σημεία 49 και 50 των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών έχουν ως ακολούθως:
«49. Τα εθνικά συστήματα ελέγχου της ποιότητας πρέπει να εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την ύπαρξη εγγενών αντικειμενικών χαρακτηριστικών […] και είναι ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϊόντων ή τον τόπο παραγωγής. Ασχέτως του εάν τα συστήματα ελέγχου της ποιότητας είναι υποχρεωτικά ή εθελοντικά, η πρόσβαση σε τέτοιου είδους συστήματα πρέπει επομένως να παρέχεται για όλα τα προϊόντα που παράγονται στην Κοινότητα, ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τους προβλεπόμενους όρους […]
50. Όταν το σύστημα περιορίζεται σε προϊόντα συγκεκριμένης καταγωγής […], το σύστημα καθαυτό αντίκειται στη Συνθήκη και είναι αυτονόητο ότι η Επιτροπή δεν δύναται να θεωρεί τις ενισχύσεις για τη διαφήμιση ενός συστήματος τέτοιου είδους συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά […]».
20. Από το σημείο 46 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών προκύπτει ότι ως καταγωγή των προϊόντων πρέπει να νοείται η «εθνική, περιφερειακή ή τοπική καταγωγή».
II – Το ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως
21. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, συνοψίζονται ως εξής.
22. To 1992 η Δημοκρατία της Αυστρίας εξέδωσε τον ομοσπονδιακό νόμο περί ιδρύσεως του ρυθμιστικού της αγοράς οργανισμού «Agrarmarkt Austria» (Bundesgesetz über die Errichtung der Marktordnungsstelle «Agrarmarkt Austria») (16), με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του οποίου συνεστήθη ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την ονομασία «Agrarmarkt Austria» (στο εξής: AMA). Ο σκοπός του AMA συνίσταται στην εμπορική προώθηση των γεωργικών προϊόντων. Προς τούτο, είναι επιφορτισμένος με την είσπραξη εισφορών οι οποίες πρέπει να καταβάλλονται, μεταξύ άλλων, προκειμένου περί της σφαγής ζώων, κατά το άρθρο 21c, παράγραφος 1, σημείο 3, του AMA-Gesetz του 1992.
23. Οι επίμαχες ενισχύσεις αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της παραγωγής, της επεξεργασίας, της μεταποιήσεως και της εμπορίας γεωργικών προϊόντων στην Αυστρία μέσω του σήματος βιολογικών προϊόντων «AMA» και του σήματος ποιότητας «AMA» (στο εξής: σήματα «AMA»).
24. Οι προσφεύγουσες, ως αυστριακές επιχειρήσεις ασχολούμενες με τη σφαγή και τον τεμαχισμό ζώων, υποχρεούνται σε καταβολή εισφορών στο AMA. Εντούτοις, τα προϊόντα τους δεν φέρουν τα σήματα «AMA». Γι’ αυτό στις 21 Σεπτεμβρίου 1999 οι ως άνω επιχειρήσεις υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή, ισχυριζόμενες ότι θίγονταν από ορισμένες διατάξεις του AMA-Gesetz του 1992.
25. Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά των «κοινοποιηθέντων» μέτρων. Συναφώς, έκρινε ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν σύμφωνα προς την κοινή αγορά, υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, καθόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα (17) και των κατευθυντήριων γραμμών περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 17 Σεπτεμβρίου 2004, οι αιτούσες ζήτησαν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής τους επικαλέστηκαν κατ’ ουσίαν τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
27. Ο πρώτος λόγος αντλείτο από παράβαση διαδικαστικών κανόνων. Περιελάμβανε τέσσερα σκέλη που αντλούντο, πρώτον, από έλλειψη κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των επίμαχων ενισχύσεων, δεύτερον, από παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (18), τρίτον, από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και, τέταρτον, από παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας. Ο δεύτερος λόγος αντλείτο από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ (19). Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου τους, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή παρέβη τη «ρήτρα αναστολής» που προβλέπουν το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 3 του κανονισμού 659/1999.
28. Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής που άσκησαν οι προσφεύγουσες, εκτιμώντας ότι η επίδικη απόφαση δεν τις αφορούσε ούτε άμεσα ούτε ατομικά. Όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, έκρινε επίσης ότι η ίδια δεν ήταν υποχρεωμένη να καλέσει τις προσφεύγουσες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους, καθόσον αυτές, υποβάλλοντας καταγγελία, είχαν ήδη λάβει θέση και είχαν με τον τρόπο αυτόν εξαντλήσει το δικαίωμά τους προς διατύπωση παρατηρήσεων στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
29. Το Πρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή και ακύρωσε την επίδικη απόφαση.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
30. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 2010, η Δημοκρατία της Αυστρίας άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
31. Ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, στο πλαίσιο της εξετάσεως της διαφοράς, να απορρίψει την προσφυγή των προσφευγουσών και νυν αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη. Η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί επίσης να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των δύο διαδικασιών.
32. Με το απαντητικό υπόμνημα της 22ας Απριλίου 2010 η Επιτροπή εκθέτει ότι υποστηρίζει ανεπιφύλακτα την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας και ότι συμφωνεί με το σύνολο των λόγων που επικαλείται το κράτος αυτό. Εντούτοις, διατυπώνει συμπληρωματικά επιχειρήματα προς εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Οι αναιρεσείουσες και η Δημοκρατία της Αυστρίας ερμήνευσαν τα επιχειρήματα αυτά ως νέους λόγους και απάντησαν σε αυτούς με χωριστά υπομνήματα, αντιστοίχως, της 28ης Ιουνίου 2010 και της 22ας Ιουλίου 2010, επικαλούμενες το άρθρο 117, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
33. Κατά το Δικαστήριο, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, ο χαρακτηρισμός επιχειρήματος ως αιτήσεως ανταναιρέσεως απαιτεί ο διάδικος που τον προβάλλει να σκοπεί στη συνολική ή μερική εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για λόγο μη προβληθέντα με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Για να εξακριβώσει αν συμβαίνει κάτι τέτοιο το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξετάσει το γράμμα και τον σκοπό του επίμαχου χωρίου του υπομνήματος απαντήσεως, καθώς και το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το υπόμνημα αυτό (20).
34. Στο απαντητικό υπόμνημά της η Επιτροπή δεν χρησιμοποιεί σε κανένα σημείο την έκφραση «αίτηση ανταναιρέσεως». Στο σημείο 1 του εν λόγω υπομνήματος εκθέτει ότι, «επειδή η αίτηση αναιρέσεως [της Δημοκρατίας της Αυστρίας] αιτιολογείται ορθώς και πολύ καλώς εφ’ όλων των ανακυπτόντων ζητημάτων, [η ίδια] θα περιοριστεί να προβάλει συμπληρωματικά επιχειρήματα».
35. Μολονότι η διατύπωση αυτή δεν παρέχει τη δυνατότητα συναγωγής συμπερασμάτων όσον αφορά τις προθέσεις της Επιτροπής, από το περιεχόμενο των επιχειρημάτων ωστόσο μπορεί να συναχθεί ότι πρόκειται για ανταναίρεση.
36. Αντιλαμβάνομαι, πράγματι, ότι η Επιτροπή προβάλλει τρεις νέους λόγους. Με τον πρώτο λόγο η Επιτροπή επιχειρεί να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξετίμησε ορθώς το παραδεκτό της προσφυγής, στηριζόμενο σε επιχειρήματα που δεν είχε προβάλει η Δημοκρατία της Αυστρίας. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος, αντιστοίχως, αντλούνται από υπέρβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου, καθώς και από μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
37. Η Επιτροπή συμμερίζεται το σύνολο των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, στο πλαίσιο της εξετάσεως της διαφοράς, να απορρίψει την προσφυγή των αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμη. Ζητεί επίσης να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των δύο διαδικασιών.
38. Οι αναιρεσείουσες ζητούν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας και ζητούν από το Δικαστήριο να καταδικάσει το εν λόγω κράτος στα δικαστικά έξοδα.
V – Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως
39. Η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως.
40. Με τον πρώτο λόγο εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο δεν εξετίμησε ορθώς το παραδεκτό της προσφυγής των αναιρεσειουσών. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας τις τελευταίες ως «ενδιαφερομένους» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Επιπλέον, εφάρμοσε εσφαλμένως τη νομολογία, δεχόμενο το παραδεκτό του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας, και του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, ενώ οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν ότι επηρεάστηκε ουσιαστικά η ανταγωνιστική τους θέση.
41. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση εκ μέρους του Πρωτοδικείου της ανάγκης κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Το Πρωτοδικείο, αποδεχόμενο την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και, επιπλέον, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
42. Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος, αντιστοίχως, αντλούνται από προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων που διέπουν το βάρος αποδείξεως, καθώς και του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου].
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής των αναιρεσειουσών
43. Πριν αρχίσω την ανάλυσή μου είναι αναγκαίο να υπενθυμίσω τις γενικές γραμμές της συλλογιστικής που ακολούθησε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
44. Πρώτον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Πράγματι, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, επειδή οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν ήδη χορηγηθεί, η δυνατότητα των αυστριακών αρχών να αποφασίσουν να μην τις χορηγήσουν ήταν καθαρά θεωρητική.
45. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν η επίδικη απόφαση αφορούσε ατομικά τις αναιρεσείουσες. Αντιθέτως προς τις υποθέσεις με αφορμή τις οποίες το Δικαστήριο διαμόρφωσε τη νομολογία του στον τομέα αυτό και, ειδικότερα, εκείνες επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, Matra κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, καθώς και αντιθέτως προς τις αποφάσεις Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance (21) και British Aggregates κατά Επιτροπής (22), οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τόσο λόγους προς διασφάλιση των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους όσο και λόγους προς αμφισβήτηση του βασίμου της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο εξέτασε το παραδεκτό της προσφυγής σε συνάρτηση με καθέναν από τους προβληθέντες λόγους.
46. Πρώτον, στις σκέψεις 51 έως 56 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες, ασκώντας τις δραστηριότητές τους στην ίδια γεωγραφική αγορά με τις επιχειρήσεις που φέρουν τα σήματα «AMA», ήταν ανταγωνίστριες των τελευταίων. Δέχθηκε επίσης, απαντώντας σε σχετικό επιχείρημα της Επιτροπής, ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούσαν να στερηθούν του δικαιώματος σεβασμού των διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω του γεγονότος ότι, με την υποβολή της καταγγελίας τους, είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
47. Δεύτερον, στις σκέψεις 57 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι αναιρεσείουσες είχαν ενεργητική νομιμοποίηση για να αμφισβητήσουν το βάσιμο της επίδικης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν, υπό την έννοια της νομολογίας, ότι η ανταγωνιστική τους θέση μπορούσε να θιγεί ουσιωδώς από τις εν λόγω ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτο, αφενός, τον πρώτο λόγο, όσον αφορά το πρώτο και το τέταρτο σκέλος, που αντλούνταν, αντιστοίχως, από έλλειψη κοινοποιήσεως των εν λόγω ενισχύσεων και από παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας, και, αφετέρου, τον τρίτο λόγο, που αντλείται από παράβαση της «ρήτρας αναστολής» που προβλέπουν τα άρθρα 88, παράγραφος 3, ΕΚ και 3 του κανονισμού 659/1999.
48. Τρίτον, στις σκέψεις 62 έως 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο διερωτήθηκε επί του παραδεκτού του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και επί του παραδεκτού του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Στηριζόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Fives Lille Cail κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (23), το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τους λόγους αυτούς βάσει της ουσίας τους και όχι βάσει του χαρακτηρισμού τους. Δέχθηκε ότι με τους λόγους αυτούς προβάλλονταν στοιχεία προς απόδειξη της παραβιάσεως των διαδικαστικών εγγυήσεων που επικαλούνταν οι αναιρεσείουσες και τους έκρινε παραδεκτούς.
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
49. Με τον πρώτο λόγο η Δημοκρατία της Αυστρίας, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, φρονεί ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία σχετικά με τις προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, το Πρωτοδικείο όφειλε να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
50. Πρώτον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η επίδικη απόφαση αφορούσε άμεσα και ατομικά τις αναιρεσείουσες υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και χαρακτηρίζοντας τις τελευταίες ως «ενδιαφερομένους» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
51. Όσον αφορά το αν η επίδικη απόφαση αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες, η Δημοκρατία της Αυστρίας προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε τη συλλογιστική του στην εφαρμογή του συστήματος των εν λόγω ενισχύσεων. Υποστηρίζει επίσης ότι ούτε ο AMA-Gesetz του 1992 αφορά άμεσα τις αναιρεσείουσες, διότι αυτός είναι μέτρο γενικής ισχύος, ούτε η επίδικη απόφαση. Η Δημοκρατία της Αυστρίας σημειώνει, εξάλλου, ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασχολούνται με τη σφαγή και τον τεμαχισμό ζώων εισαγόμενων από άλλα κράτη μέλη και ότι, επιπλέον, αποφάσισαν ελεύθερα να παραιτηθούν από τις εν λόγω ενισχύσεις.
52. Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο το παραδεκτό του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθώς και το παραδεκτό του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, ενώ οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν κάποιον ουσιώδη επηρεασμό της ανταγωνιστικής τους θέσεως. Αφού οι αναιρεσείουσες αμφισβητούσαν το βάσιμο της επίδικης αποφάσεως, όφειλαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτόν.
53. Δεχόμενο το παραδεκτό των εν λόγω επιχειρημάτων, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε, κατά συνέπεια, τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και επεξέτεινε ουσιωδώς τον κύκλο των ενδεχόμενων προσφευγόντων. Ακόμη, περιέπεσε σε αντίφαση στο πλαίσιο της αιτιολογίας του.
54. Με το απαντητικό της υπόμνημα η Επιτροπή διατυπώνει έντονη κριτική έναντι της νομολογίας του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, Matra κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, στην οποία στηρίζεται το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η νομολογία αυτή, καθόσον δημιουργεί διαδικαστικά δικαιώματα υπέρ των ενδιαφερομένων, είναι αντίθετη προς το άρθρο 88 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή προστατεύει μόνον τα συμφέροντα των κρατών μελών.
55. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής συνεπάγεται ανεπίλυτες αντιφάσεις. Πρόσωπο που ασκεί προσφυγή προκειμένου να διασφαλίσει τα διαδικαστικά δικαιώματα που αντλεί από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ θα πληροί την προϋπόθεση του ατομικού επηρεασμού του από την οικεία πράξη, ενώ δεν θα ικανοποιεί τα κριτήρια που θέτει το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (24). Η αποδοχή μιας τέτοιας απόψεως θα καθιστούσε άνευ περιεχομένου την έννοια του προσώπου το οποίο μια πράξη «αφορ[ά] άμεσα και ατομικά», όπως ορίζει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, και θα καθιστούσε δυνατή μια actio popularis.
56. Οι αντιφάσεις αυτές καθίστανται ακόμη εντονότερες λόγω της τάσεως του Γενικού Δικαστηρίου να ερμηνεύει πλέον τους λόγους που προβάλλει κάθε προσφεύγων με βάση την ουσία τους και όχι τον χαρακτηρισμό τους. Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να εφαρμόζει, σε όλες τις περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων αμφισβητεί μια απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, το κριτήριο του άμεσου και ατομικού συμφέροντος που θέτει η προαναφερθείσα απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής.
57. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία, οπότε ορθώς εξετίμησε χωριστά τους διάφορους λόγους που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως. Ακόμη, το Πρωτοδικείο ορθώς χαρακτήρισε τις τελευταίες ως «ενδιαφερομένους», καθόσον η επίδικη απόφαση δέχθηκε ότι ορισμένες επιχειρήσεις ευνοούνταν, ανεξάρτητα από τη θέση τους στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής.
3. Η εκτίμησή μου
58. Πριν εξετάσω το βάσιμο των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να υπενθυμίσω προηγουμένως τη νομολογία του Δικαστηρίου περί των δικαιωμάτων των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
α) Η νομολογία περί των δικαιωμάτων των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων
59. Η νομολογία σχετικά με τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων στηρίζεται στην αρχή ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων έχουν ως αποδέκτες τα κράτη μέλη, ακόμη και όταν οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται κατόπιν υποβολής καταγγελίας περί μέτρου αντίθετου προς τη Συνθήκη (25).
60. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατ’ αποφάσεως που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο μόνον εάν η απόφαση αυτή το αφορά άμεσα και ατομικά.
61. Τα δικαιώματα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτά έχουν εξειδικευτεί από τη νομολογία, εξαρτώνται, αφενός, από το αν οι καταγγέλλοντες έχουν τη ιδιότητα των «ενδιαφερομένων», υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και, αφετέρου, από το αντικείμενο της προσφυγής τους.
62. Καταρχάς, η έννοια «ενδιαφερόμενος» στη διάταξη αυτή έχει οριστεί ευρέως και περιλαμβάνει τα πρόσωπα, τις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση ενισχύσεως, δηλαδή κυρίως τις ανταγωνίστριες των δικαιούχων της ενισχύσεως επιχειρήσεις και τις επαγγελματικές οργανώσεις. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνεται επίσης στο άρθρο 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 659/1999.
63. Το Δικαστήριο υπενθύμισε πολύ πρόσφατα ότι η ιδιαίτερη ιδιότητα του ενδιαφερομένου αρκεί για να εξατομικεύσει μιαν επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
64. Επομένως, κάθε επιχείρηση επικαλούμενη κάποια σχέση ανταγωνισμού, ακόμα και ενδεχόμενη, μπορεί να είναι «ενδιαφερόμενος», υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, οπότε μπορεί να γίνεται δεκτό ότι η οικεία απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά (26).
65. Περαιτέρω, το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να ασκήσουν προσφυγή θεμελιώνεται στα διαδικαστικά δικαιώματα που τους παρέχει η εν λόγω διάταξη. Κατ’ αυτήν, η Επιτροπή, όταν κινεί επίσημη διαδικασία εξετάσεως και μόνο στο στάδιο αυτό, υποχρεούται να δέχεται την υποβολή παρατηρήσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων (27).
66. Όμως, όταν η Επιτροπή θέτει στο αρχείο καταγγελία ή εκτιμά ότι το καταγγελλόμενο μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση ή ότι αποτελεί ενίσχυση σύμφωνη προς την κοινή αγορά, δεν προχωρεί στο στάδιο της επίσημης εξετάσεως, στερώντας με τον τρόπο αυτόν τους καταγγέλλοντες, ως ενδιαφερομένους, από τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
67. Κατά συνέπεια, προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση του δικονομικού αυτού δικαιώματος, η νομολογία αναγνωρίζει υπέρ αυτών το δικαίωμα να αμφισβητούν τις σχετικές αποφάσεις ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, πάντως, ότι αντικείμενο της προσφυγής μπορεί να είναι μόνον η προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η διάταξη αυτή, δηλαδή ότι πρέπει να προσβάλλεται η παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Το εν λόγω δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής αναγνωρίστηκε με τις αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής και η νομολογία αυτή έχει έκτοτε παγιωθεί (28).
68. Επομένως, για να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον καταγγέλλοντα άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αυτός πρέπει να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου», κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και να προσβάλλει την παράλειψη κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (29).
69. Αντιθέτως, όταν ο προσφεύγων αμφισβητεί ευθέως το βάσιμο της εκτιμήσεως της Επιτροπής, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάθε άλλο πρόσωπο που αμφισβητεί μιαν απόφαση που δεν απευθύνεται σε αυτό. Απλώς και μόνον το γεγονός ότι μπορεί να λογίζεται ως «ενδιαφερόμενος», υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν αρκεί, οπότε ο προσφεύγων πρέπει ακόμη να αποδείξει ότι βρίσκεται σε μιαν ιδιαίτερη κατάσταση υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας Plaumann κατά Επιτροπής (30). Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το Δικαστήριο δέχεται μια τέτοια απόδειξη και κρίνει την προσφυγή παραδεκτή όταν ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι η ανταγωνιστική του θέση στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της οικείας αποφάσεως (31).
70. Έτσι, από τη νομολογία προκύπτει ότι, αν ο προσφεύγων βάλλει κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία ελέγχου επικαλούμενος προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων του, πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος είναι «ενδιαφερόμενος» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ καθόσον τα συμφέροντά του μπορεί να θιγούν (32) από τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως.
71. Αντιθέτως, αν ο εν λόγω προσφεύγων αμφισβητεί το βάσιμο της αποφάσεως με την οποία αξιολογήθηκε η ενίσχυση καθαυτή, υποχρεούται να αποδείξει, υπό τις συνθήκες αυτές, ότι η ανταγωνιστική θέση του στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς (33). Συνεπώς, η πρόσβασή του στη δικαιοσύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι λιγότερο ευχερής απ’ ό,τι στην πρώτη περίπτωση.
72. Η νομολογία αυτή, που επιβεβαιώθηκε ακόμη με τις αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance και British Aggregates κατά Επιτροπής, αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών επικρίσεων (34).
73. Πράγματι, η εν λόγω νομολογία δημιουργεί ερωτηματικά και δεν διευκρινίζει σαφώς το περιεχόμενο του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί σαφές σχετικό παράδειγμα, καθόσον από αυτήν προκύπτουν καθαρά οι δυσχέρειες τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίσει ο δικαστής όταν πρέπει να διακρίνει τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας και της αυτής προσφυγής κατά μιας και της ιδίας αποφάσεως ανάλογα με το αν με το δικόγραφο της προσφυγής ζητείται η προστασία διαδικαστικών δικαιωμάτων ή αμφισβητείται η απόφαση επί της ουσίας.
74. Κατά συνέπεια, η υπόθεση αυτή δίδει λαβή για μιαν ιδιαίτερη προβληματική, με την οποία ασχολήθηκα ήδη στο πλαίσιο των προτάσεών μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance (35).
75. Σχημάτισα τη γνώμη ότι είναι απολύτως επίπλαστη η διάκριση μεταξύ των προϋποθέσεων παραδεκτού μιας και της αυτής προσφυγής κατά μιας και της ιδίας αποφάσεως στο πλαίσιο δικογράφου προσφυγής που έχει τελικά το ίδιο αντικείμενο. Πράγματι, ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο προσφεύγων είναι, κατά τη γνώμη μου, ο ίδιος, είτε ζητεί την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων του είτε αμφισβητεί το βάσιμο της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως. Και στις δύο περιπτώσεις ο προσφεύγων ζητεί, με την προσφυγή του, να κινηθεί το επίσημο στάδιο εξετάσεως της ενισχύσεως.
76. Συνεπώς, η ανωτέρω νομολογία καταλήγει εν τέλει στον περιορισμό των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους ενδιαφερομένους στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Μολονότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει στους ενδιαφερομένους ορισμένα δικαιώματα οσάκις αυτοί προβάλλουν, προς στήριξη της προσφυγής τους, παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων των οποίων απολαύουν, αρνείται ταυτόχρονα να παράσχει τις εν λόγω εγγυήσεις οσάκις οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να αμφισβητήσουν το βάσιμο της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως. Εντούτοις, η πρόσβαση στον κοινοτικό δικαστή αποτελεί έναν από τους τομείς όπου, κατά την άποψή μου, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, απαιτείται να υπάρχει σαφήνεια και συνοχή δικαίου. Οι περιορισμοί στο δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη προς έλεγχο των κανόνων και των μέτρων που εφαρμόζουν τα θεσμικά όργανα στις δραστηριότητες ή στην κατάστασή τους πρέπει να είναι ευχερώς κατανοητοί.
77. Πέραν τούτου, μια τέτοια διάκριση καθιστά δυσχερές το έργο του δικαστή της Ένωσης, δεδομένου ότι, από την ανάγνωση της προσφυγής ακυρώσεως, δεν είναι πάντοτε ευχερές να διακριθούν οι δύο περιπτώσεις. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί σαφές σχετικό παράδειγμα, καθόσον τώρα προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξεπλήρωσε ορθώς το καθήκον του, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τόσο λόγους που αφορούν την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους όσο και λόγους προς αμφισβήτηση του βασίμου της επίδικης αποφάσεως.
78. Πρέπει να γίνει δεκτή, στην περίπτωση αυτή, η άποψη που προβάλλει η Αυστριακή Κυβέρνηση εν προκειμένω και, λόγω ελλείψεως κάποιου ουσιώδους επηρεασμού των αναιρεσειουσών, να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη στο σύνολό της ή είναι προτιμητέα η άποψη που ακολούθησε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οπότε θα πρέπει να κριθεί η προσφυγή εν μέρει απαράδεκτη;
79. Το Δικαστήριο μόλις αποφάνθηκε στο πλαίσιο ίδιας προβληματικής στην προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex.
80. Στην απόφαση Kronoply και Kronotex κατά Επιτροπής (36), το Πρωτοδικείο δεν περιορίστηκε απλώς στο γράμμα των λόγων που προέβαλαν οι επιχειρήσεις. Εξέτασε αν αυτές επικαλούνταν κατ’ ουσίαν με ορισμένα από τα επιχειρήματά τους προσβολή των διαδικαστικών τους εγγυήσεων και δημιουργούσαν αμφιβολίες όσον αφορά τη συμφωνία προς την κοινή αγορά των επίμαχων ενισχύσεων, ώστε να δικαιολογείται η κίνηση της διαδικασίας περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Το Πρωτοδικείο εξέτασε έτσι τους λόγους που αντλούνταν από πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής και από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο, τα επιχειρήματα αυτά συναρτώνταν με τον λόγο ακυρώσεως που αντλείτο από μη τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων τον οποίο επίσης προέβαλαν οι επιχειρήσεις.
81. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κρίνοντας με τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
82. Επ’ αυτού, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί η επί της αρχής άποψη του Δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στη σκέψη 59 της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex:
«Όταν ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση αποφάσεως για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων, αμφισβητεί κυρίως το γεγονός ότι η απόφαση [αυτή] εκδόθηκε χωρίς [η Επιτροπή] να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τα διαδικαστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα ακυρώσεως, ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει οποιοδήποτε λόγο ικανό να αποδείξει ότι η εκτίμηση των πληροφοριών και των στοιχείων που διαθέτει η Επιτροπή, στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως του κοινοποιηθέντος μέτρου, θα έπρεπε να δημιουργήσει αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητά του με την κοινή αγορά […]».
83. Επομένως, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δίδει την εντύπωση ότι απάλειψε ορισμένες δυσχέρειες ανακύπτουσες από την κλασική νομολογία, επιλέγοντας μια λύση η οποία ικανοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει υπέρ των πολιτών ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
84. Πράγματι, όταν ο προσφεύγων αμφισβητεί το βάσιμο της εκτιμήσεως της Επιτροπής, στην οποία αυτή κατέληξε κατόπιν σχετικής προκαταρκτικής εξετάσεως, ο εν λόγω προσφεύγων βάλλει οπωσδήποτε κατά της μη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως και αποσκοπεί, κατά συνέπεια, να προασπίσει τα δικονομικά δικαιώματά του. Η προσφυγή του αυτή έχει ως σκοπό να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως, στο πλαίσιο της οποίας ο προσφεύγων μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, πράγμα το οποίο είναι και ο μοναδικός του σκοπός, ανεξαρτήτως του προβαλλόμενου λόγου. Ομοίως, όταν ο προσφεύγων ζητεί την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων του, αυτός αμφισβητεί οπωσδήποτε την εκτίμηση της συμφωνίας των οικείων μέτρων προς την κοινή αγορά και, ειδικότερα, επικαλείται την ύπαρξη αμφιβολιών ή σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως που δικαιολογούσαν, υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
85. Σε αυτό το νομολογιακό πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
β) Επί του αν οι αναιρεσείουσες έχουν την ιδιότητα του ενδιαφερομένου
86. Στις σκέψεις 51 έως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι αναιρεσείουσες είχαν όντως ενεργητική νομιμοποίηση για να ζητήσουν προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο προσδιόρισε τους δικαιούχους των εν λόγω ενισχύσεων στηριζόμενο στις διαπιστώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στα σημεία 14 και 27 των αιτιολογιών της επίδικης αποφάσεως, καθώς και στις παρατηρήσεις των αναιρεσειουσών στο πλαίσιο της προσφυγής τους. Συναφώς, τόνισε ότι οι χρησιμοποιούντες τα σήματα «AMA» «δεν είναι αποκλειστικά οι λιανοπωλητές», αλλά σε αυτούς «περιλαμβάνεται επίσης το σύνολο των εταιριών που ανήκουν στην ειδική για τα σήματα “AMA” αλυσίδα παραγωγής και διανομής».
87. Το Πρωτοδικείο εξέτασε στη συνέχεια την ανταγωνιστική θέση των αναιρεσειουσών στην αγορά αυτή. Συναφώς, διαπίστωσε ότι «οι προσφεύγουσες […] ως εταιρίες που ειδικεύονται στη σφαγή και τον τεμαχισμό ζώων, ανταγωνίζονται τις εταιρίες σφαγής και τεμαχισμού ζώων που τυγχάνουν των σημάτων “AMA”» και ότι «δραστηριοποιούνται επίσης στην ίδια γεωγραφική αγορά, ήτοι στην Αυστρία». Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες είχαν ενεργητική νομιμοποίηση, καθόσον αξίωναν προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων που αντλούσαν βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
88. Φρονώ ότι η κρίση αυτή δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
89. Καταρχάς, δεν πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, η Δημοκρατία της Αυστρίας μολονότι προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι χαρακτήρισε τις αναιρεσείουσες ως επιχειρήσεις που «ανταγωνίζονται τις εταιρίες σφαγής και τεμαχισμού ζώων», εντούτοις δεν υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Η Δημοκρατία της Αυστρίας καλεί, επομένως, το Δικαστήριο να εκτιμήσει εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του Πρωτοδικείου, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
90. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά. Είναι επίσης αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιόν του, εφόσον έχουν προκύψει νομοτύπως οι αποδείξεις που δέχεται προς στήριξη των περιστατικών αυτών και έχουν τηρηθεί οι γενικές αρχές του δικαίου και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες περί διεξαγωγής αποδείξεων. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των εν λόγω περιστατικών και επί των νομικών συνεπειών που συνάγει εξ αυτών το Γενικό Δικαστήριο, εκτός αν ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν ενώπιόν του. Στην περίπτωση αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να επισημάνει επακριβώς τα στοιχεία που παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να αποδείξει την πλάνη κατά τη σχετική ανάλυση που, κατά τη γνώμη του, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην παραμόρφωση αυτή. (37).
91. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο.
92. Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει τώρα να εξεταστεί αν οι αναιρεσείουσες, ασχολούμενες ειδικότερα με τη σφαγή και τον τεμαχισμό ζώων, μπορούσαν ορθώς να χαρακτηρισθούν ως «ενδιαφερόμενοι» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
93. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία περί αυτού. Πράγματι, οι αναιρεσείουσες δραστηριοποιούνται στην αγορά σφαγής και τεμαχισμού ζώων στην Αυστρία, όπως και οι δικαιούχες της ενισχύσεως επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η σχετική αγορά προϊόντων είναι η ίδια, όπως ίδια είναι και η γεωγραφική αγορά. Ως επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται τους δικαιούχους των καταγγελλόμενων μέτρων, επομένως, οι αναιρεσείουσες περιλαμβάνονται μεταξύ των «ενδιαφερομένων» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (38).
94. Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας νομολογίας, η ιδιότητα αυτή αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η επίδικη απόφαση τις αφορούσε άμεσα και ατομικά.
95. Επομένως, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες παραδεκτώς ζήτησαν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, καθόσον αυτές αποσκοπούσαν στο να διασφαλίσουν τα διαδικαστικά τους δικαιώματα.
96. Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος αυτού, πιστεύω ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι επικρίσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας κατά των σκέψεων 36 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το αν η επίδικη απόφαση αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες. Στις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο προέβη σε κλασική ανάλυση του αμέσου συμφέροντος των αναιρεσειουσών, ενώ αυτό δεν επιβαλλόταν. Πράγματι, όπως εξέθεσα ανωτέρω, η ιδιότητα του ενδιαφερομένου αρκούσε για να λογίζεται ότι η επίδικη απόφαση τις αφορούσε άμεσα (39) και ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (40).
97. Κατά συνέπεια, κρίνω αβάσιμες τις επικρίσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Πράγματι, ακόμα και αν αυτές ήταν βάσιμες, δεν θα μπορούσαν να κλονίσουν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
γ) Επί του παραδεκτού του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και επί του παραδεκτού του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ
98. Υπενθυμίζω ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη στο σύνολό της και ότι δέχθηκε το παραδεκτό των λόγων που προβάλλονταν προς αμφισβήτηση του βασίμου της επίδικης αποφάσεως, μολονότι η επίδικη πράξη δεν επηρέαζε ουσιωδώς τις αναιρεσείουσες.
99. Κατά τη γνώμη μου, η επίκριση αυτή είναι απορριπτέα, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex.
100. Πράγματι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο ακολούθησε συλλογιστική ταυτόσημη προς εκείνη της προαναφερθείσας αποφάσεως Kronoply και Kronotex κατά Επιτροπής. Εξέτασε το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και τον δεύτερο λόγο των αναιρεσειουσών, εκτιμώντας ότι τα σχετικά επιχειρήματα μπορούσαν να θεμελιώσουν παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων και να δημιουργήσουν αμφιβολίες όσον αφορά τη συμφωνία των επίμαχων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δικαιολογώντας, επομένως, την κίνηση της διαδικασίας περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
101. Είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι από την εξέταση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, προκύπτουν στοιχεία υπέρ μιας ενδεχόμενης παραβιάσεως των διαδικαστικών εγγυήσεων.
102. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους τα προβαλλόμενα με καταγγελία πραγματικά και νομικά στοιχεία δεν είναι επαρκή για να αποδειχθεί η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως (41). Η ίδια υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, οσάκις η Επιτροπή κρίνει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο συνιστά ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Διαφορετικά, όπως σημειώνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υφίστανται σοβαρές δυσχέρειες εκτιμήσεως, που να δικαιολογούν μια περαιτέρω εξέταση.
103. Όσον αφορά, εν προκειμένω, το παραδεκτό του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η εκτίμησή του οδηγεί όντως τον δικαστή της Ένωσης να εξετάσει τα επιχειρήματα που αφορούν την ουσία των εν λόγω ενισχύσεων. Πιστεύω ότι η εξέταση αυτή είναι απαραίτητη.
104. Πράγματι, πιστεύω ότι οι αναιρεσείουσες εδικαιούντο να ζητήσουν από τον δικαστή της Ένωσης τον έλεγχο της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως, κατά την οποία, βάσει των στοιχείων που διέθετε στις 30 Ιουνίου 2004, αυτή μπορούσε νομίμως να προβεί στην περάτωση της υποθέσεως και να δεχθεί, σιωπηρώς, ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά.
105. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, αναγνωρίζοντας ένα μέσο παροχής ένδικης προστασίας στον καταγγέλλοντα, το Δικαστήριο απέβλεψε στην ιδιαίτερη προστασία των κατοχυρωμένων με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικαστικών δικαιωμάτων και στον δικαστικό έλεγχο της ασκήσεώς τους. Διευρύνοντας έτσι την πρόσβαση στη δικαιοσύνη της Ένωσης, το Δικαστήριο ενίσχυσε επίσης τον έλεγχο της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, παρέχοντας στον έστω και δυνητικό ανταγωνιστή του δικαιούχου του επίμαχου μέτρου τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες περί της συμφωνίας του μέτρου προς τη Συνθήκη.
106. Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι το Πρωτοδικείο ορθώς δέχθηκε το παραδεκτό του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και το παραδεκτό του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
107. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της Δημοκρατίας της Αυστρίας που αντλείται από αντιφατική αιτιολογία.
108. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, έχω τη γνώμη ότι το Πρωτοδικείο εξετίμησε ορθώς το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της επίδικης αποφάσεως.
109. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής των αναιρεσειουσών.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
110. Με τον δεύτερο λόγο η Δημοκρατία της Αυστρίας, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι κατά την εκτίμηση της συμφωνίας των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά ανέκυπταν σοβαρές δυσχέρειες που δικαιολογούσαν την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
111. Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε την εκτίμησή του αποκλειστικά στο γράμμα του άρθρου 21a, παράγραφος 1, του AMA-Gesetz του 1992, το σημείο 1 του οποίου περιορίζει τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων στα εγχώρια προϊόντα. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την υποχρέωση που ανέλαβε η Δημοκρατία της Αυστρίας να καταργήσει τον περιορισμό αυτόν. Ακόμη, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις τροποποιήσεις που επήλθαν μετά τις 26 Σεπτεμβρίου 2002 στο κείμενο των οδηγιών του AMA και παρέλειψε επίσης να λάβει υπόψη το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 5, του AMA-Gesetz του 1992.
112. Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η εκτίμηση της συμφωνίας των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά έπρεπε να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά έναντι των οδηγιών του AMA, καθόσον αυτές διέπουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών, διότι ο AMA-Gesetz του 1992 ορίζει μόνον τους γενικούς σκοπούς και τις προϋποθέσεις χρηματοδοτήσεως όσον αφορά τις εν λόγω ενισχύσεις.
113. Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η έλλειψη νομικής αναλύσεως των οδηγιών του AMA συνεπάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
114. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το Πρωτοδικείο δεν πρότεινε σαφή κριτήρια βάσει των οποίων να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών, καθόσον η έννοια αυτή είναι, κατ’ αυτό, υποκειμενική. Ακόμη, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να κινείται η επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Η Επιτροπή εκθέτει, τέλος, ότι εξέδωσε την επίδικη απόφαση βάσει της υποσχέσεως των αυστριακών αρχών ότι θα εφαρμόζονταν μόνον οι οδηγίες του AMA, και όχι το άρθρο 21a του AMA-Gesetz του 1992.
115. Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την ορθότητα της εκτιμήσεως αυτής.
2. Η εκτίμησή μου
116. Πριν εξετάσω το βάσιμο των επικρίσεων της Δημοκρατίας της Αυστρίας, θα υπενθυμίσω τις γενικές γραμμές της νομολογίας που αφορά τις υποχρεώσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, ειδικότερα όταν αυτή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες εκτιμήσεως.
α) Οι υποχρεώσεις της Επιτροπής
117. Η Επιτροπή διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την εκτίμηση της συμφωνίας μιας ενισχύσεως προς τη Συνθήκη. Στο πλαίσιο αυτό, έχει την υποχρέωση να φροντίζει ώστε να μη χορηγείται ή να μη διατηρείται καμία ενίσχυση αντίθετη προς τη Συνθήκη (42).
118. Έτσι, όταν η Επιτροπή επιλαμβάνεται καταγγελίας σχετικής με προβαλλόμενη παράνομη ενίσχυση, υποχρεούται καταρχάς να προβαίνει σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση της καταγγελίας αυτής (43).
119. Εν συνεχεία, αν η Επιτροπή αποφασίσει ότι το καταγγελλόμενο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση, υποχρεούται να εκθέσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τα προβληθέντα με την καταγγελία πραγματικά και νομικά στοιχεία δεν επαρκούν προς απόδειξη της υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως (44).
120. Τέλος, αν μετά το προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση (45) ότι η ενίσχυση είναι σύμφωνη προς την κοινή αγορά ή αν δεν μπορεί να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που συνδέονται με την εκτίμηση της συμφωνίας της εν λόγω ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, υποχρεούται να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (46). Μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, σκοπός της οποίας είναι να διαφωτιστεί πλήρως η Επιτροπή εφ’ όλων των στοιχείων της υποθέσεως, προβλέπει η Συνθήκη υποχρέωση της Επιτροπής να ζητήσει από τους ενδιαφερομένους να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους (47).
121. Συναφώς, η εξουσία της Επιτροπής είναι δέσμια (48). Πράγματι, ο δικαστής έχει το καθήκον να προστατεύει τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, ενώ η αναγνώριση διακριτικής ευχέρειας υπέρ της Επιτροπής δημιουργεί τον κίνδυνο περιορισμού τους, καθόσον είναι δυσχερής η απόδειξη κάποιου προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως.
122. Στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, επομένως, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να εξετάζει αν η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να κινήσει τη διαδικασία περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων πραγματικών και νομικών περιστάσεων της υποθέσεως (49).
123. Όσον αφορά την έννοια των σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως, η έννοια αυτή δεν έχει οριστεί ούτε από τον νομοθέτη ούτε από τον δικαστή της Ένωσης. Ωστόσο, κατά τη νομολογία, η έννοια αυτή πρέπει να έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, ενώ ορισμένα κριτήρια μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα στον δικαστή της Ένωσης να προσδιορίσει αν η εκτίμηση μιας ενισχύσεως ενέχει, πράγματι, τέτοιου είδους δυσχέρειες (50). Ο δικαστής αυτός πρέπει έτσι να εξετάσει τις συνθήκες εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως και, ειδικότερα, το περιεχόμενο των συζητήσεων μεταξύ Επιτροπής και ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Πρέπει επίσης να εξετάσει το περιεχόμενο της πράξεως αυτής, συγκρίνοντας τις αιτιολογίες της αποφάσεως με τα στοιχεία τα οποία διέθετε η Επιτροπή όταν αποφάνθηκε επί της συμφωνίας των επίμαχων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά. Τέλος, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να λάβει υπόψη τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας.
β) Επί του βασίμου του συμπεράσματος του Πρωτοδικείου όσον αφορά την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως
124. Πιστεύω ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο περιορισμός στα εγχώρια προϊόντα που προβλέπει το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 δημιουργούσε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά και, κατά συνέπεια, όφειλε να οδηγήσει την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
125. Αφού υπενθύμισε, ορθώς, τις υποχρεώσεις που έχει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το Πρωτοδικείο εξέτασε, στις σκέψεις 75 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως που μπορούσαν να θεμελιώσουν την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών.
126. Στις σκέψεις 75 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, καταρχάς, εξέτασε τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που περιέχονται στην επίδικη απόφαση. Η απόφαση αυτή στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στις οδηγίες του AMA, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα δεν περιορίζονταν στα αυστριακά προϊόντα, τούτο δε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση.
127. Στις σκέψεις 81 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε, στη συνέχεια, με το ζήτημα των αντιφάσεων του άρθρου 21a του AMA-Gesetz του 1992. Πράγματι, κατά το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992, η καταβολή εισφορών στον AMA σκοπεί «την προώθηση και την εξασφάλιση της πωλήσεως των ημεδαπών [εγχωρίων] γεωργικών και δασοκομικών προϊόντων (51)».
128. Όμως, όπως σημειώνει το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη διάταξη αυτή, διότι η Δημοκρατία της Αυστρίας ανέλαβε την υποχρέωση να απαλείψει από 1ης Ιουλίου 2007 τον όρο «εγχωρίων».
129. Εξ αυτού το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι, τον χρόνο κατά τον οποίο η Επιτροπή εξέτασε τη συμφωνία προς την κοινή αγορά των εν λόγω ενισχύσεων, οι κύριες διατάξεις του άρθρου 21a του AMA-Gesetz του 1992 αφορούσαν μόνον τα εγχώρια προϊόντα.
130. Τέλος, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το Πρωτοδικείο εξέτασε τις διατάξεις του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 5, του AMA-Gesetz του 1992, καθώς και τις τροποποιήσεις των οδηγιών του AMA.
131. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής το Πρωτοδικείο διαπίστωσε μιαν αντίφαση μεταξύ του γράμματος του AMA-Gesetz του 1992, που αποτελεί τον βασικό κανόνα, και εκείνου των οδηγιών του AMA, στις οποίες η Επιτροπή στήριξε την εκτίμησή της.
132. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο περιορισμός στα εγχώρια προϊόντα σύμφωνα με το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 δημιουργούσε σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς τις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση.
133. Προφανώς, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια αντίφαση μεταξύ του βασικού κανόνα και των διατάξεων εφαρμογής, που είναι, αντιστοίχως, ο AMA-Gesetz του 1992 και οι οδηγίες του AMA, δεν δημιουργούσε δυσχέρειες όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά. Η εν λόγω αντίφαση, που αφορά ένα ουσιώδες στοιχείο εκτιμήσεως, ήτοι την υπαγωγή των αλλοδαπών προϊόντων στον κύκλο των προϊόντων που μπορούσαν να φέρουν τα σήματα «AMA», έθετε σαφώς ζήτημα συμφωνίας του συστήματος αυτού προς το άρθρο 28 ΕΚ και τις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τη διαφήμιση (52). Το άρθρο αυτό απαγορεύει όλους τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή μεταξύ κρατών μελών, ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές ορίζουν ειδικότερα ότι ένα εθνικό σύστημα ελέγχου ποιότητας, περιοριζόμενο στα προϊόντα συγκεκριμένης προελεύσεως (εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής), αντιβαίνει προς τη Συνθήκη.
134. Το περιεχόμενο των συζητήσεων μεταξύ Επιτροπής και Δημοκρατίας της Αυστρίας ήταν ικανό να αποκαλύψει την ύπαρξη δυσχερειών εκτιμήσεως (53), διότι το κράτος μέλος αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να τροποποιήσει αργότερα το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992.
135. Η ως άνω υπόσχεση, κατά τη γνώμη μου, δεν παρείχε τη δυνατότητα επιλύσεως των σχετικών δυσχερειών, ειδικότερα, στο πλαίσιο ενός μη κοινοποιηθέντος συστήματος ενισχύσεων και δεν δικαιολογούσε την ενέργεια της Επιτροπής να παραλείψει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως.
136. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνείται να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως επικαλούμενη άλλες περιστάσεις εκτός από εκείνες που συνδέονται με την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών. Έτσι, όπως υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται το συμφέρον τρίτων έναντι της διαδικασίας ή λόγους που ανάγονται στην οικονομία της διαδικασίας ή άλλο λόγο διοικητικής διευκολύνσεως για να αρνηθεί να κινήσει τη διαδικασία περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Ομοίως, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται την υπόσχεση της Δημοκρατίας της Αυστρίας όσον αφορά τη μεταγενέστερη τροποποίηση του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992. Η συμφωνίας κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά πρέπει να εκτιμάται αντικειμενικά και δεν μπορεί να εξαρτάται, κατά τη γνώμη μου, από δηλώσεις, υποσχέσεις ή μέλλουσες ενέργειες του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Εν προκειμένω, πρέπει σαφώς να γίνει δεκτό ότι το γράμμα του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 δημιουργούσε δυσχέρειες, τον χρόνο κατά τον οποίο η Επιτροπή εξέτασε το επίμαχο σύστημα και αποφάσισε περί της συμφωνίας τους προς την κοινή αγορά, δυσχέρειες που δεν αίρονται με τη σχετική ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
137. Μόνον κινώντας τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ η Επιτροπή θα ήταν σε θέση να διαλύσει κάθε σχετική αμφιβολία και να προσδιορίσει αν σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων αποτελούσε ή όχι παράβαση των άρθρων 28 ΕΚ και 87 ΕΚ και, επομένως, αν το σύστημα ενισχύσεων ήταν ή όχι σύμφωνο προς την κοινή αγορά. Η κίνηση της διαδικασίας αυτής φαίνεται ακόμη ότι εδικαιολογείτο λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που υπέχει η Επιτροπή όσον αφορά την εξέταση των καταγγελιών. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προβαίνει σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση της καταγγελίας (54) έτσι ώστε να εξασφαλίζει ότι δεν θα χορηγείται καμία ενίσχυση αντίθετη προς την κοινή αγορά.
138. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, επομένως, συμφωνώ με την άποψη του Πρωτοδικείου κατά την οποία ο κατά το άρθρο 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 περιορισμός στα εγχώρια προϊόντα δημιουργούσε σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά και όφειλε, κατά συνέπεια, να οδηγήσει την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
139. Παρατηρώ ότι το συμπέρασμα αυτό επιβαλλόταν επίσης λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως, που είναι ένα επιχείρημα το οποίο επίσης προέβαλαν οι αναιρεσείουσες.
140. Πράγματι, παρατηρώ ότι η επίδικη απόφαση, με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2004, εκδόθηκε μετά από ένα προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως που είχε αρχίσει στις 21 Σεπτεμβρίου 1999, ημερομηνία καταθέσεως της καταγγελίας των αναιρεσειουσών, ήτοι τέσσερα έτη και εννέα μήνες προηγουμένως. Ασφαλώς, σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, οι επίμαχες ενισχύσεις δεν έχουν κοινοποιηθεί, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση των μέτρων αυτών εντός της προθεσμίας δύο μηνών περί της οποίας κάνει λόγο η νομολογία (55). Όμως, όταν ένας τρίτος ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει στην Επιτροπή καταγγελία σχετική με μη κοινοποιηθέντα κρατικά μέτρα, το θεσμικό αυτό όργανο έχει την υποχρέωση να προβεί σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση της καταγγελίας αυτής, στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως (56).
141. Όμως, εν προκειμένω, πιστεύω ότι ο διαρρεύσας χρόνος υπερβαίνει τη συνήθη διάρκεια μιας πρώτης εξετάσεως, η οποία έχει ως αντικείμενο μόνο να παράσχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη επί του χαρακτηρισμού των μέτρων που υποβάλλονται στην εκτίμησή της και επί της συμφωνίας τους προς την κοινή αγορά (57).
γ) Επί της επάρκειας της αιτιολογίας όσον αφορά την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών
142. Υπενθυμίζω ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας εκτιμά ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ατελής, καθόσον το Πρωτοδικείο βάσισε αποκλειστικά την εκτίμησή του στο γράμμα του άρθρου 21a του AMA-Gesetz του 1992 χωρίς καν να προβεί σε νομική ανάλυση των οδηγιών του AMA.
143. Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει.
144. Εισαγωγικώς, υπενθυμίζω ότι, όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο από τα άρθρα 36 και 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραθέτει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τις αιτιολογίες της εκδοθείσας αποφάσεως, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον δικαιοδοτικό έλεγχό του (58). Σε περίπτωση προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 230 ΕΚ, η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνεπάγεται προφανώς ότι το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων και εκθέτει τους λόγους που το οδηγούν στην απόρριψη συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως ή στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως.
145. Ωστόσο, εν προκειμένω, πιστεύω ότι το Πρωτοδικείο ορθώς εξέθεσε και επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι ανακύπτουν δυσχέρειες όσον αφορά τις εν λόγω ενισχύσεις. Όπως προανέφερα, το Πρωτοδικείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γράμμα του άρθρου 21a του AMA-Gesetz του 1992, αλλά και σε ένα σύνολο περιστάσεων σχετικών με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, αποδεικνύοντας ορθώς και επαρκώς την ύπαρξη αντιφάσεως στην εθνική ρύθμιση, που δεν θα μπορούσε να αρθεί με νομική ανάλυση των οδηγιών του AMA. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, εξάλλου, παρέσχε στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αντιληφθούν και να επικρίνουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και παρέχει τη δυνατότητα, κατά τη γνώμη μου, στο Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαιοδοτικό έλεγχό του.
146. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ ότι η αιτιολογία του Πρωτοδικείου, που εκτίθεται στις σκέψεις 75 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν επιδέχεται κριτική.
147. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την ανάγκη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων περί βάρους της αποδείξεως
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
148. Με τον τρίτο λόγο της η Δημοκρατία της Αυστρίας, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία, εναπόκειται στους προσφεύγοντες διαδίκους να αποδείξουν την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών εκτιμήσεως. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν μια τέτοια απόδειξη. Πράγματι, τα συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής του συστήματος που αναφέρουν οι αναιρεσείουσες δεν συνδέονται, a priori, με την επίδικη απόφαση. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι η χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων περιορίζεται στους ημεδαπούς παραγωγούς. Αντιθέτως μάλιστα, η Δημοκρατία της Αυστρίας απέδειξε ότι τα σήματα «AMA» αναγνωρίζονται επίσης υπέρ αλλοδαπών παραγωγών.
149. Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τις εκτιμήσεις αυτές.
2. Η εκτίμησή μου
150. Πιστεύω ότι ο τρίτος λόγος δεν είναι παραδεκτός.
151. Πράγματι, η Δημοκρατία της Αυστρίας επιχειρεί να θέσει υπό αμφισβήτηση, με άλλο τρόπο, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και την αξία που αυτό προσέδωσε στα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν ενώπιόν του. Όμως, υπενθυμίζω ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι μόνο αρμόδιο να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά και την αξία που πρέπει να προσδίδεται στα στοιχεία που του προσκομίζονται, εκτός αν ο υποβαλών αίτηση αναιρέσεως επικαλείται παραμόρφωση των στοιχείων αυτών. Εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Αυστρίας απλώς επικρίνει την κρίση του Πρωτοδικείου, χωρίς να αποδεικνύει τα σφάλματα που φέρεται ότι το οδήγησαν σε παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων. Κατά συνέπεια, οι επικρίσεις της αποτελούν μόνο μια προσπάθεια επιβολής της δικής της απόψεως περί των συμβάντων αντί της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
152. Εν πάση περιπτώσει και σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει τον ως άνω λόγο παραδεκτό, πιστεύω ότι αυτός είναι αβάσιμος.
153. Πράγματι, προσκομίζοντας ενώπιον του Πρωτοδικείου το κείμενο του AMA-Gesetz του 1992, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν μια, κατά τη γνώμη μου, αρκούντως σοβαρή ένδειξη περί της υπάρξεως αμφιβολιών όσον αφορά τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά και παρέσχαν τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να εκτιμήσει, μέσω των ερωτήσεων που έθεσε στην Επιτροπή, τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη απόφαση.
154. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο ως απαράδεκτο ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμο.
Επί του τετάρτου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
155. Με τον τέταρτο λόγο η Δημοκρατία της Αυστρίας, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του παραλείποντας να λάβει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που ήταν αναγκαία για την εκτίμηση της διαφοράς. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να ζητήσει από τις αναιρεσείουσες να δώσουν συγκεκριμένες πληροφορίες που να πιστοποιούν ότι είχαν την ιδιότητα των ενδιαφερομένων. Ακόμη, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε την επίπτωση του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992 επί των προϋποθέσεων χορηγήσεως των εν λόγω ενισχύσεων.
156. Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τις εκτιμήσεις αυτές.
2. Η εκτίμησή μου
157. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου, για τους ακόλουθους λόγους.
158. Πρώτον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει την ενδεχόμενη ανάγκη να συμπληρώσει τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται (59).
159. Δεύτερον, πιστεύω ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν μπορεί να διατυπώνει την επίκριση αυτή, καθόσον δεν ζήτησε από το Πρωτοδικείο κανένα μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας.
160. Τρίτον, από τα στοιχεία της δικογραφίας και, ειδικότερα, από τις ερωτήσεις που έθεσε το Πρωτοδικείο στους διαδίκους προκύπτει ότι τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται η Δημοκρατία της Αυστρίας είχαν εξεταστεί ρητώς.
161. Έτσι, στο πλαίσιο των ερωτήσεών του στις οποίες ζητήθηκε γραπτή απάντηση, το Πρωτοδικείο κάλεσε τις αναιρεσείουσες «να διευκρινίσουν λεπτομερώς με ποιο τρόπο θίγονται τα συμφέροντά τους λόγω της χορηγήσεως των εν λόγω ενισχύσεων», «αν ανταγωνίζονται άμεσα τις επιχειρήσεις σφαγής και τεμαχισμού που λαμβάνουν τις εν λόγω ενισχύσεις, δηλώνοντας ειδικότερα αν ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ίδια γεωγραφική αγορά με τις ως άνω επιχειρήσεις και με ποια μορφή οι τελευταίες λαμβάνουν τις εν λόγω ενισχύσεις», «τους λόγους για τους οποίους οι ίδιες δεν λαμβάνουν τις εν λόγω ενισχύσεις, καθώς και τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούν για να τις λάβουν» και, τέλος, «αν και πώς επηρεάζεται ουσιωδώς η θέση τους στην αγορά από τις εν λόγω ενισχύσεις που αποτελούν το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως».
162. Επιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να λάβει θέση επί του γράμματος του άρθρου 21a, παράγραφος 1, σημείο 1, του AMA-Gesetz του 1992, καθώς και επί ενός ενδεχόμενου περιορισμού του εν λόγω συστήματος στα εγχώρια προϊόντα.
163. Στο πλαίσιο των ερωτήσεών του στις οποίες ζητήθηκε γραπτή απάντηση και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Πρωτοδικείο κάλεσε, στη συνέχεια, το σύνολο των διαδίκων να δηλώσει συγκεκριμένα αν επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορούσαν να υπαχθούν στο εν λόγω σύστημα.
164. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι επικρίσεις της Αυστριακής Δημοκρατίας δεν είναι βάσιμες.
165. Κατά συνέπεια, καλώ το Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο τον τέταρτο λόγο, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
166. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας ως εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη.
VI – Επί της αιτήσεως ανταναιρέσεως
167. Για τους λόγους που εξέθεσα προηγουμένως, πιστεύω ότι η Επιτροπή με το απαντητικό της υπόμνημα άσκησε ανταναίρεση.
168. Αντιλαμβάνομαι ότι προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως.
169. Με τον πρώτο λόγο η Επιτροπή επιχειρεί να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξετίμησε ορθώς το παραδεκτό της προσφυγής, στηριζόμενη σε δύο επιχειρήματα που δεν προβλήθηκαν στο πλαίσιο της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από υπέρβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου και ο τρίτος λόγος από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής των αναιρεσειουσών
170. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει δύο σκέλη. Ο πρώτος στηρίζεται στο ότι η σχετική πράξη δεν αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες και ο δεύτερος σε πεπλανημένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να διατυπώσουν παρατηρήσεις.
1. Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου, που στηρίζεται στο ότι η σχετική πράξη δεν αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες
α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων
171. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου η Επιτροπή αμφισβητεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου περί του παραδεκτού της προσφυγής, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα τις αναιρεσείουσες υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
172. Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηρίζοντας το ως άνω συμπέρασμά του στην υποχρέωση που υπέχουν οι αναιρεσείουσες να καταβάλλουν εισφορές στο AMA. Από τη νομολογία προκύπτει ότι οι φόροι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ, εκτός αν αποτελούν τρόπο χρηματοδοτήσεως μιας κρατικής ενισχύσεως. Όμως, εν προκειμένω, δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ του ποσού των εισφορών στο AMA και των χορηγούμενων πλεονεκτημάτων. Κατά συνέπεια, οι εισφορές αυτές δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ενισχύσεων και, επομένως, δεν δικαιολογείται εξ αυτού το συμπέρασμα ότι η σχετική πράξη αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες.
β) Η εκτίμησή μου
173. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι βάσιμο.
174. Από την ανάγνωση των σκέψεων 36 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν στήριξε το συμπέρασμα ότι η σχετική πράξη αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες στην υποχρέωσή τους προς καταβολή εισφορών στο AMA. Στη σχετικά σύντομη συλλογιστική του δεν βρίσκω καμία ένδειξη που να δικαιολογεί το συμπέρασμα της Επιτροπής.
175. Πράγματι, αφού υπενθύμισε τη νομολογία σχετικά με το πότε μια πράξη αφορά άμεσα τους πολίτες, το Πρωτοδικείου τόνισε τα ακόλουθα στις σκέψεις 37 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«37 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της [επίδικης] αποφάσεως, στις 30 Ιουνίου 2004, οι επίμαχες ενισχύσεις είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή από τη Δημοκρατία της Αυστρίας. Συναφώς, οι προσφεύγουσες προσκομίζουν ιστοσελίδες τ[ου] AMA και ενός λιανοπωλητή, από τις οποίες προκύπτει ότι τα σήματα “AMA” είχαν ήδη [δοθεί] πριν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Προσκομίζουν επίσης την κλήση προς πληρωμή που [ο] AMA απηύθυνε στην Grandits [GmbH] όσον αφορά τις οφειλόμενες εισφορές για την περίοδο από Μάιο 2002 μέχρι Απρίλιο 2003, η οποία καλύπτει, εν μέρει τουλάχιστον, την περίοδο εφαρμογής των μέτρων τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.
38 Το ενδεχόμενο συνεπώς να αποφασίσουν οι αυστριακές αρχές να μη χορηγήσουν τις επίμαχες ενισχύσεις προκύπτει ότι είναι αμιγώς θεωρητικό.
39 Επομένως, η [επίδικη] απόφαση αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.»
176. Το Πρωτοδικείο έκανε λόγο περί της κλήσεως προς πληρωμή που απευθυνόταν στην Grandits GmbH αποκλειστικά και μόνο για να αποδείξει ότι το σχετικό σύστημα είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, και όχι για να στηρίξει τη συλλογιστική του στις εισφορές που όφειλαν να καταβάλλουν οι αναιρεσείουσες βάσει του άρθρου 21c, παράγραφος 1, σημείο 3, του AMA-Gesetz του 1992.
177. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος αυτό που στηρίζεται στο ότι σχετική πράξη δεν αφορούσε άμεσα τις αναιρεσείουσες.
178. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 96 και 97 των προτάσεών μου, πιστεύω ότι η εν λόγω αιτίαση είναι άνευ σημασίας. Πράγματι, ακόμα και αν ήταν βάσιμη, πιστεύω ότι δεν θα κλόνιζε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο όσον αφορά το έννομο συμφέρον των αναιρεσειουσών.
179. Κατά συνέπεια, καλώ το Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ως αβάσιμο και, εν πάση περιπτώσει, ως άνευ σημασίας.
2. Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση όσον αφορά το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να διατυπώσουν παρατηρήσεις
α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων
180. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η υποβολή καταγγελίας δεν αρκεί για να στερήσει τις αναιρεσείουσες από τις διαδικαστικές εγγυήσεις που έχουν δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
181. Κατά την Επιτροπή, οι αναιρεσείουσες είχαν ήδη τη δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους με την κατάθεση της καταγγελίας στις 21 Σεπτεμβρίου 1999 και, επομένως, εξάντλησαν το δικαίωμά τους να εκφράσουν την άποψή τους εκ νέου. Επιπλέον, η Επιτροπή εκθέτει ότι δεν αντιλαμβάνεται ποιο είναι το συμφέρον των καταγγελλόντων να υποβάλουν παρατηρήσεις για δεύτερη φορά. Τέλος, σημειώνει ότι το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ «δεν παρέχει […] δικαιώματα σε κανέναν» και ότι «περιορίζεται στην επιβολή υποχρεώσεως στην Επιτροπή».
β) Η εκτίμησή μου
182. Πιστεύω ότι η εξέταση των επιχειρημάτων της Επιτροπής δεν απαιτεί εκτενή ανάπτυξη, καθόσον στερούνται παντελώς ερείσματος.
183. Στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας προκαταρκτικής έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ δεν αρκεί για να τους στερήσει το δικαίωμά τους να τηρηθεί η διαδικαστική εγγύηση που ρητώς τους παρέχει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ».
184. Συμφωνώ πλήρως με την προσέγγιση αυτή.
185. Η ως άνω συλλογιστική είναι απολύτως σύμφωνη προς το γράμμα και την οικονομία της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
186. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 659/1999 δεν προβλέπει ιδιαίτερα δικαιώματα υπέρ των καταγγελλόντων καθαυτών, ωστόσο τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 20, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού αναγνωρίζουν ρητώς υπέρ των ενδιαφερομένων το δικαίωμά τους να ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε ενίσχυση που φέρεται ως παράνομη, καθώς και το δικαίωμά τους να υποβάλλουν παρατηρήσεις κατόπιν μιας αποφάσεως της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Κατά συνέπεια, παρέχοντας τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να υποβάλουν καταγγελία στην Επιτροπή περί προβαλλόμενης κρατικής ενισχύσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να στερήσει τους ενδιαφερομένους από το δικαίωμα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας.
187. Η υποβολή καταγγελίας και η διατύπωση παρατηρήσεων διαφέρουν.
188. Η καταγγελία παρέχει τη δυνατότητα ενημερώσεως της Επιτροπής για μια ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Τέτοια καταγγελία μπορεί να υποβάλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτιμά ότι κράτος μέλος χορηγεί ενίσχυση που φέρεται ως παράνομη. Αυτή αποτελεί το έναυσμα για την κίνηση του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που τις γνωστοποιεί ο καταγγέλλων, σχηματίζει μια πρώτη γνώμη όσον αφορά την πλήρη ή μερική συμφωνία προς την κοινή αγορά του οικείου μέτρου (60). Με την καταγγελία του ο καταγγέλλων πρέπει να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με το εμπλεκόμενο κράτος μέλος, με τα μέτρα ενισχύσεως και με τους λόγους της καταγγελίας (61). Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας η Επιτροπή δεν υποχρεούται να καλεί τον καταγγέλλοντα ή τους άλλους «ενδιαφερομένους» να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
189. Κατόπιν επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως της καταγγελίας (62) η Επιτροπή μπορεί να λάβει τεσσάρων ειδών αποφάσεις. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να θέσει στο αρχείο την καταγγελία. Μπορεί επίσης να αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 659/1999, ότι το οικείο μέτρο είτε δεν συνιστά ενίσχυση είτε είναι ενίσχυση σύμφωνη προς την κοινή αγορά είτε ότι δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά τη συμφωνία του προς την κοινή αγορά, πράγμα το οποίο απαιτεί, κατά συνέπεια, την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
190. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας οι καταγγέλλοντες έχουν το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, καθώς και με τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 20, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 659/1999. Του δικαιώματος αυτού απολαύουν μόνον οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματικές οργανώσεις που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, ακόμα και ενδεχόμενου, με τις δικαιούχες του επίμαχου μέτρου επιχειρήσεις. Όπως είδαμε, το εν λόγω δικαίωμα δεν θίγεται από την προηγούμενη υποβολή καταγγελίας. Αντιθέτως, ο σεβασμός του δικαιώματος αυτού προς υποβολή παρατηρήσεων αποτελεί το αντικείμενο ενισχυμένου δικαιοδοτικού ελέγχου όταν η Επιτροπή αρνείται σιωπηρώς να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως και στερεί, κατά συνέπεια, τον καταγγέλλοντα από ένα τέτοιο δικαίωμα. Τούτο προκύπτει σαφώς από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής περί των οποίων έγινε λόγος προηγουμένως. Ωστόσο, αυτό καθίσταται προφανέστερο κατόπιν των αποφάσεων Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (63), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση περί θέσεως καταγγελίας στο αρχείο αποτελεί πράξη δεκτική προσφυγής δεδομένου ότι η ως άνω σιωπηρή άρνηση κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως στερεί τον καταγγέλλοντα από το δικαίωμα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
191. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και καθόσον οι αναιρεσείουσες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ενδιαφερόμενοι», το Πρωτοδικείο ευλόγως συνήγαγε ότι οι τελευταίες, υποβάλλοντας καταγγελία, δεν στερούνταν του δικαιώματος υποβολής παρατηρήσεων στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
192. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να μη δεχθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, που αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση του δικαιώματος των αναιρεσειουσών να διατυπώσουν παρατηρήσεις.
193. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ως άνω παρατηρήσεων, πιστεύω ότι ο πρώτος λόγος της Επιτροπής, που αντλείται από πεπλανημένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής των αναιρεσειουσών, δεν είναι βάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από υπέρβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου
194. Προς στήριξη του δευτέρου λόγου η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπερέβη τα όρια του δικαιοδοτικού του ελέγχου κρίνοντας ότι η εκτίμηση της συμφωνίας των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά δημιουργούσε σοβαρές δυσχέρειες που δικαιολογούσαν την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Δεδομένου ότι για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως ήταν αναγκαίες περίπλοκες εκτιμήσεις οικονομικών και κοινωνικών περιστάσεων, η Επιτροπή είχε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, με παρεπόμενη συνέπεια τον περιορισμό του δικαιοδοτικού ελέγχου.
195. Πιστεύω ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου ως στερούμενη ερείσματος.
196. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να συναγάγει την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως και για να εκτιμήσει το εύρος των παρεκκλίσεων που ρητώς προβλέπουν τα άρθρα 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ (64). Πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί να καλείται να προβαίνει σε περίπλοκες εκτιμήσεις οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως. Ο ασκούμενος από το Πρωτοδικείο έλεγχος πρέπει οπωσδήποτε να περιορίζεται στον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία, καθώς και του υποστατού των πραγματικών περιστατικών καθώς και της απουσίας πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της καταχρήσεως εξουσίας.
197. Όμως, εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
198. Το υποβληθέν στην κρίση του Πρωτοδικείου ζήτημα δεν είναι το αν τα μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Αυστρίας μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κρατικές ενισχύσεις» ή αν δικαιολογούνται στο πλαίσιο της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά το αν η Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της προκαταρκτικής εξετάσεως, τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
199. Εντούτοις, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν πρόκειται να αποφασίσει την κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Η εξουσία της είναι δέσμια. Η Επιτροπή έχει έτσι υποχρέωση να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ όταν δεν καταφέρει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανακύπτουν από την εκτίμηση της συμφωνίας του οικείου μέτρου προς την κοινή αγορά, κατόπιν της προκαταρκτικής εξετάσεως. Η ως άνω υποχρέωση ρητώς επιβεβαιώνεται από τον συνδυασμό των άρθρων 4, παράγραφος 4, και 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 (65). Η κίνηση επίσημης διαδικασίας εξετάσεως δεν συνδέεται, επομένως, stricto sensu, με μια περίπλοκη οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως εκτίμηση, αλλά με μια νομική υποχρέωση της οποίας η τήρηση πρέπει να αποτελεί, κατά συνέπεια, το αντικείμενο πλήρους δικαιοδοτικού ελέγχου.
200. Εκτιμώντας ότι η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού και ακυρώνοντας, κατά συνέπεια, την επίδικη απόφαση, το Πρωτοδικείο προέβη σε έλεγχο νομιμότητας της αποφάσεως αυτής εντός των ορίων της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 230 ΕΚ.
201. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, καλώ το Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο, που αντλείται από υπέρβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των ορίων του δικαιοδοτικού ελέγχου.
Γ – Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
202. Με τον τρίτο λόγο η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν προέβλεψε το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως πριν ακυρώσει την επίδικη απόφαση, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Κατ’ αυτήν, το Πρωτοδικείο όφειλε να διερωτηθεί αν η εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της συμφωνίας των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά θα ήταν διαφορετική αν είχε κινηθεί επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Όμως, κατά την Επιτροπή, η αρνητική απάντηση ήταν πρόδηλη. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως συνεπάγεται καθυστέρηση της επεξεργασίας της υποθέσεως, ασυμβίβαστη προς την υποχρέωση επιμέλειας περί της οποίας γίνεται λόγος στην απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (66).
203. Προτείνω να απορριφθούν εκ προοιμίου τα επιχειρήματα αυτά.
204. Πράγματι, είναι απαράδεκτο να υποστηρίζεται ότι η έκβαση της παρούσας διαδικασίας μπορεί να εξαρτάται από οποιαδήποτε πρόβλεψη ή συναγωγή ειδικότερων συμπερασμάτων βάσει γενικότερων στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου σχετική με επίσημη διαδικασία εξετάσεως και ακόμη λιγότερο να υποστηρίζεται ότι τούτο μπορεί να καταστήσει πλημμελή την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
205. Το επιχείρημα αυτό είναι αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Καταρχάς, υπενθυμίζω ότι ο χαρακτηρισμός μέτρου ως ενισχύσεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και όχι σε υποθέσεις (67). Επιπλέον, δεν μπορεί να εξαρτάται από την αξιολόγηση που έχει γίνει δεκτή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής διαδικασίας και βάσει των πληροφοριών που ήταν διαθέσιμες στο στάδιο αυτό (68). Στη συνέχεια, υπενθυμίζω ότι δεν εναπόκειτο στο Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο του εκ μέρους του ελέγχου νομιμότητας, αλλά στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της αποκλειστικής αρμοδιότητας που της απονέμει η Συνθήκη, να εκτιμήσει τη συμφωνία των εν λόγω ενισχύσεων προς την κοινή αγορά. Εξάλλου, υπενθυμίζω επίσης ότι η κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως δεν αποτελεί δυνατότητα, αλλά υποχρέωση (69) της Επιτροπής όταν αυτή βρίσκεται σε κατάσταση όπως η υπό κρίση.
206. Τέλος, υπογραμμίζω ότι, εφόσον η Επιτροπή είναι όντως υποχρεωμένη να προβαίνει σε επιμελή εξέταση της κάθε καταγγελίας, η υποχρέωση αυτή τη δέσμευε ειδικότερα να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως.
207. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, πιστεύω ότι ο τρίτος λόγος στερείται ερείσματος.
208. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής ως αβάσιμη.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
209. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου.
210. Στην υπό κρίση υπόθεση, επειδή η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Επιτροπή ηττήθηκαν όσον αφορά το σύνολο των προβαλλόμενων λόγων, αυτές πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
211. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως και ανταναιρέσεως.
2) Η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Επί του σημείου αυτού, βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, C-83/09 P, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), εκδοθείσα από το τμήμα μείζονος συνθέσεως και στην οποία θα επανέλθουμε.
3 – Συλλογή 2009, σ. II-4155, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
4 – Tauernfleisch Vertriebs GmbH, Wech-Kärntner Truthahnverarbeitung GmbH, Wech-Geflügel GmbH και Johann Zsifkovics. Όλες είναι επιχειρήσεις αυστριακού δικαίου, με τομέα δραστηριοτήτων τη σφαγή και τον τεμαχισμό ζώων.
5 – Στο εξής: επίδικη απόφαση.
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
7 – Το στάδιο αυτό διέπεται επίσης από τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 659/1999.
8 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-521/06 P, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-5829, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Το στάδιο αυτό διέπεται επίσης από τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 659/1999.
10 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-431/07 P, Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-2665, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
11 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
12 – Συλλογή 1984, σ. 3809. Κατά το Δικαστήριο, οι ενδιαφερόμενοι είναι τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση της ενισχύσεως, δηλαδή, ιδίως, οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις (σκέψη 16).
13 – Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, C-198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2487, σκέψη 24)· της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψη 18), και της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (Συλλογή 2005, σ. I-10737, σκέψη 36).
14 – ΕΕ 2001, C 252, σ. 5, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν στις κρατικές ενισχύσεις για διαφημιστικούς σκοπούς.
15 – Σημείο 1.
16 – BGBl. 376/1992, στο εξής: AMA-Gesetz 1992.
17 – ΕΕ 2000, C 28, σ. 2.
18 – Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ρητώς ότι η Επιτροπή όφειλε να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 659/1999, λόγω των αμφιβολιών που υφίσταντο όσον αφορά τη συμφωνία των επίμαχων μέτρων προς την κοινή αγορά.
19 – Συναφώς, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, ιδίως, ότι μια εγγύηση ποιότητας, όπως αυτή που προβλέπεται για τη χρήση των σημάτων «AMA», δεν αφορά την έννοια της «αναπτύξεως» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
20 – Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, C-413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Συλλογή 2008, σ. I-4951, σκέψεις 184 έως 188).
21 – Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-75/05 P και C‑80/05 P (Συλλογή 2008, σ. I-6619).
22 – Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-487/06 P (Συλλογή 2008, σ. I-10515).
23 – Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 631.
24 – Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939.
25 – Aπόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 45).
26 – Απόφαση Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, προαναφερθείσα (σκέψεις 47 και 48 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, προαναφερθείσα (σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 – Βλ. απόφαση Γερμανία κ.λπ. κατά Kronofrance, προαναφερθείσα (σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29 – Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Cook κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρία William Cook plc ήταν «ενδιαφερόμενος» υπό την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, καθόσον παρήγε μηχανικό εξοπλισμό απολύτως όμοιο προς εκείνον της επιχειρήσεως που είχε λάβει την ενίσχυση. Κατά συνέπεια, η επίμαχη απόφαση έπρεπε να λογίζεται ότι αφορά άμεσα και ατομικά τη William Cook plc, οπότε η εταιρία αυτή παραδεκτώς ζητούσε την ακύρωσή της δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (σκέψεις 23, 25 και 26). Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Matra κατά Επιτροπής, ότι η ιδιότητα του ενδιαφερομένου μπορούσε να αναγνωριστεί υπέρ της εταιρίας Matra SA, διότι τα συμφέροντά της θίγονταν από τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως «υπό την ιδιότητά της ως κυρίου κοινοτικού παραγωγού οχημάτων ενιαίου αμαξώματος και μέλλοντος ανταγωνιστή της επιχειρήσεως [που έλαβε την ενίσχυση]». Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν παραδεκτή (σκέψεις 17, 19 και 20).
30 – Απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, προαναφερθείσα (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 – Όπ.π.
32 – Η υπογράμμιση δική μου.
33 – Όπ.π.
34 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής και, τέλος, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, καθώς και στην υπόθεση C‑148/09 P, Βέλγιο κατά Deutsche Post κ.λπ., που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
35 – Παραπέμπω στα σημεία 103 έως 113 των προτάσεών μου αυτών.
36 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2008, T-388/02.
37 – Απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C-399/08 P, Επιτροπή κατά Deutsche Post (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 63 και 64 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 – Βλ., επίσης, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-322/09 P, NDSHT κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 – Η υπογράμμιση δική μου.
40 – Βλ., ειδικότερα, απόφαση Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, προαναφερθείσα (σκέψεις 47 και 48 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 – Απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα (σκέψη 64).
42 – Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), καθώς και της 22ας Ιουνίου 2006, C-182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-5479, σκέψεις 73 και 74).
43 – Απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα (σκέψη 62).
44 – Όπ.π. (σκέψη 64).
45 – Η υπογράμμιση δική μου.
46 – Βλ. απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 61 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 – Απόφαση Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48 – Απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα.
49 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 3ης Μαΐου 2001, C-204/97, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-3175).
50 – Απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 63), καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, T-49/93, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2501, σκέψη 60).
51 – Η υπογράμμιση δική μου.
52 – Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τη γενική οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 ΕΚ ουδέποτε πρέπει να οδηγεί σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης. Επομένως, κρατική ενίσχυση της οποίας ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής παραβιάζουν άλλες διατάξεις της Συνθήκης δεν μπορεί να κηρυχθεί σύμφωνη προς την κοινή αγορά από την Επιτροπή (απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C-390/06, Nuova Agricast, Συλλογή 2008, σ. I-2577, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
53 – Καταρχήν, απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι υπήρξαν συζητήσεις μεταξύ Επιτροπής και ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως μιας ενισχύσεως και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες επί των ελεγχομένων μέτρων δεν μπορεί καθαυτό να λογίζεται ως απόδειξη του ότι το θεσμικό αυτό όργανο αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες εκτιμήσεως ώστε να απαιτείται η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΕΚ. Εντούτοις, κατά τη νομολογία, δεν μπορεί να αποκλείεται το ενδεχόμενο από τις συζητήσεις που διεξάγονται μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους κατά τo προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας να προκύπτει, υπό ορισμένες περιστάσεις, η ύπαρξη τέτοιων δυσχερειών (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαΐου 2000, T-46/97, SIC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2125, σκέψη 89 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 – Απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα (σκέψη 62).
55 – Απόφαση SIC κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 102 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
56 – Όπ.π. (σκέψη 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57 – Όπ.π. (σκέψη 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58 – Απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2001, C-315/99 P, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 2001, σ. I-5281, σκέψη 19), καθώς και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-57/00 P και C-61/00 P, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-9975, σκέψη 47).
60 – Βλ. άρθρα 10, παράγραφος 1, και 20, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999.
61 – Το έντυπο υποβολής καταγγελίας διατίθεται από την ακόλουθη ιστοσελίδα: .
62 – Απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα (σκέψη 62).
63 – Βλ. αποφάσεις Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C-362/09 P, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
64 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις British Aggregates κατά Επιτροπής (σκέψη 114 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Επιτροπή κατά Deutsche Post (σκέψεις 93 έως 98).
65 – Απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 113 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
66 – Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815.
67 – Απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
68 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-7303, σκέψη 58).
69 – Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy