ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 22ας Μαρτίου 2011 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑58/10 έως C‑68/10
Monsanto SAS κ.λπ.
[αιτήσεις του Conseil d’État (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές – Εθνικά μέτρα απαγορεύοντα ή αναστέλλοντα τη χρήση και/ή πώληση τέτοιων προϊόντων μετά την έγκρισή τους – Αρμοδιότητα των εθνικών αρχών για τη λήψη τέτοιων μέτρων»
1. Στην παρούσα υπόθεση, η οποία απορρέει από την ένωση όχι λιγότερο από ένδεκα υποθέσεων, το Δικαστήριο έχει εκ νέου την ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (στο εξής επίσης: ΓΤΟ). Το βασικό νομικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι, στον πυρήνα του, σχετικά περιορισμένο. Συγκεκριμένα, το ζήτημα είναι, όσον αφορά ορισμένα προϊόντα που στο παρελθόν είχαν εγκριθεί βάσει ορισμένης ρυθμίσεως, αλλά των οποίων η έγκριση προορίζεται να ανανεωθεί και διέπεται από πιο πρόσφατη ρύθμιση, να καθοριστεί αν, για τη λήψη τυχόν μέτρων έκτακτης ανάγκης κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ της παλαιάς και της νέας εγκρίσεως, πρέπει να εφαρμοστούν οι κανόνες της πρώτης ή της δεύτερης ρυθμίσεως, ή ακόμη αμφοτέρων των ρυθμίσεων.
2. Το επίμαχο προϊόν είναι μια ποικιλία αραβοσίτου η οποία χρησιμοποιείται στο έδαφος της Ένωσης ως ζωοτροφή: πρόκειται για τον αραβόσιτο MON810, που έχει αναπτυχθεί από την εταιρία Monsanto, ο οποίος, χάρη σε μια γενετική τροποποίηση, είναι ιδιαίτερα ανθεκτικός σε ορισμένα παράσιτα.
I – Το νομικό πλαίσιο
3. Το νομικό πλαίσιο που έχει σημασία για την οριοθέτηση της παρούσας υποθέσεως αποτελείται από τριών ειδών κανόνες. Πρώτον, πρόκειται για τους κανόνες που αφορούν τη «σκόπιμη ελευθέρωση στο περιβάλλον», δηλαδή κυρίως την καλλιέργεια και την πώληση ΓΤΟ, κανόνες οι οποίοι περιέχονταν στην οδηγία 90/220 και σήμερα περιέχονται στην οδηγία 2001/18. Δεύτερον, πρόκειται για τους κανόνες που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων, και ακριβώς για τον κανονισμό 178/2002. Τρίτον, τέλος, πρόκειται για τον κανονισμό 1829/2003, ο οποίος αποτελεί το κύριο αντικείμενο ερμηνείας στην υπόθεση στην οποία ζητείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου και με τον οποίο ο νομοθέτης θέλησε να καταστήσει όσο είναι δυνατόν ομοιόμορφη τη ρύθμιση περί των ΓΤΟ· ο κανονισμός αυτός εν μέρει υποκατέστησε και εν μέρει συμπλήρωσε τους κανόνες που είχαν εφαρμογή προηγουμένως.
Α – Η οδηγία 90/220/ΕΟΚ
4. Η οδηγία 90/220 (2) ήταν η πρώτη που εισήγαγε ομοιόμορφο σύστημα για να επιτρέπεται σε κοινοτικό επίπεδο η ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον. Ο μηχανισμός που προέβλεπε στηριζόταν, σε γενικές γραμμές, στη χορήγηση εγκρίσεως από κράτος μέλος, η οποία εξηρτάτο από τη μη εναντίωση των άλλων κρατών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση διαφωνίας, προβλεπόταν η έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή. Η έγκριση που χορηγούνταν από κράτος μέλος ίσχυε πάντως σε ολόκληρη την Κοινότητα.
5. Όπως θα δούμε κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, το MON810 είχε αρχικά εγκριθεί βάσει της οδηγίας αυτής.
Β – Η οδηγία 2001/18/ΕΚ
6. Η οδηγία 2001/18 (3) (στο εξής επίσης: οδηγία) κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 90/220. Το σύστημα εγκρίσεως για την ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό όμοιο με εκείνο της προηγούμενης οδηγίας, έστω και αν επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις. Ειδικότερα, εισήχθη η αρχή της περιορισμένης διάρκειας (το πολύ για δέκα χρόνια) της εγκρίσεως, ενώ προβλέφθηκε απλοποιημένη διαδικασία για την ανανέωση των εγκρίσεων που είχαν ήδη χορηγηθεί βάσει της οδηγίας 90/220.
7. Ειδικότερα, το άρθρο 12 της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα άρθρα 13 έως 24 δεν εφαρμόζονται στους ΓΤΟ ως προϊόντα ή εντός προϊόντων εφόσον αυτοί επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη διεξαγωγή ειδικής αξιολόγησης περιβαλλοντικού κινδύνου σύμφωνα με τις αρχές που εκτίθενται στο παράρτημα II και βάσει των πληροφοριών που ορίζονται στο παράρτημα III, με την επιφύλαξη πρόσθετων απαιτήσεων που προβλέπει η προαναφερόμενη κοινοτική νομοθεσία, καθώς και απαιτήσεις για τη διαχείριση του κινδύνου, την επισήμανση, τη δέουσα παρακολούθηση, την ενημέρωση του κοινού και τη ρήτρα διασφάλισης τουλάχιστον ισοδύναμες προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.
[…]»
8. Το άρθρο 17 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ανανέωση συγκατάθεσης», προβλέπει μια ειδική και απλοποιημένη διαδικασία ανανεώσεως για τους ΓΤΟ που έχουν ήδη εγκριθεί βάσει της οδηγίας 90/220. Η ανανέωση αυτή έπρεπε να γίνει πριν από τις 17 Οκτωβρίου 2006.
9. Το άρθρο 22 της οδηγίας, το οποίο επαναλαμβάνει μια θεμελιώδη αρχή που ήδη περιεχόταν στην οδηγία 90/220, ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη του άρθρου 23, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας».
10. Το άρθρο 23, το οποίο επιγράφεται «Ρήτρα διασφάλισης», ορίζει:
«1. Όταν κράτος μέλος, βάσει νέων ή πρόσθετων πληροφοριών, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία συγκατάθεσης και οι οποίες επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικού κινδύνου, ή βάσει επαναξιολόγησης υφιστάμενων πληροφοριών συνεπεία νέων ή πρόσθετων επιστημονικών στοιχείων, έχει τεκμηριωμένους λόγους να θεωρεί ότι ένας ΓΤΟ ως προϊόν ή εντός προϊόντος, ο οποίος έχει κοινοποιηθεί καταλλήλως και έχει λάβει γραπτή συγκατάθεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίζει ή να απαγορεύει προσωρινά τη χρήση ή/και την πώληση του συγκεκριμένου ΓΤΟ ως προϊόντος ή εντός προϊόντος στην επικράτειά του.
[…]
Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τις δράσεις που αναλαμβάνει δυνάμει του παρόντος άρθρου και αιτιολογεί την απόφασή του […].
Εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών που διαβιβάζει το κράτος μέλος, λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30, παράγραφος 2 […]».
Γ – Ο κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003
11. Ο κανονισμός 1829/2003 (4) (στο εξής επίσης: κανονισμός), μολονότι ο τίτλος του μπορεί να αφήνει να νοηθεί ότι αφορά μόνο την κατανάλωση ΓΤΟ ως τροφίμων ή ζωοτροφών, εισήγαγε στην πραγματικότητα ένα ολοκληρωμένο σύστημα το οποίο παρέχει, σε όσους το επιθυμούν, τη δυνατότητα να λάβουν ενιαία έγκριση, αφορώσα τόσο την καλλιέργεια όσο και τις για διατροφικούς σκοπούς χρήσεις ενός γενετικώς τροποποιημένου προϊόντος. Επιπλέον, στο σύστημα του κανονισμού, η χορήγηση της εγκρίσεως δεν γίνεται από ένα επιμέρους κράτος μέλος, αλλά απορρέει από διαδικασία που διεξάγεται κυρίως σε επίπεδο της Ένωσης.
12. Το άρθρο 17 του κανονισμού, το οποίο αφορά τις αιτήσεις εγκρίσεως για τις γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές, ορίζει:
«[…]
5. Στην περίπτωση ΓΤΟ ή ζωοτροφών που περιέχουν ή συνίστανται σε ΓΤΟ, η αίτηση συνοδεύεται επίσης από:
α) τον πλήρη τεχνικό φάκελο που περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται από τα παραρτήματα III και IV της οδηγίας 2001/18/ΕΚ και τις πληροφορίες και τα συμπεράσματα της αξιολόγησης κινδύνου που διεξήχθη σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος II της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή, όταν η διάθεση στην αγορά του ΓΤΟ έχει εγκριθεί δυνάμει του τμήματος Γ της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, αντίγραφο της απόφασης έγκρισης·
[…]».
13. Το άρθρο 20 του κανονισμού αφορά τους ΓΤΟ που έχουν ήδη εγκριθεί βάσει άλλων κανονιστικών διατάξεων. Ειδικότερα, ορίζει, στην παράγραφό του 1, ότι «τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος και έχουν διατεθεί νομίμως στην αγορά της Κοινότητας πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μπορούν να συνεχίσουν να διατίθενται στην αγορά, να χρησιμοποιούνται και να υφίστανται επεξεργασία αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: […] στην περίπτωση προϊόντων που έχουν διατεθεί στην αγορά δυνάμει της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ ή 2001/18/ΕΟΚ, συμπεριλαμβανομένης και της χρησιμοποίησής τους ως ζωοτροφών […], οι υπεύθυνοι για τη διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων κοινοποιούν στην Επιτροπή την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα ετέθησαν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στην Κοινότητα, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού».
14. Το ίδιο άρθρο 20 διευκρινίζει, στην παράγραφό του 2, ότι «[η] κοινοποίηση της παραγράφου 1 συνοδεύεται από τα στοιχεία του άρθρου 5, παράγραφοι 3 και 5, όπου χρειάζεται, τα οποία η Επιτροπή διαβιβάζει στην Αρχή και τα κράτη μέλη».
15. Εξάλλου, στην παράγραφό του 4, το άρθρο 20 προσθέτει ότι, για τα ήδη εγκεκριμένα προϊόντα βάσει των οδηγιών 90/220 και 2001/18, αίτηση ανανεώσεως πρέπει να υποβληθεί «[ε]ντός εννέα ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα […] διετέθησαν για πρώτη φορά στην αγορά, αλλά οπωσδήποτε πριν την παρέλευση τριών ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού».
16. Και ο κανονισμός περιέχει διάταξη σχετικά με τη δυνατότητα λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης όταν υπάρχουν κίνδυνοι για την υγεία ή για το περιβάλλον. Πρόκειται για το άρθρο του 34. Σε συνάρτηση με τη φύση του κανονισμού, ο οποίος δημιούργησε κεντρική διαδικασία για τη χορήγηση των εγκρίσεων για τους ΓΤΟ, η εξουσία λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης παρασχέθηκε, κατ’ αρχήν, στην Επιτροπή. Το άρθρο 34 έχει ως εξής:
«Όταν είναι προφανές ότι προϊόντα που έχουν εγκριθεί από τον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, ή όταν, βάσει γνώμης της Αρχής δυνάμει των άρθρων 10 και 22, προκύπτει η ανάγκη αναστολής ή κατεπείγουσας τροποποίησης μιας έγκρισης, λαμβάνονται μέτρα σύμφωνα με τις διαδικασίες των άρθρων 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.»
Δ – Ο κανονισμός (ΕΚ) 178/2002
17. Οι διατάξεις του κανονισμού 178/2002 (5) που έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι εκείνες που αναφέρει το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, δηλαδή τα άρθρα 53 και 54.
18. Το άρθρο 53, το οποίο επιγράφεται «Μέτρα έκτακτης ανάγκης για τρόφιμα και ζωοτροφές που προέρχονται από την Κοινότητα ή εισάγονται από τρίτη χώρα», αναφέρει τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για να αποκλειστεί ή να περιοριστεί, εφόσον είναι αναγκαίο, η κυκλοφορία τροφίμων ή ζωοτροφών που μπορούν να δημιουργήσουν κινδύνους. Όσον αφορά την αρμοδιότητα και τις προϋποθέσεις για τη λήψη των μέτρων, η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«1. Όταν είναι προφανές ότι τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές που προέρχονται από την Κοινότητα ή εισάγονται από τρίτη χώρα είναι πιθανό να αποτελέσουν σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, και ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να περιορισθεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που λαμβάνει(-ουν) το (τα) αφορώμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η), η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 58, παράγραφος 2, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, θεσπίζει αμέσως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης […]».
19. Το άρθρο 54 συμπληρώνει το προηγούμενο προβλέποντας μια διαδικασία η οποία παρέχει στα κράτη τη δυνατότητα να παρέμβουν σε περίπτωση αδράνειας της Επιτροπής. Το άρθρο αυτό ορίζει:
«1. Όταν ένα κράτος μέλος πληροφορεί επίσημα την Επιτροπή για την ανάγκη λήψης μέτρων έκτακτης ανάγκης και η Επιτροπή δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 53, το κράτος μέλος μπορεί να εγκρίνει προσωρινά μέτρα προστασίας. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνει αμέσως τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή.
[…]
3. Το κράτος μέλος μπορεί να διατηρήσει τα εθνικά προσωρινά μέτρα προστασίας που έχει λάβει έως ότου θεσπιστούν τα κοινοτικά μέτρα.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
20. Ο ΓΤΟ αραβόσιτος MON810 εγκρίθηκε για πρώτη φορά στο έδαφος της Κοινότητας το 1998, βάσει της οδηγίας 90/220. Η ανακοίνωση σχετικά με τη διάθεση στην αγορά έγινε προς τις γαλλικές αρχές, οι οποίες τη διαβίβασαν με ευνοϊκή γνώμη στην Επιτροπή. Με απόφαση της 22ας Απριλίου 1988 (6) η Επιτροπή γνωστοποίησε τη συγκατάθεσή της, η δε Γαλλία χορήγησε την έγκριση με υπουργική απόφαση της 3ης Αυγούστου 1998 (7).
21. Η εταιρία Monsanto, κάτοχος της εγκρίσεως, ουδέποτε ζήτησε ανανέωσή της βάσει της οδηγίας 2001/18. Αντιθέτως, ανακοίνωσε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το MON810 ως υφιστάμενο προϊόν κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1829/2003. Στη συνέχεια, το 2007, η Monsanto ζήτησε ανανέωση της εγκρίσεως βάσει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου 20. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 4, του κανονισμού 1829/2003, όσο διαρκεί η διαδικασία ανανεώσεως η υφιστάμενη άδεια συνεχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της.
22. Στις 5 Δεκεμβρίου 2007, υπουργική απόφαση (8) απαγόρευσε εντός του εδάφους της Γαλλικής Δημοκρατίας τη μεταβίβαση και χρήση σπόρων αραβοσίτου MON810. Η απόφαση εκείνη ανέφερε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη αξιολόγηση των συνεπειών του MON810 για το περιβάλλον και την υγεία, αλλά δεν παρέπεμπε στους κανόνες του δικαίου της Ένωσης επί των οποίων στηριζόταν το μέτρο αυτό. Η Επιτροπή διατείνεται ότι το εν λόγω μέτρο ουδέποτε της ανακοινώθηκε.
23. Στη συνέχεια, στις 7 Φεβρουαρίου 2008, νέα υπουργική απόφαση (9), η οποία άλλωστε μετά από λίγες ημέρες τροποποιήθηκε με άλλη υπουργική απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου (10), επικαλούμενη αμφιβολίες που είχε διατυπώσει σχετικά με το MON810 η προσφάτως συσταθείσα Comité de préfiguration de la Haute Autorité sur les organismes génétiquement modifiés (επιτροπή προϊδεασμού της Ανωτάτης Aρχής για τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς) απαγόρευσε εν γένει την καλλιέργεια του MON810. Στο αιτιολογικό του μέτρου αυτού, γίνεται με γενικό τρόπο επίκληση τόσο της οδηγίας όσο και του κανονισμού, αλλά ο μοναδικός κανόνας δικαίου της Ένωσης που αναφέρεται ειδικά είναι το άρθρο 23 της οδηγίας.
24. Η υπουργική απόφαση την οποία αναφέρει το προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, κατά τα όσα λέγει η ίδια, δύο φορές. Πρώτα, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, ως μέτρο που ελήφθη κατά το άρθρο 23 της οδηγίας. Την επόμενη ημέρα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, κοινοποιήθηκε αντιθέτως ως μέτρο που βασίστηκε στο άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003.
25. Η επιβληθείσα από τις γαλλικές αρχές απαγόρευση καλλιέργειας του MON810 προσβλήθηκε με διάφορες αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Conseil d’État, το οποίο ανέστειλε τις διαδικασίες και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα (11):
«1. Όταν ένας γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός ο οποίος αποτελεί ζωοτροφή διατέθηκε στην αγορά πριν από τη δημοσίευση του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003 και όταν η έγκριση αυτή παραμένει σε ισχύ κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, πρέπει, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως νέας εγκρίσεως που πρέπει να υποβληθεί κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού αυτού, το επίμαχο προϊόν να θεωρηθεί ως ένα από τα προϊόντα των οποίων γίνεται μνεία στις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ […], σε αυτή δε την περίπτωση υπόκειται ο εν λόγω γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός, όσον αφορά τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που μπορούν να ληφθούν μετά τη χορήγηση της εγκρίσεως για τη διάθεση στην αγορά, μόνο στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003 ή, αντιθέτως, τέτοια μέτρα μπορούν να ληφθούν από κράτος μέλος βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας και των εθνικών διατάξεων μεταφοράς του;
2. Στην περίπτωση που τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μπορούν να ληφθούν μόνο στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003, μπορεί μέτρο όπως η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2007 να ληφθεί, και υπό ποιες προϋποθέσεις, από τις αρχές κράτους μέλους στο πλαίσιο της καταστολής του κινδύνου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 ή μπορούν να ληφθούν από κράτος μέλος βάσει του άρθρου 54 του ίδιου κανονισμού προσωρινά μέτρα προστασίας;
3. Στην περίπτωση που οι αρχές κράτους μέλους μπορούν να παρέμβουν βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2003 ή βάσει και της μιας και της άλλης από τις διατάξεις αυτές, και λαμβανομένης υπόψη ιδίως της αρχής της προφυλάξεως, ποιας εντάσεως απαιτήσεις, όσον αφορά τον προσδιορισμό του κινδύνου, την αξιολόγηση της πιθανότητάς του και την εκτίμηση της φύσεως των συνεπειών του, επιβάλλουν οι διατάξεις, αφενός, του άρθρου 23 της οδηγίας, οι οποίες εξαρτούν τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, όπως η αναστολή της χρήσεως του προϊόντος, από την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος έχει “τεκμηριωμένους λόγους να θεωρεί ότι ένας ΓΤΟ […] συνιστά κίνδυνο για […] το περιβάλλον”, και, αφετέρου, του άρθρου 34 του κανονισμού, οι οποίες εξαρτούν τη λήψη τέτοιου μέτρου από την προϋπόθεση ότι το προϊόν «είναι προφανές ότι […] είναι πιθανό να θέσ[ει] σε σοβαρό κίνδυνο […] το περιβάλλον;»
III – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιο νομικό καθεστώς πρέπει να εφαρμοστεί επί προϊόντος που εγκρίθηκε βάσει της οδηγίας 90/220 και που στη συνέχεια ανακοινώθηκε ως υφιστάμενο προϊόν κατά τον κανονισμό 1829/2003, βάσει του οποίου στη συνέχεια ζητήθηκε επίσης ανανέωση της εγκρίσεως.
27. Ειδικότερα, πρέπει να διευκρινιστεί αν, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, η εξουσία λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης ανήκει κατά πρώτο λόγο στα κράτη, σύμφωνα με τον μηχανισμό του άρθρου 23 της οδηγίας, ή στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού.
28. Το πρόβλημα, καλόν είναι να υπογραμμιστεί, αφορά μόνο το «μεταβατικό» στάδιο κατά το οποίο δεν έχει ακόμα γίνει ανανέωση της εγκρίσεως του προϊόντος. Δεν φαίνεται να μπορεί να τεθεί σοβαρά υπό αμφισβήτηση –έστω και αν το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας– το ότι, άπαξ ανανεωθεί η έγκριση βάσει του κανονισμού, θα πρέπει να εφαρμοστούν μόνον οι κανόνες του τελευταίου: επομένως, όσον αφορά τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, αυτά θα μπορούν να ληφθούν μόνο βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού.
29. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, την άποψη της οποίας συμμερίζονται στην ουσία η Αυστριακή, η Ελληνική και η Πολωνική Κυβέρνηση, σε μια κατάσταση όπως αυτή στην παρούσα υπόθεση το άρθρο 23 της οδηγίας παραμένει εφαρμοστέο, οπότε ένα κράτος μέλος δύναται να το επικαλεστεί για να λάβει ευθέως μέτρα έκτακτης ανάγκης. Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή (και κατά τη Monsanto και τις άλλες αιτούσες εταιρίες στις κύριες δίκες), η ανακοίνωση του MON810 ως «υφιστάμενου προϊόντος» κατά τον κανονισμό έχει ως συνέπεια ότι πλέον δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 23 της οδηγίας, ειδικά δε λόγω του άρθρου της 12.
30. Θα σημειώσω ότι, από νομικής απόψεως, ο πυρήνας της αντιδικίας φαίνεται να έγκειται στον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12 της οδηγίας 2001/18. Όπως προκύπτει από την παράθεση του κανονιστικού πλαισίου, το άρθρο αυτό αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας, και μεταξύ αυτών του άρθρου 23 περί των μέτρων έκτακτης ανάγκης, επί των ΓΤΟ που «επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη διεξαγωγή ειδικής αξιολόγησης περιβαλλοντικού κινδύνου σύμφωνα με τις αρχές που εκτίθενται στο παράρτημα II και βάσει των πληροφοριών που ορίζονται στο παράρτημα III […], καθώς και απαιτήσεις για τη διαχείριση του κινδύνου, την επισήμανση, τη δέουσα παρακολούθηση, την ενημέρωση του κοινού και τη ρήτρα διασφάλισης τουλάχιστον ισοδύναμες προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας».
31. Επομένως, όπως βλέπει κανείς, το άρθρο 23 της οδηγίας δεν έχει εφαρμογή, λόγω του άρθρου της 12, επί των ΓΤΟ που ικανοποιούν ορισμένες ειδικές απαιτήσεις: 1) πρέπει να πρόκειται για ΓΤΟ που «επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία» (προφανώς, από άλλα νομοθετήματα εκτός της οδηγίας)· 2) τα νομοθετήματα αυτά πρέπει να προβλέπουν αξιολόγηση περιβαλλοντικού κινδύνου όπως εκείνη που απαιτείται από την οδηγία και 3) πρέπει να προβλέπουν υποχρεώσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που η οδηγία προβλέπει όσον αφορά την επισήμανση, την πληροφόρηση του κοινού κ.λπ.
32. Κατά συνέπεια, πρέπει να καθοριστεί αν ένας ΓΤΟ που εγκρίθηκε βάσει της οδηγίας 90/220 και ανακοινώθηκε κατά τον κανονισμό 1829/2003 ικανοποιεί τις απαιτήσεις που ανέφερα στο προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου.
33. Θα παρατηρήσω κατ’ αρχάς ότι, προφανώς, το άρθρο 12 της οδηγίας δεν μπορούσε να αναφέρει ρητώς τον κανονισμό, εφόσον ο τελευταίος είναι νομοθέτημα που εκδόθηκε δύο έτη μετά την οδηγία.
34. Όσον αφορά ειδικότερα τις απαιτήσεις που παραθέτει το άρθρο 12 της οδηγίας, δύναται να σημειωθεί ότι είναι φανερό ότι ο αραβόσιτος MON810 εγκρίθηκε βάσει απαιτήσεων τουλάχιστον ισοδύναμων με εκείνες της οδηγίας: τούτο δε, επειδή εγκρίθηκε ακριβώς βάσει της οδηγίας (ή καλύτερα, για να είμαι πιο ακριβής, βάσει της οδηγίας 90/220, την οποία η οδηγία 2001/18 παγίωσε καταλαμβάνοντας τη θέση της (12)). Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει το MON810 είναι το ότι, επιλέγοντας να το ανακοινώσει μόνο βάσει του κανονισμού, και όχι βάσει της οδηγίας 2001/18, η Monsanto θέλησε να υπαγάγει το προϊόν αυτό σε νομικό καθεστώς στηριζόμενο μόνο στον κανονισμό 1829/2003, για να επωφεληθεί της μεγαλύτερης απλότητας που το σύστημα της «ενιαίας εγκρίσεως» προσφέρει για την καλλιέργεια και την εμπορία. Αν το MON810 είχε ανακοινωθεί επίσης (ή μόνον) ως «υφιστάμενο προϊόν» κατά το άρθρο 17 της οδηγίας 2001/18, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι το άρθρο 23 της οδηγίας θα είχε εφαρμογή.
35. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν, in concreto, οι επιβαλλόμενες από τον κανονισμό προϋποθέσεις για την εμπορία και/ή την καλλιέργεια είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που θέτει η οδηγία.
36. Το γεγονός ότι η πρώτη από τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 της οδηγίας είναι να «επιτρέπεται» το προϊόν βάσει νομοθετήματος της Ένωσης (άλλου από την οδηγία) δεν αποτελεί, κατά την άποψή μου, στοιχείο ικανό να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 12 επί ενός προϊόντος που απλώς «ανακοινώθηκε» κατά τον κανονισμό. Συγκεκριμένα, είναι βέβαιον ότι, χωρίς την ανακοίνωση κατά τον κανονισμό, το MON810 δεν θα μπορούσε πλέον ούτε να καλλιεργηθεί ούτε να τεθεί στο εμπόριο: κατά συνέπεια, για κάθε πρακτικό σκοπό, ακριβώς η ανακοίνωση κατά τον κανονισμό είναι το στοιχείο που «επιτρέπει» να καλλιεργηθεί και/ή να τεθεί στο εμπόριο το προϊόν εντός της Ένωσης. Άλλωστε, εκείνο που μετράει είναι οι προϋποθέσεις που νομιμοποιούν την καλλιέργεια και/ή την εμπορία, πέρα από την τυπική ονομασία της πράξεως που τις επιτρέπει («ανακοίνωση» ή «έγκριση»).
37. Εν προκειμένω, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 2, και του άρθρου 17, παράγραφος 5 (13), του κανονισμού 1829/2003 δείχνουν σαφώς ότι, για να ανακοινωθεί ένα υφιστάμενο προϊόν κατά τον κανονισμό, πρέπει να παρασχεθούν όλες οι αναγκαίες πληροφορίες κατά τα παραρτήματα II, III και IV της οδηγίας 2001/18.
38. Κατά συνέπεια, ένα προϊόν όπως το MON810, αφότου εγκρίθηκε βάσει της οδηγίας 90/220, δύναται να παραμείνει σε κυκλοφορία, δυνάμει του κανονισμού, μόνο μετά από ανακοίνωση η οποία πρέπει να γίνει με γνωστοποίηση όλων των στοιχείων που είναι αναγκαία για να ληφθεί έγκριση κατά την οδηγία.
39. Και οι άλλες απαιτήσεις που παραθέτει το άρθρο 12 της οδηγίας ικανοποιούνται από τον κανονισμό. Ειδικότερα, πρέπει εν προκειμένω να υπομνησθούν το άρθρο 29, το οποίο αφορά την πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες, τα άρθρα 12 έως 14 και 24 έως 26, τα οποία αφορούν την επισήμανση, και βεβαίως το άρθρο 34, το οποίο αφορά τα μέτρα έκτακτης ανάγκης. Μπορεί να είναι χρήσιμο να υπομνησθεί επίσης ότι η τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίζει ότι κατά την προβλεπόμενη από τον κανονισμό αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου πρέπει να «τηρούνται οι απαιτήσεις που ορίζει η οδηγία 2001/18/ΕΚ». Πιο γενικά, η ένατη αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει την ανάγκη «οι νέες διαδικασίες έγκρισης» να ακολουθούν «τις νέες αρχές που έχουν ορισθεί στην οδηγία 2001/18/ΕΚ».
40. Άλλωστε, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι, κατά την πρόθεση του νομοθέτη, ο κανονισμός 1829/2003 δύναται να υποκαταστήσει εξ ολοκλήρου, αν ο δικαιούχος ενός προϊόντος το επιθυμεί, το σύστημα της οδηγίας (14). Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να υπάρξουν ερωτηματικά ως προς την αποτελεσματικότητα του κανονισμού αν οι διατάξεις της οδηγίας έπρεπε να συνεχίσουν να θεωρούνται εφαρμοστέες ακόμη και επί προϊόντων τα οποία, από νομικής απόψεως, διέπονται εξ ολοκλήρου από τον κανονισμό.
41. Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και αν το άρθρο 12 της οδηγίας 2001/18 δεν είχε εφαρμογή επί ενός προϊόντος που ανακοινώθηκε κατά τον κανονισμό 1829/2003 όπως το MON810, σε μια υπόθεση όπως η παρούσα θα ήταν αρκετά αμφίβολη η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η ρήτρα διασφαλίσεως του άρθρου 23 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το MON810 ουδέποτε εγκρίθηκε βάσει της οδηγίας 2001/18, και ότι η έγκριση που χορηγήθηκε βάσει της προηγούμενης οδηγίας συνέχιζε να παράγει τα αποτελέσματά της μόνον εφόσον είχε ανακοινωθεί βάσει του κανονισμού 1829/2003. Κατά συνέπεια, είναι αμφίβολο αν διάταξη (το άρθρο 23) που περιέχεται σε οδηγία του 2001 δύναται να έχει αποτέλεσμα που στην ουσία τροποποιεί κανονισμό του 2003 (ειδικότερα, το άρθρο του 34), ο οποίος ρητώς δεν προβλέπει παρέκκλιση τέτοιου είδους.
42. Ένα σημείο που είναι απαραίτητο να τονιστεί είναι ότι η διάζευξη μεταξύ του άρθρου 23 της οδηγίας και του άρθρου 34 του κανονισμού ως νομικής βάσεως για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης δεν είναι διάζευξη μεταξύ προστασίας «ισχυρότερης» (βάσει της οδηγίας) και προστασίας «ασθενέστερης» (βάσει του κανονισμού). Παρά την ελαφρώς διαφορετική διατύπωση των δύο διατάξεων, στην οποία θα επιστρέψω κατά τη συζήτηση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, η μόνη σημαντική διαφορά είναι εκείνος που, κατά τον κανόνα δικαίου, καλείται να λάβει το μέτρο: ένα κράτος μέλος στην περίπτωση της οδηγίας, η Επιτροπή στην περίπτωση του κανονισμού. Παρά ταύτα, είναι προφανές ότι δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή –η οποία, καλόν είναι να υπομνησθεί, έλαβε όλα τα προσήκοντα έγγραφα τεκμηριώσεως τη στιγμή που ανακοινώθηκε το προϊόν– παρέχει λιγότερα εχέγγυα σε σχέση με ένα κράτος μέλος. Πάντως, από τη στιγμή που ο ουσιώδης σκοπός της ρυθμίσεως της Ένωσης σχετικά με τους ΓΤΟ είναι να συγκεραστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων με την προστασία της υγείας (15), η επιλογή να παρασχεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να παρεμβαίνει σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης είναι αναμφίβολα ορθολογική.
43. Κατά τον ίδιο τρόπο, στο πλαίσιο της συζητήσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος είναι εντελώς αλυσιτελής η επίκληση της αρχής της προφυλάξεως: η αρχή αυτή, όπως θα δούμε κατά την εξέταση του τρίτου ερωτήματος, είναι ουσιώδης για να καθοριστεί αν και σε ποιο μέτρο δύναται να ληφθεί μέτρο έκτακτης ανάγκης, αλλά ουδόλως επηρεάζει τον καθορισμό του ποιος είναι αρμόδιος να το λάβει.
44. Συνοψίζοντας όσα εκτέθηκαν στα προηγούμενα σημεία των προτάσεών μου, θα πω ότι το άρθρο 23 της οδηγίας δεν δύναται να θεωρηθεί εφαρμοστέο εν προκειμένω. Τούτο δε, τόσο επειδή η εφαρμογή του αποκλείεται από το άρθρο 12 της ίδιας οδηγίας όσο και, γενικότερα, επειδή το MON810 ουδέποτε ανακοινώθηκε βάσει της οδηγίας 2001/18.
45. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση που πρόκειται για εγκεκριμένο βάσει της οδηγίας 90/220 ΓΤΟ ο οποίος ανακοινώθηκε ως υφιστάμενο προϊόν κατά τον κανονισμό 1829/2003 και για τον οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία ανανεώσεως της εγκρίσεως, τυχόν μέτρα έκτακτης ανάγκης μπορούν να ληφθούν μόνο βάσει του ίδιου κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου του 34.
IV – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
46. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, στην περίπτωση που τα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν μέτρα έκτακτης ανάγκης είναι μόνον εκείνα του άρθρου 34 του κανονισμού –όπως πρότεινα στο Δικαστήριο να αποφανθεί–, ένα κράτος κάλλιστα δύναται να λάβει μονομερή μέτρα, όπως έπραξε εν προκειμένω η Γαλλική Δημοκρατία.
47. Εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα φαίνεται εύκολο. Το άρθρο 34 του κανονισμού αναφέρει, για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, τα άρθρα 53 και 54 του κανονισμού 178/2002, τα οποία προβλέπουν κατά προτεραιότητα παρέμβαση της Επιτροπής (άρθρο 53) και μόνον επικουρικώς παρέμβαση κράτους σε περίπτωση αδράνειας της ίδιας της Επιτροπής (άρθρο 54). Κατά συνέπεια, από την πρώτη ματιά φαίνεται σαφές ότι ένα κράτος δεν δύναται να λάβει μονομερή μέτρα έκτακτης ανάγκης χωρίς να έχει προηγουμένως πληροφορήσει και καλέσει την Επιτροπή να ενεργήσει, κατά το άρθρο 53 του κανονισμού 178/2002.
48. Ειδικότερα, σε τέτοιες σκέψεις στηρίχθηκαν η Επιτροπή και η Monsanto για να υποστηρίξουν ότι, κατά την εφαρμοστέα ρύθμιση της Ένωσης, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να απαγορεύσει μονομερώς το MON810 χωρίς να έχει προηγουμένως ζητήσει την παρέμβαση της Επιτροπής.
49. Παρά ταύτα υπάρχει μια δυσκολία, την οποία έδειξαν τα άλλα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση: η δυσκολία αυτή απορρέει από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 53 του κανονισμού 178/2002. Συγκεκριμένα, όπως είδαμε πιο πάνω, η διάταξη αυτή ορίζει ότι η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα όταν ο κίνδυνος «δεν μπορεί να περιορισθεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που λαμβάνει(-ουν) το (τα) αφορώμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η)». Με άλλα λόγια, η διάταξη αναγνωρίζει στα κράτη μέλη, για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, πρωταρχικό ρόλο σε σχέση με εκείνον που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, σύμφωνα με το κλασικό μοντέλο της αρχής της επικουρικότητας.
50. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι όσον αφορά τους ΓΤΟ δεν πρόκειται περί αυτού, και ότι η εξέταση των εφαρμοστέων διατάξεων επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι η αρμοδιότητα λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης σχετικά με τους ΓΤΟ βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 34 του κανονισμού 1829/2003 και των άρθρων 53 και 54 του κανονισμού 178/2002 ανήκει κατά κύριο λόγο στην Επιτροπή, και όχι στα κράτη μέλη.
51. Συγκεκριμένα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ρήτρα επικουρικότητας η οποία, στο άρθρο 53 του κανονισμού 178/2002, περιορίζει το πεδίο παρεμβάσεως της Επιτροπής στις περιπτώσεις που οι κρατικές αρχές δεν δύνανται να παρέμβουν προσηκόντως, είναι προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 53 στο πλαίσιο του κανονισμού στον οποίο αυτό εντάσσεται. Ο κανονισμός 178/2002, πρέπει να υπομνησθεί, έχει ευρύτατο πεδίο εφαρμογής: συγκεκριμένα, αφορά εν γένει τρόφιμα και ζωοτροφές, και όχι ειδικά τους ΓΤΟ. Οι περιεχόμενες στο άρθρο 53 προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών έχουν γενική εφαρμογή, για όλες τις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαία μέτρα έκτακτης ανάγκης στον τομέα των τροφίμων. Παρά ταύτα, στην περίπτωση των ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού 1829/2003, ο νομοθέτης επέλεξε να λάβει μια ειδική ρύθμιση, μια εξαίρεση από το «κανονικό» καθεστώς για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης.
52. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 53 του κανονισμού 178/2002, όταν υπάρχουν οι κίνδυνοι που αναφέρει το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, ανάγεται ευθέως στο ίδιο το άρθρο 34, το οποίο ορίζει ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, «λαμβάνονται μέτρα σύμφωνα με τις διαδικασίες των άρθρων 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002» (16). Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1829/2003 δεν αναφέρει την προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 53 και του άρθρου 54 του κανονισμού 178/2002 –των οποίων η λυσιτέλεια συνδέεται στενά με το πλαίσιο του τελευταίου κανονισμού–, η οποία συνίσταται στην ύπαρξη κινδύνου ο οποίος «δεν μπορεί να περιορισθεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που λαμβάνει(-ουν) το (τα) αφορώμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η)». Αντιθέτως, ο κανονισμός 1829/2003 αναφέρει μόνο τις «διαδικασίες» που προβλέπονται από τα άρθρα αυτά, οι οποίες συνίστανται, αφενός, στη δυνατότητα παρεμβάσεως της Επιτροπής (άρθρο 53) και, αφετέρου, στη δυνατότητα προσωρινών κρατικών παρεμβάσεων σε περίπτωση αδράνειας της Επιτροπής (άρθρο 54).
53. Κατά συνέπεια, τα άρθρα 53 και 54 του κανονισμού 178/2002 ασκούν επιρροή, στην περίπτωση των ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού 1829/2003, μόνο για τις διαδικασίες λήψεως των μέτρων, και όχι για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να ληφθούν τα μέτρα έκτακτης ανάγκης. Οι διαδικασίες αυτές βασίζονται αναντίρρητα στην άσκηση δύο χωριστών αρμοδιοτήτων: μιας κύριας αρμοδιότητας της Επιτροπής και μιας μόνον επικουρικής και κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητας των κρατών μελών.
54. Για να ολοκληρώσω, πρέπει επιπλέον να σημειώσω ότι, επίσης στο πλαίσιο των ΓΤΟ, ο ρόλος που αναγνωρίζεται στα κράτη σχετικά με τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, έστω και αν δεν είναι ανάλογος με εκείνον της Επιτροπής, η οποία έχει την κύρια αρμοδιότητα λήψεως των μέτρων, είναι πάντως αρκετά σημαντικός, όπως δείχνει απλώς και μόνον η ανάγνωση των εφαρμοστέων διατάξεων. Συγκεκριμένα, αφενός, όπως σαφώς προκύπτει από τα προαναφερθέντα, κατά το άρθρο 53 του κανονισμού 178/2002 τα κράτη μέλη δύνανται να ζητήσουν από την Επιτροπή να λάβει μέτρα έκτακτης ανάγκης. Αφετέρου, στην περίπτωση που η Επιτροπή δεν ενεργήσει εγκαίρως παρά τις αιτήσεις των κρατών, τα κράτη δύνανται, κατά το άρθρο 54, να λάβουν «προσωρινά μέτρα προστασίας».
55. Κατά συνέπεια, ολοκληρώνοντας την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, προτείνω να δοθεί σε αυτό η απάντηση ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης κατά το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν μονομερή μέτρα μόνο σε προσωρινή βάση, κατά τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 54 του κανονισμού 178/2002, αποκλειστικά στην περίπτωση που η Επιτροπή, παρά το ότι της προτάθηκε από κράτος να λάβει μέτρα έκτακτης ανάγκης, δεν ενήργησε εγκαίρως.
V – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
56. Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποιες είναι οι προϋποθέσεις –ειδικότερα δε, όσον αφορά τους πιθανούς κινδύνους– που δικαιολογούν τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης βάσει, αντιστοίχως, του άρθρου 23 της οδηγίας και του άρθρου 34 του κανονισμού.
57. Υπό το πρίσμα της λύσεως που προτείνω να δοθεί στα δύο πρώτα ερωτήματα, ίσως να μην είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είχε την εξουσία να λάβει μονομερή μέτρα χωρίς προηγουμένως να έχει θέσει το πρόβλημα στην Επιτροπή, οι προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης δεν έχουν πλέον σημασία στην κύρια δίκη.
58. Παρά ταύτα, θεωρώ χρήσιμο να εξετάσω και το ερώτημα αυτό, για δύο λόγους. Από τη μια πλευρά, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την άποψή μου σχετικά με τα προηγούμενα ερωτήματα· από την άλλη πλευρά, επειδή, έστω και αν κατά τη γνώμη μου η Γαλλία δεν μπορούσε να λάβει αμέσως τέτοια μέτρα, παρά ταύτα θα δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή να το πράξει, οπότε μια διευκρίνιση από μέρους του Δικαστηρίου θα μπορέσει εν προκειμένω να αποτρέψει περαιτέρω αβεβαιότητες και αντιδικίες.
59. Από γραμματικής απόψεως, όπως είδαμε κατά την παράθεση του κανονιστικού πλαισίου, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έκτακτης ανάγκης περιγράφονται με διαφορετικό τρόπο στο άρθρο 23 της οδηγίας και στο άρθρο 34 του κανονισμού. Κατά το άρθρο 23 της οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν μέτρα έκτακτης ανάγκης αν, βάσει νέων πληροφοριών, έχουν «τεκμηριωμένους λόγους να θεωρ[ούν] ότι ένας ΓΤΟ […] συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον». Αντιθέτως, το άρθρο 34 του κανονισμού περιορίζει τη λήψη τέτοιων μέτρων στις περιπτώσεις που «είναι προφανές ότι [οι ΓΤΟ] είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, ή όταν, βάσει γνώμης της Αρχής δυνάμει των άρθρων 10 και 22, προκύπτει η ανάγκη αναστολής ή κατεπείγουσας τροποποίησης μιας έγκρισης».
60. Οι δύο διατυπώσεις, όπως βλέπει κανείς, δεν είναι πανομοιότυπες, και εκ πρώτης όψεως εκείνη του άρθρου 23 της οδηγίας φαίνεται να επιτρέπει τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις, εφόσον μιλάει μόνο για «κίνδυνο», χωρίς να απαιτεί να είναι αυτός «σοβαρός» –όπως αντιθέτως πράττει ο κανονισμός. Επιπλέον, ενώ η οδηγία απαιτεί να έχει ένα κράτος μέλος «τεκμηριωμένους λόγους» για να θεωρήσει υπαρκτό έναν κίνδυνο, ο κανονισμός απαιτεί ο κίνδυνος να είναι «προφανής».
61. Οι διαφορετικές διατυπώσεις δύνανται να εξηγηθούν αν ληφθεί υπόψη η διαφορετική έκταση εφαρμογής που τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μπορούν να έχουν στις δύο περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, μέτρο έκτακτης ανάγκης υπό την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας έχει έκταση εφαρμογής περιοριζόμενη σε ένα κράτος μέλος, ενώ μέτρο που έχει ληφθεί βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού παράγει τα αποτελέσματά του σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης. Κατά συνέπεια, μεγαλύτερη προσοχή μπορεί να είναι λογική πριν ληφθούν μέτρα που έχουν ιδιαιτέρως έντονες συνέπειες.
62. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι οι διαφορές αυτές δεν πρέπει να υπερεκτιμηθούν, και ότι πέραν των λεξιλογικών διαφορών οι προϋποθέσεις για τη λήψη των δύο ειδών μέτρων πρέπει να θεωρηθούν σε μεγάλο βαθμό όμοιες.
63. Κατ’ αρχάς, το άρθρο 34 του κανονισμού, σε αντίθεση με το άρθρο 23 της οδηγίας, ορίζει ότι η Επιτροπή δύναται να λάβει μέτρα έκτακτης ανάγκης, πέραν της περιπτώσεως που είναι προφανής η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου, σε όλες τις περιπτώσεις όπου η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων έχει διατυπώσει γνώμη η οποία δείχνει την ανάγκη να ανασταλεί ή να τροποποιηθεί κατεπειγόντως μια έγκριση. Η γνώμη της Αρχής διατυπώνεται βάσει των άρθρων 10 (για τα τρόφιμα) και 22 (για τις ζωοτροφές) του κανονισμού, και δύναται να ζητηθεί από κράτος μέλος ή από την Επιτροπή, ή να προέρχεται από πρωτοβουλία της ίδιας της Αρχής. Παρά ταύτα, εκείνο που είναι σημαντικό είναι ότι οι λόγοι για τους οποίους η γνώμη μπορεί να προτείνει την αναστολή ή την κατεπείγουσα τροποποίηση της εγκρίσεως δεν προσδιορίζονται από τον κανονισμό, και ως εκ τούτου ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια της Αρχής, η οποία, βάσει των τεχνικών ικανοτήτων της, πρέπει να εξακριβώσει αν ένας ΓΤΟ «εξακολουθεί να πληροί τους όρους που καθορίζει ο παρών κανονισμός».
64. Δεύτερον, ένα στοιχείο που συντελεί αποφασιστικά στο να γίνουν ομοιόμορφες οι προϋποθέσεις της οδηγίας και του κανονισμού είναι η αρχή της προφυλάξεως, έκφραση της οποίας αποτελούν οι ρήτρες διασφαλίσεως όπως είναι το άρθρο 23 της οδηγίας και το άρθρο 34 του κανονισμού (17). Η αρχή αυτή, η οποία στον τομέα του περιβάλλοντος διατυπώνεται στο άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά πάγια νομολογία συνεπάγεται ότι, «οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συνδρομή ή τη σημασία κινδύνων […], τα κοινοτικά όργανα μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλουν να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων» (18).
65. Η Συνθήκη δεν περιέχει ορισμό της αρχής της προφυλάξεως, αλλά στο παράγωγο δίκαιο υπάρχει διατύπωση ανάλογη με εκείνη την οποία έχει επεξεργαστεί η νομολογία. Ειδικότερα, το άρθρο 7 του κανονισμού 178/2002, το οποίο δεν έχει ευθέως εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, αλλά ασφαλώς δύναται να ληφθεί υπόψη, ορίζει τα εξής:
«1. Στις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες, ύστερα από αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών, εντοπίζεται πιθανότητα βλαβερών επιπτώσεων στην υγεία αλλά εξακολουθεί να υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, μπορούν να ληφθούν τα προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, μέχρι να υπάρξουν περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες για μια πιο εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.
2. Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 είναι ανάλογα και όχι πιο περιοριστικά για το εμπόριο από όσο απαιτείται για την επίτευξη του υψηλού επιπέδου προστασίας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, ενώ παράλληλα λαμβάνουν υπόψη την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα και άλλους παράγοντες όπως αρμόζει στο εκάστοτε ζήτημα. Αυτά τα μέτρα αναθεωρούνται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τη φύση του κινδύνου που προσδιορίζεται όσον αφορά τη ζωή ή την υγεία και του είδους των επιστημονικών πληροφοριών που απαιτούνται για τη διασαφήνιση της επιστημονικής αβεβαιότητας και τη διεξαγωγή μιας πιο εμπεριστατωμένης αξιολόγησης του κινδύνου.»
66. Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως και της ερμηνείας που της έχουν δώσει το Δικαστήριο και ο νομοθέτης της Ένωσης, για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, ανεξαρτήτως του αν λαμβάνονται βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας ή του άρθρου 34 του κανονισμού, είναι αναγκαίο να υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, δηλαδή όχι απλώς υποθετικός (19), αρνητικών συνεπειών για την υγεία ή το περιβάλλον: ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο ο κίνδυνος να είναι, εξ υπαρχής, επακριβώς μετρήσιμος. Η διευκρίνιση ότι ο κίνδυνος πρέπει να είναι «σοβαρός», κατά το άρθρο 34 του κανονισμού, πρέπει κατά την άποψή μου να νοηθεί υπό την έννοια ότι οι πιθανότητες να λάβει χώρα ένα βλαπτικό γεγονός είναι συγκεκριμένες, και υπερβαίνουν τα συνήθη όρια του κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.
67. Είναι αδύνατον να οριστεί με αυστηρό τρόπο και εκ των προτέρων ποιο είναι το επίπεδο κινδύνου που εν γένει δικαιολογεί τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης. Οποιαδήποτε αφηρημένη διατύπωση στη νομολογία θα είχε μικρή ή δεν θα είχε καμία χρησιμότητα για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν in concreto. Η αξιολόγηση σχετικά με τον κίνδυνο πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση από εκείνον που καλείται να λάβει τις αποφάσεις, και επομένως, στην περίπτωση του άρθρου 34 του κανονισμού, από την Επιτροπή.
68. Με άλλα λόγια, και μάλιστα με όρους πιο γενικούς από εκείνους που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 34 του κανονισμού, για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης είναι αναγκαίο: α) να υπάρχει προφανής κίνδυνος να επέλθει βλάβη· β) να υπάρχει πιθανότητα να μην είναι ασήμαντη η εν λόγω βλάβη, έστω και αν δεν είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί με ακρίβεια (η «σοβαρή» φύση του κινδύνου, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως).
69. Δεν δύναται να καθοριστεί εκ των προτέρων ποια είναι η δικαιολογούσα τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης ελάχιστη πιθανότητα να επέλθει βλάβη. Τούτο δε, είτε επειδή, όπως είδαμε, θα δέσμευε με υπερβολικά αυστηρό τρόπο εκείνους που πρέπει να λάβουν την απόφαση, είτε επειδή, υπό το φως της αρχής της προφυλάξεως, μέτρο δύναται να ληφθεί ακόμη και όταν υπάρχουν περιθώρια αβεβαιότητας σχετικά με την πραγματική πιθανότητα να λάβει χώρα το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, στο πλαίσιο της αξιολογήσεώς τους κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές φυσικά θα πρέπει να εκτιμούν το επιτρεπτό ποσοστό κινδύνου βάσει του λόγου κόστους/οφέλους: όσο είναι μεγαλύτερα τα οφέλη από ένα προϊόν, τόσο υψηλότερο θα μπορεί να είναι το επίπεδο κινδύνου που θεωρείται αποδεκτό.
70. Περαιτέρω, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές φυσικά υπόκεινται, αυτές καθ’ εαυτές, σε δικαστικό έλεγχο. Στην περίπτωση της Επιτροπής, που είναι αρμόδια κατά το άρθρο 34 του κανονισμού, ο έλεγχος είναι φυσικά εκείνος των δικαστών της Ένωσης, και επομένως, σε τελική ανάλυση, του Δικαστηρίου. Εφόσον οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν σε ένα τέτοιον τομέα απαιτούν, ως εκ της φύσεώς τους, περίπλοκες τεχνικές εκτιμήσεις, ο δικαστικός έλεγχος θα πρέπει, κατά τα διδάγματα πάγιας νομολογίας, να περιορίζεται στο να εξακριβωθεί αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, αν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, αν έχει εμφιλοχωρήσει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών και αν υπήρξε κατάχρηση εξουσίας (20).
71. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι, για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης σχετικά με γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς κατά το άρθρο 34 του κανονισμού, είναι αναγκαίο, αφενός, να διαπιστωθεί η όχι μόνον υποθετική ύπαρξη κινδύνου βλάβης της ανθρώπινης υγείας, της υγείας των ζώων ή του περιβάλλοντος και, αφετέρου, να μην είναι ασήμαντη, έστω και αν δεν προσδιορίζεται αναγκαστικά με ακρίβεια, η πιθανότητα επελεύσεως της βλάβης αυτής.
VI – Συμπέρασμα
72. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Conseil d’État ως εξής:
«1. Στην περίπτωση που πρόκειται για ΓΤΟ εγκεκριμένο βάσει της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, ο οποίος ανακοινώθηκε ως υφιστάμενο προϊόν κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές, και για τον οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία ανανεώσεως της εγκρίσεως, τυχόν μέτρα έκτακτης ανάγκης μπορούν να ληφθούν μόνο βάσει του ίδιου του κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου του 34.
2. Στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως μέτρων έκτακτης ανάγκης κατά το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν μονομερή μέτρα μόνο σε προσωρινή βάση, κατά τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων, αποκλειστικά στην περίπτωση που η Επιτροπή, παρά το ότι της προτάθηκε από κράτος να λάβει μέτρα έκτακτης ανάγκης, δεν ενήργησε εγκαίρως.
3. Για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης σχετικά με γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς κατά το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003, είναι αναγκαίο, αφενός, να διαπιστωθεί η όχι μόνον υποθετική ύπαρξη κινδύνου βλάβης της ανθρώπινης υγείας, της υγείας των ζώων ή του περιβάλλοντος και, αφετέρου, να μην είναι ασήμαντη, έστω και αν δεν προσδιορίζεται αναγκαστικά με ακρίβεια, η πιθανότητα επελεύσεως της βλάβης αυτής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ L 117, σ. 15).
3 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220 (ΕΕ L 106, σ. 1).
4 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268, σ. 1).
5 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1).
6 – Απόφαση 98/294/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Απριλίου 1998, για τη διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L. σειρά MON 810) σύμφωνα με την οδηγία 90/220 (ΕΕ L 131, σ. 32).
7 – JORF της 5ης Αυγούστου 1998, σ. 11985.
8 – JORF της 6ης Δεκεμβρίου 2007, σ. 19748.
9 – JORF της 9ης Φεβρουαρίου 2008, σ. 2462.
10 – JORF της 19ης Φεβρουαρίου 2008, σ. 3004.
11 – Το κείμενο που παρατίθεται είναι αυτό των ερωτημάτων στην υπόθεση C‑58/10. Τα ερωτήματα που τέθηκαν στις άλλες υποθέσεις είναι πανομοιότυπα, με τη μόνη διαφορά ότι ο εθνικός κανόνας τον οποίο αναφέρει το δεύτερο ερώτημα είναι, στις υποθέσεις εκείνες, η υπουργική απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2008.
12 – Βλ., ειδικότερα, τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 36 της οδηγίας 2001/18.
13 – Πρόκειται για τους κανόνες που αφορούν τα προϊόντα που προορίζονται για ζωική κατανάλωση, όπως το MON810. Για τα προϊόντα που προορίζονται επίσης για ανθρώπινη κατανάλωση, οι αντίστοιχοι κανόνες είναι τα άρθρα 5 και 8 του κανονισμού.
14 – Βλ., επίσης, προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με τον κανονισμό, κατά τη διάρκεια των οποίων η Επιτροπή εξ υπαρχής παρουσίασε την πρότασή της ως αποβλέπουσα στην εισαγωγή του λεγόμενου συστήματος «one door – one key», το οποίο επιτρέπει τη λήψη έγκυρης ενιαίας εγκρίσεως τόσο για την ελευθέρωση ενός ΓΤΟ στο περιβάλλον όσο και για τη χρήση του σε τρόφιμα και/ή ζωοτροφές. Βλ., π.χ., αρχική πρόταση της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2001, COM(2001) 425 τελικό (ΕΕ C 304 E, σ. 221), σημείο 3 της εισαγωγής.
15 – Βλ. πρώτη έως τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1829/2003. Στη νομολογία, βλ., π.χ., κατ’ αναλογία απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑236/01, Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑8105, σκέψεις 74 και 106).
16 – Η υπογράμμιση δική μου.
17 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ., σκέψη 110.
18 – Απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C‑157/96, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑2211, σκέψη 63). Βλ. επίσης, ως πιο πρόσφατες, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑95/01, Greenham και Abel (Συλλογή 2004, σ. I‑1333, σκέψη 43), και της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑504/04, Agrarproduktion Staebelow (Συλλογή 2006, σ. I‑679, σκέψη 39).
19 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Monsanto Agricoltura Italia κ.λπ., σκέψη 106.
20 – Βλ., π.χ., απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑77/09, Gowan Comércio (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ειδικά όσον αφορά τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση National Farmers’ Union κ.λπ., σκέψη 39.
Full & Egal Universal Law Academy