ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 27ης Οκτωβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-72/10
Ποινική δίωξη
κατά
Marcello Costa
[αίτηση του Corte suprema di cassazione (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Υπόθεση C-77/10
Ποινική δίωξη
κατά
Ugo Cifone
[αίτηση του Corte suprema di cassazione (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δραστηριότητα συλλογής στοιχημάτων για αθλητικές εκδηλώσεις — Προϋπόθεση περί παραχωρήσεως άδειας από την αστυνομική αρχή — Πολιτική της “ελεγχόμενης αναπτύξεως” στον τομέα των παιγνίων — Καταπολέμηση των παράνομων παιγνίων — Ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ πρακτορείων — Έκπτωση παραχωρησιούχου που επιδίδεται σε διασυνοριακή δραστηριότητα — Έκπτωση παραχωρησιούχου λόγω λήψεως προληπτικών μέτρων εναντίον του ή κινήσεως ποινικής διαδικασίας»
I – Εισαγωγή
1.
Η εξέλιξη της ιταλικής νομοθεσίας περί παιγνίων σηματοδοτείται από μία σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου οι οποίες αποτελούν την αφετηρία για την ανάλυση του νυν υποβαλλόμενου από το Corte suprema di cassazione προδικαστικού ερωτήματος.
2.
Οι αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1999, Zenatti ( 2 ), της 6ης Νοεμβρίου 2003, Gambelli κ.λπ. ( 3 ), και της 6ης Μαρτίου 2007, Placanica κ.λπ. ( 4 ), προσέγγισαν διαδοχικώς το ζήτημα της εθνικής ρυθμίσεως που καθιερώνει σύστημα παραχωρήσεως αδειών numerus clausus και αδειών της αστυνομικής αρχής για την άσκηση δραστηριοτήτων παιγνίων, εξαιρώντας τις κεφαλαιουχικές εταιρίες. Στην απόφαση Placanica, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια όσον αφορά το είδος των επιδιωκόμενων από τον Ιταλό νομοθέτη σκοπών, επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ελάχιστα περιθώρια στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει το συμβατό της επίμαχης ιταλικής ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης. Η ανάγκη μιας τόσο λεπτομερούς απαντήσεως προέκυψε από τις διαφοροποιήσεις τις οποίες η εκτέλεση της αποφάσεως Gambelli είχε προκαλέσει στην ιταλική νομολογία ( 5 ). Παρά τη σαφήνεια της αποφάσεως Placanica, τα ιταλικά δικαστήρια συνέχισαν να διατυπώνουν σημαντικά διαφορετικές απόψεις ως προς το συμβατό προς το δίκαιο της Ένωσης της νέας ιταλικής ρυθμίσεως περί παιγνίων, που θεσπίσθηκε προς συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση. Ορισμένα, στο πνεύμα των όσων υποστηρίζουν οι M. Costa και U. Cifone, έκριναν ότι αυτή η νέα ρύθμιση κατέστησε άνευ πρακτικής χρησιμότητας την απόφαση Placanica εισάγοντας νέες διακρίσεις. Άλλα, συντασσόμενα με την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, υποστηρίζουν ότι οι θεσπισθέντες περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
3.
Η υπό εξέταση υπόθεση προσφέρει έτσι μια νέα ευκαιρία στο Δικαστήριο να διευκρινίσει την ήδη εκτενή του νομολογία περί παιγνίων σε πλαίσιο εν μέρει γνωστό, ήτοι στον τομέα των παιγνίων στην Ιταλία. Η απόφαση Placanica είναι όλως απαραίτητη προς τον σκοπό αυτό, καθώς σε αυτήν ήδη έχουν ληφθεί υπόψη οι ιδιαιτερότητες του εν λόγω πλαισίου: ειδικότερα, η σαφής επιλογή του Ιταλού νομοθέτη για μία σαφώς αναπτυξιακή πολιτική στον τομέα των παιγνίων, καίτοι παρουσιάζεται περισσότερο ως «ελεγχόμενη ανάπτυξη». Το γεγονός αυτό επηρεάζει, κατά την άποψή μου, την ανάλυση της υπό κρίση υποθέσεως, χωρίς να αμφισβητείται η πάγια νομολογία κατά την οποία τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο κινήσεων στον τομέα των παιγνίων.
II – Νομικό πλαίσιο: η ιταλική ρύθμιση
Α.— Η διοικητική νομοθεσία: το καθεστώς παραχωρήσεων και αδειών
4.
Η ιταλική ρύθμιση ορίζει ότι δραστηριότητες συλλογής και διαχειρίσεως στοιχημάτων ασκούν όσοι έχουν λάβει άδεια κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού και στη συνέχεια διοικητική άδεια από την αστυνομική αρχή.
1. Το σύστημα των παραχωρήσεων
5.
Τον Ιούλιο του 2006 με το επονομαζόμενο «διάταγμα Bersani» (διάταγμα-νόμος αριθ. 223 της 4ης Ιουλίου 2006, το οποίο μετατράπηκε στον νόμο αριθ. 248 της 4ης Αυγούστου 2006) ( 6 ), μεταρρυθμίστηκε ο τομέας των παιγνίων στην Ιταλία με σκοπό την προσαρμογή του στο κοινοτικό δίκαιο, ενόψει της αποφάσεως Placanica.
6.
Το άρθρο 38 («Μέτρα για την καταπολέμηση του παράνομου παιγνίου») στην παράγραφο 1 προβλέπει τη θέσπιση, έως την 31η Δεκεμβρίου 2006, σειράς μέτρων με σκοπό την «ανάσχεση της εξαπλώσεως του άτακτου και παράνομου παιγνίου, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής στον τομέα των παιγνίων, καθώς και την προστασία των παικτών».
7.
Η παράγραφος 2 ( 7 ) ορίζει τους «νέους κανόνες για τη διανομή παιγνίων για αγώνες πλην των ιπποδρομιών», μεταξύ των οποίων πρέπει να επισημανθούν οι ακόλουθοι:
—
πρόβλεψη για άνοιγμα τουλάχιστον 7 000 νέων πρακτορείων (άρθρο 287, στοιχείο d), με ορισμό μέγιστου αριθμού ανά δήμο (στοιχείο e)·
—
τα νέα πρακτορεία οφείλουν να τηρούν ελάχιστη απόσταση από τα ήδη υφιστάμενα (στοιχεία f και g)·
—
τέλος, η διάταξη προβλέπει τον καθορισμό «λεπτομερειών για την προστασία των επιχειρηματιών στους οποίους έχει παραχωρηθεί η συγκέντρωση στοιχημάτων προκαθορισμένης αποδόσεως για αγώνες πλην των ιπποδρομιών οι οποίες διέπονται από τον [κανονισμό που διαλαμβάνεται στην] απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών αριθ. 111 της 1ης Μαρτίου 2006» (στοιχείο 1).
8.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 38 ( 8 ) περιλαμβάνει διατάξεις σχεδόν παρεμφερείς με εκείνες για τα στοιχήματα για τις ιπποδρομίες.
2. Οι άδειες από την αστυνομική αρχή
9.
Το εν λόγω σύστημα παραχωρήσεων στον τομέα των παιγνίων συνδέεται με ένα μηχανισμό χορηγήσεως αδειών από την αστυνομική αρχή, ο οποίος ρυθμίζεται με το βασιλικό διάταγμα αριθ. 773, της 18ης Ιουνίου 1931 ( 9 ), κατά τρόπο ώστε η άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας οργανώσεως ή εκμεταλλεύσεως στοιχημάτων να χορηγείται αποκλειστικώς υπέρ των παραχωρησιούχων ή προσώπων που αυτοί έχουν εξουσιοδοτήσει.
Β — Η ποινική νομοθεσία
10.
Η οργάνωση παιγνίων, συμπεριλαμβανομένης της οργανώσεως μέσω τηλεματικής ή από τηλεφώνου, εκτός από τις περιπτώσεις της προβλεπόμενης παραχωρήσεως ή άδειας, αποτελεί στην Ιταλία ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τρία έτη (άρθρο 4 του νόμου αριθ. 401 της 13ης Δεκεμβρίου 1989) ( 10 ).
III – Οι διαφορές των κυρίων δικών και το προδικαστικό ερώτημα
Α— Η εταιρία Stanley International Betting Ltd και η κατάστασή της στην Ιταλία κατόπιν του διατάγματος Bersani και των διαγωνισμών του 2006
11.
Η Stanley International Betting Ltd (στο εξής: Stanley) είναι αγγλική εταιρία η οποία δικαιούται να λειτουργεί ως διοργανώτρια στοιχημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει αδείας εκδοθείσας από τις αρχές του Λίβερπουλ.
12.
Η Stanley ασκεί τις δραστηριότητές της στην Ιταλία μέσω διακοσίων τουλάχιστον πρακτορείων, τα οποία καλούνται κοινώς «κέντρα διαβιβάσεως δεδομένων» (στο εξής: ΚΔΔ). Τα κέντρα αυτά παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε χώρους προσιτούς στο κοινό, εντός των οποίων διαθέτουν στους στοιχηματίζοντες πρόγραμμα τηλεματικής το οποίο τους παρέχει πρόσβαση στον διακομιστή της Stanley στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με τον τρόπο αυτό, οι στοιχηματίζοντες μπορούν, μέσω τηλεματικής, να αποστείλουν στη Stanley στοιχήματα για τις αθλητικές εκδηλώσεις και τους συντελεστές στοιχημάτων που παρέχει η εταιρία με τα προγράμματά της, καθώς και να βεβαιωθούν για την αποδοχή των στοιχημάτων τους, να καταβάλουν το αντίστοιχο αντίτιμο και, ενδεχομένως, να εισπράξουν τα κέρδη τους.
13.
Η διαχείριση των ΚΔΔ ασκείται από ανεξάρτητους οικονομικούς φορείς που συνδέονται συμβατικώς με τη Stanley. Οι M. Costa και U. Cifone είναι διαχειριστές του ΚΔΔ της Stanley στην Ιταλία.
14.
Το έτος 1999, οι ιταλικές αρχές προκήρυξαν διαγωνισμό για την παραχώρηση 1 000 αδειών εμπορίας στοιχημάτων για αθλητικούς αγώνες εξαετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανεώσεως για περαιτέρω έξι έτη. Σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τη διαφάνεια του μετοχολογίου, οικονομικοί φορείς οι οποίοι, όπως η Stanley, είχαν συσταθεί ως κεφαλαιουχικές εταιρίες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο αποκλείσθηκαν από τους εν λόγω διαγωνισμούς.
15.
Μετά τον επικριτικό σχολιασμό που δέχθηκαν οι διατάξεις αυτές με τις αποφάσεις Zenatti και Gambelli του Δικαστηρίου, ο Ιταλός νομοθέτης επέτρεψε τη συμμετοχή όλων των κεφαλαιουχικών εταιριών, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής, σε δημόσιους διαγωνισμούς για την παραχώρηση αδειών περί παιγνίων (άρθρο 22, παράγραφος 11, του νόμου αριθ. 289 της 27ης Δεκεμβρίου 2002) ( 11 ) και κατήργησε την απαγόρευση λειτουργίας των παραχωρησιούχων μέσω τρίτων εξουσιοδοτημένων προς τούτο (άρθρο 14ter του διατάγματος-νόμου αριθ. 35 της 14ης Μαρτίου 2005, ο οποίος μετατράπηκε στον νόμο αριθ. 80 της 14ης Μαΐου 2005) ( 12 ).
16.
Τις εν λόγω τροποποιήσεις ακολούθησε η αναθεώρηση με το προαναφερθέν διάταγμα Bersani, κατ’ εφαρμογή του οποίου η Administración autónoma de los monopolios del Estado (αυτόνομη διοίκηση των κρατικών μονοπωλίων, στο εξής: AAMS) προκήρυξε δύο διαγωνισμούς για την παραχώρηση άνω των 16 000 νέων αδειών περί εμπορίας στοιχημάτων για αθλητικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένων των ιπποδρομιών. Οι διαδικασίες ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2006, με την παραχώρηση 14 000 νέων αδειών σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς οικονομικούς φορείς.
17.
Η Stanley εκδήλωσε το ενδιαφέρον της προς τις ιταλικές αρχές για συμμετοχή της σε αυτούς τους νέους διαγωνισμούς του 2006, ζητώντας από την AAMS διάφορες επεξηγήσεις ως προς τους όρους του διαγωνισμού. Ειδικότερα, η Stanley ζήτησε διευκρινίσεις ως προς το άρθρο 23 του σχεδίου συμβάσεως μεταξύ της AAMS και των μελλοντικών παραχωρησιούχων, το οποίο προέβλεπε ότι επέρχεται έκπτωση αυτών, μεταξύ άλλων, για τους ακόλουθους λόγους:
—
όταν «στους παραχωρησιούχους, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους διοικητές αυτών επιβάλλονται προληπτικά μέτρα ή όταν τα ως άνω πρόσωπα παραπέμπονται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου για τα αδικήματα που μνημονεύονται στον νόμο 55, της 19ης Μαρτίου 1990, καθώς και για τις λοιπές περιπτώσεις αδικημάτων που δύνανται να θίξουν τη σχέση εμπιστοσύνης με την AAMS, ή για σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες παραβάσεις των εν ισχύ κανόνων που διέπουν τα δημόσια παίγνια, συμπεριλαμβανομένης της μη τηρήσεως των εν ισχύ ρυθμίσεων από τρίτους προς τους οποίους ο παραχωρησιούχος αναθέτει την παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως συμπληρωματικών προς την συλλογή αθλητικών παιγνίων» (παράγραφος 2)·
—
επίσης, «όταν ο παραχωρησιούχος εμπορεύεται, στο όνομά του ή μέσω συνδεόμενης με αυτόν εταιρίας —ανεξαρτήτως της φύσεως του δεσμού αυτού—, στην ιταλική επικράτεια ή μέσω τηλεματικών σημείων εγκατεστημένων εκτός της εθνικής επικράτειας, παίγνια παρόμοια με τα δημόσια παίγνια ή άλλα παίγνια τα οποία διαχειρίζεται η AAMS, ή παίγνια απαγορευόμενα στην Ιταλία» (παράγραφος 3).
18.
Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 6, του εν λόγω σχεδίου συμβάσεως (το οποίο καλείται να ρυθμίσει συμβατικώς την παραχώρηση), η ανάκληση της παραχωρούμενης άδειας ή η έκπτωση επιφέρουν την κατάπτωση της συσταθείσας υπέρ της AAMS εγγυήσεως από τον παραχωρησιούχο, «υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος αξιώσεως για αποκατάσταση μεταγενέστερης ζημίας».
19.
Βάσει των διευκρινίσεων της AAMS, η Stanley απέσυρε τη συμμετοχή της από τους διαγωνισμούς. Παρά ταύτα, οι M. Costa και U. Cifone υπέβαλαν αίτηση για τη λήψη της αντίστοιχης άδειας από την αστυνομική αρχή περί ασκήσεως της δραστηριότητας του μεσολαβητή στοιχημάτων.
20.
Στις 27 Νοεμβρίου 2006, η Stanley άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale administrativo regionale del Lazio κατά διαφόρων πράξεων της διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί ( 13 ).
Β — Η υπόθεση C-72/10, Costa
21.
Στις 20 Οκτωβρίου 2008 η εισαγγελία ζήτησε από το Tribunale di Roma να απαγγείλει κατηγορία κατά του M. Costa για «την κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4bis, και 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου αριθ. 401/89 παράβαση», διότι άσκησε παρανόμως, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια παραχωρήσεως και άδεια από την αστυνομική αρχή, οργανωμένη δραστηριότητα αποδοχής ή συλλογής αθλητικών στοιχημάτων για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρίας, με μετάδοση δεδομένων προς αυτήν μέσω τηλεματικής, λειτουργώντας κατά τον τρόπο αυτό ως μεσολαβητής για την εν λόγω εταιρία, ο οποίος, χωρίς να διαθέτει την απαραίτητη άδεια, αποδέχεται στοιχήματα.
22.
Με την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2007, ο Giudice delle indagini preliminari del Tribunale di Roma έκρινε ότι όφειλε να μην εφαρμόσει την εθνική κανονιστική ρύθμιση για τον λόγο ότι το Corte Suprema di cassazione είχε δεχθεί, κατ’ εφαρμογήν των διατυπωθεισών από το Δικαστήριο αρχών, ότι η ισχύουσα στον συγκεκριμένο τομέα ιταλική κανονιστική ρύθμιση ήταν αντίθετη προς τις αρχές που κατοχυρώνονται με τη Συνθήκη ΕΚ. Ως εκ τούτου, το δικαιοδοτικό αυτό όργανο αποφάνθηκε ότι δεν επρόκειτο να απαγγείλει κατηγορία κατά του Μ. Costa με το σκεπτικό ότι «η πράξη δεν τυποποιείται πλέον ως έγκλημα».
23.
Η εισαγγελία στράφηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Corte suprema di cassazione, υποστηρίζοντας, αφενός, ότι η νέα εθνική ρύθμιση, του διατάγματος Bersani, είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ενώσεως και, αφετέρου, ότι η Stanley δεν έλαβε μέρος στους προκηρυχθέντες διαγωνισμούς σύμφωνα με αυτό το νέο νομικό πλαίσιο. Ελλείψει απορριπτικής αποφάσεως των ιταλικών αρχών σχετικά με την παραχώρηση άδειας στη Stanley και δεκτικής προσφυγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, ο M. Costa δεν ενομιμοποιείτο να επικαλεσθεί διαδικαστική παρατυπία εκ μέρους των αρμόδιων για τα παίγνια ιταλικών αρχών ούτε το ανεφάρμοστο της ρυθμίσεως την εφαρμογή της οποίας απέκλεισε οικειοθελώς.
Γ— Η υπόθεση C-77/10, Cifone
24.
Στις 26 Μαΐου 2009 κατόπιν αιτήσεως της εισαγγελίας, ο Guidice delle indagini preliminari del Tribunale di Trani διέταξε κατά του U. Cifone την προληπτική κατάσχεση του πρακτορείου και του εξοπλισμού του για παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 4bis και 4ter, του νόμου αριθ. 401/89, και των άρθρων 106 και 132, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 385 του 1983.
25.
Ο U. Cifone στράφηκε κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Tribunale del Riesame di Bari το οποίο, με διάταξη της 10ης Ιουλίου 2008, αποφάνθηκε υπέρ της διατηρήσεως της κατασχέσεως μόνο για το αδίκημα του άρθρου 4 του νόμου αριθ. 401/89, ήτοι για το ότι ο U. Cifone επιδιδόταν σε δραστηριότητα συλλογής στοιχημάτων χωρίς να του έχει παραχωρηθεί σχετική άδεια ή έγκριση από την AAMS, καθώς και άδεια από την αστυνομική αρχή.
26.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2008 ο U. Cifone άσκησε έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως, ζητώντας την εξαφάνισή της και τη μη εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως. Υποστηρίζει προς τούτο ότι η εν λόγω ρύθμιση, επιβεβαιώνοντας το κύρος των παλαιότερων παραχωρήσεων, προβλέποντας περιορισμούς για την εγκατάσταση των νέων πρακτορείων και περιπτώσεις εισάγουσες ιδιαίτερα δυσμενείς διακρίσεις περί εκπτώσεως των παραχωρησιούχων, είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ενώσεως. Ζητεί, ως εκ τούτου, από το Corte suprema di cassazione να υποβάλει προς το Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
Δ— Το προδικαστικό ερώτημα
27.
Εκτιμώντας ότι, ενόψει της νέας ρυθμίσεως περί παιγνίων, εγείρονται ερμηνευτικές αμφιβολίες ως προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και ότι, για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί αν οι ελευθερίες αυτές μπορούν να περιορισθούν δυνάμει εθνικού συστήματος το οποίο εμφανίζει τα χαρακτηριστικά του ιταλικού συστήματος, το Corte suprema di cassazione ανέστειλε τις δύο διαδικασίες και υπέβαλε στο πλαίσιο αμφότερων των υποθέσεων το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ποια είναι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των αθλητικών στοιχημάτων, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης επιτρέπουν ή όχι εθνική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα κρατικό μονοπώλιο και σύστημα παραχωρήσεων και αδειών καθορισμένου αριθμού, το οποίο προβλέπει: α) εν γένει τάση προστασίας των δικαιούχων παραχωρήσεων οι οποίες χορηγήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο βάσει διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών του τομέα, β) διατάξεις οι οποίες εξασφαλίζουν εκ των πραγμάτων τη διατήρηση των εμπορικής φύσεως δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν μετά την ολοκλήρωση διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών του τομέα (επί παραδείγματι, μέσω της επιβαλλόμενης στους νέους παραχωρησιούχους υποχρεώσεως να εγκαταστήσουν τα πρακτορεία τους πέραν της κατ’ ελάχιστο όριο οριζόμενης αποστάσεως από τα ήδη λειτουργούντα), γ) περιπτώσεις εκπτώσεως του παραχωρησιούχου και καταπτώσεως εγγυήσεων ιδιαιτέρως μεγάλου ύψους εις βάρος αυτού, μεταξύ των οποίων η περίπτωση κατά την οποία ο παραχωρησιούχος επιδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, σε διασυνοριακές δραστηριότητες σχετικές με παίγνια εξομοιούμενα με εκείνα που αποτελούν αντικείμενο της παραχωρήσεως;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
28.
Οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
29.
Η Ισπανία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Επιτροπή και οι Μ. Costa και U. Cifone κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.
30.
Οι εκπρόσωποι των M. Costa και U. Cifone, της Επιτροπής, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βελγίου, της Μάλτας και της Πορτογαλίας ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Ιουνίου 2011.
V – Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
31.
Η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε διάφορες ενστάσεις απαραδέκτου του προδικαστικού ερωτήματος.
32.
Πρώτον, υποστηρίζει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι υποθετικό. Κατά την άποψή της, ενδεχόμενη διαπίστωση του ασύμβατου της νέας ιταλικής ρυθμίσεως προς το δίκαιο της Ένωσης δεν θα επηρέαζε τους διαδίκους των κύριων δικών, καθώς η Stanley αποφάσισε οικειοθελώς να μη μετάσχει στους διεπόμενους από τη νέα αυτή ρύθμιση διαγωνισμούς του 2006. Εξυπακούεται, εν τέλει, ότι τα χαρακτηριστικά του συστήματος παραχωρήσεων στο οποίο δεν συμμετείχαν δεν δύνανται να επηρεάσουν την ποινική κατάσταση των M. Costa και U. Cifone.
33.
Οι ως άνω αντίδικοι υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι οι περιορισμοί που εισάγει η νέα ρύθμιση επηρέασαν την απόφαση της Stanley να μην υποβάλει αίτηση για την παραχώρηση, καθώς το ενδεχομένως παράνομο του συστήματος θα μπορούσε να επηρεάσει, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας Placanica, τις εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες. Αυτή η διαφορά απόψεων αποτέλεσε, προφανώς, τον λόγο υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος, το λυσιτελές του οποίου τεκμαίρεται, κατά πάγια νομολογία, οπότε το Δικαστήριο υποχρεούται να το δεχθεί ως παραδεκτό ( 14 ).
34.
Δεύτερον, η Ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο διότι είναι αόριστο. Κατά την άποψή μου, όμως, οι διατάξεις περί παραπομπής του Corte suprema di cassazione προσδιορίζουν το ιστορικό και το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, παραθέτοντας τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου το Δικαστήριο να δώσει λυσιτελή απάντηση ( 15 ).
35.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
VI – Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
Α— Επί της υπάρξεως περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και ενδεχόμενοι λόγοι δικαιολογήσεώς τους
36.
Κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα (η φερόμενη ειδική προστασία των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων, το καθεστώς ελάχιστης αποστάσεως προς προστασία αυτών και ορισμένες προϋποθέσεις εκπτώσεως των παραχωρησιούχων) αποτελούν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρο 56 ΣΛΕΕ), στο μέτρο που επηρεάζουν την άσκησή τους και ενδέχεται να την παρακωλύσουν ή να την καταστήσουν λιγότερο ελκυστική ( 16 ).
37.
Τέτοιου είδους περιορισμοί μπορούν να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον εφαρμόζονται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος (αρχή της συνοχής ή της επάρκειας) και δεν είναι δεσμευτικοί πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού (αρχή της αναλογικότητας) ( 17 ).
38.
Παράλληλα με τις εν λόγω αυστηρές προϋποθέσεις, με την απόφαση Schindler ( 18 ), η οποία υπήρξε πρωτοποριακή στον τομέα αυτό, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι κατά την ανάλυση του εν λόγω τομέα «δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν, καταρχάς, θεωρήσεις ηθικού, θρησκευτικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα σχετικές με τις λαχειοφόρους αγορές καθώς και με τα άλλα παίγνια επί χρήμασι σε όλα τα κράτη μέλη» ούτε το γεγονός ότι τα παίγνια ενέχουν «υψηλό κίνδυνο εγκλημάτων και απατών» και ότι συνιστούν «ενθάρρυνση της σπατάλης που μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου». Όλες οι ιδιομορφίες αυτές, όπως επανειλημμένως έχει κρίνει η νομολογία, «δικαιολογούν το να διαθέτουν οι εθνικές αρχές επαρκή εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίζουν τους όρους που είναι απαραίτητοι για την προστασία των παικτών και, γενικότερα, ενόψει των κοινωνικών και πολιτιστικών ιδιομορφιών κάθε κράτους μέλους, την προστασία της κοινωνικής τάξεως» ( 19 ). Τα κράτη μέλη είναι, συνεπώς, «ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον τομέα των τυχερών παιγνίων και, ενδεχομένως, να προσδιορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας» ( 20 ).
Β— Επί του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκουν οι επίμαχες διατάξεις: ο περιορισμός του στην περίπτωση της Ιταλίας
39.
Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη περιορισμών των ελευθεριών, το πρώτο στάδιο της λογικής διαδικασίας για την ενδεχόμενη δικαιολόγησή τους είναι ο προσδιορισμός του σκοπού, του «επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος» που επιδιώκουν οι επίμαχες διατάξεις, βάσει του οποίου στη συνέχεια θα ελεγχθεί τόσο από απόψεως συνοχής όσο και αναλογικότητας.
40.
Όπως προαναφέρθηκε, στο πλαίσιο του ευρέως περιθωρίου δράσεως που έχουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό, η νομολογία έχει δεχθεί επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος όπως είναι η «προστασία των καταναλωτών, η πρόληψη της απάτης, η μη ενθάρρυνση της εκ μέρους των πολιτών σπατάλης χρημάτων που συνδέεται με τα παίγνια και, γενικώς, η αποτροπή κάθε διαταράξεως της κοινωνικής τάξεως» ( 21 ).
41.
Πάντως, ήδη με την απόφαση Placanica, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «ο Ιταλός νομοθέτης ακολουθεί μια πολιτική αναπτύξεως του τομέα των τυχερών παιγνίων με σκοπό την αύξηση των φορολογικών εσόδων», γεγονός για το οποίο «οι ιταλικές νομοθετικές ρυθμίσεις ουδόλως δικαιολογούνται από λόγους που αφορούν την ανάσχεση της ροπής των καταναλωτών προς τα παίγνια ή τη μείωση των προσφερόμενων παιγνίων» ( 22 ). Αυτή η σαφής διαπίστωση προκύπτει ότι παραμένει ισχύουσα, και μάλιστα επιβεβαιώνεται, εν προκειμένω, με την απόφαση των ιταλικών αρχών να παραχωρήσουν, το 2006, 14 000 νέες άδειες για παίγνια ( 23 ).
42.
Τέλος, εφόσον ο Ιταλός νομοθέτης επεδίωκε την ανάπτυξη πολιτικής περιορισμού των ευκαιριών συμμετοχής σε παίγνια, θα επέλεγε την εναλλακτική που πρότεινε η απόφαση Placanica: αναστολή και εκ νέου ανάθεση των παραχωρήσεων του 1999, χωρίς να αυξήσει τον αριθμό τους. Αντ’ αυτού, προχώρησε σε εξαιρετική επέκταση του τομέα, από ποσοτικής και ποιοτικής απόψεως, παρέχοντας στους Ιταλούς παίκτες περισσότερες και κάθε φορά διαφορετικού είδους δυνατότητες συμμετοχής σε τυχερά παίγνια. Δεν θα ήταν υπερβολική η διαπίστωση στο σημείο αυτό ότι η ιταλική πολιτική στον εν λόγω τομέα ευτέλισε τα τυχερά παίγνια, καθιστώντας τα διαρκώς περισσότερο προσιτά. Παρά τους πολυάριθμους ελέγχους και περιορισμούς, οι οποίοι, όπως θα αναπτυχθεί, συνέχισαν να επιβαρύνουν τους παραχωρησιούχους, ο πολλαπλασιασμός τους υπήρξε τόσο σημαντικός ώστε πρακτικώς πρόκειται για έναν «απελευθερωμένο» τομέα, καίτοι υπόκειται σε ρύθμιση. Για τον λόγο αυτό, η καταπολέμηση της εξαρτήσεως από τα τυχερά παίγνια και ο περιορισμός των ευκαιριών για συμμετοχή σε παίγνια εξακολουθούν να μην αποτελούν τους πράγματι επιδιωκόμενους σκοπούς του ιταλικού συστήματος τυχερών παιγνίων, ιδίως έπειτα από τις μεταρρυθμίσεις του 2006.
43.
Σαφώς στην απόφαση Placanica διευκρινίσθηκε επίσης και ότι «μια πολιτική ελεγχόμενης αναπτύξεως του τομέα των τυχερών παιχνιδιών μπορεί κάλλιστα να συνάδει προς τον σκοπό της προσελκύσεως όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιχνιδιών και στοιχημάτων προς τις δραστηριότητες που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων». Αποδεκτός σκοπός στο πλαίσιο αυτό θα ήταν, ως εκ τούτου, η «αποτροπή της εκμεταλλεύσεως [των δραστηριοτήτων τυχερών παιγνίων] για εγκληματικούς σκοπούς ή για απάτες [μέσω της ασκήσεως τους αποκλειστικώς εντός ελεγχόμενων κυκλωμάτων]» ( 24 ).
44.
Σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αποφάσεως Placanica, και, τρόπον τινά, ενόψει αυτών, το διάταγμα Bersani όρισε ρητώς ως σκοπούς της νέας ρυθμίσεως την «ανάσχεση της εξαπλώσεως του άτακτου και παράνομου παιγνίου, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής στον τομέα των τυχερών παιγνίων, καθώς και με σκοπό την προστασία των παικτών».
45.
Οι προηγηθείσες διαπιστώσεις ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό γενικού συμφέροντος είναι, όπως θα δούμε, εξαιρετικά σημαντικές, στο μέτρο που επηρεάζουν την εκτίμηση των επίμαχων μέτρων.
Γ— Επί της δυνατότητας δικαιολογήσεως των περιορισμών: οι απαιτήσεις περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, περί επάρκειας και αναλογικότητας
46.
Αφής στιγμής προσδιορίσθηκε ο σκοπός, πρέπει να διαπιστωθεί χωριστά για κάθε έναν από τους εθνικούς περιορισμούς ( 25 ) αν πληρούνται οι απορρέουσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου απαιτήσεις: ο μη εισάγων διακρίσεις χαρακτήρας, η επάρκεια ή η συνοχή και η αναλογικότητα.
1. Το μονοπωλιακό σύστημα με παραχωρήσεις numerus clausus
47.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ιταλική κανονιστική ρύθμιση «καθιερώνει σύστημα κρατικού μονοπωλίου» και σύστημα παραχωρήσεων και αδειών.
48.
Κατά πάγια νομολογία, και δη ως προς την περίπτωση της Ιταλίας, εθνική ρύθμιση η οποία «απαγορεύει, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, την άσκηση δραστηριοτήτων στον τομέα των τυχερών παιγνίων ελλείψει παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομική αρχή του οικείου κράτους μέλους συνεπάγεται περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών» ( 26 ). Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν, παρά ταύτα, να δικαιολογηθούν από τον σκοπό της αποτροπής της εκμεταλλεύσεως των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτό για εγκληματικούς σκοπούς ή για απάτες ( 27 ).
49.
Αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι απόκειται στο αιτούν εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν η εθνική νομοθεσία εξακολουθεί να επιδιώκει τον σκοπό αυτό και αν πληροί την προϋπόθεση της αναλογικότητας που απαιτεί η νομολογία, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την αύξηση του αριθμού των παραχωρήσεων από το 2006.
2. Η προβαλλόμενη «εν γένει τάση προστασίας» των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων
50.
Το Corte suprema di cassazione αναφέρει επανειλημμένως την ύπαρξη «εν γένει τάσεως προστασίας των δικαιούχων παραχωρήσεων οι οποίες χορηγήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο βάσει διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών του τομέα» (παραχωρήσεις του 1999).
51.
Σαφώς, ένα ειδικό σύστημα προστασίας των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων θα αποτελούσε δυσχερώς δικαιολογήσιμο περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 28 ), στο μέτρο που θα επεδίωκε αμιγώς οικονομικής φύσεως σκοπό (αποφυγή προκλήσεως με το νέο σύστημα υπερβολικής «ανταγωνιστικής πιέσεως» —χρησιμοποιώντας την έκφραση της ίδιας της Ιταλικής Κυβερνήσεως— στα ήδη λειτουργούντα πρακτορεία) ( 29 ).
52.
Πάντως, δεν μπορεί να γίνει μία τόσο γενική διαπίστωση χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη τέτοιας ενδεχομένως παράνομης προστασίας, ζήτημα ως προς το οποίο το προδικαστικό ερώτημα δεν παρέχει επαρκείς διευκρινήσεις. Βεβαίως, δεν πρόκειται για άποψη που διατυπώνεται μεμονωμένως από το Corte suprema di cassazione. Ο Μ. Costa αναφέρει στο υπόμνημά του σειρά αποφάσεων με παρόμοια διατύπωση. Παρά ταύτα, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει συγκεκριμένες εξηγήσεις προς στήριξη της διαπιστώσεώς του ότι υπάρχει αυτή η «εν γένει τάση προστασίας».
53.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, με τη διαπίστωση αυτή, το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται απλώς στη διατήρηση σε ισχύ των παραχωρήσεων του 1999. Στο μέτρο που οι παραχωρήσεις αυτές ανατέθηκαν βάσει διαδικασίας που ακολούθως κηρύχθηκε ασύμβατη προς το δίκαιο της Ένωσης, η διατήρησή τους θα μπορούσε να θεωρηθεί εξαιρετική. Πάντως, είναι σαφές ότι, μετά τους διαγωνισμούς του 2006, οι ήδη υφιστάμενοι παραχωρησιούχοι μοιράζονται την αγορά των αθλητικών στοιχημάτων με τους δικαιούχους των 14 000 νέων παραχωρήσεων, επιλογή που έγινε ρητώς δεκτή στην απόφαση Placanica ( 30 ). Υπό γενική διατύπωση, για τον λόγο αυτό, η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη θα ήταν σύμφωνη προς την προαναφερθείσα απόφαση υπό τον όρο ότι τα ιταλικά δικαιοδοτικά όργανα θα έκριναν ότι ο αριθμός των νέων ανατεθεισών παραχωρήσεων (14 000) είναι «επαρκής» για να αναιρέσει τα παράνομα αποτελέσματα του διαγωνισμού του 1999.
54.
Κατά την άποψή μου, ο αριθμός των 14 000 νέων παραχωρήσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν, «επαρκής» υπό την έννοια της αποφάσεως Placanica, ή ακόμη απολύτως επαρκής ώστε να ικανοποιήσει τις αιτήσεις των παρανόμως αποκλεισθέντων το 1999 επιχειρηματιών. Αρκεί η διαπίστωση ότι με τους διαγωνισμούς του 2006 προκηρύχθηκαν 16 000 άδειες παραχωρήσεως, καίτοι χορηγήθηκαν μόνο 14 000. Από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι η απόφαση Placanica δέχθηκε την παράταση, έως το 2012, της ισχύος των ήδη από το 2006 παραχωρηθεισών αδειών, παράλληλα με τους νέους διαγωνισμούς. Ως εκ τούτου, από την άποψη αυτή, η «προστασία» που συνίσταται στη διατήρηση της ισχύος των παλαιότερων παραχωρήσεων δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί καθαυτή αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης.
55.
Πάντως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, εν πάση περιπτώσει, η λύση που επελέγη από το εθνικό δίκαιο προκειμένου να αποκαταστήσει τα δικαιώματα των παρανόμως αποκλεισθέντων επιχειρηματιών δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να «καθιστ[ά] πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας)» ( 31 ). Κατ’ ουσία, σύμφωνα με αυτήν την αρχή της αποτελεσματικότητας, η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη (η ανάθεση νέων παραχωρήσεων, οι οποίες προστίθενται στις ήδη υφιστάμενες) δεν παράγει το ίδιο αποτέλεσμα παράνομου αποκλεισμού ορισμένων επιχειρηματιών.
56.
Πάντως, οι Μ. Costa και U. Cifone υποστήριξαν ότι οι νέοι κανόνες που ρύθμιζαν τους διαγωνισμούς του 2006, αντί να διευκολύνουν τη συμμετοχή της Stanley (επιτρέποντάς της «την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη»), στην πράξη την παρακώλυσαν. Αυτό οφειλόταν στην ενσωμάτωση κανόνων οι οποίοι, αφενός, προστατεύουν σε υπερβολικό βαθμό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων (ιδίως, με την καθιέρωση ελαχίστων αποστάσεων από τα πρακτορεία τους) και, αφετέρου, καθιστούν αναποτελεσματική τη συμμετοχή της εταιρίας (η οποία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της αυτοδίκαιης εκπτώσεως).
57.
Το καθεστώς των ελαχίστων αποστάσεων και των προβλεπόμενων με την επίμαχη κανονιστική ρύθμιση περιπτώσεων εκπτώσεως αποτελούσαν, κατά τους Μ. Costa και U. Cifone, σαφείς εκδηλώσεις αυτής της «εν γένει τάσεως προστασίας» των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, η οποία αντικατοπτρίζεται επίσης, κατά την άποψή τους, στο άρθρο 38, παράγραφοι 2 και 4, στοιχείο l, του διατάγματος Bersani, το οποίο προέβλεπε ρητώς τον καθορισμό «λεπτομερειών για την προστασία των παραχωρησιούχων».
58.
Επομένως, επιβάλλεται συμπερασματικώς η επισήμανση ότι εθνική ρύθμιση η οποία πράγματι ρητώς κατοχυρώνει «εν γένει τάση προστασίας των δικαιούχων παραχωρήσεων οι οποίες χορηγήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο βάσει διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών» ενδεχομένως αποτελεί μη δικαιολογημένο περιορισμό των ελευθεριών που κατοχυρώνει η Συνθήκη. Στην περίπτωση της Ιταλίας, ειδικότερα, η σχετική διάταξη (άρθρο 38, παράγραφοι 2 και 4, στοιχείο l, του διατάγματος Bersani) έχει δυσνόητη διατύπωση. Ο προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής της απόκειται αποκλειστικώς στο ιταλικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί επί του εθνικού δικαίου.
59.
Αφετέρου, και ελλείψει περαιτέρω διευκρινίσεων εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, στην υπό κρίση υπόθεση επιβάλλεται να αναλυθεί χωριστά το καθεστώς των ελαχίστων αποστάσεων και των περιπτώσεων εκπτώσεως που θα μπορούσαν να αποτελούν συγκεκριμένες εκδηλώσεις της φερόμενης «εν γένει τάσεως προστασίας».
3. Το επιβαλλόμενο στους νέους παραχωρησιούχους καθεστώς ελαχίστων αποστάσεων
60.
Το Corte suprema di cassazione διερωτάται επίσης ως προς το ζήτημα του συμβατού προς το δίκαιο της Ένωσης των «διατάξεων οι οποίες εξασφαλίζουν εκ των πραγμάτων τη διατήρηση των εμπορικής φύσεως δικαιωμάτων που εκτήθησαν βάσει διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών» παραπέμποντας ενδεικτικώς «στην ισχύουσα για τους νέους παραχωρησιούχους υποχρέωση να εγκαταστήσουν τα πρακτορεία τους πέραν της κατ’ ελάχιστο όριο οριζόμενης αποστάσεως από τα ήδη λειτουργούντα».
61.
Συγκεκριμένα, το διάταγμα Bersani επέβαλε σύστημα ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ των πρακτορείων στοιχημάτων, κατά παρέκκλιση του διατάγματος-νόμου αριθ. 149 της 25ης Σεπτεμβρίου 2008 ( 32 ). Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 2, στοιχεία f και g του διατάγματος Bersani, η εγκατάσταση δημόσιων πρακτορείων έπρεπε να τηρεί ελάχιστη απόσταση από «εκείνα στα οποία έχει ήδη ανατεθεί πέραν της μίας άδεια παραχωρήσεως» ( 33 ). Στην περίπτωση των πρακτορείων όπου η εμπορία στοιχημάτων ήταν παρεπόμενη δραστηριότητα, η διάταξη όριζε ότι οι αποστάσεις αυτές έπρεπε να τηρούνται «με εξαίρεση τα πρακτορεία στα οποία, μέχρι την 30ή Ιουνίου 2006, συλλέγονταν διαγωνισμοί προγνωστικών για αθλητικές δραστηριότητες» ( 34 ).
62.
Προς δικαιολόγηση του μέτρου, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αποσκοπεί στη διασφάλιση της ομοιόμορφης διανομής στην εθνική επικράτεια των πρακτορείων στοιχημάτων, με σκοπό την αποφυγή του διπλού ζημιογόνου αποτελέσματος που θα μπορούσε να προκαλέσει η συγκέντρωση πρακτορείων στοιχημάτων σε ορισμένες περιοχές για τους καταναλωτές: για εκείνους που κατοικούν κοντά σε αυτές τις περιοχές, η έκθεση σε υπερβολική προσφορά· για εκείνους που κατοικούν σε γεωγραφικές περιοχές με «μικρότερη προσφορά», ο κίνδυνος για στροφή προς παράνομα παίγνια. Με τον τρόπο αυτό, υπαινίσσεται εμμέσως διπλό σκοπό γενικού συμφέροντος: πρώτον, καταπολέμηση της εξαρτήσεως από τα τυχερά παίγνια και, δεύτερον, καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της απάτης στον τομέα αυτό.
63.
Όσον αφορά την καταπολέμηση της εξαρτήσεως από τα τυχερά παίγνια, η επίκλησή της δεν φαίνεται πειστική, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία «πολιτική ιδιαίτερης αναπτύξεως των τυχερών παιγνίων» ( 35 ). Κατά την άποψή μου, τούτο αποκλείει τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της επιχειρηματολογίας στην απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez ( 36 ), με την οποία κρίθηκε συμμορφούμενο προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ καθεστώς ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ φαρμακείων, δικαιολογούμενο από σχετικούς με τη δημόσια υγεία σκοπούς ( 37 ). Καίτοι η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως προφανώς εμπνέεται σε ορισμένα σημεία από την απόφαση αυτή ( 38 ), στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να γίνει επίκληση για τους προεκτεθέντες λόγους των επιτακτικών σκοπών γενικού συμφέροντος που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία (ειδικότερα, καταπολέμηση της εξαρτήσεως από τα τυχερά παίγνια).
64.
Απομένει ο δικαιολογητικός λόγος περί καταπολεμήσεως των εγκληματικών και παράνομων πράξεων στον τομέα των τυχερών παιγνίων, ο οποίος επίσης αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, σκοπό γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει περιορισμούς των ελευθεριών της Συνθήκης. Κατά την άποψή μου, το σύστημα των ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ πρακτορείων στοιχημάτων ελάχιστα συνδέεται, όμως, με τον σκοπό αυτό.
65.
Καίτοι η ύπαρξη επαρκώς ευρείας, ελκυστικής και διαφημιζόμενης προσφοράς νομίμων παιγνίων ενδέχεται να συμβάλει στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας στον τομέα, δεν προκύπτει ότι η ομοιόμορφη κατανομή των παιγνίων στην εθνική επικράτεια αποτελεί μηχανισμό απολύτως αναγκαίο, από απόψεως αναλογικότητας, για την πρόληψη της απάτης και των παράνομων δραστηριοτήτων στο πλαίσιο αυτό.
66.
Μολονότι, ελλείψει καθεστώτος υποχρεωτικών ελαχίστων αποστάσεων, υπάρχει κίνδυνος συγκεντρώσεως μεγάλου ποσοστού πρακτορείων στις πλέον πολυπληθείς και εμπορικές περιοχές της εθνικής επικράτειας, διατηρώ επιφυλάξεις ως προς το ότι το γεγονός αυτό παρακινεί σημαντικό αριθμό παικτών που κατοικούν σε περιοχές με μικρότερη, ή ακόμη και καθόλου, προσφορά να προσφεύγουν σε παράνομους επιχειρηματίες. Αντιθέτως, δεν προκύπτει ότι η ομοιόμορφη κατανομή, από γεωγραφικής απόψεως, της νόμιμης προσφοράς παιγνίων αποτελεί επαρκές μέτρο για την αποτροπή ορισμένων παικτών από την προσφυγή σε παράνομους επιχειρηματίες.
67.
Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση τηρήσεως ελαχίστων αποστάσεων επιβλήθηκε αποκλειστικώς στους νέους παραχωρησιούχους έναντι των ήδη υφισταμένων, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι επιβεβαιώνεται η μνημονευόμενη και στο ίδιο το προδικαστικό ερώτημα άποψη ότι το καθεστώς των ελαχίστων αποστάσεων αποβλέπει στη διατήρηση των «εμπορικής φύσεως δικαιωμάτων» των ήδη υφισταμένων παραχωρησιούχων, εγγυώμενο στην πράξη ορισμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι εκείνων που δεν είχαν πρόσβαση στην αγορά έως τους διαγωνισμούς του 2006, οι οποίοι μπορούσαν να υποχρεωθούν να εγκαταστήσουν τα πρακτορεία τους σε λιγότερο ελκυστικές από εμπορικής απόψεως περιοχές σε σχέση με τα ήδη λειτουργούντα. Τούτο εγείρει αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια του μέτρου όσον αφορά τον σκοπό της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση.
68.
Όπως καταδείχθηκε στην απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, Attanasio Group ( 39 ), σχετικά με το ιταλικό καθεστώς των ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ πρατηρίων [διανομής καυσίμων], μέτρο με τα χαρακτηριστικά αυτά, το οποίο παρεμποδίζει την είσοδο νέων επιχειρηματιών στην αγορά, «ευνοεί μάλλον τη θέση των ήδη υφιστάμενων επιχειρηματιών στο ιταλικό έδαφος, χωρίς οι καταναλωτές να αντλούν από το γεγονός αυτό πραγματικά πλεονεκτήματα». Το μέτρο προφανώς αποβλέπει, εν τέλει, σε σκοπό αμιγώς οικονομικής φύσεως ο οποίος, όπως ήδη επισημάνθηκε, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος κατά την έννοια της νομολογίας ( 40 ).
69.
Συμπερασματικώς, τα άρθρα 49 και 53 ΣΛΕΕ απαγορεύουν εθνική διάταξη η οποία εγγυάται εκ των πραγμάτων τη διατήρηση δικαιωμάτων εμπορικής φύσεως που αποκτήθηκαν βάσει διαδικασίας που απέκλεισε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών· ειδικότερα, απαγορεύει την επιβαλλόμενη στους νέους παραχωρησιούχους υποχρέωση να εγκαταστήσουν πρακτορεία πέραν ελάχιστης οριζόμενης αποστάσεως από τα ήδη λειτουργούντα.
4. Το καθεστώς εκπτώσεως των παραχωρησιούχων
Η έκπτωση λόγω διαθέσεως στο εμπόριο «εντός του ιταλικού εδάφους ή μέσω δικτυακών τόπων τηλεματικής εγκατεστημένων εκτός της εθνικής επικράτειας» παιγνίων που μπορούν να εξομοιωθούν με τα δημόσια παίγνια ή με απαγορευόμενα παίγνια (άρθρο 23, παράγραφος 3, του σχεδίου συμβάσεως με τους παραχωρησιούχους)
70.
Τέλος, το Corte suprema di cassazione ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τη νομιμότητα του ιταλικού καθεστώτος εκπτώσεως των παραχωρησιούχων (το οποίο επιπροσθέτως επιφέρει κατάπτωση της εγγυήσεως), αναφερόμενο ειδικώς στην «περίπτωση κατά την οποία ο παραχωρησιούχος επιδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, σε διασυνοριακές δραστηριότητες σχετικές με παίγνια εξομοιούμενα με εκείνα που αποτελούν αντικείμενο της παραχωρήσεως».
71.
Μπορεί να θεωρηθεί ότι το ιταλικό δικαστήριο παραπέμπει κατά τον τρόπο αυτό στον λόγο εκπτώσεως που μνημονεύεται στην προεκτεθείσα παράγραφο 3 του άρθρου 23 του σχεδίου συμβάσεως που καλείται να ρυθμίσει τις μελλοντικές παραχωρήσεις. Κατά τον όρο αυτό, έκπτωση του παραχωρησιούχου επέρχεται «όταν ο παραχωρησιούχος εμπορεύεται, στο όνομά του ή μέσω συνδεόμενης με αυτόν εταιρίας —ανεξαρτήτως της φύσεως του δεσμού αυτού— στην ιταλική επικράτεια ή μέσω τηλεματικών σημείων εγκατεστημένων εκτός της εθνικής επικράτειας, παίγνια παρόμοια με τα δημόσια παίγνια ή άλλα παίγνια τα οποία διαχειρίζεται η AAMS, ή παίγνια απαγορευόμενα στην Ιταλία».
72.
Μολονότι, κατά τη νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει την ορθή ερμηνεία του εθνικού δικαίου στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του ( 41 ), οι αμφισημίες τόσο του γράμματος της επίμαχης διατάξεως όσο και του ίδιου του προδικαστικού ερωτήματος στο σημείο αυτό με υποχρεώνουν να προβώ σε δύο ερμηνευτικές εναλλακτικές εκδοχές όσον αφορά το άρθρο 23, παράγραφος 3 ( 42 ).
i) Πρώτη εκδοχή: έκπτωση λόγω διασυνοριακής δραστηριότητας
73.
Κατά μία πρώτη εκδοχή η διάταξη, μνημονεύοντας την εμπορία ορισμένων παιγνίων «μέσω τηλεματικών σημείων εγκατεστημένων εκτός της εθνικής επικράτειας», απαγορεύει κάθε διασυνοριακή δραστηριότητα παιγνίων, και δη την ασκούμενη από τη Stanley μέσω των ΚΔΔ της.
74.
Διαφαίνεται ότι αυτή την ερμηνεία προτείνουν οι Μ. Costa και U. Cifone και το ίδιο το Corte suprema de cassazione, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο πλήθος αποφάσεων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων ( 43 ). Τούτο σαφώς προκύπτει και από την αλληλογραφία μεταξύ της AAMS και της Stanley επ’ ευκαιρία της προκηρύξεως των διαγωνισμών του 2006.
75.
Έτσι, κατόπιν ερωτήματος της Stanley εάν «η δραστηριότητα την οποία [ασκούσε] η Stanley, άμεσα ή έμμεσα μέσω των θυγατρικών ΚΔΔ, [θεωρούνταν] από αυτή τη διοικητική αρχή ως παραβίαση των αρχών και παράβαση των διατάξεων των τευχών του διαγωνισμού (ειδικότερα, του άρθρου 23 του σχεδίου συμβάσεως)», η AAMS απάντησε, με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 2006, ότι η συμμετοχή στους διαγωνισμούς προϋποθέτει τη μη άσκηση, στην Ιταλία, διασυνοριακών δραστηριοτήτων, επισημαίνοντας ειδικότερα ότι το νέο σύστημα θα επέτρεπε στους υποψηφίους «να δημιουργήσουν δίκτυα πρακτορείων τα οποία, βάσει ανεξάρτητης εκτιμήσεως, μπορούν επίσης να έχουν εθνικό χαρακτήρα» και διευκρινίζοντας ότι «τα δίκτυα αυτά πρέπει φυσικά να αντικαταστήσουν ενδεχόμενα παλαιότερα δίκτυα και, στο πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις του άρθρου 23 του σχεδίου συμβάσεως συνιστούν την ενδεδειγμένη προστασία των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ίδιοι οι παραχωρησιούχοι».
76.
Πέραν της ιδιαίτερης αοριστίας της απαντήσεως, η εντύπωση ότι ο τρόπος λειτουργίας της Stanley (η οποία περιλαμβάνει διασυνοριακή δραστηριότητα μέσω τηλεματικής) ή έστω το υφιστάμενο δίκτυό της διανομής ερχόταν σε αντίθεση με την ανάθεση μίας εκ των νέων παραχωρήσεων, είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέψει την εταιρία αυτή από τη συμμετοχή της στους διαγωνισμούς.
77.
Σε περίπτωση που το Corte suprema di cassazione κρίνει ότι το άρθρο 23, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος σχεδίου συμβάσεως προβλέπει αυτοδίκαιη έκπτωση του παραχωρησιούχου αποκλειστικώς διότι επιδιδόταν σε διασυνοριακή δραστηριότητα σχετικά με τα εν λόγω παίγνια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το μέτρο συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και ότι η δικαιολόγησή του βασιζόμενη στον σκοπό της καταπολεμήσεως της απάτης και της εγκληματικότητας στον τομέα είναι, κατά την άποψή μου, εξαιρετικά βεβιασμένη.
78.
Ασφαλώς, το Δικαστήριο αναγνώρισε στα κράτη μέλη, με την προπαρατεθείσα απόφαση Liga Portuguesa, ευρύ περιθώριο δράσεως όσον αφορά τα τυχερά παίγνια που προσφέρονται μέσω Διαδικτύου ( 44 ). Αναμφισβήτητα, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση, όπου, εφόσον επιβεβαιωθεί η εδώ υποστηριζόμενη εκδοχή, το ερώτημα που τίθεται είναι όχι ο έλεγχος της δραστηριότητας προσφοράς παιγνίων μέσω Διαδικτύου, αλλά η απαγόρευση κάθε διασυνοριακής δραστηριότητας στον τομέα αυτό. Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, ειδικότερα, η επίμαχη ρύθμιση θα μπορούσε να παρακωλύσει δραστηριότητα η οποία, καίτοι φέρει διασυνοριακό χαρακτήρα, δεν συνιστά ακριβώς περίπτωση παιγνίου μέσω Διαδικτύου, αλλά προϋποθέτει περαιτέρω τη φυσική παρουσία αντιπροσώπου της εταιρίας στο ιταλικό έδαφος.
79.
Κατ’ αρχήν, η εν προκειμένω εξεταζόμενη δραστηριότητα δεν φέρει συνεπώς το κύριο χαρακτηριστικό των παιγνίων μέσω Διαδικτύου, όπου το Δικαστήριο θεμελίωσε το σκεπτικό του στην απόφαση προπαρατεθείσα Liga Portuguesa: την «έλλειψη άμεσης επαφής μεταξύ του καταναλωτή και του επιχειρηματικού φορέα». Κάθε «διασυνοριακή δραστηριότητα» δεν κωλύει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη αυτής της επαφής· εφόσον μπορεί να διασφαλισθεί αυτή η φυσική και άμεση επαφή με ενδιάμεσο ή αντιπρόσωπο της εταιρίας, οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι που ενέχουν τα παίγνια μέσω Διαδικτύου δεν συντρέχουν ούτε μπορούν ως εκ τούτου να δικαιολογήσουν το επίμαχο μέτρο.
80.
Αφετέρου, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι, στην απόφαση Liga Portuguesa, ολόκληρο το σκεπτικό αποβλέπει στον περιορισμό της απαιτήσεως της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών περί παιγνίων ( 45 ). Η υποχρέωση για αμοιβαία αναγνώριση δεν ισχύει όσον αφορά τα παίγνια μέσω Διαδικτύου, σύμφωνα με την απόφαση Liga Portuguesa, και, ευκρινέστερα και γενικότερα, για το σύνολο των παιγνίων, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Stoß ( 46 ).
81.
Αναμφιβόλως, εφόσον γίνει δεκτή εν προκειμένω η πρώτη ερμηνευτική εκδοχή, ο επιβληθείς περιορισμός θα επέβαλλε στους αλλοδαπούς επιχειρηματίες πολύ περισσότερες απαιτήσεις από την υπαγωγή στον έλεγχο των εθνικών αρχών προκειμένου να επιδοθούν σε δραστηριότητα σχετική με παίγνια. Δηλαδή, εφόσον τους απαγορευόταν η συμμετοχή στην αγορά αυτή μόνον για τον λόγο ότι η κύρια εγκατάσταση της εταιρίας βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος και η νομική πράξη με τους πελάτες φέρει διασυνοριακό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως της δυνατότητας διενέργειας αστυνομικού ελέγχου των αντιπροσώπων που ενδεχομένως είναι μονίμως εγκατεστημένοι στην εθνική επικράτεια.
82.
Συμπερασματικώς, φρονώ ότι θα ήταν αντίθετη προς τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ εθνική ρύθμιση η οποία θα περιόριζε εκ των πραγμάτων κάθε διασυνοριακή δραστηριότητα στον τομέα των παιγνίων ανεξαρτήτως της μορφής ασκήσεως της δραστηριότητας αυτής, και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις όπου θα ήταν δυνατή η άμεση επαφή μεταξύ του καταναλωτή και του επιχειρηματία και ο φυσικός έλεγχος για σκοπούς αστυνομεύσεως των μεσολαβητών της εταιρίας που είναι εγκατεστημένοι στην εθνική επικράτεια.
ii) Δεύτερη εκδοχή: έκπτωση του παραχωρησιούχου λόγω προσφοράς μη εγκεκριμένων παιγνίων
83.
Κατά μία εναλλακτική ερμηνευτική εκδοχή του ως άνω άρθρου 23, παράγραφος 3, του σχεδίου συμβάσεως, η διάταξη αφορά πρωτίστως πλήθος παιγνίων, ανεξαρτήτως του αν προσφέρονται διασυνοριακώς («μέσω τηλεματικών σημείων εγκατεστημένων εκτός της εθνικής επικράτειας») ή αμέσως «στην ιταλική επικράτεια». Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή, τα παίγνια που επιφέρουν την έκπτωση του παραχωρησιούχου είναι «παίγνια παρόμοια με τα δημόσια παίγνια ή άλλα παίγνια τα οποία διαχειρίζεται η AAMS, ή παίγνια απαγορευόμενα στην Ιταλία». Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διαπιστωθεί η παρατηρούμενη ασάφεια αυτής της διατυπώσεως, σε αντιδιαστολή με τη σοβαρότητα των επιπτώσεων που επιφέρει.
84.
Η Επιτροπή και ο ίδιος ο Μ. Costa επικαλέσθηκαν ορισμένα στοιχεία που επιτρέπουν να διευκρινισθεί το σημείο αυτό. Αμφότεροι αναφέρθηκαν στην ύπαρξη καταλόγου ή πίνακα παιγνίων που συντάσσεται και ενημερώνεται εβδομαδιαίως από την AAMS, ο οποίος οριοθετεί το λειτουργικό πλαίσιο των παραχωρήσεων, με αποτέλεσμα μόνον οι παραχωρησιούχοι να είναι σε θέση να προσφέρουν τα περιλαμβανόμενα στον κατάλογο παίγνια και η προσφορά των παιγνίων που δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν να επιφέρει την έκπτωση του παραχωρησιούχου ( 47 ). Θα επιχειρήσω, στη συνέχεια, να απαντήσω στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά.
85.
Στην προπαρατεθείσα απόφαση Stoβ, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, δεδομένων των σημαντικών διαφορών που ενδεχομένως έχουν τα διάφορα είδη τυχερών παιγνίων, εθνική ρύθμιση η οποία υπάγει σε αυστηρότερο καθεστώς, ή ακόμη απαγορεύει, ορισμένα είδη παιγνίων ενώ επιτρέπει άλλα μπορεί να είναι συμβατή προς τη Συνθήκη ( 48 ). Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση το επίμαχο μέτρο είναι αναγκαίο να μην εισάγει διακρίσεις και να συμβάλει κατά τρόπο συνεκτικό, συστηματικό και αναλογικό προς την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος: στην περίπτωση αυτή, της καταπολεμήσεως της απάτης και της εξαπλώσεως των παράνομων παιγνίων.
86.
Όσον αφορά την επίμαχη διαφορά, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι ο κατάλογος κατ’ αρχήν προσαρμόζεται στις ανάγκες των επιχειρηματιών. Πράγματι, οι παραχωρησιούχοι μπορούν να ζητήσουν από την AAMS να συμπεριλάβει ορισμένα παίγνια στον κατάλογο, αλλά η συμπερίληψη αυτή απόκειται βεβαίως στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως.
87.
Αυτή η διοικητική απόφαση περί συμπεριλήψεως συγκεκριμένου παιγνίου στον κατάλογο θα μπορούσε να επιτελεί επομένως την αναντίρρητη λειτουργία της «εκ των προτέρων διοικητικής εγκρίσεως» η οποία περιορίζει τις ελευθερίες της Συνθήκης, η οποία, όμως, κατά τη νομολογία, μπορεί να δικαιολογηθεί εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ένδικης προστασίας ( 49 ). Οι διάδικοι αναγνώρισαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι υπάρχει δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως της AAMS, από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν προκύπτει όμως με σαφήνεια αν η απόφαση της AAMS σχετικά με τον κατάλογο των εγκεκριμένων παιγνίων στηρίζεται πράγματι σε κριτήρια αντικειμενικά και εκ των προτέρων γνωστά στους ενδιαφερομένους.
88.
Περαιτέρω προκύπτει ένα ακόμη γεγονός από την εξέταση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων και το οποίο σε κάθε περίπτωση πρέπει να επαληθευτεί, όπως και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, από το αιτούν δικαστήριο. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι τα παίγνια που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο της ΑΑΜS θα μπορούσαν να προσφέρονται στην πλειονότητά τους από αλλοδαπούς επιχειρηματίες, αποτελώντας ενδεχομένως το πλέον «ενδιαφέρον» μέρος της προσφοράς τους, το οποίο θα τους διέκρινε από την προσφορά των ημεδαπών επιχειρηματιών. Εάν επιβεβαιωθεί η ακρίβεια των εν λόγω υποστηριζομένων, θα μπορούσε να εξετασθεί στην περίπτωση αυτή η ύπαρξη έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο των επικαλούμενων σκοπών.
89.
Συμπερασματικώς, φρονώ ότι σύστημα το οποίο επιτρέπει μόνον την προσφορά των ειδών παιγνίων που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ή πίνακα, επί ποινή εκπτώσεως του παραχωρησιούχου εφόσον προσφέρει άλλα παίγνια εκτός των ανωτέρω, μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον στο μέτρο που το εν λόγω σύστημα στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, μη εισάγοντα διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά, και εφόσον οι διοικητικές αποφάσεις σχετικά με τη σύνταξη του καταλόγου δύναται να προσβληθούν με μέσα ένδικης προστασίας.
Έκπτωση εξαιτίας λήψεως προληπτικών μέτρων ή κινήσεως ποινικής διαδικασίας κατά του παραχωρησιούχου, του εκπροσώπου ή των διοικητών του (άρθρο 23, παράγραφος 2, του σχεδίου συμβάσεως με τους παραχωρησιούχους)
90.
Καίτοι τούτο δεν μνημονεύεται σαφώς στο προδικαστικό ερώτημα ( 50 ), οι Μ. Costa και U. Cifone αναφέρθηκαν στα υπομνήματά τους σε ακόμη μία περίπτωση εκπτώσεως του παραχωρησιούχου, που επίσης προβλέπεται στο σχέδιο συμβάσεως, και συγκεκριμένα στο άρθρο 23, παράγραφος 2. Κατά τον όρο αυτό, η AAMS προβαίνει σε έκπτωση του παραχωρησιούχου όταν «στους παραχωρησιούχους, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους διοικητές αυτών επιβάλλονται προληπτικά μέτρα ή όταν τα ως άνω πρόσωπα παραπέμπονται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου για τα αδικήματα που μνημονεύονται στον νόμο 55 της 19ης Μαρτίου 1990, καθώς και για τις λοιπές περιπτώσεις αδικημάτων που δύνανται να θίξουν τη σχέση εμπιστοσύνης με την AAMS, ή για σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες παραβάσεις των εν ισχύ κανόνων που διέπουν τα δημόσια παίγνια, συμπεριλαμβανομένης της μη τηρήσεως των εν ισχύ ρυθμίσεων από τρίτους προς τους οποίους ο παραχωρησιούχος αναθέτει την παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως συμπληρωματικών προς τη συλλογή αθλητικών παιγνίων».
91.
Οι Μ. Costa και U. Cifone υποστήριξαν ότι η πρόβλεψη αυτής της περιπτώσεως εκπτώσεως εμπόδισε στην πράξη τη συμμετοχή της Stanley στους διαγωνισμούς του 2006, δεδομένων των εκκρεμών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονταν πολλοί από τους Ιταλούς αντιπροσώπους της εταιρίας κατά τον χρόνο εκείνο, προ της προπαρατεθείσας αποφάσεως Placanica, και, για τον λόγο αυτό, προ των αποφάσεων περί θέσεως στο αρχείο των ποινικών διώξεων που είχαν κινηθεί τότε εναντίον τους.
92.
Κατόπιν των ανωτέρω, οι ενδιαφερόμενοι έκριναν ότι η προαναφερθείσα περίπτωση εκπτώσεως (η οποία συνδέεται με την απώλεια εμπιστοσύνης) αποτελούσε αντίθετο προς τη Συνθήκη περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως ( 51 ).
93.
Μέτρο αποβλέπον στην αποτροπή της ασκήσεως τέτοιου είδους δραστηριοτήτων από πρόσωπα ενδεχομένως αμφισβητούμενης εντιμότητας φαίνεται κατ’ αρχήν ως πρόσφορο μέτρο για την εκπλήρωση του σκοπού της καταπολεμήσεως της απάτης και των παράνομων παιγνίων, το δε γεγονός ότι το άρθρο 23, παράγραφος 6, του ιδίου σχεδίου συμβάσεως προβλέπει δικαίωμα του θιγόμενου για αξίωση αποκαταστάσεως μετέπειτα ζημίας σε περίπτωση που η έκπτωση του παραχωρησιούχου αποδειχθεί μεταγενεστέρως αβάσιμη αποτελεί σημειωτέο στοιχείο αναλογικότητας ( 52 ). Ανεξαρτήτως τούτου, η εν λόγω περίπτωση εκπτώσεως του παραχωρησιούχου (η οποία, παραδόξως, γεννάται συμβατικώς) θα μπορούσε να εγείρει ορισμένα ζητήματα από απόψεως αναλογικότητας.
94.
Το πρώτο αφορά το προδήλως πρώιμο της αποφάσεως περί εκπτώσεως, η οποία επέρχεται κατά τον χρόνο κινήσεως ενδεχόμενης ποινικής διώξεως, ελλείψει δηλαδή καταδικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, το άρθρο 23, παράγραφος 2, του σχεδίου συμβάσεως αναφέρεται στη λήψη «προληπτικών μέτρων» και στην απόφαση με την οποία «παραπέμπονται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου» ( 53 ) ως κρίσιμα στοιχεία εκ των οποίων εξαρτάται η έκπτωση του παραχωρησιούχου. Από αυτήν την άποψη, θεωρώ ότι το γεγονός ότι η απόφαση περί εκπτώσεως εκδίδεται προ της εκδόσεως δικαστικής καταδικαστικής αποφάσεως δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο δυνάμενο να θεμελιώσει το παράνομο του μέτρου, το οποίο θα μπορούσε να κριθεί αναλογικό εφόσον η λήψη των προληπτικών μέτρων και η κίνηση της ποινικής διώξεως είναι, κατά το ιταλικό νομικό καθεστώς, αποφάσεις στηριζόμενες σε ενδείξεις δυνάμενες να προκαλέσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την εντιμότητα των οικείων προσώπων. Δεν πρέπει να αγνοηθεί περαιτέρω ότι το άρθρο 23, παράγραφος 6, προβλέπει δυνατότητα αποκαταστάσεως της ζημίας.
95.
Περισσότερο βάσιμη φαίνεται ότι είναι η δεύτερη αιτίαση σχετικά με τον εξαιρετικά ευρύ ορισμό κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του σχεδίου συμβάσεως των ποινικών αδικημάτων εξαιτίας των οποίων πρέπει να εκδοθούν οι επιφέρουσες την έκπτωση αποφάσεις. Ο προπαρατεθείς όρος αναφέρεται, πρώτον, σε «αδικήματα μνημονευόμενα στον νόμο αριθ. 55 της 19ης Μαρτίου 1990» ( 54 ), η οποία προϋπόθεση είναι επαρκώς σαφής και δικαιολογημένη ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία αναφέρεται (πρόκειται για αδικήματα κυρίως σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα). Ακολούθως, αναφέρεται κατά τρόπο αναμφιβόλως γενικότερο σε «λοιπές περιπτώσεις αδικημάτων που δύνανται να θίξουν τη σχέση εμπιστοσύνης με την AAMS». Εκτός αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι το τελευταίο αυτό εδάφιο αποτελεί επαρκώς σαφή περιγραφή του είδους των αδικημάτων στο οποίο αναφέρεται η διάταξη, ο προαναφερθείς όρος ενδεχομένως είναι, ως προς αυτό το συγκεκριμένο σημείο, δυσανάλογος, στο μέτρο που επιτρέπει στις ιταλικές δημόσιες αρχές να εκδώσουν απόφαση με τόσο σοβαρές επιπτώσεις όπως η έκπτωση σε περιπτώσεις οι οποίες ουδόλως σχετίζονται με τη δραστηριότητα της διαχειρίσεως παιγνίων και στοιχημάτων.
96.
Συμπερασματικώς, φρονώ ότι όρος που προβλέπει έκπτωση παραχωρησιούχου παιγνίων όταν στους παραχωρησιούχους, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους διοικητές αυτών επιβάλλονται προληπτικά μέτρα ή όταν τα ως άνω πρόσωπα παραπέμπονται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου, δεν είναι αντίθετος προς τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ εφόσον η έκπτωση επέρχεται αναφορικά με είδη ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με τη δραστηριότητα παιγνίων και σαφώς προσδιορισμένων.
VII – Συμπέρασμα
97.
Συνεπώς, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Corte suprema di cassazione ως εξής:
«Τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ, αναφορικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των στοιχημάτων σε αθλητικούς αγώνες, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο μονοπωλιακού καθεστώτος και συστήματος παραχωρήσεων και αδειών:
α)
απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ρητή και πραγματική προστασία των δικαιούχων παραχωρήσεων οι οποίες χορηγήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο βάσει διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν η εθνική ρύθμιση περιλαμβάνει πρόβλεψη υπό τη μορφή και το περιεχόμενο αυτό·
β)
απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία εξασφαλίζει εκ των πραγμάτων τη διατήρηση των εμπορικής φύσεως δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν μετά την ολοκλήρωση διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αποκλείσθηκε παρανόμως μέρος των επιχειρηματιών· ειδικότερα, απαγορεύουν την υποχρέωση των νέων παραχωρησιούχων να εγκαταστήσουν τα πρακτορεία τους πέραν της κατ’ ελάχιστο οριζόμενης αποστάσεως από τα ήδη λειτουργούντα·
γ)
απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την έκπτωση του παραχωρησιούχου παιγνίων όταν ο εν λόγω ανάδοχος επιδίδεται σε διασυνοριακή δραστηριότητα σχετική με παίγνια, ανεξαρτήτως της μορφής ασκήσεως της δραστηριότητας αυτής και παρότι είναι δυνατή η άμεση επαφή μεταξύ του καταναλωτή και του επιχειρηματία καθώς και ο φυσικός έλεγχος για σκοπούς αστυνομεύσεως των μεσολαβητών της εταιρίας που είναι εγκατεστημένοι στην εθνική επικράτεια·
δ)
δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την προσφορά μόνο ορισμένων ειδών παιγνίων, που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ή πίνακα, επί ποινή εκπτώσεως σε περίπτωση προσφοράς οποιωνδήποτε άλλων παιγνίων, υπό τον όρο ότι οι διοικητικές αποφάσεις σχετικά με τη σύνταξη του καταλόγου στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι δυνατόν να προσβληθούν με ένδικα μέσα·
ε)
δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που προβλέπει έκπτωση του παραχωρησιούχου παιγνίων όταν στον ίδιο, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους διοικητές αυτού επιβάλλονται, στο πλαίσιο συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας, προληπτικά μέτρα ή όταν τα πρόσωπα αυτά παραπέμπονται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου, υπό τον όρο ότι η περίπτωση αυτή εκπτώσεως συνδέεται με ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με τη δραστηριότητα παιγνίων, τα οποία είναι σαφώς προσδιορισμένα.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Υπόθεση C-67/98 (Συλλογή 1999, σ. I-7289).
( 3 ) Υπόθεση C-243/01 (Συλλογή 2003, σ. I-13031) (στο εξής: Gambelli).
( 4 ) Υπόθεση C-338/04, C-359/04 και C-360/04 (Συλλογή 2007, σ. I-1891) (στο εξής: Placanica).
( 5 ) Για μια συνοπτική παρουσίαση της ιταλικής νομολογίας, βλ. Ruotolo, G. M., «Il regime italiano del gambling all’esame della Corte di giustizia: rien ne va plus», Diritto pubblico comparato ed europeo. III (2007), σ. 1399. Βλ. επίσης τον σχολιασμό της αποφάσεως Placanica του Gnes, M. στην Giornale di Diritto Amministrativo αριθ. 8/2007, σ. 833 και του Schiano, R. στην Revue du Droit de l’Union Européenne 2/2007, σ. 461.
( 6 ) GURI αριθ. 18, της 11ης Αυγούστου 2006.
( 7 ) Το οποίο αντικαθιστά το άρθρο 1, παράγραφος 287, του νόμου αριθ. 311 της 30ής Δεκεμβρίου 2004 (νόμος περί προϋπολογισμού για το έτος 2005).
( 8 ) Το οποίο αντικαθιστά το άρθρο 1, παράγραφος 498, του προαναφερθέντος νόμου αριθ. 311 της 30ής Δεκεμβρίου 2004.
( 9 ) Κωδικοποιημένο κείμενο των νόμων περί δημόσιας ασφάλειας. Τροποποιημένη έκδοση με τον νόμο αριθ. 388 της 23ης Δεκεμβρίου 2000.
( 10 ) Έκδοση τροποποιηθείσα με τον νόμο αριθ. 388 της 23ης Δεκεμβρίου 2000.
( 11 ) Τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 305, της 31ης Δεκεμβρίου 2002.
( 12 ) GURI αριθ. 111, της 14ης Μαΐου 2005.
( 13 ) Προσφυγή αριθ. 10869/2006.
( 14 ) Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreußenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38)· της 10ης Μαρτίου 2009, C-169/07, Hartlauer (Συλλογή 2009, σ. I-1721, σκέψη 24), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-316/07, C-358/07 έως C-360/07, C-409/07 και C-410/07, Stoβ κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. Ι-8069, σκέψη 51) (στο εξής: Stoβ).
( 15 ) Διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. I-1085, σκέψη 4)· της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-1023, σκέψη 8), και της 23ης Δεκεμβρίου 2009, C-45/08, Spector Photo Group (Συλλογή 2009, σ. I-12073, σκέψη 26).
( 16 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37), και της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12).
( 17 ) Βλ., αντί πολλών, απόφαση Gambelli, ανωτέρω, σκέψεις 65 και 67.
( 18 ) Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92 (Συλλογή 1994, σ. I-1039).
( 19 ) Απόφαση Schindler, ανωτέρω, σκέψεις 60 και 61. Υπό την ίδια έννοια, οι αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-124/97, Läärä κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψη 13)· Zenatti, ανωτέρω, σκέψεις 14 και 15· Gambelli, ανωτέρω, σκέψη 63· Placanica, ανωτέρω, σκέψη 47· της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C-42/07, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin Internacional (Συλλογή 2009, σ. I-7633, σκέψη 57) (στο εξής: Liga Portuguesa) και απόφαση Stoβ, ανωτέρω, σκέψεις 76 και 77.
( 20 ) Απόφαση Placanica, ανωτέρω, σκέψη 48.
( 21 ) Βλ., αντί πολλών, απόφαση Placanica, ανωτέρω, σκέψη 46.
( 22 ) Σκέψη 54. Ενώ στην απόφαση Gambelli το Δικαστήριο κατέλιπε στον Ιταλό δικαστή να εκτιμήσει ποιοι είναι οι πραγματικοί σκοποί των επίμαχων ρυθμίσεων, στην απόφαση Placanica επέλεξε να πραγματοποιήσει το ίδιο αυτή την επαλήθευση, βάσει των στοιχείων που υπέβαλαν το Corte suprema di cassazzione και η Ιταλική Κυβέρνηση.
( 23 ) Η απόφαση αυτή προηγήθηκε της Placanica καίτοι, όπως θα αναπτυχθεί, συντάσσεται με τις υποστηριζόμενες ως δυνατές επιλογές στην απόφαση αυτή.
( 24 ) Απόφαση Placanica, ανωτέρω, σκέψη 55. Σύμφωνα με τη σκέψη 63 της αποφάσεως Liga Portuguesa, ανωτέρω, «η καταπολέμηση της εγκληματικότητας μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, ικανό να δικαιολογήσει περιορισμούς ως προς τους επιχειρηματικούς φορείς στους οποίους επιτρέπεται να προτείνουν υπηρεσίες στον τομέα των τυχερών παιγνίων. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους των ποσών των οποίων τη συγκέντρωση καθιστούν δυνατή και των κερδών τα οποία μπορούν να προσφέρουν στους παίκτες, τα παίγνια αυτά ενέχουν υψηλούς κινδύνους διάπραξης εγκλημάτων και απατών».
( 25 ) Αποφάσεις Placanica, σκέψη 49, και Stoß, σκέψη 93, ανωτέρω.
( 26 ) Αποφάσεις Gambelli, σκέψη 59, και Placanica, σκέψη 42, ανωτέρω.
( 27 ) Απόφαση Liga Portuguesa, ανωτέρω, σκέψεις 63 και 70.
( 28 ) Καίτοι μέτρο εφαρμοζόμενο αδιακρίτως θα παρακώλυε ή θα καθιστούσε λιγότερο ελκυστική την άσκηση αυτών [των δραστηριοτήτων] για τους πολίτες της Ένωσης, επηρεάζοντας κατά τον τρόπο αυτό την πρόσβαση των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών και το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-442/02, CaixaBank France (Συλλογή 2004, σ. I-8961, σκέψη 11)· της 14ης Οκτωβρίου 2002, C-299/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2002, σ. I-9761, σκέψη 15) και της 28ης Απριλίου 2009, C-518/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2009, σ. I-3491, σκέψη 64).
( 29 ) Η νομολογία αποκλείει, ως γνωστόν, το ενδεχόμενο οι σκοποί αμιγώς οικονομικής φύσεως να συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Υπό την έννοια αυτή, βλέπε την απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, C-400/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2011, σ. Ι-3973, σκέψεις 74 και 95).
( 30 ) Η σκέψη 63 της αποφάσεως Placanica, ανωτέρω, αναφέρεται στις συνέπειες του παράνομου αποκλεισμού ορισμένου αριθμού επιχειρηματιών από διαγωνισμούς του 1999, επισημαίνοντας ρητώς ότι, «συναφώς, τόσο η ανάκληση και η αναδιανομή των αδειών που έχουν παραχωρηθεί όσο και η προκήρυξη νέου διαγωνισμού για την παραχώρηση επαρκούς αριθμού νέων αδειών θα ήταν πρόσφορες λύσεις εν προκειμένω».
( 31 ) Απόφαση Placanica, ανωτέρω, σκέψη 63. Βλ., επίσης, υπό την αυτή έννοια, τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I-6297, σκέψη 29), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C-329/04 και C-422/04, i-21 Germany και Arcor (Συλλογή 2006, σ. I-8559, σκέψη 57).
( 32 ) Κυρωθέν με τον νόμο αριθ. 184 της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί επειγουσών διατάξεων για την εκτέλεση κοινοτικών υποχρεώσεων στον τομέα των τυχερών παιγνίων (GURI αριθ. 276, της 25ης Νοεμβρίου 2008).
( 33 ) Η απόσταση ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων της περιοχής και ανάλογα με το αν η εμπορία των τυχερών παιγνίων αποτελεί κύρια ή παρεπόμενη δραστηριότητα.
( 34 ) Το άρθρο 38, παράγραφος 4, στοιχεία f και g, περιλάμβανε παρεμφερείς διατάξεις για τα πρακτορεία στοιχημάτων για ιπποδρομίες.
( 35 ) Απόφαση Placanica, ανωτέρω, σκέψη 54.
( 36 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07 (Συλλογή 2010, σ. Ι-4629).
( 37 ) Απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez, ανωτέρω, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 38 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Blanco Pérez και Chao Gómez, ανωτέρω, σκέψη 64.
( 39 ) Απόφαση C-384/08 (Συλλογή 2010, σ. Ι-2055).
( 40 ) Απόφαση Attanasio Group, ανωτέρω, σκέψεις 53 και 56.
( 41 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, C-188/10 και C-189/10, Melki και Abdeli (Συλλογή 2010, σ. Ι-5667, σκέψη 49).
( 42 ) Το Δικαστήριο διατύπωσε παρόμοια κρίση στην προπαρατεθείσα απόφαση Melki. Εξετάζοντας ζήτημα ερμηνείας του εθνικού δικαίου, πρότεινε εναλλακτικές λύσεις στο εθνικό δικαστήριο, μία δεχόμενο ως σημείο εκκινήσεως την ερμηνεία του επίμαχου κανόνα όπως του είχε επισημανθεί, και μία δεύτερη ερμηνεία βασιζόμενη σε εθνική νομολογία με διαφορετική προσέγγιση, με το επιχείρημα ότι η δεύτερη θα μπορούσε να είναι «σύμφωνη» με το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση Melki, ανωτέρω, σκέψη 50).
( 43 ) Παραπομπές, όπως ήδη επισημάνθηκε, στο υπόμνημα του Μ. Costa.
( 44 ) Απόφαση Liga Portuguesa, ανωτέρω, σκέψη 70.
( 45 ) Απόφαση Liga Portuguesa, ανωτέρω, σκέψη 69.
( 46 ) Σκέψεις 111 επ.
( 47 ) Ο μηχανισμός αυτός ρυθμίζεται στο άρθρο 5 του διατάγματος αριθ. 111 της 1ης Μαρτίου 2006.
( 48 ) Απόφαση Stoß, ανωτέρω, σκέψεις 95 και 96.
( 49 ) Αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 2001, C-205/99, Analir κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-1271, σκέψη 38)· της 17ης Ιουλίου 2008, C-389/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2008, σ. I-5337, σκέψη 94)· της 10ης Μαρτίου 2009, C-169/07, Hartlauer (Συλλογή 2009, σ. I-1721, σκέψη 64)· της 3ης Ιουνίου 2010, C-203/08, Sporting Exchange Ltd. (Συλλογή 2010, σ. Ι-4695, σκέψεις 49 και 50), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, C-46/08, Carmen Media Group (Συλλογή 2010, σ. Ι-3973, σκέψεις 86 και 87).
( 50 ) Το οποίο, εντούτοις, αναφέρεται εν γένει σε «περιπτώσεις εκπτώσεως του παραχωρησιούχου».
( 51 ) Οι Μ. Costa και U. Cifone υποστηρίζουν ότι η αυτή η περίπτωση εκπτώσεως αποτελεί στην πράξη λόγο αποκλεισμού από τους διαγωνισμούς, ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση. Κατά την άποψή μου, το γεγονός αυτό ελάχιστη σημασία έχει συναφώς για την ανάλυση της ουσίας της υποθέσεως διότι, εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι οι εκκρεμείς διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονταν ορισμένοι από τους Ιταλούς αντιπροσώπους της Stanley κατά τον χρόνο των νέων διαγωνισμών επηρέασε την απόφασή της περί μη συμμετοχής σε αυτούς (η έκπτωση θα επερχόταν, εν πάση περιπτώσει, σχεδόν άμεσα).
( 52 ) Πάντως, επιβάλλεται μία λεπτή διαφοροποίηση ως προς αυτή τη διαπίστωση κατόπιν της αποστολής από τον εκπρόσωπο του U. Cifone στο Δικαστήριο, έπειτα από την υποβολή των προτάσεων αυτών, του πλήρους κειμένου του άρθρου 23 του σχεδίου συμβάσεως, αντί της συνοπτικής εκδόσεως που είχε στη διάθεσή του το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το υποβληθέν κείμενο, δεν αποκλείεται το δικαίωμα προς αποκατάσταση της ζημίας που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 6, του σχεδίου συμβάσεως να προβλέπεται μόνο για την AAMS και όχι, αντιθέτως προς την πρώτη μου ανάλυση, για τον παραχωρησιούχο. Ο καθορισμός της έννοιας της διατάξεως αυτής απόκειται, σε κάθε περίπτωση, στον εθνικό δικαστή.
( 53 ) Αυτή η τελευταία απόφαση εκδίδεται προς ολοκλήρωση της προκαταρκτικής διαδικασίας της υποθέσεως, όταν κινείται η προαναφερθείσα ποινική δίωξη. Για την περιγραφή των σταδίων της ποινικής διαδικασίας στην Ιταλία, βλέπε την απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C-105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I-5285, σκέψεις 13 επ.).
( 54 ) Νέες διατάξεις για την πρόληψη της εγκληματικότητας υπό τη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος και λοιπών εκδηλώσεων κοινωνικής επικινδυνότητας.
Full & Egal Universal Law Academy