ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Απριλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑109/10 P
Solvay SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως (άρθρο 82 EΚ) – Έκπτωση υπέρ πιστών πελατών – Δυσμενής διάκριση των εμπορικώς συναλλασσομένων – Δικαιώματα άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Απώλεια εγγράφων της διοικητικής διαδικασίας – Προηγούμενη ακρόαση – Απαγόρευση χρησιμοποιήσεως εγγράφων και πληροφοριών που αποκτήθηκαν παρανόμως (άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17) – Δικαίωμα στην έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου – Υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας – Ευρωπαϊκή αγορά ανθρακικού νατρίου»
Περιεχόμενα
I – Eισαγωγή
II – Το ιστορικό της διαφοράς
III – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
IV – Επί του αιτήματος αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
Α – Επί ορισμένων νομικών ζητημάτων σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 EΚ (έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγος αναιρέσεως)
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2. Επί της οριοθετήσεως της σχετικής γεωγραφικής αγοράς (έκτος λόγος αναιρέσεως)
α) Πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως
β) Δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως
γ) Επί ορισμένων περαιτέρω επιχειρημάτων στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως
δ) Προσωρινό συμπέρασμα
3. Επί της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (έβδομος λόγος αναιρέσεως)
α) Επί των αναφορών της Solvay στον έκτο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε
β) Επί της δεσπόζουσας θέσεως στις εθνικές αγορές (δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως)
i) Επί του προβαλλομένου περιορισμού της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου σε ορισμένα μόνο τμήματα της αγοράς
ii) Επί της προβαλλομένης παραλείψεως εξετάσεως ορισμένων επιχειρημάτων της Solvay
iii) Επί του ισχυρισμού ότι τα μερίδια αγοράς δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς
γ) Επί των προβαλλομένων εξαιρετικών περιστάσεων (τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως)
i) Επί των σχετικών με την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επιταγών
ii) Επί των σχετικών με την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως επιταγών
iii) Επί της προσαπτομένης παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 EΚ)
δ) Προσωρινό συμπέρασμα
4. Επί της καταχρήσεως της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (όγδοος και ένατος λόγος αναιρέσεως)
α) Επί της εκπτώσεως ομίλου για τη Saint-Gobain (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
i) Επί του επιχειρήματος της ελλείπουσας συμφωνίας περί αποκλειστικότητας
ii) Επί του επιχειρήματος σχετικά με το ελάχιστο ύψος των εκπτώσεων ομίλου
iii) Επί του επιχειρήματος της ελλείψεως συνεπειών επί του ανταγωνισμού
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
β) Επί του εισάγοντος δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των εμπορικών πρακτικών της Solvay (ένατος λόγος αναιρέσεως)
i) Το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως
– Επί της προσαπτόμενης παραμορφώσεως των δικογράφων της Solvay
– Επί της πλάνης περί το δίκαιο
ii) Το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως
– Επί της προσαπτόμενης παραμορφώσεως του περιεχομένου των υπομνημάτων της Solvay
– Επί της πλημμέλειας της αιτιολογίας
iii) Προσωρινό συμπέρασμα
Β – Επί της απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο της έρευνας του Απριλίου 1989 (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
1. Το παραδεκτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
2. Το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 3, και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17)
β) Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (αιτίαση περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών)
γ) Προσωρινό συμπέρασμα
Γ – Επί των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο (τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
α) Το παραδεκτό του τρίτου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
β) Επί των τμημάτων του διοικητικού φακέλου ως προς τα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση μόνον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
i) Το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
ii) Το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
γ) Επί της απώλειας τμημάτων του διοικητικού φακέλου (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
α) Το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
β) Το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
γ) Προσωρινό συμπέρασμα
Δ – Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
α) Επί του προκριματικού ερωτήματος, κατά πόσον οι αιτιάσεις της Solvay είναι αλυσιτελείς
β) Επί της ανάγκης συνολικής αξιολογήσεως της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
γ) Επί της προβαλλόμενης πλημμέλειας της αιτιολογίας (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
2. Οι έννομες συνέπειες υπερβολικά μακράς διαδικασίας (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
α) Προϋπόθεση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
β) Επιπτώσεις της διάρκειας της διαδικασίας στην ικανότητα άμυνας της Solvay στην παρούσα περίπτωση (τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
i) Επί της προβαλλομένης πλημμέλειας της αιτιολογίας
ii) Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο
iii) Επί ορισμένων περαιτέρω αιτιάσεων
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
γ) Υποτιθέμενη παραίτηση της Solvay από τη μείωση του χρηματικού προστίμου (πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
3. Προσωρινό συμπέρασμα
Ε – Αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
ΣΤ – Η απόφαση επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως
3. Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας
4. Προσωρινό συμπέρασμα
V – Επί του αιτήματος της μειώσεως του χρηματικού προστίμου
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
Β – Μείωση του προστίμου
1. Επί της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας
2. Επί του μέτρου της μειώσεως του προστίμου
VI – Δικαστικά έξοδα
VII – Πρόταση
I – Eισαγωγή
1. Το κατά πόσον ο χρόνος πράγματι επουλώνει όλες τις πληγές, όπως λέει μια παλαιά παροιμία, μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ενόψει της παρούσας διαφοράς. Η υπόθεση αυτή απασχολεί άνω των 20 ετών τη Διοίκηση και τα Δικαστήρια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γενιές νομικών ασχολήθηκαν με αυτή. Φάκελοι εξαφανίστηκαν και οι ένδικες διαδικασίες διήρκεσαν επί πολλά έτη.
2. Οι απαρχές της διαφοράς αυτής ανάγονται στη δεκαετία του 1980. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσάπτει στη βελγική επιχείρηση Solvay, μεταξύ άλλων, ότι από το 1983 έως το 1990 προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά ανθρακικού νατρίου (2). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επέβαλε στη Solvay σε δύο περιπτώσεις (1990 και 2000) χρηματικό πρόστιμο, το οποίο αμφισβητεί ακόμα η Solvay ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
3. Είναι η δεύτερη φορά που η υπόθεση αυτή άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, τη φορά αυτή διά της αναιρετικής οδού. Στο παρόν στάδιο οι διάδικοι διαφωνούν κατ’ ουσίαν –εκτός από πολλά άλλα σημεία– επί δύο ακόμη νομικών ζητημάτων θεμελιώδους σημασίας, εκ των οποίων το ένα αφορά το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο και το άλλο την αρχή της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.
4. Αφενός, η Solvay προσάπτει ότι δεν της παρασχέθηκε νομοτύπως πρόσβαση στον φάκελο, πράγμα που συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Συναφώς, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του πώς πρέπει να αξιολογηθεί το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να ανεύρει τμήμα του φακέλου της από τη διοικητική διαδικασία.
5. Αφετέρου, η Solvay ισχυρίζεται ότι η διάρκεια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας στην περίπτωση αυτή ήταν υπερβολικά μακρά. Η μακρά αυτή διάρκεια συνιστά προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, για την οποία πρέπει να επιβληθεί αποτελεσματική κύρωση.
6. Η Solvay προβάλλει εξάλλου την αιτίαση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας όχι μόνο στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και με μια προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: EΔΔΑ), με την οποία βάλλει κατά του συνόλου των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στηρίζεται (3) σε παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ (4).
II – Το ιστορικό της διαφοράς
7. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο (5), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξήγαγε τον Απρίλιο του 1989, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 17 (6), αιφνιδίους ελέγχους («έρευνες») στις εγκαταστάσεις πλειόνων επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες στην αγορά ανθρακικού νατρίου, μεταξύ άλλων, στη βελγική εταιρία Solvay (7). Αργότερα ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες από τις οικείες επιχειρήσεις.
8. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών της, η Επιτροπή προσήψε στη Solvay, αφενός, τη συμμετοχή σε συμφωνία και, αφετέρου, την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά του ανθρακικού νατρίου.
9. Η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως (8). Για την παράβαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε στη Solvay 1990, με μια πρώτη απόφαση που ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 17 (απόφαση 91/299/ΕΟΚ (9)), ένα –για τις τότε ισχύουσες συνθήκες σχετικώς υψηλό– χρηματικό πρόστιμο, περίπου 20 εκατομμυρίων ευρώ (10). Επειδή, πάντως, η πρώτη αυτή απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου όσον αφορά την κύρωσή της, ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο (11). Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εξέδωσε το 2000, χωρίς επανάληψη της διαδικασίας (12) –ιδίως χωρίς νέα ακρόαση της Solvay– δεύτερη απόφαση, στηριζόμενη εν προκειμένω στο άρθρο 82 ΕΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 17, με την οποία επιβλήθηκε εκ νέου στη Solvay χρηματικό πρόστιμο του οποίου το ύψος δεν μεταβλήθηκε (απόφαση 2003/6/ΕΚ) (13). Η τελευταία αυτή απόφαση συνιστά το σημείο αφετηρίας για την υπό κρίση ένδικη διαδικασία.
10. Πρωτοδίκως, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Solvay κατά της αποφάσεως 2003/6 ευδοκίμησε μόνον εν μέρει: Mε την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, το Γενικό Δικαστήριο μείωσε μεν κατά 5 % το ύψος του προστίμου σε 19 εκατομμύρια ευρώ, απέρριψε όμως κατά τα λοιπά την προσφυγή ως αβάσιμη (14). Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, μέχρι την έκδοση της οποίας χρειάστηκαν οκτώ έτη και εννέα μήνες, βάλλει εφεξής η Solvay (15) με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
11. Τα σημαντικότερα μέχρι τώρα στάδια της διαφοράς αυτής μπορούν να συνοψισθούν κατά χρονολογική σειρά ως εξής:
– Διοικητική διαδικασία μέχρι την έκδοση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Απρίλιος 1989: Έλεγχοι της Επιτροπής
Mάρτιος 1990: Ανακοίνωση των αιτιάσεων
Δεκέμβριος 1990: Απόφαση 91/299 της Επιτροπής, περί επιβολής προστίμου
– Ένδικη διαδικασία περί ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Μάιος 1991: Προσφυγή ακυρώσεως της Solvay ενώπιον του Πρωτοδικείου (Τ-32/91)
Ιούνιος 1995: Ακύρωση της αποφάσεως 91/299
Αύγουστος 1995: Αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής (C‑288/95 P)
Απρίλιος 2000: Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
– Διοικητική διαδικασία μέχρι την έκδοση της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Δεκέμβριος 2000: Απόφαση 2003/6 της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου
– Ένδικη διαδικασία από της εκδόσεως της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Mάρτιος 2001: Προσφυγή ακυρώσεως της Solvay ενώπιον του Πρωτοδικείου (T‑57/01)
Δεκέμβριος 2009: Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (T‑57/01)
Mάρτιος 2010: Υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Solvay (C‑109/10 P)
III – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
12. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Solvay ζητεί από το Δικαστήριο,
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009·
– να εξετάσει εκ νέου την προσφυγή επί των αναιρεθέντων σημείων και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, στο σύνολό της ή εν μέρει, ανάλογα με την έκταση των σχετικών λόγων αναιρέσεως·
– να ακυρώσει το πρόστιμο των 19 εκατομμυρίων ευρώ ή, άλλως, να μειώσει σημαντικά το πρόστιμο αυτό για την αποκατάσταση της σοβαρής ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης καθώς και στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
13. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο,
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
14. Σχετικά με την αίτηση αναιρέσεως διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου πρώτα η έγγραφη διαδικασία και, στη συνέχεια, στις 18 Ιανουαρίου 2011, η προφορική. Η προφορική διαδικασία διεξήχθη από κοινού για τις υποθέσεις C‑109/10 P και C‑110/10 P.
IV – Επί του αιτήματος αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
15. Με το κύριο αίτημά της, η Solvay ζητεί, στηριζόμενη σε εννέα συνολικά λόγους αναιρέσεως, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Θα εξετάσω τους λόγους αυτούς σε διαφορετική σειρά από αυτή με την οποία προβλήθηκαν: τα νομικά ζητήματα σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ εξετάζονται στην αρχή (βλ. κατωτέρω, τμήμα A), τα διαδικαστικού χαρακτήρα προβλήματα αξιολογούνται στη συνέχεια (βλ. κατωτέρω, τμήματα B και Γ) και οι λόγοι αναιρέσεως σχετικά με το δικαίωμα για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας θίγονται στο τέλος της νομικής εκτιμήσεως (βλ. κατωτέρω, τμήμα Δ).
16. Μολονότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόσθηκε ακόμη ο παλαιός αντιμονοπωλιακός κανονισμός όπως ίσχυε με τον κανονισμό 17, τα νομικά ζητήματα που ανέκυψαν ουδόλως απώλεσαν τη σημασία τους και για τον χρόνο μετά τον εκσυγχρονισμό του δικαίου περί των διαδικασιών ελέγχου των συμπράξεων μέσω του κανονισμού (ΕΚ 1/2003 (16).
Επί ορισμένων νομικών ζητημάτων σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 EΚ (έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγος αναιρέσεως)
17. Mε τον έκτο, τον έβδομο, τον όγδοο και τον ένατο λόγο αναιρέσεως, η Solvay θέτει διάφορα ζητήματα σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ στην υπό κρίση υπόθεση.
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
18. Πριν από την κατ’ ουσίαν εξέταση των προβαλλομένων από τη Solvay αιτιάσεων, επιβάλλονται δύο σύντομες παρατηρήσεις, οι οποίες αφορούν, αφενός, τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αφετέρου τη σημασία συγκεκριμένων ανακοινώσεων της Επιτροπής σχετικά με την πολιτική του ανταγωνισμού.
19. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, η Solvay παραπέμπει ιδίως στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ. Επειδή όμως η νομική κατάσταση κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως είναι καθοριστική, νομίζω ότι είναι προτιμότερο να ληφθεί υπόψη το άρθρο 82 ΕΚ (17). Για τη νομική εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν προκύπτουν, άλλωστε, διαφορές, επειδή αμφότερες οι διατάξεις, στο μέτρο που έχουν εν προκειμένω σημασία, έχουν το ίδιο περιεχόμενο.
20. Όσον αφορά, στη συνέχεια, τις ανακοινώσεις της Επιτροπής για την πολιτική του ανταγωνισμού, η Solvay επικαλείται πλειστάκις, στην αίτηση αναιρέσεως, μια ανακοίνωση του έτους 2009, η οποία περιέχει «Κατευθύνσεις σχετικά με τις προτεραιότητες της Επιτροπής κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ σε καταχρηστικές συμπεριφορές που υιοθετούν δεσπόζουσες επιχειρήσεις» (18).
21. Η ανακοίνωση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εκδικάσεως της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Δεν ασκεί καμία επιρροή στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή σκέπτεται να οργανώσει για το μέλλον την πολιτική της ανταγωνισμού αναφορικώς προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 82 ΕΚ). Πράγματι, αφενός, ενδεχόμενες νέες κατευθύνσεις κατά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής μπορούν να έχουν σημασία μόνο για μελλοντικές αποφάσεις της Επιτροπής, όχι όμως για τη νομική εκτίμηση ήδη εκδοθείσας αποφάσεως. Αφετέρου, η Επιτροπή θα πρέπει και στην περίπτωση τροποποιήσεως της διοικητικής της πρακτικής να εξακολουθήσει να κινείται στο πλαίσιο αυτής που της παρέχουν οι Συνθήκες όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο (19).
2. Επί της οριοθετήσεως της σχετικής γεωγραφικής αγοράς (έκτος λόγος αναιρέσεως)
22. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 252 έως 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επικρίνει τις αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την οριοθέτηση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.
23. Η Solvay προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι αιτιολόγησε πλημμελώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: αφενός, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική (πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως), αφετέρου, περιέχει κενά και δεν εξετάζει πλείονα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα (δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως). Επομένως, τον πυρήνα του λόγου αυτού αναιρέσεως αποτελεί η υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί νομοτύπως τις αποφάσεις του (άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου).
α) Πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως
24. Το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως ανάγεται στη σύγχυση εννοιών στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή ορίζει μεν τη σχετική γεωγραφική αγορά ως την «αγορά της Κοινότητας (εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας)» (20), χρησιμοποιεί όμως σε ορισμένα σημεία και εκφράσεις όπως «η Κοινότητα», «Δυτική Ευρώπη» και η «δυτικοευρωπαϊκή αγορά» (21). Εάν η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφή και ενιαία ορολογία, τα Δικαστήρια της Ενώσεως θα απαλλάσσονταν της υποχρεώσεως να εξετάσουν τα εκατέρωθεν προβληθέντα συναφώς επιχειρήματα.
25. Η Solvay φρονεί ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει σαφώς αν το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποιεί τους όρους «Κοινότητα», «Κοινότητα πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας», «Δυτική Ευρώπη» και «δυτικοευρωπαϊκή αγορά» με το ίδιο περιεχόμενο ή εντοπίζει αντιφάσεις μεταξύ τους.
26. Κατόπιν διεξοδικότερης εξετάσεως, αυτή η αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
27. Κατά πάγια νομολογία, από το σκεπτικό αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο (22).
28. Από την ανάγνωση των σκέψεων 251 έως 254 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνδυαστικά, προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά ως προς το περιεχόμενο μεταξύ των προαναφερθέντων όρων.
29. Ως σημείο αφετηρίας των σκέψεών του, το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησε τον επιλεγέντα από την Επιτροπή ορισμό της σχετικής γεωγραφικής αγοράς ως της «Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας» (23). Περαιτέρω, επιβεβαιώθηκε κατά την πρωτόδικη διαδικασία από την Επιτροπή ότι οι αναφορές στην «αγορά της Δυτικής Ευρώπης», στη «Δυτική Ευρώπη» ή στην «Κοινότητα» που περιλαμβάνονταν σε ορισμένα χωρία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορούσαν την ίδια γεωγραφική αγορά, επομένως ομοίως την «αγορά της Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας» (24). Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι ο ορισμός της γεωγραφικής αγοράς ως «της αγοράς της Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας» που διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 136 της προσβαλλομένης αποφάσεως «δεν έρχεται σε αντίφαση με άλλες αιτιολογικές σκέψεις» της αποφάσεως (25).
30. Επομένως, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι, ως προς το σημείο που επικρίνει η Solvay, σαφής και απαλλαγμένη αντιφάσεων. Ενδεχομένως η Solvay να θεωρεί τις αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τη σχετική γεωγραφική αγορά εσφαλμένες από πλευράς περιεχομένου. Το γεγονός και μόνον ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, επί της ουσίας, σε διαφορετικό συμπέρασμα από την αναιρεσείουσα δεν καθιστά, αφεαυτού, ελλιπή την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (26). Κατά συνέπεια, η αιτίαση περί εσφαλμένης αιτιολογίας δεν ευσταθεί.
β) Δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως
31. Mε το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέθεσε διεξοδικότερα γιατί εξέλαβε ορισμένες εθνικές αγορές, κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως, ως σχετικές αγορές. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε πλείονα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η Solvay πρωτοδίκως.
32. Το σκέλος αυτό του έκτου λόγου αναιρέσεως δεν ευσταθεί για δύο λόγους.
33. Πρώτον, η αιτίαση που προβάλλει η Solvay στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε αντιδιαστολή προς την άποψη της Solvay, ουδόλως το Γενικό Δικαστήριο «θεώρησε εθνικές αγορές ως σχετικές αγορές». Εξέτασε απλώς επικουρικώς το ζήτημα των εθνικών αγορών, για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε υποτεθεί ότι η Επιτροπή δεν όρισε ορθώς (27) τη σχετική γεωγραφική αγορά –όπως ισχυρίζεται η Solvay– ως «την αγορά της Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας» (28).
34. Επομένως, η επίθεση της αναιρεσείουσας όσον αφορά τις εθνικές αγορές στρέφεται σε τελική ανάλυση κατά ενός χωρίου των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως, το οποίο δεν περιέχει βασικά σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως αλλά μόνον obiter dicta. Τέτοιες αιτιάσεις πρέπει κατά παγία νομολογία να απορρίπτονται ως «αλυσιτελείς» (γαλλικά: inopérant) (29).
35. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα θέτει με την αιτίασή της υπερβολικές απαιτήσεις ως προς την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως για τις πρωτόδικες αποφάσεις. Κατά παγία νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Πρωτοδικείο να εκθέτει διεξοδικώς έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ως εκ τούτου η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία προς άσκηση του ελέγχου του (30).
36. Βεβαίως το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει, με την απόφασή του, κάθε προσβολή δικαιώματος που προεβλήθη πρωτοδίκως (31). Πάντως, ακριβώς σε μια σημαντική διαφορά στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού μπορεί, ενόψει περιορισμένων μέσων, να μην αποτελεί υποχρέωση των δικαστηρίων της Ενώσεως να εξετάσουν επισταμένως και κάθε περιθωριακής σημασίας ισχυρισμό των διαδίκων. Αποφασιστικής σημασίας σε μία περίπτωση όπως η παρούσα είναι μόνο το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο –έστω και συνοπτικά– αιτιολογεί κατά τρόπο κατανοητό γιατί θεωρεί νόμιμη την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής.
37. Στην παρούσα περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο ανταποκρίθηκε στις επιταγές αυτές: Διαπίστωσε ότι η Solvay, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι εθνικές αγορές εντός εκάστου των κρατών εντός του οποίου διέπραξε τις παραβάσεις που της προσάπτονται, κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά (32). Εξ αυτού, ευλόγως το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε ότι ακόμη και πιθανό σφάλμα της Επιτροπής κατά την οριοθέτηση της αγοράς (δηλαδή εάν εσφαλμένως δέχθηκε την αγορά της Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας αντί της ορθής αποδοχής εθνικών αγορών) δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (33). Δεν χρειάζονταν περαιτέρω αναλύσεις για την εν λόγω σαφή συναγωγή συμπεράσματος.
γ) Επί ορισμένων περαιτέρω επιχειρημάτων στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως
38. Στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay προβάλλει μια ακόμη παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 82 EΚ). Πάντως, οι σχετικές αιτιάσεις δεν έχουν αυτοτελές περιεχόμενο έναντι των πλημμελειών της αιτιολογίας που προσάπτει η Solvay, οπότε δεν χρήζουν χωριστής διερευνήσεως. Για την αιτίαση αυτή ισχύουν αναλόγως τα ανωτέρω αναφερθέντα σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας (34).
39. Επιπλέον, η Solvay ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα. Πάντως ούτε η αιτίαση αυτή έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Ειδικότερα, η Solvay δεν πληροί τις προϋποθέσεις, όπως αυτές συνάγονται, κατά παγία νομολογία, από το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου (35): Από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως λείπουν ακριβή στοιχεία ως προς το ποιά αποδεικτικά μέσα παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και δεν εκτίθενται διεξοδικά τα σφάλματα εκτιμήσεως στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την παραμόρφωση αυτή.
40. Τέλος, η Solvay προσάπτει παράβαση και του άρθρου 299, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (πρώην άρθρου 227, πρώτο εδάφιο, Συνθήκης ΕΟΚ), με το οποίο ορίζεται η εδαφική περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (36). Ενόψει της διατάξεως αυτής, δεν είναι ορθό να εξομοιώνονται οι όροι «Ευρωπαϊκή Κοινότητα», «Δυτική Ευρώπη» και «δυτικοευρωπαϊκή αγορά».
41. Ούτε η επιχειρηματολογία αυτή είναι πειστική. Βεβαίως είναι ορθό ότι, στο πλαίσιο της συνήθους γλωσσικής χρήσεως, ο γεωγραφικός ή πολιτικός όρος «Δυτική Ευρώπη» δεν συμπίπτει πλήρως με την εδαφική περιφέρεια της πρώην Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Πάντως, σε μια απόφαση που αφορά το δίκαιο των συμπράξεων, η Επιτροπή (και συνακολούθως και τα Δικαστήρια της Ενώσεως) μπορεί να χρησιμοποιεί ιδιαίτερους όρους, οι οποίοι δεν χρειάζεται να συμφωνούν οπωσδήποτε με παραδοσιακές γεωγραφικές ή πολιτικές αντιλήψεις, έστω και αν αυτό δεν είναι επιθυμητό. Πράγματι, όπως ορθώς εκθέτει η Επιτροπή, η σχετική γεωγραφική αγορά στο δίκαιο του ανταγωνισμού είναι μια λειτουργική έννοια, της οποίας η οριοθέτηση στηρίζεται πρωτίστως σε οικονομικές εκτιμήσεις.
δ) Προσωρινό συμπέρασμα
42. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
3. Επί της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (έβδομος λόγος αναιρέσεως)
43. Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αφιερωμένος στη δεσπόζουσα θέση της Solvay στην αγορά. Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά των σκέψεων 275 έως 305 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εσφαλμένως, κατά την άποψη της Solvay, το Γενικό Δικαστήριο συμφώνησε με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη δεσπόζουσα θέση της επιχειρήσεως στην αγορά. Με την κρίση αυτή το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως (άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου) καθώς και το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 EΚ).
α) Επί των αναφορών της Solvay στον έκτο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε
44. Με το πρώτο σκέλος –όπως και σε ορισμένα χωρία του δεύτερου και του τρίτου σκέλους– του έβδομου λόγου αναιρέσεως, η Solvay παραπέμπει κατ’ ουσίαν μόνο στις αναλύσεις της επί του έκτου λόγου αναιρέσεως. Επειδή υφίστανται ασάφειες όσον αφορά την οριοθέτηση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να διαπιστώσει δεσπόζουσα θέση «επί της αγοράς της Κοινότητας» (37).
45. Οι αναφερθείσες εν προκειμένω αιτιάσεις εξαρτώνται, από απόψεως περιεχομένου, πλήρως και εξ ολοκλήρου από την τύχη του έκτου λόγου αναιρέσεως, στον οποίο στηρίζονται ως επί το πλείστον. Επομένως, εάν, όπως προτείνω, απορριφθεί το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως (38), το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για το πρώτο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως. Πρέπει ομοίως να απορριφθούν τα χωρία στο δεύτερο και το τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως, τα οποία συνδέονται αποκλειστικά με την προβληματική της οριοθετήσεως της αγοράς.
β) Επί της δεσπόζουσας θέσεως στις εθνικές αγορές (δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως)
46. Το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως είναι αφιερωμένο στις επιταγές που πρέπει να πληροί η απόδειξη δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά.
i) Επί του προβαλλομένου περιορισμού της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου σε ορισμένα μόνο τμήματα της αγοράς
47. Αφενός, η Solvay ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 ΕΚ), καθόσον δέχθηκε την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως της επιχειρήσεως σε εθνικές αγορές μόνο επί τη βάσει θεωρήσεως τμημάτων της αγοράς, χωρίς να λάβει υπόψη άλλους παράγοντες που ασκούν επιρροή.
48. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
49. Ουδόλως το Γενικό Δικαστήριο περιόρισε την ανάλυσή του σε αμιγή θεώρηση τμημάτων της αγοράς. Σε ένα πρώτο στάδιο προσανατολίσθηκε μάλλον στη νομολογία κατά την οποία η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως προκύπτει εν γένει από τη συνδρομή πλειόνων παραγόντων, οι οποίοι, μεμονωμένως θεωρούμενοι, δεν χρειάζεται να είναι καθοριστικοί (39).
50. Πάντως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο, σε ένα δεύτερο στάδιο, έλαβε ως αφετηρία το γεγονός ότι τα ιδιαιτέρως σημαντικά μερίδια αγοράς συνιστούν –πλην εξαιρετικών περιστάσεων– απόδειξη περί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως (40). Ευστόχως εξέθεσε επιπλέον ότι ένα μερίδιο αγοράς 50 % συνιστά αφ’ εαυτού, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, απόδειξη της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως (41).
51. Τέλος, σε ένα τρίτο στάδιο, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ορισμένα από τα σημεία που ανέκυψαν στην πρωτοβάθμια δίκη, τα οποία, ως εξαιρετικές περιστάσεις κατά την άποψη της Solvay, θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν το συμπέρασμα περί δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά (42).
52. Με τον τρόπο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως προς τον ισχυρισμό της Solvay, εξέτασε και άλλα στοιχεία εκτός από τα μερίδια της αγοράς. Έθεσε απλώς το συμπέρασμα της δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά, η οποία προκύπτει από μερίδιο αγοράς άνω του 50 %, ως σημείο αφετηρίας των σκέψεών της, στη συνέχεια όμως το συμπλήρωσε με αναλύσεις για την ενδεχόμενη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων. Η συλλογιστική αυτή συνάδει πλήρως με τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 82 EΚ (άρθρο 102 ΣΛΕΕ) και τη σχετική νομολογία.
ii) Επί της προβαλλομένης παραλείψεως εξετάσεως ορισμένων επιχειρημάτων της Solvay
53. Αφετέρου η Solvay ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ορισμένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως. Πρόκειται, συναφώς, αφενός, για τη διαφορά μεταξύ των μεριδίων αγοράς της Solvay και των ανταγωνιστών της και, αφετέρου για τις ικανότητες παραγωγής. Με τα όσα προβάλλονται, προσάπτεται τελικώς παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (43).
54. Για τους ανωτέρω αναφερθέντες σε σχέση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως λόγους (44), η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί. Εφόσον το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει θέση ως προς όλες τις προσαφθείσες παραβάσεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, παρέλκει η κατ’ ιδίαν εξέταση κάθε ειδικού επιχειρήματος από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
iii) Επί του ισχυρισμού ότι τα μερίδια αγοράς δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς
55. Τέλος, η Solvay υποστηρίζει ότι τα μερίδια αγοράς της, στα οποία στηρίζεται η αποδοχή της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά, δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς.
56. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη άνευ περαιτέρω εξετάσεως, επειδή ανάγεται σε έλεγχο της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης (45).
Επί των προβαλλομένων εξαιρετικών περιστάσεων (τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως)
57. Στο τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως, η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε τα επιχειρήματά της σχετικά με τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων, οι οποίες, κατά τη Solvay, αποκλείουν την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως της επιχειρήσεως στην αγορά.
58. Η αιτίαση αυτή είναι παντελώς αβάσιμη. Τουλάχιστον 19 σκέψεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (46) είναι αφιερωμένες στην εξέταση ενδεχομένων εξαιρετικών περιστάσεων και στη σχετική επιχειρηματολογία της Solvay.
i) Επί των σχετικών με την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επιταγών
59. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Πρωτοδικείο να εκθέτει διεξοδικώς έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ως εκ τούτου η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία προς άσκηση του ελέγχου του(47).
60. Η Solvay μπορεί να μη συμφωνεί, όσον αφορά το περιεχόμενο, με τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων. Πάντως, εξ αυτού και μόνον δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη (48).
61. Σε αντιδιαστολή προς τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποκλείει τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων μόνον σε σχέση με τα σημαντικά μερίδια αγοράς της Solvay. Αντιθέτως, στα επίδικα χωρία της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει πολλούς άλλους παράγοντες, όπως τις υποτιθέμενες δυνατότητες υποκαταστάσεως για τα προϊόντα της Solvay (49) και το ζήτημα της αντισταθμιστικής ισχύος των πελατών στην αγορά (50).
62. Με την επιφύλαξη ενδεχόμενης παραμορφώσεως, η οποία δεν προβάλλεται εν προκειμένω, δεν αποτελεί, άλλωστε, καθήκον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας, να υποκαθιστά τη δική του εκτίμηση στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με τις προβαλλόμενες εξαιρετικές περιστάσεις (51).
ii) Επί των σχετικών με την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως επιταγών
63. Στο περιθώριο του εν λόγω τρίτου σκέλους του έβδομου λόγου αναιρέσεως, η Solvay προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 253 EΚ), επειδή δεν έκρινε τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής λόγω πλημμέλειας της αιτιολογίας όσον αφορά την αντισταθμιστική ισχύ των πελατών της Solvay στην αγορά.
64. Ούτε το επιχείρημα αυτό έχει καμία προοπτική ευδοκιμήσεως.
65. Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ (άρθρο 296 ΣΛΕΕ) αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του(52).
66. Ωστόσο, ο εκδίδων την πράξη δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση επί σαφώς δευτερευόντων στοιχείων ή να απαντά εκ των προτέρων σε δυνητικές αντιρρήσεις (53). Επομένως, όπως ακριβώς το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έτσι και η Επιτροπή δεν χρειαζόταν οπωσδήποτε να εξετάσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κάθε επιχείρημα της Solvay.
iii) Επί της προσαπτομένης παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 EΚ)
67. Σε πολλά σημεία, η Solvay προβάλλει, τελικώς, στο πλαίσιο αυτού του τρίτου σκέλους του έβδομου λόγου αναιρέσεως, παραβάσεις του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 EΚ). Πάντως, γίνεται μνεία της διατάξεως αυτής χωρίς περαιτέρω αναλύσεις, σχεδόν ταυτόχρονα με την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αιτιολογίας (54). Η αιτίαση αυτή δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο και δεν χρήζει ειδικής εξετάσεως.
δ) Προσωρινό συμπέρασμα
68. Επομένως, συνοψίζοντας, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
4. Επί της καταχρήσεως της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (όγδοος και ένατος λόγος αναιρέσεως)
69. Με τον όγδοο και τον ένατο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται υποτιθέμενα νομικά σφάλματα σε σχέση με τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά.
α) Επί της εκπτώσεως ομίλου για τη Saint-Gobain (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
70. Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως έχει ως αντικείμενο την έκπτωση ομίλου κατά 1,5 %, που χορήγησε η Solvay στη γαλλική επιχείρηση Saint-Gobain, ως ένα από τους σημαντικότερους πελάτες της, με «μυστικό πρωτόκολλο». Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή θεώρησε την εν λόγω έκπτωση ομίλου, όπως επιβεβαίωσε το Γενικό Δικαστήριο, ως κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (55). Η Solvay αμφισβητεί συναφώς τη συλλογιστική που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 348 έως 358 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: κακώς το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε την εν λόγω έκπτωση ομίλου ως ασυμβίβαστη προς το άρθρο 82 ΕΚ καταχρηστική έκπτωση υπέρ πιστών πελατών (56).
71. Ειδικότερα, η Solvay προβάλλει, αφενός, παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 EΚ) και, αφετέρου, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως για τις πρωτόδικες αποφάσεις (άρθρο 36 και άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου). Πάντως, η προσαπτόμενη παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν έχει συναφώς αυτοτελή σημασία έναντι των προσαπτομένων ουσιαστικών νομικών πλημμελειών. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, η Solvay έχει διαφορετική γνώμη, όσον αφορά το περιεχόμενο, από το Γενικό Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση της εκπτώσεως ομίλου. Πάντως, οι διαφορετικές απόψεις όσον αφορά το περιεχόμενο δεν είναι, όπως ήδη εκτέθηκε διεξοδικά, πρόβλημα της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (57), οπότε η αιτίαση περί πλημμέλειας της αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί εκ των προτέρων. Επομένως, θα εξετάσω, στη συνέχεια, τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποκλειστικά υπό την οπτική γωνία της προσαπτομένης παραβάσεως του άρθρου 82 EΚ (άρθρο 102 ΣΛΕΕ).
i) Επί του επιχειρήματος της ελλείπουσας συμφωνίας περί αποκλειστικότητας
72. Πρώτον, η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς κατέταξε την έκπτωση ομίλου για τη Saint-Gobain στις εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η Solvay, από την πλευρά της, κάλυπτε μόνο το 67 % περίπου των αναγκών της Saint-Gobain, στη Γαλλία μάλιστα μόνο το 15 %. Επομένως, η παρασχεθείσα από τη Solvay έκπτωση ομίλου δεν συνδέθηκε με αποκλειστικότητα ή οιονεί αποκλειστικότητα όσον αφορά την προμήθεια της Saint-Gobain, πράγμα όμως που, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, συνιστούσε προϋπόθεση για την αποδοχή της υπάρξεως καταχρηστικής εκπτώσεως υπέρ των πιστών πελατών.
73. Στο πλαίσιο μιας εκ πρώτης όψεως θεωρήσεως, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Solvay επιδιώκει με το επιχείρημα αυτό να οδηγήσει, ως μη όφειλε, το Δικαστήριο στην υποκατάσταση της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων με τη δική του εκτίμηση ως αναιρετικός δικαστής. Στην πραγματικότητα, πάντως, η αιτίαση έγκειται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της εκπτώσεως ομίλου, δεν έλαβε υπόψη ένα κριτήριο, το οποίο η Solvay θεωρεί καθοριστικό από νομικής απόψεως: το κριτήριο της αποκλειστικότητας ή της οιονεί αποκλειστικότητας του εφοδιασμού του αποδέκτη της εκπτώσεως από την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Το ερώτημα αν το εν λόγω κριτήριο αποκλειστικότητας είναι από νομικής απόψεως σημαντικό σε σχέση με την αποδοχή της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 82 EΚ συνιστά νομικό ζήτημα, για την εξέταση του οποίου το Δικαστήριο είναι αρμόδιο στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης (58).
74. Η Solvay φρονεί ότι από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναγάγει ότι οι εκπτώσεις υπέρ πιστών πελατών αποτελούν καταχρηστική εμπορική πρακτική εάν συνδέονται με αποκλειστικό ή σχεδόν αποκλειστικό εφοδιασμό του πελάτη από την κατέχουσα τη δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση.
75. Μια τέτοια παραδοχή θα ήταν εσφαλμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Solvay στηρίζεται μόνο στην απόφαση Hoffmann-La Roche (59). Άλλες σημαντικές για την προβληματική των εκπτώσεων αποφάσεις του Δικαστηρίου, ιδίως οι αποφάσεις Michelin I (60) και British Airways (61), δεν παρατίθενται παρά μόνον τυχαίως.
76. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, από τις προηγούμενες αποφάσεις του σχετικά με το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 82 EΚ) ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι οι πριμοδοτήσεις και οι εκπτώσεις που χορηγήθηκαν από επιχειρήσεις κατέχουσες δεσπόζουσα θέση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα μόνον υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται σ’ αυτές (62).
77. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας των εκπτώσεων που χορηγούν επιχειρήσεις κατέχουσες δεσπόζουσα θέση στην αγορά κρίνεται μάλλον επί τη βάσει του συνόλου των συνθηκών της εκάστοτε ατομικής περιπτώσεως, όπου ιδίως πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια και οι πρακτικές λεπτομέρειες της χορηγήσεως της εκπτώσεως (63). Αποφασιστική σημασία έχει το αν οι εκπτώσεις μπορούν να αναπτύξουν αποτέλεσμα εκτοπισμού, ήτοι αν είναι πρόσφορες, αφενός, να καταστήσουν δυσκολότερη ή ακόμα και αδύνατη την πρόσβαση στην αγορά των ανταγωνιστών της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως και, αφετέρου, να καταστήσουν δύσκολη, ακόμη και αδύνατη, για τους αντισυμβαλλομένους της, την επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πηγών εφοδιασμού ή εμπορικών εταίρων (64). Περαιτέρω, πρέπει να ερευνηθεί αν για τις χορηγηθείσες εκπτώσεις ή πριμοδοτήσεις υφίσταται αντικειμενική οικονομική δικαιολογία (65).
78. Το γεγονός ότι οι εκπτώσεις θα πρέπει να θεωρούνται καταχρηστικές μόνο στην περίπτωση αποκλειστικής ή οιονεί αποκλειστικής συνδέσεως του πελάτη προς την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση δεν μπορεί να συναχθεί από τη μέχρι τούδε νομολογία. Αντιθέτως, οι υποθέσεις Michelin I (66) και British Airways (67) αφορούσαν ζητήματα εκπτώσεων ή κανόνες πριμοδοτήσεων χωρίς τέτοια αποκλειστική συμφωνία.
79. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ρητώς τον αποκλειστικό ή οιονεί αποκλειστικό εφοδιασμό της Saint-Gobain μέσω της Solvay δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο (68).
80. Για χάρη πληρότητας και μόνον προσθέτω ότι είναι αβάσιμη και η –ελάχιστα τεκμηριωμένη– αιτίαση της Solvay, κατά την οποία η νομολογία του Δικαστηρίου για τις εκπτώσεις υπέρ των πιστών πελατών χαρακτηρίζεται από σχολαστικότητα και είναι από οικονομικής απόψεως αβάσιμη. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο στηρίζεται, κατά την εκτίμηση των συστημάτων εκπτώσεων, στο σύνολο των συνθηκών της ατομικής περιπτώσεως και αναγνωρίζει ρητώς τη δυνατότητα αντικειμενικής οικονομικής δικαιολογήσεως (69). Η προσέγγιση αυτή είναι κάθε άλλο παρά σχολαστική.
ii) Επί του επιχειρήματος σχετικά με το ελάχιστο ύψος των εκπτώσεων ομίλου
81. Το δεύτερο επιχείρημα της Solvay συνίσταται στο ότι το ύψος των εκπτώσεων ομίλου της τάξεως του 1,5 % ήταν πολύ χαμηλό, ώστε να μπορέσει να επηρεάσει αισθητά τις επιχειρηματικές αποφάσεις του ομίλου Saint-Gobain. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε κατά πόσον η παρασχεθείσα από τη Solvay μείωση της τιμής μπόρεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ομίλου Saint-Gobain.
82. Στην πραγματικότητα, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στη σκέψη 355 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όλως συνοπτικώς το ζήτημα πιθανών επιζήμιων για τον ανταγωνισμό επιπτώσεων των εκπτώσεων ομίλου. Η λακωνική του διαπίστωση, «ότι, ακόμα και αν δεν είναι σημαντικό, το ύψος μιας εκπτώσεως υπέρ πιστών πελατών ασκεί επιρροή στις συνθήκες του ανταγωνισμού», πρέπει, πάντως, να εξετασθεί σε συνδυασμό με τις προηγούμενες αναλύσεις του. Το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, ιδίως, ότι η έκπτωση ομίλου εχορηγείτο από τη Solvay ανεξάρτητα από οποιονδήποτε λόγο συνδεόμενο με τα οικονομικά πλεονεκτήματα που αφορούσαν την αποτελεσματικότητα και τις οικονομίες κλίμακας και υπολογιζόταν επί του «συνόλου των αγορών» ανθρακικού νατρίου της Saint-Gobain από τη Solvay στην Ευρώπη (70).
83. Η ικανότητα τέτοιων εκπτώσεων να προκαλέσουν επιζήμια για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα αναγνωρίζεται στη νομολογία. Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο, η δέσμευση των αντισυμβαλλομένων έναντι της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως και η ασκούμενη επ’ αυτών πίεση μπορούν να είναι ιδιαίτερα μεγάλες αν μια έκπτωση ή μια πριμοδότηση δεν αναφέρεται μόνο στην αύξηση του κύκλου εργασιών από αγορές ή πωλήσεις των προϊόντων της εν λόγω επιχειρήσεως που πραγματοποίησαν οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι κατά της διάρκεια της ληφθείσας υπόψη περιόδου, αλλά εκτείνεται επίσης στο σύνολο του κύκλου εργασιών από τις εν λόγω αγορές ή τις εν λόγω πωλήσεις (71).
84. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τους ανταγωνιστές της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως να συναγωνιστούν τις εκπτώσεις ή τις πριμοδοτήσεις της που βασίζονται στον συνολικό όγκο των πωλήσεων. Λόγω αποκλειστικά και μόνο του αισθητά μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς, η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση συνιστά, κατά κανόνα, απολύτως αναγκαίο εμπορικό εταίρο στην αγορά. Οι εκπτώσεις ή οι πριμοδοτήσεις που χορηγούνται από αυτή την επιχείρηση βάσει του συνόλου των πωλήσεων υπερβαίνουν κατά πολύ, σε απόλυτους αριθμούς, ακόμη και τις πλέον γενναιόδωρες προσφορές των ανταγωνιστών της. Για να προσελκύσουν τους αντισυμβαλλόμενους της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως ή για να λάβουν από αυτούς επαρκείς παραγγελίες, οι εν λόγω ανταγωνιστές πρέπει να τους προσφέρουν σαφώς υψηλότερα ποσοστά εκπτώσεων ή πριμοδοτήσεων (72).
85. Οι εκπτώσεις ή προμήθειες, τις οποίες η μέχρι τούδε νομολογία αναγνώρισε ως καταχρηστικές, δεν υπερέβαιναν το 1 % (73), επομένως, το ποσοστό τους ήταν χαμηλότερο από την εν προκειμένω επίδικη έκπτωση ομίλου του 1,5 %.
86. Για τους λόγους αυτούς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από νομικής απόψεως η ορθότητα της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου «ότι, ακόμα και αν δεν είναι σημαντικό, το ύψος μιας εκπτώσεως υπέρ πιστών πελατών ασκεί επιρροή στις συνθήκες του ανταγωνισμού», ενόψει των συνθηκών της παρούσας περιπτώσεως. Στηρίζεται σε λογικές οικονομικές εκτιμήσεις.
iii) Επί του επιχειρήματος της ελλείψεως συνεπειών επί του ανταγωνισμού
87. Τρίτον, η Solvay βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν απέδειξε όσα προέβαλε σχετικά με τη συμπεριφορά των εθνικών θυγατρικών εταιριών της Saint-Gobain. Υπονοεί σχετικώς το επιχείρημα που προέβαλε πρωτοδίκως η Solvay, ότι οι εθνικές θυγατρικές εταιρίες της Saint-Gobain διαπραγματεύθηκαν ευνοϊκότερους συμβατικούς όρους, και μάλιστα κατήγγειλαν τη σύμβαση με τη Solvay, όπως στην περίπτωση της Saint-Gobain France (74).
88. Στην πραγματικότητα, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα της Solvay ως μη επαρκώς αποδεδειγμένο (75). Πάντως, ασχέτως του αν πράγματι δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένο ή αποδεδειγμένο, εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό ήταν αλυσιτελές, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο (76). Ο επιζήμιος για τον ανταγωνισμό χαρακτήρας μιας εμπορικής πρακτικής του κατέχοντος δεσπόζουσα θέση στην αγορά δεν μπορεί πράγματι να αρθεί από το γεγονός ότι αυτή στηρίζεται στην επιθυμία πελάτη (77), και οπωσδήποτε ούτε από το ότι ο πελάτης επιτυγχάνει, με ευφυείς κινήσεις (78), να αποσπάσει περαιτέρω παραχωρήσεις από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση.
89. Επομένως, το τρίτο επιχείρημα της Solvay δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό.
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
90. Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
β) Επί του εισάγοντος δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των εμπορικών πρακτικών της Solvay (ένατος λόγος αναιρέσεως)
91. Ο ένατος λόγος αναιρέσεως αφορά τις αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 397 έως 402 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τον εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των εμπορικών πρακτικών της Solvay, σύμφωνα με το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
i) Το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως
92. Με το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως, η Solvay βάλλει ειδικά κατά των σκέψεων 397 έως 400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραποίησε τα πρωτοδίκως υποβληθέντα δικόγραφά της καθώς και ότι παρέβη το άρθρο 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ (άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ).
– Επί της προσαπτόμενης παραμορφώσεως των δικογράφων της Solvay
93. Κατ’ αρχάς, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία ότι η Solvay δεν αμφισβήτησε τις διαπιστώσεις που αφορούν το σύστημα εκπτώσεων που εφαρμόστηκε στη Γαλλία (79). Κατά τη Solvay, η κρίση αυτή τελεί σε αντίφαση προς το δικόγραφο της προσφυγής της καθώς και προς το υπόμνημα ανταπαντήσεως που υπέβαλε πρωτοδίκως, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο.
94. Κατά παγία νομολογία, τέτοια παραμόρφωση υπάρχει, όταν χωρίς να διεξαχθούν νέες αποδείξεις, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη (80). Εάν η νομολογία αυτή εφαρμοσθεί στους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι διάδικοι πρωτοδίκως, τότε η παραμόρφωση του περιεχομένου τους πρέπει να γίνει δεκτή εφόσον το Γενικό Δικαστήριο τους ερμήνευσε εσφαλμένως ή τους απέδωσε διαστρεβλώνοντας το νόημά τους.
95. Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις περί του ότι τούτο συνέβη εν προκειμένω.
96. Όπως παραδέχεται η ίδια η Solvay (81), οι ειδικές για τα ομόσπονδα κράτη αναλύσεις στο δικόγραφο της προσφυγής της αφορούσαν τη γερμανική αγορά. Κατά τα λοιπά, η Solvay περιορίσθηκε να αρνηθεί γενικώς ότι οι εκπτώσεις που εφάρμοζε είχαν τον χαρακτήρα εκπτώσεων υπέρ των πιστών πελατών. Το δικόγραφο της προσφυγής της περιείχε ελάχιστες αναλύσεις που αφορούσαν ειδικά τη γαλλική αγορά όπως ακριβώς και το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Ακόμη και τα χωρία του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματος ανταπαντήσεως που ειδικώς προβάλλει η Solvay (82) αφορούν τη γαλλική αγορά εντελώς περιθωριακώς και, πάντως, δεν συνδέονται με την εν προκειμένω ενδιαφέρουσα προβληματική της δυσμενούς διακρίσεως των εμπορικών εταίρων (83).
97. Για τους λόγους αυτούς δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε τα επιχειρήματα της Solvay κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο ή ότι τους απέδωσε διαστρεβλώνοντας το νόημά τους. Επομένως, η αιτίαση περί παραμορφώσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επί της πλάνης περί το δίκαιο
98. Περαιτέρω, η Solvay προβάλλει παράβαση του άρθρου 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ (άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ), την οποία εντοπίζει στις σκέψεις 398 και 400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εσφαλμένως από νομικής απόψεως το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αν, μεταξύ των πελατών της Solvay που αναφέρθηκαν ως παραδείγματα, υφίσταται ενδεχομένως σχέση ανταγωνισμού και μάλιστα προς τον έναν μεταξύ των δύο Γάλλων πελατών (Durand και Perrier) και προς τον άλλον μεταξύ των Γερμανών παραγωγών κοίλου γυαλιού και επίπεδου γυαλιού.
99. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτιάσεως αυτής με το επιχείρημα ότι η Solvay δεν προσήψε πρωτοδίκως παράβαση του άρθρου 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ∙ μόνο σε σχέση με την προβαλλόμενη έλλειψη δυσμενούς διακρίσεως αναφέρεται ότι οι παραγωγοί επίπεδου γυαλιού και οι παραγωγοί κοίλου γυαλιού ανέπτυσσαν τη δραστηριότητά τους σε διαφορετικές αγορές και δεν βρίσκονταν, επομένως, σε παρεμφερείς καταστάσεις.
100. Πρέπει να ομολογήσω ότι θεωρώ την ένσταση αυτή σχολαστικώς προσηλωμένης στους τύπους και ελάχιστα πειστική. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε, όσον αφορά τον εισάγοντα δυσμενή διάκριση χαρακτήρα του συστήματος εκπτώσεων της Solvay, ρητώς αναφορά στο άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ (84). Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι και η προβληματική της δυσμενούς διακρίσεως που συζητήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη διάταξη αυτή, έστω και αν δεν παρατίθεται πλέον ρητώς στα υπομνήματα των διαδίκων (85).
101. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, βεβαίως, η προβολή νέων επιθετικών ή αμυντικών ισχυρισμών. Εντούτοις, ο αναιρεσείων μπορεί, σε σχέση με τους προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς του, να παραθέσει νέα επιχειρήματα, ιδίως ως αντίδραση στις νομικές εκτιμήσεις που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (86).
102. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω: Σύμφωνα με τη σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Solvay είχε ήδη υποστηρίξει πρωτοδίκως ότι οι παραγωγοί επίπεδου γυαλιού δραστηριοποιούνται σε αγορά διαφορετική από αυτή των παραγωγών κοίλου γυαλιού (87). Το πρωτοδίκως εξετασθέν ζήτημα αν οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές αγορές, και το ζήτημα που ανακύπτει στο παρόν στάδιο, αν μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών υφίσταται σχέση ανταγωνισμού, είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Επομένως, η Solvay αναπτύσσει περαιτέρω, με την αιτίαση περί της ανταγωνιστικής σχέσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, απλώς τα επιχειρήματα, τα οποία ήδη προέβαλε πρωτοδίκως.
103. Άλλωστε, η εν λόγω αιτίαση της Solvay ουδόλως σκοπεί να παρακινήσει το Δικαστήριο σε απαράδεκτη, στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας, εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Αμφισβητείται αντιθέτως αν το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον δεν εξέτασε την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ παραγωγών επίπεδου γυαλιού και παραγωγών κοίλου γυαλιού, έλαβε υπόψη ένα κριτήριο του οποίου η εκτίμηση ήταν νομικώς επιβεβλημένη στο πλαίσιο του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Πρόκειται συναφώς για νομικό ζήτημα, το οποίο υπόκειται σε έλεγχο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (88).
104. Όσον αφορά το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής, πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ (άρθρο 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ) προβλέπει έλεγχο δύο βαθμίδων. Η διατύπωση «με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό» έχει αυτοδύναμο περιεχόμενο και δεν αποτελεί απλώς επεξηγηματική προσθήκη με δηλωτικό χαρακτήρα (89).
105. Συνεπώς, για να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως όχι μόνον εισάγει δυσμενείς διακρίσεις αλλά, επιπλέον, τείνει να νοθεύσει αυτή τη σχέση ανταγωνισμού, ήτοι να βλάψει την ανταγωνιστική θέση μέρους των εμπορικώς συναλλασσομένων της επιχειρήσεως αυτής σε σχέση με τους άλλους (90).
106. Το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ στηρίζεται στη σκέψη ότι η εμπορική συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως δεν πρέπει να νοθεύει τον ανταγωνισμό σε προηγούμενο ή μεταγενέστερο στάδιο εμπορίας, ήτοι τον ανταγωνισμό μεταξύ προμηθευτών ή μεταξύ πελατών της επιχειρήσεως αυτής. Οι αντισυμβαλλόμενοι της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως δεν πρέπει να ευνοούνται ή να περιέρχονται σε μειονεκτική θέση στο πλαίσιο του μεταξύ τους ανταγωνισμού (91).
107. Η εφαρμογή των ανωτέρω στην παρούσα περίπτωση σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ, δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη τις σχέσεις ανταγωνισμού των διαφόρων πελατών της Solvay μεταξύ τους. Παράβαση του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ εκ μέρους της Solvay θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνον στο μέτρο που οι πελάτες της Solvay τελούσαν σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους, οπότε σημασία δεν είχε η αγορά του ανθρακικού νατρίου (σόδα), αλλά η επόμενη αγορά ή οι επόμενες αγορές γυαλιού. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη, αφού έκρινε, με τη σκέψη 400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σημαντική μόνο την αγορά ανθρακικού νατρίου και όχι την αγορά γυαλιού.
108. Αρκεί βεβαίως, για να θεωρηθεί ότι υφίσταται καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η διαπίστωση ότι η συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως τείνει, ενόψει του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων, σε στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των εν λόγω εμπορικών εταίρων. Στο πλαίσιο αυτής της καταστάσεως, δεν μπορεί να απαιτείται η επιπλέον προσκόμιση της αποδείξεως περί μιας πραγματικής, ποσοτικοποιήσιμης χειροτερεύσεως της ατομικής ανταγωνιστικής θέσεως των εμπορικών εταίρων (92). Τούτο επισήμανε ορθώς η Επιτροπή.
109. Εσφαλμένως, πάντως, κρίνεται ότι οι ανταγωνιστικές σχέσεις στην επόμενη αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνται οι πελάτες της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως, στερούνται παντελώς σημασίας, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση.
110. Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, αυτή η πλάνη περί το δίκαιο δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη με το επιχείρημα ότι οι επίμαχοι Γάλλοι πελάτες Durant και Perrier, όπως και οι Γερμανοί πελάτες από τον κλάδο του επίπεδου γυαλιού και του κοίλου γυαλιού, αποτελούν απλώς μεμονωμένα παραδείγματα. Εάν το Γενικό Δικαστήριο –κατόπιν αιτιάσεως διαδίκου– εξετάζει μεμονωμένα παραδείγματα από την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα πλάνης εκτιμήσεως, πρέπει να διεξάγει την έρευνα αυτή επί τη βάσει νομικώς ορθώς κριτηρίων. Τέτοια κριτήρια λείπουν εν προκειμένω.
111. Από τις αποφάσεις Hoffmann-La Roche (93) και Michelin I (94) δεν συνάγεται τίποτε διαφορετικό. Τα χωρία των αποφάσεων εκείνων που επικαλείται η Επιτροπή δεν αφορούν ειδικά την εφαρμογή του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ (95), αλλά περιέχουν γενικές αναλύσεις για τον καταχρηστικό χαρακτήρα εκπτώσεων ομίλου επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
112. Το ότι οι ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των εμπορικών εταίρων της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως είναι σημαντικές στο πλαίσιο του άρθρου 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ καταδεικνύει άλλωστε η εξέταση της αποφάσεως για τα πορτογαλικά τέλη αεροδρομίου, την οποία παραθέτει η Επιτροπή. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητώς στο «οικονομικό πλεονέκτημα που δεν δικαιολογείται», το οποίο μπορούν να πραγματοποιούν οι δικαιούχοι των εκπτώσεων «σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους» (96).
113. Επομένως, το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.
ii) Το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως
114. Με το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως, η Solvay βάλλει ειδικά κατά της σκέψεως 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το χωρίο αυτό της αποφάσεως είναι αφιερωμένο στην επιχειρηματολογία που προέβαλε πρωτοδίκως η Solvay σχετικά με το υποτιθέμενο χαμηλό κόστος του ανθρακικού νατρίου για τους παραγωγούς γυαλιού. Το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε συναφώς ότι ο «ισχυρισμός» της Solvay σχετικά με το κόστος αυτό είναι «αστήρικτος» και «δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τον συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των πρακτικών που προσάπτονται στη [Solvay]». Η Solvay φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, παραμόρφωσε με τον τρόπο αυτόν τα πρωτοδίκως υποβληθέντα υπομνήματά της και, αφετέρου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθώς και το άρθρο 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ (άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ).
– Επί της προσαπτόμενης παραμορφώσεως του περιεχομένου των υπομνημάτων της Solvay
115. Η αιτίαση περί παραμορφώσεως των υπομνημάτων φαίνεται αβάσιμη. Δεν υπάρχουν ενδείξεις περί του ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε προδήλως εσφαλμένα τις γραπτές αναλύσεις της προσφεύγουσας κατά την πρωτοβάθμια δίκη ή ότι τις απέδωσε στρεβλώνοντας το νόημά τους (97). Προς υπόμνηση: Η Solvay υποστήριξε πρωτοδίκως ότι, καίτοι το ανθρακικό νάτριο αποτελεί τη σημαντικότερη πρώτη ύλη στην παρασκευή του γυαλιού, εντούτοις αντιπροσωπεύει μόνον το 2 έως 6 % της μέσης τιμής πωλήσεως του γυαλιού. Το Γενικό Δικαστήριο απέδωσε ορθώς την επιχειρηματολογία αυτή (98). Το γεγονός και μόνον ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε ρητή μνεία των ομοίου περιεχομένου συμπληρωματικών αναλύσεων της Solvay από το υπόμνημα ανταπαντήσεως, δεν σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε συναφώς το περιεχόμενο του ισχυρισμού της Solvay.
– Επί της πλημμέλειας της αιτιολογίας
116. Άλλως έχουν τα πράγματα όσον αφορά την αιτίαση περί της πλημμέλειας της αιτιολογίας. Όπως προαναφέρθηκε, από το σκεπτικό αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο (99). Η σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν πληροί τις επιταγές αυτές, ακόμη και με την πλέον καλοπροαίρετη προσέγγιση.
117. Το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως διευκρινίζει για ποιο λόγο θεωρεί τα επιχειρήματα της Solvay για το χαμηλό κόστος του ανθρακικού νατρίου για υαλοπαραγωγούς «αστήρικτα». Ειδικότερα, από το σκεπτικό της αποφάσεως δεν προκύπτει σαφώς αν το Γενικό Δικαστήριο έλαβε καν γνώση των αναλύσεων της Solvay στο υπόμνημα ανταπαντήσεως που υπέβαλε πρωτοδίκως. Με το υπόμνημα αυτό, η Solvay ανέφερε ως απόδειξη για τον ισχυρισμό της περί χαμηλού κόστους έναν κανονισμό της Επιτροπής περί αντιντάμπινγκ (100), με τον οποίο το μερίδιο του κόστους του ανθρακικού νατρίου για την παραγωγή γυαλιού υπολογίζεται σε ποσοστό μέχρι 8 % (101).
118. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εξηγεί επίσης γιατί ένα υποτιθέμενα χαμηλό ποσοστό κόστους του ανθρακικού νατρίου κατά την παραγωγή γυαλιού «δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τον συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των πρακτικών που προσάπτονται στη [Solvay]». Επί της ουσίας, μπορεί βεβαίως να υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την εκτίμηση αυτή (102), πλην όμως αυτοί ουδόλως συνάγονται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
119. Ήταν το Γενικό Δικαστήριο της γνώμης ότι το τμήμα του κόστους μιας σημαντικής πρώτης ύλης είναι εν γένει ασήμαντο για την εκτίμηση ενδεχόμενης δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ πελατών επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά; Ή μήπως ήταν της γνώμης ότι ένα ποσοστό κόστους της τάξεως μεγέθους που ανέφερε η Solvay (2 % έως 6 %) δεν ασκεί επιρροή στον συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα των επίμαχων εμπορικών πρακτικών; Και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, γιατί; Λίγες πρόσθετες φράσεις στο αιτιολογικό της αποφάσεως μπορούσαν και όφειλαν να διασφαλίσουν την αναγκαία σαφήνεια.
120. Οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν καθιστούν σαφές για τον αναγνώστη γιατί απορρίφθηκε η επιχειρηματολογία της Solvay σχετικά με το υποτιθέμενο χαμηλό κόστος του ανθρακικού νατρίου κατά την παραγωγή γυαλιού. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί, κατά τον τρόπο αυτόν, να ασκήσει την ελεγκτική λειτουργία του. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στη σκέψη 401 είναι ελλιπής, οπότε το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.
121. Για τους λόγους αυτούς δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί διεξοδικά η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ. Ούτως ή άλλως δεν έχει αυτοδύναμο περιεχόμενο παράλληλα προς την προσαπτόμενη πλημμέλεια της αιτιολογίας.
iii) Προσωρινό συμπέρασμα
122. Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται, επομένως, ότι ο ένατος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει βάσιμος.
Β – Επί της απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν στο πλαίσιο της έρευνας του Απριλίου 1989 (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
123. Mε τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 218 έως 230 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Solvay προσάπτει παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 3 και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (πρώτο και δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως). Επιπλέον, η επιχείρηση προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως).
124. Βάση αυτού του λόγου αναιρέσεως συνιστά το γεγονός ότι στην απόφαση περί ελέγχου της 5ης Απριλίου 1989, με την οποία η Επιτροπή έδωσε εντολή ελέγχου των εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην ευρωπαϊκή αγορά ανθρακικού νατρίου, λαμβάνονται υπόψη μόνον πιθανές παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (συμπράξεις επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές), ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση περί προστίμου διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ή του άρθρου 82 ΕΚ (καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά). Τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο ελέγχου σε σχέση με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορούσαν, κατά την άποψη της Solvay να χρησιμοποιηθούν ως έρεισμα για την έκδοση αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ή το άρθρο 82 EΚ.
1. Το παραδεκτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
125. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται στις ίδιες αιτιάσεις που η Solvay προέβαλε πρωτοδίκως.
126. Η ένσταση αυτή στερείται ερείσματος.
127. Βεβαίως, κατά παγία νομολογία, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (103). Ωστόσο, εφόσον διάδικος αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να συζητηθούν εκ νέου κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, εάν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αναίρεσή του σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρετική διαδικασία θα έχανε εν μέρει τη σημασία της (104).
128. Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, η Solvay εξετάζει διεξοδικά τις σκέψεις 218 έως 230 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και προβάλλει, παραπέμποντας σε αποφάσεις του Δικαστηρίου, συγκεκριμένες νομικές αιτιάσεις όσον αφορά τις αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αμιγή επανάληψη του αντίστοιχου λόγου στο σύνολό του όπως προβλήθηκε πρωτοδίκως.
129. Κατά συνέπεια, το παραδεκτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να τεθεί σοβαρά εν αμφιβόλω.
2. Το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 3, και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17)
130. Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, οι πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν στο πλαίσιο ελέγχου που άσκησε η Επιτροπή κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τον επιδιωκόμενο με τον έλεγχο σκοπό. Επομένως, η διάταξη περιέχει, αφενός, δεσμευτικό σκοπό και, αφετέρου, απαγόρευση χρήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που συνέλεξε η Επιτροπή.
131. Στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχουν διαφωνίες ως προς την εμβέλεια που έχουν ο ως άνω σκοπός και η απαγόρευση χρήσεως. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν η Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά μπορεί να στηριχθεί σε αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο συνέλεξε προηγουμένως στο πλαίσιο ελέγχου σε σχέση με τεκμαιρόμενες παραβάσεις της απαγορεύσεως αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων επιχειρήσεων στην ίδια αγορά.
132. Επ’ αυτού, το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 δεν παρέχει συγκεκριμένες ενδείξεις. Επομένως, ως αφετηρία πρέπει να ληφθούν η έννοια και ο σκοπός της ως άνω διατάξεως.
133. Γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 σκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων που θίγονται από τα μέτρα ελέγχου της Επιτροπής(105). Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο, τα εν λόγω δικαιώματα άμυνας θα διακυβεύονταν σοβαρώς, εάν μπορούσε η Επιτροπή να επικαλείται σε βάρος των επιχειρήσεων αποδείξεις οι οποίες, συλλεγείσες κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου, είναι άσχετες προς το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου αυτού (106).
134. Επομένως, αποφασιστικής σημασίας για την εμβέλεια του υφισταμένου κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 σκοπού και της απαγορεύσεως χρήσεως είναι το αντικείμενο και ο σκοπός του εκάστοτε ελέγχου. Ο σκοπός και το αντικείμενο απορρέουν από την καταρτιζόμενη από την Επιτροπή εντολή διενεργείας ελέγχου (107). Πρέπει να αναγράφονται, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 17 στην εκάστοτε απόφαση περί διενεργείας ελέγχου της Επιτροπής, πράγμα που συνιστά θεμελιώδη εγγύηση για τα δικαιώματα άμυνας των οικείων επιχειρήσεων (108).
135. Στην παρούσα υπόθεση, η από 5 Απριλίου 1989 απόφαση της Επιτροπής περί διενεργείας ελέγχου, επί τη βάσει της οποίας διεξήχθη έλεγχος των εταιρικών εγκαταστάσεων της Solvay, στηρίχθηκε μόνο στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 81 EΚ) (109). Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν απέβλεπε παρά στο να ελέγξει αν η Solvay μετείχε σε συμπράξεις και/ή σε εναρμονισμένες πρακτικές. Από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι υπήρχε επίσης υποψία για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως (110).
136. Από το σύνολο των ανωτέρω η Solvay συνάγει ότι δεν ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συνελέγησαν κατά τον έλεγχο, για τη διαπίστωση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά υπό την έννοια του άρθρου 82 EΚ (πρώην άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ).
137. Εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι πειστική.
138. Στην απόφαση περί διενεργείας ελέγχου, η Επιτροπή οφείλει βεβαίως «να αναφέρει σαφώς τις υποψίες που σκοπεύει να εξετάσει» (111). Με τον τρόπο αυτόν, πρέπει να αποφεύγεται η υπό της Επιτροπής διενέργεια ελέγχων στην τύχη, χωρίς συγκεκριμένες υπόνοιες (112) –πρακτική για την οποία χρησιμοποιείται συχνά ο αγγλικός όρος fishing expeditions.
139. Πάντως, με την υποχρέωση αναφοράς του αντικειμένου και του σκοπού του ελέγχου δεν μπορεί να νοείται η δεσμευτική περιγραφή όλων των νομικών διατάξεων, τις οποίες ενδεχομένως παρέβησαν οι οικείες επιχειρήσεις. Πράγματι, ουδόλως χρειάζεται να προβεί η Επιτροπή σε αυστηρό νομικό χαρακτηρισμό των φερομένων παραβάσεων στο εν λόγω πρώιμο στάδιο των ερευνών της (113).
140. Ενίοτε είναι, ούτως ή άλλως, λίαν δυσχερές να εκτιμηθεί εκ των προτέρων αν η συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως με ισχυρή θέση στην αγορά εμπεριέχει παράβαση της απαγορεύσεως συμπράξεως (άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, άρθρο 81 ΕΚ και άρθρο 101 ΣΛΕΕ) ή συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά (άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, άρθρο 82 EΚ και άρθρο 102 ΣΛΕΕ). Όπως ορθώς εκθέτει η Επιτροπή, ενδέχεται μάλιστα να υφίστανται επικαλύψεις στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως συμπράξεων και της απαγορεύσεως καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως (114).
141. Επιπλέον, υπάρχουν έλεγχοι τόσο σε σχέση με τη μία όσο και με την άλλη διάταξη με την ένδειξη του ίδιου βασικού σκοπού, δηλαδή τη διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού των Συνθηκών και την προστασία του ανταγωνισμού από τις στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά (115).
142. Για τον λόγο αυτόν, θα αποτελούσε έκφραση υπέρμετρα στενής και σχολαστικής προσεγγίσεως ο εκ των προτέρων περιορισμός του αντικειμένου και του σκοπού ελέγχου στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού σε μια μόνον συγκεκριμένη, ρητώς περιγραφόμενη ουσιαστικού δικαίου απαγόρευση και ο κατηγορηματικός αποκλεισμός άλλων απαγορεύσεων.
143. Αντιθέτως, στο πλαίσιο ελέγχου σε υπόθεση συμπράξεως επιδιώκεται, πρωτίστως, η διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων (116), για παράδειγμα σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεως επιχειρήσεων, με την επίδειξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς στην αγορά και τις οικονομικές θεωρήσεις στις οποίες στηρίζονται.
144. Η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε ακριβέστερο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που ερεύνησε σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, δηλαδή, κατ’ αρχάς, προσωρινά, υπό τη μορφή ανακοινώσεως των αιτιάσεων και, στη συνέχεια, οριστικά, με την έκδοση της αποφάσεώς της με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία (117). Αυτό δεν έχει καμία επίπτωση στις δυνατότητες άμυνας των οικείων επιχειρήσεων, οι οποίες, αντιθέτως, διασφαλίζονται ακριβώς με την ανακοίνωση των αιτιάσεων και τη συνδεόμενη με αυτή προηγούμενη ακρόαση.
145. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δέχθηκε ότι τα έγγραφα που συνέλεξε κατά τον έλεγχο του Απριλίου του 1989 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που στηρίχθηκε στο άρθρο 82 EΚ (118).
β) Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (αιτίαση περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών)
146. Περαιτέρω, η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών. Κακώς το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ομοιότητα μεταξύ των συμπράξεων επιχειρήσεων ή των εναρμονισμένων πρακτικών, όπως αυτές που αποτελούσαν έρεισμα του ελέγχου του 1989, και της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά, όπως αυτή που διαπιστώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση (119).
147. Η αιτίαση αυτή είναι επίσης αβάσιμη. Στηρίζεται σε ανακριβή ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
148. Η αναιρεσείουσα παραβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν θεώρησε όμοιες τις παραβάσεις που καλύπτονται από το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 81 EΚ, άρθρο 101 ΣΛΕΕ) και από το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 82 EΚ, άρθρο 102 ΣΛΕΕ) αφεαυτών, αλλά μόνο τα πραγματικά περιστατικά («πρακτικές»), τα οποία εξέτασε η Επιτροπή στο πλαίσιο του ελέγχου της και στα οποία στηρίχθηκε τελικώς με την προσβαλλόμενη απόφαση (120). Ακριβώς όμως αυτά τα πραγματικά περιστατικά –και όχι ο νομικός χαρακτηρισμός τους– έχουν σημασία προκειμένου να εκτιμηθεί αν η Επιτροπή παρέβη τον σκοπό και την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως αποδεικτικών στοιχείων υπό την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (121).
149. Όπως διαπίστωσε (122) το Γενικό Δικαστήριο –χωρίς να υπάρξει αντίκρουση συναφώς–, τόσον η εντολή για τη διενέργεια του ελέγχου του 1989 όσο και η προσβαλλόμενη απόφαση του έτους 2000 αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή αποκλειστικών διακανονισμών αγοράς. Ενόψει αυτού, νομίμως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνδέεται επαρκώς με το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου του 1989 (123), οπότε η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως αποδεικτικών στοιχείων του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 δεν παραβιάσθηκε.
γ) Προσωρινό συμπέρασμα
150. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Γ – Επί των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
151. Με τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Solvay προσάπτει κατ’ ουσίαν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
152. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία επιβεβαιώνεται κατ’ επανάληψη στη νομολογία του Δικαστηρίου (124). Εν τω μεταξύ κωδικοποιήθηκε και στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (125).
153. Οι προβαλλόμενες από τη Solvay αιτιάσεις στο πλαίσιο του τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου αναιρέσεως είναι θεμελιώδους σημασίας και παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τη νομολογία του για τα δικαιώματα άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία σε υποθέσεις συμπράξεων.
154. Το διαδικαστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι τρεις αυτοί λόγοι αναιρέσεως έχει ως εξής:
– Πριν από την έκδοση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου του 1990 στην παρούσα υπόθεση (απόφαση 91/299) η Επιτροπή παρέσχε στη Solvay την ευκαιρία, επί τη βάσει ανακοινώσεως των αιτιάσεων, να λάβει θέση επί των αιτιάσεων (126). Δεν παρασχέθηκε στη Solvay πρόσβαση στον φάκελο κατά τη συνήθη έννοια∙ τέθηκαν στη διάθεση της επιχειρήσεως μόνον αντίγραφα των επιβαρυντικών εγγράφων, στα οποία η Επιτροπή είχε στηρίξει τις αιτιάσεις της (127). Με τον τρόπο αυτό εσκοπείτο να «απλοποιηθεί η διαδικασία» (128).
– Το 2000, επομένως πριν από την έκδοση της δεύτερης, εν προκειμένω προσβαλλόμενης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/6), δεν πραγματοποιήθηκε εκ νέου ακρόαση της Solvay (129), ούτε παρασχέθηκε στην επιχείρηση πρόσβαση στον φάκελο (130).
– Για πρώτη φορά στη δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (υπόθεση T‑57/01), η Επιτροπή προσκόμισε τμήμα των εγγράφων της διοικητικής διαδικασίας, αφού το Γενικό Δικαστήριο την κάλεσε επανειλημμένως να προβεί στη σχετική κατάθεση με μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας (131). Η Solvay μπόρεσε να μελετήσει πολλά έγγραφα στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στα οποία δεν είχε πρόσβαση προηγουμένως. Παρεσχέθη στην επιχείρηση και η ευκαιρία να διατυπώσει παρατηρήσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη χρησιμότητα των εγγράφων εκείνων για την άμυνά της (132).
– Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν μπορούσε πλέον να ανεύρει τα διαδικαστικά έγγραφα που έλλειπαν –ακριβέστερα πέντε υπο-φακέλους (133). Η Επιτροπή δεν ήταν επίσης σε θέση να προσκομίσει στο Γενικό Δικαστήριο κατάλογο των εγγράφων που έλλειπαν (134).
155. Για τον λόγο αυτόν, η Solvay προβάλλει, αφενός, προσβολή του δικαιώματός της για πρόσβαση στον φάκελο (τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως, βλ. συναφώς κατωτέρω τμήμα 1) και, αφετέρου, προσβολή του δικαιώματός της για προηγούμενη ακρόαση (πέμπτος λόγος αναιρέσεως, βλ. συναφώς κατωτέρω, τμήμα 2).
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο (τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
156. Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα επιβαρυντικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες (135).
157. Δεν αμφισβητείται ότι, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, γνωστοποιήθηκαν στη Solvay μόνον τα τμήματα του διοικητικού φακέλου, τα οποία η Επιτροπή χρησιμοποίησε στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά της επιχειρήσεως. Αποκλείσθηκε η πρόσβαση της επιχειρήσεως σε πολλά άλλα έγγραφα από τον διοικητικό φάκελο, ως προς τα οποία η Solvay είχε ομοίως σχετική αξίωση λόγω των δικαιωμάτων άμυνας. Επομένως, η Επιτροπή παρέβη θεμελιώδη διαδικαστικό κανόνα (136), ο οποίος είναι απόρροια του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως (137). Η εν λόγω διαδικαστική παράβαση δεν μπορεί πλέον να θεραπευθεί μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως με την προσκόμιση μεμονωμένων εγγράφων κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας (138).
158. Στο παρόν στάδιο οι διάδικοι εξετάζουν μόνο το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενόψει της αναφερθείσας διαδικαστικής παραβάσεως της Επιτροπής. Κατά παγία νομολογία, οι διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την πρόσβαση στα έγγραφα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας μπορούν να επισύρουν την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, μόνον οσάκις θίγονται τα δικαιώματα άμυνας (139).
159. Αντιθέτως προς την Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο, η Solvay θεωρεί δεδομένη την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και την τεκμηριώνει με πολλά επιχειρήματα. Συναφώς η αναιρεσείουσα στηρίζεται κατ’ ουσίαν στις αναγνωριζόμενες στο δίκαιο της Ενώσεως γενικές αρχές του δικαίου για την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας, για το τεκμήριο αθωότητας και για την κατανομή του βάρους αποδείξεως. Παραλλήλως, η Solvay προσάπτει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθώς και παραβάσεις του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 48 και του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
160. Πάντως, η Solvay προβαίνει σε περαιτέρω διευκρινίσεις μόνον ως προς τα δικαιώματα άμυνας, καθώς και, ακροθιγώς, ως προς το τεκμήριο αθωότητας και την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Οι μεμονωμένες παραπομπές της στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ και στο άρθρο 6, παράγραφος 1 ΣΕΕ δεν έχουν αυτοδύναμο περιεχόμενο, οπότε δεν χρήζουν εμπεριστατωμένης εξετάσεως. Ως προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αρκεί να αναφερθεί ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει, αφεαυτής, εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το άρθρο 6 ΕΣΔΑ δεν έχει μεν άμεση εφαρμογή στα όργανα της Ενώσεως πριν από την προσχώρηση της Ενώσεως στην ΕΣΔΑ (140), πλην όμως λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της εφαρμογής των γενικών αρχών του δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενωσιακού δικαίου (141).
161. Προκειμένου να αξιολογηθούν οι αιτιάσεις της Solvay όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας, το τεκμήριο αθωότητας και την υποχρέωση αιτιολογήσεως, προτείνω να υιοθετηθεί η σειρά εξετάσεως που ακολούθησε η Επιτροπή, η οποία είναι προσανατολισμένη στη δομή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, θα λάβω πρώτα θέση επί του παραδεκτού του τρίτου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως (συναφώς κατωτέρω, υπό α΄), πριν εξετάσω τις αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τα έγγραφα στα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση πρωτοδίκως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως, συναφώς κατωτέρω, υπό β΄)∙ τέλος, θα ασχοληθώ με τις αιτιάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο το τμήμα του διοικητικού φακέλου που έχει εξαφανιστεί (τρίτος λόγος αναιρέσεως, συναφώς κατωτέρω, υπό γ΄).
α) Το παραδεκτό του τρίτου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
162. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του τέταρτου και ενός σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Ισχυρίζεται ότι η αξιολόγηση της χρησιμότητας ορισμένων εγγράφων για την άμυνα μιας επιχειρήσεως αποτελεί τμήμα της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία ανήκει μόνο στο Γενικό Δικαστήριο και εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ελέγχου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
163. Εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι πειστική. Στην παρούσα υπόθεση δεν ζητείται από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει, όσον αφορά μεμονωμένα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, με τη δική του εκτίμηση την αξιολόγηση του Γενικού Δικαστηρίου (142). Καλείται, αντιθέτως, να εξετάσει αν το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, στηρίχθηκε στα ορθά κριτήρια. Πρόκειται συναφώς για ένα νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαστήριο (143).
β) Επί των τμημάτων του διοικητικού φακέλου ως προς τα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση μόνον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
164. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 417 έως 446 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες είναι αφιερωμένες στη χρησιμότητα, για την άμυνα της Solvay, των τμημάτων του διοικητικού φακέλου ως προς τα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση για πρώτη φορά κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία. Επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η χρησιμότητα αυτή αποδείχθηκε, κατέληξε ότι η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας (144).
i) Το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
165. Το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκ των οποίων θεωρώ την πρώτη αβάσιμη, τη δεύτερη όμως βάσιμη.
166. Αφενός, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει εκ των προτέρων τις προβληθείσες πρωτοδίκως προσβολές των δικαιωμάτων άμυνας, επομένως πριν από την προσαπτόμενη ουσιαστικού δικαίου πλάνη εκτιμήσεως. Άλλως, υφίσταται ο κίνδυνος να παρασυρθεί το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της χρησιμότητας διαφόρων εγγράφων για την άμυνα της επιχειρήσεως, από το αποτέλεσμα της εξετάσεως του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
167. Η πρώτη αυτή αιτίαση πρέπει να απορριφθεί. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, δεν υφίσταται, από λογικής απόψεως, υποχρέωση τηρήσεως σειράς όσον αφορά την εξέταση αιτιάσεων ουσιαστικού και διαδικαστικού δικαίου (145). (Το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αιτιάσεων διαδικαστικού χαρακτήρα, μπορεί να παρασυρθεί από την τύχη των ουσιαστικού δικαίου αιτιάσεων μιας επιχειρήσεως θα εξετασθεί χωριστά στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως (146)).
168. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αναδεικνύει μια υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση ως προς τον σκοπό της προσβάσεως στον φάκελο. Κατά τη γνώμη της, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να αρνηθεί τη χρησιμότητα διαφόρων εγγράφων για την άμυνα με το αιτιολογικό είτε ότι η Solvay γνώριζε ήδη τις πληροφορίες που περιείχαν τα εν λόγω έγγραφα είτε ότι αυτά αφορούσαν σημεία τα οποία είχε ούτως ή άλλως προβάλει η επιχείρηση.
169. Σε αντιδιαστολή προς την πρώτη, η εν λόγω δεύτερη αιτίαση ευσταθεί.
170. Ο σκοπός της προσβάσεως στον φάκελο έγκειται στο να εξασφαλισθεί στις μετέχουσες στη διοικητική διαδικασία επιχειρήσεις, στις οποίες προσάπτεται παράβαση των περί ανταγωνισμού κανόνων του δικαίου της Ενώσεως (αυτές καλούνται και «ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις»), η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας (147). Πρέπει να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να λάβουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, ώστε να μπορέσουν, βάσει των στοιχείων αυτών, να λάβουν λυσιτελώς θέση επί των συμπερασμάτων στα οποία έχει καταλήξει με την ανακοίνωση των αιτιάσεών της η Επιτροπή (148). Για τον λόγο αυτόν ενισχύεται η ισότητα των όπλων μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και της Επιτροπής, και, συνακολούθως, η δίκαιη διοικητική διαδικασία.
171. Εάν, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν κοινοποιήθηκαν στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση απαλλακτικά έγγραφα, η επιχείρηση αυτή οφείλει αργότερα να αποδείξει απλώς ότι η παράλειψη κοινοποιήσεως του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής (149). Αρκεί συναφώς να αποδείξει η επιχείρηση ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της (150).
172. Σίγουρα αυτό ισχύει πρωτίστως για τα έγγραφα τα οποία θα είχαν παράσχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία τη δυνατότητα να προβάλει νέες απόψεις. Με την απόφαση Aalborg Portland, το Δικαστήριο αναφέρεται συναφώς σε στοιχεία, «τα οποία δεν συμφωνούσαν με τους επαγωγικούς συλλογισμούς που διατύπωνε κατά το στάδιο αυτό η Επιτροπή και τα οποία θα μπορούσαν, συνεπώς, να έχουν επηρεάσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που επρόκειτο να διατυπώσει η Επιτροπή με την τυχόν απόφασή της, τουλάχιστον ως προς τη βαρύτητα και τη διάρκεια της συμπεριφοράς που προσάφθηκε στην επιχείρηση και, ως εκ τούτου, ως προς το επίπεδο του προστίμου» (151).
173. Δεν νομίζω όμως ότι από την απόφαση Aalborg Portland καθώς και από ορισμένες άλλες αποφάσεις, στις οποίες το Δικαστήριο χρησιμοποίησε παρεμφερείς διατυπώσεις (152), μπορεί να συναχθεί γενικός περιορισμός του σκοπού της προσβάσεως στον φάκελο στον απλό εντοπισμό νέων στοιχείων. Αντιθέτως, έχω την εντύπωση ότι με την απόφαση Aalborg Portland επιδιώκεται κάποιο άνοιγμα του Δικαστηρίου προς άλλους σκοπούς της προσβάσεως στον φάκελο και μάλιστα, ιδίως, με τη διατύπωση «θα μπορούσε… να έχει επηρεάσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο» (153).
174. Όπως ορθώς παρατηρεί η Solvay, ο σκοπός της προσβάσεως στον φάκελο δεν εξαντλείται στην παροχή της δυνατότητας στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να προβάλει νέα επιχειρήματα ή απόψεις στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Αντιθέτως, η πρόσβαση στα έγγραφα έχει σημαντικό πρακτικό ενδιαφέρον για τον λόγο ότι παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να ευθυγραμμίσει την επιχειρηματολογία της στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας με τις απόψεις τρίτων –όπως πελατών, προμηθευτών, ανταγωνιστών και ενώσεων. Η ενδιαφερόμενη επιχείρηση μπορεί ιδίως να χρησιμοποιήσει, εάν παραστεί ανάγκη, τις απόψεις τρίτων για να θεμελιώσει καλύτερα τις δικές της απόψεις έναντι της Επιτροπής.
175. Είναι προφανές ότι οι απαντήσεις της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως έναντι της Επιτροπής μπορούν να έχουν μεγάλη βαρύτητα, εάν δεν στηρίζονται μόνο στα δικά της εσωτερικά έγγραφα και στις δικές της γνώσεις ή σε πηγές που είναι προσβάσιμες σε όλους, αλλά επιβεβαιώνονται επιπλέον από τις απόψεις τρίτων με ενδεχομένως Αντιθέτως συμφέροντα (154). Πράγματι, σκοπός της διοικητικής διαδικασίας δεν είναι μόνο να προβάλει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση βάσιμα επιχειρήματα, αλλά και να τεκμηριώσει και να αποδείξει επαρκώς τα επιχειρήματα αυτά.
176. Το Γενικό Δικαστήριο παραβλέπει το γεγονός αυτό, καθόσον διαπιστώνει σε πλείονα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η μη κοινοποίηση ορισμένων εγγράφων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας δεν μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως εις βάρος της Solvay,
– διότι η επιχείρηση «δεν αγνοούσε» τα σημεία που αναγράφονταν στα έγγραφα (155),
– διότι η επιχείρηση ήταν σε θέση να μάθει η ίδια ορισμένες πληροφορίες (156), χωρίς να χρειάζεται να στηριχθεί στα έγγραφα των ανταγωνιστών της (157),
– διότι η επιχείρηση είχε ήδη προβάλει ορισμένα επιχειρήματα που απορρέουν από τα έγγραφα αυτά (158) ή
– διότι η πραγματική κατάσταση που απορρέει από τα έγγραφα ήταν ήδη γνωστή στην Επιτροπή (159).
177. Η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να παράσχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να οργανώσει καλύτερα την άμυνά της (160), από ό,τι θα μπορούσε να το πράξει με τις δικές της ικανότητες. Με την υπερβολικά στενή ερμηνεία του σκοπού της προσβάσεως στον φάκελο, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τα προ ολίγου αναφερθέντα στοιχεία (161), το Γενικό Δικαστήριο παραγνώρισε την εμβέλεια των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και, επομένως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
ii) Το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
178. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έθεσε υπέρμετρα αυστηρές προϋποθέσεις για την απόδειξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται συναφώς σε ορισμένα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι,
– η Solvay «δεν απέδειξε ότι η μη ανακοίνωση [ορισμένων εγγράφων] μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως» (162), και
– τα στοιχεία που προέβαλε η Solvay κατόπιν της εξετάσεως του φακέλου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν θέτουν εν αμφιβόλω την ανάλυση της Επιτροπής που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (163).
179. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η Solvay, το κριτήριο για να γίνει δεκτή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω διαδικαστικής παρατυπίας κατά την πρόσβαση στον φάκελο δεν είναι αν η παράλειψη χορηγήσεως προσβάσεως σε απαλλακτικό έγγραφο «επηρέασε» την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής σε βάρος της επιχειρήσεως αυτής, αλλά αν «μπορούσε να επηρεάσει» (164) την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
180. Η διαφορά μεταξύ των διατυπώσεων «επηρέασε» και «μπορούσε να επηρεάσει» μπορεί εκ πρώτης όψεως να είναι ήσσονος σημασίας. Επομένως, υπάρχει ο πειρασμός να απορριφθεί η αιτίαση της Solvay ως σημασιολογικό σόφισμα.
181. Στην πραγματικότητα, οι γλωσσικές αυτές αποχρώσεις αποκαλύπτουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της προβληθείσας από τη Solvay αιτιάσεως περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, εφάρμοσε εσφαλμένα κριτήρια: κακώς απαίτησε την απόδειξη του ότι με την κοινοποίηση των επίδικων εγγράφων υπήρχε πιθανότητα να καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα (165). Ενεργώντας ορθά, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει μόνον αν υπήρχε πιθανότητα –έστω και περιορισμένη– για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση να μπορούσαν τα έγγραφα στα οποία δεν παρασχέθηκε πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία να της έχουν φανεί χρήσιμα για την άμυνά της (166). Πράγματι, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο εάν της είχε παρασχεθεί πρόσβαση στα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα (167).
182. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον έλεγχο των δικαιωμάτων άμυνας.
183. Η Solvay προσάπτει επιπλέον στο πλαίσιο αυτό και προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας, πλην όμως η αιτίαση αυτή δεν έχει, κατ’ εμέ, αυτοτελές περιεχόμενο παράλληλα προς την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, οπότε δεν θα την εξετάσω περαιτέρω.
184. Τέλος, η Solvay θεωρεί αντιφατική την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επειδή το Γενικό Δικαστήριο παραθέτει αρχικώς το ορθό κριτήριο ελέγχου («υπήρχε πιθανότητα, έστω και περιορισμένη, να καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα» (168)), ενώ αντιθέτως, στη συνέχεια, έθεσε αυστηρότερο κριτήριο (η Solvay «δεν απέδειξε ότι η μη ανακοίνωση των εγγράφων …. μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως» (169) και «δεν [τίθεται] εν αμφιβόλω η ανάλυση της Επιτροπής που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση» (170)). Όπως κατέδειξα ανωτέρω (171), οι προϋποθέσεις της αποδείξεως της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας αποτελούν ζήτημα που ανάγεται στο περιεχόμενο και όχι στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε ενδεχομένως σε πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με τα δικαιώματα άμυνας, εξ αυτού όμως δεν συνάγεται ταυτοχρόνως πλημμέλεια της αιτιολογίας.
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
185. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι ως επί το πλείστον βάσιμος. Το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, παρέβλεψε τον σκοπό της προσβάσεως στον φάκελο κατά την εξέταση της χρησιμότητας των εγγράφων στα οποία δεν παρασχέθηκε πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία και, αφετέρου, έθεσε υπέρμετρα αυστηρές απαιτήσεις σε σχέση με την απόδειξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
γ) Επί της απώλειας τμημάτων του διοικητικού φακέλου (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
186. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την απώλεια τμημάτων του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής. Βάλλει κατά των σκέψεων 465 έως 482 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν από την έλλειψη πέντε υπο-φακέλων συνάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Solvay (172), και έδωσε αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό (173).
187. Η αναιρεσείουσα προβάλλει πολλές αιτιάσεις όσον αφορά τα επίμαχα χωρία της αποφάσεως, στα οποία είναι αφιερωμένα τα έξι σκέλη του εν λόγω τρίτου λόγου αναιρέσεως. Πάντως, μεταξύ αυτών υπάρχουν πολλές επικαλύψεις. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για το ίδιο ζήτημα: μπορούσε το Γενικό Δικαστήριο να αποκλείσει το ότι τα εξαφανισθέντα έγγραφα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της Solvay (174);
188. Συμμερίζομαι την άποψη της αναιρεσείουσας ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
189. Αφετηρία των σκέψεων θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι μια επιχείρηση, στην οποία παρανόμως δεν παρασχέθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία η πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα του διοικητικού φακέλου, πρέπει να αποδείξει απλώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα επίδικα έγγραφα για την άμυνά της (175). Αρκεί ότι η επιχείρηση αποδεικνύει την ύπαρξη –έστω και περιορισμένης– πιθανότητας, ότι τα έγγραφα στα οποία δεν παρασχέθηκε πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία θα μπορούσαν να της έχουν φανεί χρήσιμα για την άμυνά της (176).
190. Στην παρούσα περίπτωση, η εξέταση της χρησιμότητας των τμημάτων του διοικητικού φακέλου στα οποία δεν είχε πρόσβαση η Solvay κατέστη βεβαίως δυσχερής για το Γενικό Δικαστήριο, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν τα οικεία έγγραφα.
191. Βεβαίως δεν θα ήταν σκόπιμο να θεωρείται σε κάθε περίπτωση αυτομάτως δεδομένο ότι εξαφανισθέντα τμήματα του φακέλου μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως. Εάν, μπορεί ευλογοφανώς να θεωρηθεί, επί παραδείγματι επί τη βάσει ενός πίνακα περιεχομένων με συγκεκριμένη σημασία, ότι τα επίμαχα τμήματα του διοικητικού φακέλου περιέχουν αποκλειστικώς έγγραφα, στα οποία ούτως ή άλλως δεν θα παρείχετο πρόσβαση –τούτο πρέπει να γίνει δεκτό ιδίως στην περίπτωση σχεδίων αποφάσεων και εσωτερικών σημειωμάτων της Επιτροπής, μπορεί όμως να αφορά και άλλα εμπιστευτικά έγγραφα (177)–, τότε μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
192. Πάντως, στην παρούσα περίπτωση, το περιεχόμενο των εξαφανισθέντων τμημάτων του διοικητικού φακέλου δεν μπορεί ούτε καν ενδεικτικώς να ανασυσταθεί (178). Στη νομολογία δεν έχει προφανώς διευκρινιστεί ακόμη το ζήτημα ποιόν πρέπει να επιβαρύνει το γεγονός αυτό. Πράγματι, οι μέχρι τούδε εκδοθείσες αποφάσεις αφορούσαν έγγραφα από τη διοικητική διαδικασία, το περιεχόμενο των οποίων ήταν σαφές και μπορούσε να εξετασθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (179).
193. Κατ’ αρχήν, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του ότι τμήματα του φακέλου, στα οποία η πρόσβαση της απαγορεύθηκε παρανόμως κατά τη διοικητική διαδικασία, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί για την άμυνά της (180). Πάντως, τούτο μπορεί να ισχύει μόνο στο μέτρο που η επιχείρηση διαθέτει τουλάχιστον ουσιαστικές ενδείξεις για τους συντάκτες, καθώς και τη φύση και το περιεχόμενο των εγγράφων στα οποία δεν της χορηγήθηκε πρόσβαση.
194. Αντιθέτως, η αδυναμία ανευρέσεως τμημάτων του διοικητικού φακέλου εμπίπτει στο πεδίο ευθύνης της Επιτροπής. Πράγματι, η Επιτροπή υποχρεούται, κατά την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να τηρεί νομοτύπως τον διοικητικό φάκελο και να τον διαφυλάσσει με ασφάλεια. Στη νομότυπη τήρηση του φακέλου περιλαμβάνεται ιδίως και η κατάρτιση ενός ουσιαστικού πίνακα περιεχομένων σε σχέση με τη μεταγενέστερη διασφάλιση της προσβάσεως στον φάκελο.
195. Εάν το περιεχόμενο απολεσθέντων υπο-φακέλων –όπως εν προκειμένω– δεν μπορεί να ανασυσταθεί με ασφάλεια ελλείψει τέτοιου πίνακα περιεχόμενων, τότε είναι δυνατή η συναγωγή ενός και μόνο συμπεράσματος όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας: δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα έγγραφα που δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν για την άμυνά της.
196. Εν τούτοις, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό το ακριβώς αντίθετο: κατά το Γενικό Δικαστήριο, μπορεί να αποκλεισθεί το ότι η Solvay θα μπορούσε να ανακαλύψει στους ελλείποντες «υπο-φακέλους» έγγραφα χρήσιμα για την άμυνά της (181).
197. Το Γενικό Δικαστήριο θεμελιώνει την εκτίμησή του δεχόμενο ότι όλες οι προβληθείσες από τη Solvay ουσιαστικού δικαίου αιτιάσεις («ουσιαστικές αιτιάσεις») κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν (182). Επομένως, η εκτίμηση της χρησιμότητας των εξαφανισθέντων υπο-φακέλων για την άμυνα της Solvay συνδέεται με το βάσιμο των ενστάσεών της κατά της διαπιστώσεως της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά (183). Με άλλα λόγια: Το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται ότι συνάγει το τεκμήριο ότι όποιος δεν είχε μέχρι τώρα «καλό χαρτί», δεν θα είχε βρει «άσους» ούτε στα υπόλοιπα τμήματα του διοικητικού φακέλου.
198. Η μέθοδος αυτή είναι νομικώς εσφαλμένη. Ασφαλώς η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των ιδιαιτέρων συνθηκών κάθε περιπτώσεως. Πάντως, η εξέταση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένου υπόψη αυτού που η Επιτροπή προσάπτει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, επομένως των αιτιάσεων που προβάλλει κατά της επιχειρήσεως (184). Πράγματι, η επιχείρηση πρέπει να αμυνθεί κατά των εν λόγω «αιτιάσεων» της Επιτροπής. Αντιθέτως, στερείται παντελώς σημασίας το ζήτημα ποιες ουσιαστικές αιτιάσεις έχει μέχρι τώρα προβάλει η επιχείρηση από την πλευρά της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και αν οι αιτιάσεις αυτές ευσταθούν.
199. Κακώς το Γενικό Δικαστήριο εξαρτά τη χρησιμότητα των εξασφανισθέντων εγγράφων για τη Solvay από το ζήτημα αν τα μέχρι τούδε επιχειρήματα της επιχειρήσεως «είναι αλυσιτελή» (185) ή «είναι ανακριβ[ή]» (186), αν η Solvay αμφισβήτησε την ορθότητα ορισμένων διαπιστώσεων της Επιτροπής (187) και αν έως τώρα δεν έχει παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις (188).
200. Θα ήταν ορθό να τεθεί αποκλειστικά το ερώτημα αν τα τμήματα του διοικητικού φακέλου που δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν περιείχαν πληροφορίες οι οποίες θα είχαν παράσχει στη Solvay τη δυνατότητα να θεμελιώσει πληρέστερα την έως τότε επιχειρηματολογία της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή να προβάλει νέα επιχειρήματα.
201. Το Γενικό Δικαστήριο παρακάμπτει το ερώτημα αυτό, καθόσον θέτει στο επίκεντρο τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά και την καταχρηστική της εκμετάλλευση (189). Πάντως, παραγνωρίζει συναφώς σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι οι απολεσθέντες υπο-φάκελοι θα μπορούσαν να περιέχουν πληροφορίες, κατάλληλες ενδεχομένως να κλονίσουν την ισχύ των αποδεικτικών στοιχείων ή εν πάση περιπτώσει να τα φωτίσουν από άλλη οπτική γωνία. Ορθώς η Solvay επισημαίνει το γεγονός αυτό.
202. Πρώτον, στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία το γεγονός ότι σημαντικά μερίδια αγοράς συνιστούν βεβαίως prima facie την απόδειξη για τη δεσπόζουσα θέση της Solvay στην αγορά. Όπως όμως αναγνωρίζει το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο (190), τούτο ισχύει μόνον υπό την επιφύλαξη της υπάρξεως εξαιρετικών περιστάσεων (191). Το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρινίζει όμως γιατί όλες οι ενδεχόμενες εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει να είναι γνωστές στην ίδια τη Solvay, με συνέπεια να μη μπορεί πλέον να προκύψει κανένα νέο στοιχείο για την άμυνά της από τα απολεσθέντα έγγραφα (192). Χρήσιμες ενδείξεις για τα μερίδια αγοράς, για την ισχύ των ανταγωνιστών και για το μέτρο ενδεχομένως υφιστάμενης αντισταθμιστικής ισχύος πελατών της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως στην αγορά μπορούν κάλλιστα να προκύψουν από τις απόψεις τρίτων (193).
203. Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας ορισμένων συμπεριφορών της Solvay –όπως οι εκπτώσεις που χορήγησε– προκύπτει βεβαίως από «άμεσες έγγραφες αποδείξεις» (194). Πάντως, αντιθέτως προς την αρχική αυτή εντύπωση, μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως, εάν προκύπτουν ενδείξεις για την ύπαρξη αντικειμενικής οικονομικής δικαιολογίας (195). Τέτοιες ενδείξεις δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να προκύπτουν από τη σφαίρα της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως, αλλά μπορούν να παρασχεθούν και από τρίτους –για παράδειγμα από τους πελάτες της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως. Επομένως, δεν πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να προέκυπταν οι ενδείξεις αυτές από τους εξαφανισθέντες υπο-φακέλους (196).
204. Αντιθέτως προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν εναπέκειτο στη Solvay να αποδείξει επακριβώς κατά πόσον από τα απολεσθέντα τμήματα του διοικητικού φακέλου μπορούσαν να προκύψουν ενδείξεις προς όφελός της. Ήταν αδύνατον να ανασυσταθεί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ultra posse nemo tenetur (εν αδυναμία εκτελέσεως δεν υφίσταται υποχρέωση). Περαιτέρω, οι συνέπειες της αδυναμίας αυτής δεν πρέπει να επιβαρύνουν τη Solvay, εφόσον την ευθύνη για την απώλεια των εν λόγω εγγράφων φέρει η Επιτροπή (197). Επομένως, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Solvay θα έπρεπε να αποδείξει εμπεριστατωμένα τη χρησιμότητα των απολεσθέντων εγγράφων για την άμυνά της (198) ήταν νομικώς εσφαλμένη.
205. Συνοψίζοντας, επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε εσφαλμένα κριτήρια, κατά την εξέταση του ζητήματος αν τα μη ανευρεθέντα έγγραφα του διοικητικού φακέλου μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της Solvay. Δεν έλαβε υπόψη τις απαιτήσεις που απορρέουν συναφώς από τα δικαιώματα άμυνας. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν ευσταθεί.
206. Η προβαλλόμενη συναφώς από τη Solvay παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο, το οποίο να βαίνει πέρα των εξετασθέντων ζητημάτων του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως στο πλαίσιο των δικαιωμάτων άμυνας. Επομένως, παρέλκει η χωριστή εξέτασή της.
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
207. Mε τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η Solvay βάλλει κατά των σκέψεων 184 έως 193 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί εκ νέου σε ακρόαση της επιχειρήσεως πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (199). Αντιθέτως, κατά την άποψη της Solvay, έπρεπε, κατά τη διοικητική διαδικασία του έτους 2000, να πραγματοποιηθεί ακρόαση, επειδή η πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου –η οποία ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο– (απόφαση 91/299) όχι μόνον κυρώθηκε παρατύπως, αλλά και χωρίς να παρασχεθεί πρόσβαση στον φάκελο.
α) Το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
208. Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως η Solvay προσάπτει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν εξετάζει το ζήτημα αν οι διαδικαστικές πλημμέλειες της πρώτης διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο είχαν καταστήσει αναγκαία νέα ακρόαση. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξετάζει αιτίαση της Solvay από την πρωτοβάθμια διαδικασία.
209. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, έστω και με μία μόνο πρόταση, την απαίτηση νέας ακροάσεως λόγω της προηγούμενης διαδικαστικής πλημμέλειας: Για την απάντηση στο ζήτημα αυτό παρέπεμψε στις αναλύσεις του σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο (200). Από την πλευρά του Γενικού Δικαστηρίου αυτό ήταν λογικό και συνεπές, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία ότι η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας σε σχέση με την παραλειφθείσα πρόσβαση στον φάκελο (201). Κατά τη λύση που υιοθετήθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει και η εκ νέου ακρόαση της Solvay.
210. Ούτως ή άλλως οι αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου για το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Το ζήτημα κατά πόσον αυτές είναι νομικώς ορθές και από απόψεως περιεχομένου αποτελεί αντικείμενο του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, με την εξέταση του οποίου θα ασχοληθώ στο εξής.
β) Το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
211. Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως η Solvay εξετάζει, από απόψεως περιεχομένου, το ζήτημα αν οι διαδικαστικές πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν το 1990 κατά την πρόσβαση στον φάκελο καθιστούσαν αναγκαία μεταγενεστέρως –πριν από την έκδοση της δεύτερης εν προκειμένω προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/6) το 2000– νέα ακρόαση της επιχειρήσεως.
212. Η Solvay προβάλλει, κατ’ ουσίαν, προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως καθώς και γενικώς των δικαιωμάτων της άμυνας. Παράλληλα, η αναιρεσείουσα προσάπτει παραβάσεις των άρθρων 47, δεύτερο εδάφιο, 48 και 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6 παράγραφος 3, ΣΕΕ, και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως καθώς και παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 233 EΚ). Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των αιτιάσεων είναι ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ανάγκη να προβεί η Επιτροπή σε νέα ακρόαση της Solvay.
213. Το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως αποτελεί τμήμα των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο σχετικής με έρευνα συμπράξεων διοικητικής διαδικασίας. Το δικαίωμα ακροάσεως σημαίνει ότι πρέπει να παρασχεθεί στην επιχείρηση για την οποία διεξάγεται έρευνα η ευκαιρία κατά τη διοικητική διαδικασία να καταστήσει κατά πρόσφορο τρόπο γνωστή την άποψή της σχετικά με το υποστατό και τη λυσιτέλεια των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών καθώς και για τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή (202). Σε επίπεδο κοινού νόμου, η αρχή αυτή είχε διατυπωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (203).
214. Είναι αναμφίβολο ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή προέβη σε ακρόαση της Solvay το 1990 –κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/299) –επί τη βάσει ανακοινώσεως αιτιάσεων. Αμφισβήτηση υπάρχει μόνον ως προς το ζήτημα αν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν μετά την ακύρωση της πρώτης αυτής αποφάσεως περί επιβολής προστίμου της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ (στο εξής: άρθρο 266 ΣΛΕΕ) περιελάμβαναν νέα ακρόαση.
215. Στο πλαίσιο σχετικής με έρευνα συμπράξεων διοικητικής διαδικασίας κατά τον κανονισμό 17, από το άρθρο 233 EΚ δεν συνάγεται κατ’ ανάγκη υποχρέωση της Επιτροπής να επαναλάβει εξ αρχής το σύνολο της διαδικασίας. Αντιθέτως, η Επιτροπή μπορεί να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο τα δικαστήρια της Ενώσεως διαπίστωσαν διαδικαστική πλημμέλεια. Στο μέτρο που οι διαδικαστικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν πριν εμφιλοχωρήσει η διαδικαστική πλημμέλεια ήσαν νόμιμες, δεν χρειάζεται να επαναληφθούν.
216. Στην υπόθεση PVC, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε λόγω τυπικής πλημμέλειας που οφειλόταν στην έκδοσή της από το σώμα των επιτρόπων, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι καλώς η Επιτροπή εξέδωσε, χωρίς να προβεί εκ νέου σε ακρόαση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, δεύτερη απόφαση, η οποία είχε κατ’ ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο με την ακυρωθείσα (204). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στη νομολογία αυτή για να αιτιολογήσει ότι και στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν αναγκαία νέα ακρόαση της Solvay (205).
217. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι η υπόθεση PVC και η παρούσα υπόθεση είναι πράγματι όμοιες. Τούτο διότι και στην παρούσα υπόθεση η πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου της Επιτροπής (απόφαση 91/299) ακυρώθηκε λόγω τυπικής πλημμέλειας κατά τη λήξη της διοικητικής διαδικασίας –ακριβέστερα κατά την κύρωση της αποφάσεως.
218. Πάντως, μετά από προσεκτική παρατήρηση, διαπιστώνεται μια αποφασιστικής σημασίας διαφορά: Σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση PVC, η διοικητική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έφερε ακόμη ένα άλλο σοβαρό σφάλμα, το οποίο εμφιλοχώρησε πριν από το στάδιο της τελικής εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου: Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση Solvay δεν παρασχέθηκε πρόσβαση στον φάκελο που να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (206).
219. Βεβαίως τα δικαστήρια της Ενώσεως δεν ασχολήθηκαν, στο πλαίσιο των αποφάσεών τους σχετικά με την πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/299) (207), με το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο και με τα δικαιώματα άμυνας, αλλά περιορίστηκαν μόνο στην εξέταση της προβληματικής της εκδόσεως. Πάντως, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα δικαστήρια της Ενώσεως επιβεβαίωσαν το νομότυπο της διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο και τα δικαιώματα άμυνας.
220. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, όσον αφορά την απόφαση 91/297, η οποία ανάγεται στην ίδια διοικητική διαδικασία σχετικά με το δίκαιο των συμπράξεων όπως και η απόφαση 91/299, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω ελλιπούς προσβάσεως στον φάκελο (208). Επιπλέον, ήδη από το 1982, υφίστατο σαφής πρακτική της Επιτροπής σε σχέση με τη χορήγηση προσβάσεως στον φάκελο (209).
221. Μπορεί να αναγνωριστεί στην Επιτροπή ότι οι διάφορες αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995 όσον αφορά τους σκοπούς και την έκταση της χορηγούμενης προσβάσεως στον φάκελο δεν υιοθέτησαν ενιαία προσέγγιση (210). Πάντως, το αργότερο κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν προκειμένω προσβαλλόμενης δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου το 2000, είχαν αρθεί οποιεσδήποτε ενδεχόμενες ασάφειες συναφώς (211).
222. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή όφειλε, στην παρούσα περίπτωση, μετά την ακύρωση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, να επαναλάβει τη διοικητική διαδικασία από το σημείο αμέσως μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Έπρεπε να χορηγήσει στη Solvay, σύμφωνα με τις νομικές επιταγές, γενική πρόσβαση στον φάκελο και να προβεί εκ νέου σε ακρόαση της επιχειρήσεως επί της βάσεως αυτής.
223. Το γεγονός ότι η δεύτερη, εν προκειμένω προσβαλλόμενη, απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/6) δεν στηρίζεται σε νέες αιτιάσεις ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί εκ νέου σε ακρόαση μετά την πρόσβαση στον φάκελο (212). Βεβαίως, η Solvay είχε ήδη το 1990 μία φορά την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της επί όλων των αιτιάσεων, στις οποίες η Επιτροπή στήριζε τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη απόφαση περί επιβολής προστίμου. Πάντως, έπρεπε να το πράξει επί τη βάσει μιας άκρως αποσπασματικής γνώσεως του διοικητικού φακέλου, επειδή της κοινοποιήθηκαν μόνον επιβαρυντικά έγγραφα (213).
224. Το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως δεν εξαντλείται στο δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων επί του συνόλου των αιτιάσεων της Επιτροπής. Αντιθέτως πρέπει να παρασχεθεί στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η ευκαιρία να προβάλει την άποψή της εν γνώσει όλων των τμημάτων του διοικητικού φακέλου στα οποία μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση. Άλλως, τα δικαιώματα άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων θα στερούνταν σε μεγάλο βαθμό της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας.
225. Η ευκαιρία υποβολής παρατηρήσεων έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο εάν έχει προηγουμένως χορηγηθεί νομοτύπως στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόσβαση στον φάκελο. Είναι προφανές ιδίως ότι μια επιχείρηση, στην οποία χορηγήθηκε πρόσβαση όχι μόνο στα επιβαρυντικά αλλά και στα απαλλακτικά έγγραφα, μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικότερα κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής, σε σχέση με επιχείρηση στην οποία κοινοποιήθηκε μόνο το επιβαρυντικό υλικό.
226. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως, καθόσον έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία νέα ακρόαση της Solvay από την Επιτροπή. Σε τελική ανάλυση, εξακολουθεί να υφίσταται εν προκειμένω η πλάνη περί το δίκαιο η οποία βαρύνει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο (214).
227. Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξετασθεί περαιτέρω η αρχή της χρηστής διοικήσεως την οποία επίσης επικαλείται η Solvay, επειδή η επιχειρηματολογία που στηρίζεται στην αρχή αυτή δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο παράλληλα προς αυτήν σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας και την προηγούμενη ακρόαση. Ομοίως παρέλκει, όπως ήδη διευκρινίστηκε (215), η εξέταση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
γ) Προσωρινό συμπέρασμα
228. Συνοψίζοντας, επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ευσταθεί.
Δ – Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
229. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 119 έως 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Solvay προβάλλει προσβολή του δικαιώματός της σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου ως γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως τόσο για τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής όσο και για τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως (216). Εν τω μεταξύ αποτυπώθηκε και στο άρθρο 41, παράγραφος 1, και στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
230. Μολονότι τα δικαστήρια της Ενώσεως είχαν ήδη ασχοληθεί πολλαπλώς με την προβληματική της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας στο πλαίσιο των υποθέσεων ανταγωνισμού, νομίζω ότι τα νομικά ζητήματα που έθεσε η Solvay έχουν ιδιαίτερη σημασία. Αφενός, αφορούν μια περίπτωση κατά την οποία η απόλυτη διάρκεια της διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη όλων των σταδίων της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, αναμφιβόλως ήταν ιδιαιτέρως μακρά. Αφετέρου, οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται υπό το πρίσμα της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την οποία ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κατέστη δεσμευτικό δίκαιο (άρθρο, παράγραφος 1, ΣΕΕ).
231. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως διαρθρώνεται σε πέντε συνολικά σκέλη, τα οποία έχουν ως αντικείμενο εν μέρει την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (βλ. κατωτέρω, υπ’ αριθ. 1) και εν μέρει τις έννομες συνέπειες της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (βλ. κατωτέρω, υπ’ αριθ. 2).
1. Απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
232. Οι νομικές απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας αποτελούν αντικείμενο των δύο πρώτων σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
α) Επί του προκριματικού ερωτήματος, κατά πόσον οι αιτιάσεις της Solvay είναι αλυσιτελείς
233. Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, οι αιτιάσεις της Solvay όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι «κατά το μεγαλύτερο μέρος αλυσιτελείς». Ασφαλώς η ενδεχόμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προϋποθέτει ένα ακόμη στάδιο –σκέψεις όσον αφορά τις κυρώσεις για υπερβολικά μακρά διαδικασία. Εν τούτοις, η εξέταση της διάρκειας της διαδικασίας αφεαυτής είναι απαραίτητη (217), διότι χωρίς τη διαπίστωση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα για την έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου. Τα κριτήρια τα οποία έθεσε το Γενικό Δικαστήριο για την εκ μέρους του εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορούν να διαφύγουν οποιουδήποτε νομικού ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
234. Οι αιτιάσεις της Solvay σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας θα ήσαν εν πάση περιπτώσει αλυσιτελείς, εάν η αναιρεσείουσα τις είχε προβάλει ανεξαρτήτως αιτιάσεων ως προς τις έννομες συνέπειες μιας υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας. Πάντως, εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσβάλλεται και από τις δύο απόψεις, αφού το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αφιερωμένα ειδικά στις έννομες συνέπειες.
235. Για τους λόγους αυτούς, η ένσταση της Επιτροπής περί του αλυσιτελούς χαρακτήρα των αιτιάσεων πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί της ανάγκης συνολικής αξιολογήσεως της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
236. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, κατά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας, έλαβε υπόψη μεμονωμένως μόνο τα κατ’ ιδίαν στάδια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, χωρίς όμως να αξιολογήσει τη διαδικασία που διαρκεί από τις έρευνες του Απριλίου 1989 στο σύνολό της.
237. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως, ιδίως ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων που διακυβεύονται από τη δίκη, ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως, ανάλογα με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών (218). To Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι ο κατάλογος των σχετικών κριτηρίων δεν είναι εξαντλητικός (219).
238. Αναμφιβόλως συνάδει προς τις επιταγές ενός πρόσφορου ελέγχου της διάρκειας της διαδικασίας το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο υποβάλλει κάθε μεμονωμένο στάδιο της διαδικασίας σε χωριστή αξιολόγηση (220). Εάν οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είχε υπερβολικά μακρά διάρκεια, το γεγονός αυτός δικαιολογεί αφεαυτού και μόνο τη διαπίστωση προσβολής του δικαιώματος για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (221).
239. Δεν συνάδει όμως προς τις επιταγές του πρόσφορου ελέγχου της διάρκειας της διαδικασίας μια «αποσπασματική» μόνον αξιολόγηση, αλλά και η συνολική αξιολόγηση της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας καθώς και ενδεχόμενης ένδικης διαδικασίας (222).
240. Στην επιταγή συνολικής θεωρήσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί το γεγονός ότι η διοικητική και η ένδικη διαδικασία είναι διαφορετικής φύσεως και οι επιταγές τις οποίες οφείλουν να τηρούν η διοίκηση και το δικαστήριο διατυπώνονται σε διαφορετικά σημεία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Από την πλευρά της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως σημασία έχει μόνο το ζήτημα πότε η «υπόθεσή» της κρίνεται οριστικά και από αμερόληπτο όργανο. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων περιέχουν δύο μόνον εκφάνσεις μιας και της ίδιας διαδικαστικού δικαίου γενικής αρχής, δηλαδή ότι τα υποκείμενα δικαίου μπορούν να αναμένουν την έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου προθεσμίας.
241. Βεβαίως, κατά κανόνα δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή προσβολή του δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, εάν κανένα στάδιο της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, μεμονωμένως θεωρούμενο, δεν ήταν υπέρμετρα μακράς διάρκειας. Όσο περισσότερα στάδια περιλαμβάνει η διαδικασία στο σύνολό της –αποτελούμενη από μία ή περισσότερες διοικητικές και/ή ένδικες διαδικασίες–, τόσο περισσότερη σημασία αποκτά η αξιολόγηση της συνολικής της διάρκειας.
242. Στην παρούσα περίπτωση, μετά από το πρώτο τμήμα της διοικητικής διαδικασίας (από το 1989 έως το 1990) και το πρώτο τμήμα της ένδικης διαδικασίας (από το 1991 έως το 2000) ακολούθησαν ένα –έστω και στοιχειώδες– δεύτερο τμήμα της διοικητικής διαδικασίας (2000) καθώς και μια δεύτερη ένδικη διαδικασία (από τον Μάρτιο του 2001) (223). Η συνολική διάρκεια όλων αυτών των διαδικαστικών σταδίων ανήλθε, κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε περισσότερα από 20 έτη∙ μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει μάλιστα 22 έτη. Καμία σχεδόν άλλη διαδικασία στο ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού δεν διήρκεσε τόσο πολύ (224).
243. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν δυνατή η πρόσφορη αξιολόγηση της διάρκειας της διαδικασίας χωρίς να ληφθεί υπόψη η συνολική διάρκεια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας μέχρι τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε συνολική αξιολόγηση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.
γ) Επί της προβαλλόμενης πλημμέλειας της αιτιολογίας (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
244. Η Solvay προσάπτει επιπλέον πλημμέλεια της αιτιολογίας (άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου), επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν περιέλαβε, στην εξέταση της διάρκειας της διαδικασίας στην οποία προέβη, το ενώπιόν του διαδικαστικό στάδιο.
245. Στην πραγματικότητα, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως κάνει μνεία της διάρκειας του σταδίου της διαδικασίας που διεξήχθη από το ίδιο (διαδικασία στην υπόθεση T‑57/01). Πάντως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως μπορεί να συνάγεται και εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεν ενδιαφερόμενοι μπορούν να διακρίνουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, το δε Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (225).
246. Στην παρούσα υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία ότι την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούσε να επιφέρει όχι η διάρκεια της διαδικασίας αλλά μόνον η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας –την οποία προκάλεσε η διάρκεια της διαδικασίας. Επειδή, κατά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, δεν ήταν αναγκαία, στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ρητή εκτίμηση των επιχειρημάτων της Solvay για τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεν υφίσταται συναφώς έλλειψη αιτιολογίας.
247. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
2. Οι έννομες συνέπειες υπερβολικά μακράς διαδικασίας (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
248. Με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η Solvay βάλλει κατά των εννόμων συνεπειών ενδεχομένης υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας.
α) Προϋπόθεση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
249. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως ανακύπτει ένα νομικό ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν η ενδεχόμενη προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας δικαιολογεί αφεαυτής και μόνο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως ή αν πρέπει επιπλέον να αποδεικνύεται προσβολή της ικανότητας άμυνας της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως (226).
250. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία της συλλογιστικής του ότι η υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, εφόσον αποδεικνύεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως να αμυνθεί αποτελεσματικά (227). Η μέθοδος αυτή συνάδει με την παγιωθείσα εν τω μεταξύ νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται γενικώς στο κατά πόσον η διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να έχει συνέπειες στην έκβασή της (228).
251. Πάντως, η Solvay θεωρεί τη νομολογία αυτή ξεπερασμένη και ζητεί από το Δικαστήριο να την αναθεωρήσει λόγω της νομικής δεσμευτικότητας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
252. Ιδιαίτερης σημασίας στο πλαίσιο αυτό είναι οι ενδείξεις του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη. Η διάταξη αυτή περιέχει, στην πρώτη πρόταση της, μια ρήτρα ομοιογένειας, κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη, που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ, έχουν την ίδια έννοια και εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ.
253. Είναι σαφές ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της Ενώσεως για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων διαμορφώθηκε κατ’ απομίμηση του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ (229). Αντιθέτως όμως προς την άποψη της Solvay, το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ δεν απαιτεί, κατά το παρόν στάδιο της ερμηνείας του από το ΕΔΔΑ, την ακύρωση αποφάσεως περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων και την παύση της διοικητικής διαδικασίας αποκλειστικά λόγω υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας για την έκδοση αποφάσεως.
254. Κατά γενικό κανόνα, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η ΕΣΔΑ καταλείπει στα συμβαλλόμενα κράτη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις μεθόδους και τα μέσα για την άρση ενδεχομένων προσβολών των θεμελιωδών δικαιωμάτων (230).
255. Από τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ συνάγεται επιπλέον ότι η ολική άρση ποινικών κυρώσεων και η παύση της σχετικής ποινικής διαδικασίας είναι μία μόνο δυνατή μορφή αποζημιώσεως υπό την έννοια του άρθρου 41 ΕΣΔΑ για την προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος λόγο υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (231). Δεν γίνεται λόγος για υποχρέωση των εθνικών αρχών να ακυρώσουν τις ποινικές κυρώσεις και να παύσουν τη διαδικασία. Αντιθέτως, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ρητώς και τη μείωση επιβληθείσας ποινής ως εύλογη αποζημίωση για την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (232). Ειδικά σε μια περίπτωση οικονομικής εγκληματικότητας, η οποία είχε ως αντικείμενο σοβαρή υπόθεση απάτης και η διάρκεια της διαδικασίας ανήλθε σε 17 έτη, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αρκούν η διαπίστωση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας και η μείωση της ποινής (233). Η λύση αυτή μπορεί κατά τη γνώμη μου να εφαρμοστεί και στις διαδικασίες έρευνας συμπράξεων, οι οποίες δεν παρουσιάζουν διαφορές από τις διαδικασίες έρευνας οικονομικών εγκλημάτων.
256. Στα ανωτέρω προστίθεται, όσον αφορά το δίκαιο του ανταγωνισμού, το γεγονός ότι το ίδιο το ΕΔΔΑ δεν φαίνεται να κατατάσσει τον εν λόγω τομέα δικαίου στο κλασσικό ποινικό δίκαιο∙ εκτός του «σκληρού πυρήνα» του ποινικού δικαίου, το ΕΔΔΑ εκκινεί από τη σκέψη ότι οι ποινικού δικαίου εγγυήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ δεν χρειάζεται να εφαρμόζονται οπωσδήποτε με απόλυτη αυστηρότητα (234).
257. Επομένως, κατά το παρόν στάδιο πρέπει να θεωρηθεί ότι από την επιταγή της ομοιογένειας του άρθρου 52, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν απορρέει καμία υποχρέωση για τα δικαστήρια της Ενώσεως να προβαίνουν οπωσδήποτε, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού, στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
258. Είναι βεβαίως δυνατόν, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, δεύτερη πρόταση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να παρέχει το δίκαιο της Ενώσεως ευρύτερη προστασία από την ΕΣΔΑ. Στο εν λόγω πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, πάντως, δεν υπάρχει κανένας λόγος προς τούτο.
259. Κατά την επιβολή κυρώσεως για προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας πρέπει να λαμβάνονται προσηκόντως υπόψη τόσο τα συμφέροντα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως όσο και το γενικό συμφέρον.
260. Το συμφέρον της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως έγκειται στο να επιτύχει μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αποζημίωση για τις συνέπειες της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος (235). Το γενικό συμφέρον έγκειται στην αποτελεσματική εφαρμογή (236) των κανόνων περί ανταγωνισμού της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς, οι οποίοι ανήκουν στις θεμελιώδεις διατάξεις των Συνθηκών (237).
261. Εάν ακυρωνόταν απόφαση της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων αποκλειστικά και μόνο λόγω της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας για την έκδοση της αποφάσεως κατά τη διοικητική ή την ένδικη διαδικασία, τότε όχι μόνο δεν θα κατεβάλλετο το επιβληθέν χρηματικό πρόστιμο, αλλά και δεν θα διαπιστωνόταν η παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού αφεαυτών. Η λύση αυτή αντιβαίνει στο γενικό συμφέρον για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού και βαίνει πέρα του εννόμου συμφέροντος της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως για την κατά το δυνατόν πληρέστερη αποζημίωση για την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος που υπέστη.
262. Δεν μπορεί να παρασχεθεί στην επιχείρηση η δυνατότητα, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της μη τηρήσεως εύλογης προθεσμίας εκδόσεως αποφάσεως, να θέσει υπό αμφισβήτηση το ότι υφίσταται παράβαση (238). Η κύρωση για την παράβαση του κανόνα της ευλόγου διαρκείας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται τη συνέχιση από την επιχείρηση ή την εκ νέου υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς που κρίθηκε αντίθετη προς τους κοινοτικούς κανόνες (239).
263. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, δεν βλέπω κανένα λόγο να προτείνω στο Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη νομολογία του ως προς το σημείο αυτό. Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επιπτώσεις της διάρκειας της διαδικασίας στην ικανότητα άμυνας της Solvay στην παρούσα περίπτωση (τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
264. Το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αφιερωμένο στις σκέψεις 132 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ενδεχόμενη παραβίαση της γενικής αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν έθιξε τη δυνατότητα της Solvay να αμυνθεί αποτελεσματικά και δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας. Η Solvay εντοπίζει κατ’ ουσίαν στις σκέψεις αυτές πλημμέλεια της αιτιολογίας και παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε επαρκώς με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η Solvay όσον αφορά την άμυνά της μετά την πάροδο τόσο μακρού χρόνου.
i) Επί της προβαλλομένης πλημμέλειας της αιτιολογίας
265. Η προβαλλόμενη πλημμέλεια της αιτιολογίας υπό την έννοια του άρθρου 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου πρέπει να συνίσταται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε πλείονα επιχειρήματα της Solvay από την πρωτοβάθμια διαδικασία σχετικά με τις δυσχέρειες όσον αφορά την άμυνά της.
266. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την υποχρέωση να εκθέτει διεξοδικώς έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ως εκ τούτου η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία προς άσκηση του ελέγχου του (240).
267. Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει, και μάλιστα ρητώς, έστω και εξαιρετικά σύντομα, το επιχείρημα της Solvay ότι της είναι δυσχερές να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής μετά την πάροδο τόσο μακρού χρόνου. Εκθέτει ευλόγως ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν προέβη, μετά την πρώτη ένδικη διαδικασία, σε καμία πράξη έρευνας και ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη κανένα νέο στοιχείο, που να καθιστά αναγκαία την άσκηση κάποιου δικαιώματος άμυνας (241).
268. Το γεγονός, πάντως, ότι η Solvay έχει ενδεχομένως διαφορετική γνώμη όσον αφορά την ουσιαστικού δικαίου αξιολόγηση των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή (242).
ii) Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο
269. Η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η παρέλευση υπερβολικά μακρού χρόνου δεν επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay επικρίνεται, όμως, από την αναιρεσείουσα και από απόψεως ουσιαστικού δικαίου. Η Solvay θεωρεί ότι η παρέλευση υπερβολικά μακρού χρόνου συνιστά παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.
270. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ενδεχομένως ότι η Solvay ζητεί από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, πράγμα το οποίο απαγορεύεται στην αναιρετική διαδικασία (243).
271. Από προσεκτικότερη παρατήρηση, όμως, συνάγεται ότι η Solvay δεν προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο τόσο την εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσο, αντιθέτως, την υποτίμηση ενός σημαντικού κατά την κρίση της γεγονότος: το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι ο χρόνος που παρήλθε από την έναρξη της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Κακώς το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνο τις επιπτώσεις της παρελεύσεως του χρόνου επί της ικανότητας άμυνας της Solvay ενώπιον της Επιτροπής (δηλαδή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας).
272. Το επιχείρημα αυτό ευσταθεί.
273. Κατά τον έλεγχο του κατά πόσον μια φερομένη ως μακράς διάρκειας διαδικασία επηρέασε δυσμενώς την ικανότητα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως να αμυνθεί, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να περιορίσει την εξέτασή του μόνο στην άμυνα στο πλαίσιο συγκεκριμένου σταδίου της διαδικασίας. Αντιθέτως, πρέπει να εξετάσει γενικώς αν η διάρκεια της διαδικασίας μπορούσε να επηρεάσει την επιχείρηση όσον αφορά την άμυνά της κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής (244).
274. Βεβαίως η άμυνα αυτή χωρεί πρωτίστως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, όπου χορηγείται στην επιχείρηση προηγούμενη ακρόαση επί τη βάσει της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Η άμυνα δεν περιορίζεται όμως στη διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση διαθέτει κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου την ένδικη προστασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ). Και στο πλαίσιο μιας τέτοιας ένδικης διαδικασίας πρέπει η επιχείρηση να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά των αιτιάσεων που της προσάπτει η Επιτροπή –εφεξής υπό τη μορφή τυπικής αποφάσεως.
275. Επομένως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στην εξέταση του ζητήματος αν η Solvay μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (245) και του αν η διάρκεια προηγούμενης ένδικης διαδικασίας –της ένδικης διαδικασίας T‑32/91 σχετικά με την πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/299)– είχε δυσμενείς συνέπειες (246). Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει στη συλλογιστική του και την παρούσα ικανότητα της επιχειρήσεως να αμυνθεί στο πλαίσιο της δεύτερης ένδικης διαδικασίας –της ένδικης διαδικασίας T‑57/01 για την εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση 2003/6.
276. Η λήψη υπόψη της ικανότητας άμυνας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας T‑57/01 έπρεπε να θεωρηθεί επιβεβλημένη στην παρούσα υπόθεση για δύο λόγους: αφενός, λόγω της ρητής προσκλήσεως της Solvay να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της μέχρι τούδε ένδικης διαδικασίας και, αφετέρου, λόγω του γεγονότος ότι στη Solvay παρασχέθηκε για πρώτη φορά πρόσβαση στον φάκελο κατά τη διάρκεια της εν λόγω ένδικης διαδικασίας –ακριβέστερα το 2005. Επομένως, ήταν αποφασιστικής σημασίας το αν η Solvay μπορούσε ακόμη το 2005 να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά των αιτιάσεων ή των διαπιστώσεων της Επιτροπής.
277. Το θεμελιώδες δικαίωμα για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας επιβάλλει να εκδίδει η Επιτροπή την απόφασή της περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας έρευνας συμπράξεων έγκαιρα, ώστε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να μπορεί ακόμη να αμυνθεί αποτελεσματικά ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως.
278. Επειδή το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με το εν λόγω σημαντικό από νομικής απόψεως γεγονός, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί το δίκαιο.
iii) Επί ορισμένων περαιτέρω αιτιάσεων
279. Τέλος, στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay επικαλείται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών καθώς και παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
280. Αυτές οι περαιτέρω αιτιάσεις δεν χρήζουν ενδελεχούς εξετάσεως. Η αιτίαση περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών δεν προβλήθηκε εμπεριστατωμένα (247) και δεν βλέπω καμία ένδειξη περί της παραμορφώσεως αυτής. Όσον αφορά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η πρώτη διάταξη δεν είναι άμεσα εφαρμοστέα και η τελευταία δεν περιλαμβάνει αφεαυτής εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων (248).
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
281. Το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι εν μέρει βάσιμο.
γ) Υποτιθέμενη παραίτηση της Solvay από τη μείωση του χρηματικού προστίμου (πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
282. Mε το πέμπτο και τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay βάλλει ειδικά κατά της σκέψεως 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο εκθέτει ότι η Solvay, «στο δικόγραφο της προσφυγής, ... παραιτήθηκε ρητώς από τη δυνατότητα μειώσεως του προστίμου για να αποκατασταθεί η προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματός της να δικαστεί εντός ευλόγου χρόνου». Η Solvay θεωρεί τη διαπίστωση αυτή ως παραμόρφωση των όσων υποστήριξε πρωτοδίκως.
283. Όπως ήδη εκτέθηκε σε διαφορετικό πλαίσιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών όταν το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τους απέδωσε διαστρεβλώνοντας το νόημά τους (249).
284. Δυστυχώς, από την επίδικη διατύπωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει σε ποιο χωρίο του δικογράφου της προσφυγής της Solvay αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο. Πάντως, στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι για την επικριθείσα από τη Solvay διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου την αφετηρία θα πρέπει να αποτελούν τα σημεία 149 και 150 του δικογράφου της προσφυγής. Στο σημείο 149 του δικογράφου της προσφυγής η επιχείρηση ευλόγως τονίζει ότι, κατά τη γνώμη της, μόνον η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να άρει την προσαφθείσα παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης∙ η απλή μείωση του χρηματικού προστίμου δεν είναι κατάλληλη να άρει την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ. Στο σημείο 150 του δικογράφου, η Solvay καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρόδηλη υπέρβαση του εύλογου χρόνου την οποία προσάπτει μπορεί να έχει ως συνέπεια μόνο την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (250).
285. Στο αναπαραχθέν χωρίο του δικογράφου ουδόλως μπορώ να διακρίνω παραίτηση από ενδεχόμενη μείωση του χρηματικού προστίμου λόγω της διάρκειας της διαδικασίας. Ούτε μπορεί να συναχθεί από τις γραπτές παρατηρήσεις της Solvay ότι η επιχείρηση «παραιτήθηκε ρητώς» από τη δυνατότητα μειώσεως του προστίμου, όπως δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, λόγω υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας.
286. Αντιθέτως, στα σημεία 149 και 150 του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως, η Solvay απλώς εκθέτει με έμφαση τη νομική της άποψη. Η επιχείρηση διευκρινίζει ποια νομική συνέπεια θεωρεί επιβεβλημένη σε σχέση με την προβαλλόμενη προσβολή της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: όχι τη μείωση του χρηματικού προστίμου, αλλά την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
287. Μεταξύ της εκθέσεως μιας νομικής απόψεως και της ρητής παραιτήσεως από τη δυνατότητα της μειώσεως του χρηματικού προστίμου ως αποζημιώσεως για την προβαλλόμενη προσβολή δικαιώματος υφίσταται θεμελιώδης διαφορά. Τη διαφορά αυτή παραγνώρισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
288. Η σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Solvay πρωτοδίκως και επιπλέον τα αναπαρήγαγε διαστρεβλώνοντας την έννοιά τους. Αυτό συνιστά παραμόρφωση των επιχειρημάτων των διαδίκων.
289. Η παραμόρφωση αυτή καθίσταται όλως προφανής εάν ληφθεί υπόψη ότι η Solvay, σε άλλο σημείο του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως, ζητεί σαφώς μείωση του χρηματικού προστίμου από το Γενικό Δικαστήριο και αναφέρεται συναφώς ρητώς στα «επιχειρήματά της στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως», επομένως και στα επιχειρήματά της για την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (251).
290. Κατά συνέπεια, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.
3. Προσωρινό συμπέρασμα
291. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ευσταθεί εν μέρει.
Ε – Αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
292. Όπως συνάγεται από τις προηγούμενες αναλύσεις, οι ακόλουθοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν καμία προοπτική ευδοκιμήσεως: ο δεύτερος, ο έκτος, ο έβδομος και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως.
293. Εν μέρει βάσιμος είναι ο ένατος λόγος αναιρέσεως. Αφορά, πάντως, μόνο την ιδιαίτερη πτυχή της δυσμενούς διακρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Δεν επηρεάζονται οι λοιπές πτυχές της συμπεριφοράς της Solvay στην αγορά, τις οποίες η Επιτροπή θεώρησε καταχρηστικές και σε σχέση με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, η μερική ευδοκίμηση του ένατου λόγου αναιρέσεως, μεμονωμένως θεωρούμενη, δεν δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
294. Ως επί το πλείστον βάσιμοι είναι, αντιθέτως, οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν τα δικαιώματα άμυνας (ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως) καθώς και ο λόγος αναιρέσεως σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας (πρώτος λόγος αναιρέσεως). Η ευδοκίμηση ενός εκάστου των λόγων αυτών αναιρέσεως δικαιολογεί ήδη, μεμονωμένως θεωρούμενη, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
ΣΤ – Η απόφαση επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής
295. Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
296. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που έχουν σημασία για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της Solvay συζητήθηκαν σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν εκατέρωθεν τους ισχυρισμούς τους επ’ αυτών. Επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει αναπομπή στο Γενικό Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο επί της προσφυγής, με την οποία η Solvay ζητεί την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Ενόψει της εξαιρετικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας –22 έτη από τις έρευνες της Επιτροπής τον Απρίλιο του 1989 μέχρι σήμερα– θα πρέπει το Δικαστήριο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής.
297. Στη συνέχεια, θα περιοριστώ στη συνοπτική εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως από τρεις απόψεις που επέλεξα: πρόσβαση στον φάκελο (κατωτέρω υπ’ αριθ. 1), προηγούμενη ακρόαση (κατωτέρω υπ’ αριθ. 2) και διάρκεια της διαδικασίας (κατωτέρω υπ’ αριθ. 3).
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο
298. Είναι σαφές ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν χορηγήθηκε στη Solvay πρόσβαση στον φάκελο η οποία να πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις (252).
299. Όπως προαναφέρθηκε, είναι αδύνατον να αποκλεισθεί ότι η Solvay θα είχε ανεύρει στους απολεσθέντες υπο-φακέλους με το άγνωστο περιεχόμενο πληροφορίες, οι οποίες θα ήσαν χρήσιμες για την άμυνά της. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι ορισμένοι από τους ελλείποντες υπο-φακέλους περιείχαν «αλληλογραφία βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17», επομένως τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής προς διάφορες επιχειρήσεις και τις απαντήσεις τους (253). Οι εν λόγω απόψεις τρίτων θα μπορούσαν να περιέχουν χρήσιμα στοιχεία ως προς το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά (π.χ. για τα μερίδια αγοράς, για την ισχύ των ανταγωνιστών της Solvay και για το μέτρο της υφιστάμενης αντισταθμιστικής ισχύος των πελατών της στην αγορά)∙ στους φακέλους αυτούς θα μπορούσαν να ανευρίσκονται επιπλέον ενδείξεις για την ύπαρξη ή όχι αντικειμενικής οικονομικής δικαιολογίας της συμπεριφοράς της Solvay στην αγορά (254).
300. Επομένως, υφίστατο τουλάχιστον το ενδεχόμενο η διοικητική διαδικασία να είχε άλλη έκβαση σε περίπτωση νομότυπης τηρήσεως της προσβάσεως στον φάκελο, έστω και όσον αφορά μόνο το ύψος του επιβληθέντος χρηματικού προστίμου.
301. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, αποκλειστικά και μόνο λόγω της διαδικαστικής πλημμέλειας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο –απολεσθέντες υπο-φάκελοι– να ακυρωθεί εν όλω. (Δεν έχει πλέον σημασία η πρόσθετη εξέταση της χρησιμότητας για την άμυνα της Solvay των υπο-φακέλων στους οποίους μπορούσε να παρασχεθεί πρόσβαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.)
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως
302. Επιπλέον, είναι σαφές ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως το 2000 η Επιτροπή δεν προέβη εκ νέου σε ακρόαση της Solvay, μολονότι αυτό ήταν νομικώς επιβεβλημένο (255). Η εν λόγω διαδικαστική πλημμέλεια συνδέεται στενά με την παραλειφθείσα πρόσβαση στα έγγραφα.
303. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να είχε η διοικητική διαδικασία άλλη έκβαση, εάν η Επιτροπή είχε παράσχει στην επιχείρηση το 2000 την ευκαιρία να υποβάλει εκ νέου παρατηρήσεις –κατόπιν νομότυπης προσβάσεως στον φάκελο– επί των αιτιάσεων που της προσάπτει (256).
304. Συνεπώς, και για τον λόγο αυτόν, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.
3. Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας
305. Όσον αφορά τελικώς τη διάρκεια της διαδικασίας, αυτή πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με όλες τις συνθήκες της κατ’ ιδίαν υποθέσεως (257).
306. Στην παρούσα περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεώς της περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/299) και της πρώτης αποφάσεως του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστηρίου (258), παρέμεινε εντελώς αδρανής. Με τον τρόπο αυτόν παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και επτά μηνών χωρίς την ανάληψη κάποιας ενέργειας (259).
307. Αυτή η αδράνεια της Επιτροπής δεν δικαιολογείται με την παραπομπή στην αίτηση αναιρέσεως που άσκησε τότε το όργανο αυτό κατά της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Βεβαίως η Επιτροπή είναι ελεύθερη να εξαντλήσει πλήρως τις δικονομικές δυνατότητες που διαθέτει και, στην περίπτωση ήττας της στον πρώτο βαθμό, να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάντως, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια της εν λόγω αναιρετικής διαδικασίας, να αφήσει ανενεργή τη διοικητική διαδικασία (260).
308. Η αίτηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου). Επομένως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, EΚ (στο εξής, άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), να λάβει, από τις 29 Ιουνίου 1995, δηλαδή από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως στην υπόθεση T‑32/91, τα μέτρα που συνεπάγεται η ακυρωτική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Και η αρχή της χρηστής διοικήσεως επέβαλλε, είτε να αναληφθούν τάχιστα ενέργειες για την έκδοση νέας αποφάσεως είτε να ανασταλεί η διοικητική διαδικασία.
309. Θα ήταν ευχερέστερο για την Επιτροπή να συνεχίσει τη διοικητική διαδικασία ήδη από τον Ιούλιο του 1995, αντί να αναμείνει μέχρι τον Απρίλιο του 2000 (261). Με την νέα απόφασή της περί επιβολής προστίμου θα έπρεπε απλώς να διευκρινίσει ότι η απόφαση αυτή θα καθίστατο ανενεργή σε περίπτωση νίκης της στην αναιρετική δίκη.
310. Υπό τις συνθήκες αυτές καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, στην παρούσα περίπτωση, η διοικητική διαδικασία ήταν υπερβολικά μακρά, αποκλειστικά και μόνο λόγω της πενταετούς περίπου αδράνειας της Επιτροπής από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Απρίλιο του 2000. Όπως ήδη εκτέθηκε (262), παρέλκει η διεξοδικότερη έρευνα της διάρκειας άλλων σταδίων της διαδικασίας και η συνολική θεώρηση της διάρκειας της διαδικασίας (263).
311. Άλλωστε, η ανωτέρω διαπιστωθείσα παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μόνον εφόσον επηρεάστηκε η ικανότητα άμυνας της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως λόγω της διάρκειας της διαδικασίας (264). Το βάρος αποδείξεως συναφώς φέρει η επιχείρηση.
312. Το Δικαστήριο θέτει, κατά κανόνα, αυστηρές απαιτήσεις για την απόδειξη αυτή (265): η επιχειρηματολογία της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως πρέπει να στηρίζεται σε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία και δεν μπορεί να είναι αόριστη και ανακριβής (266). Εάν για παράδειγμα –όπως εν προκειμένω– υποστηρίζεται ότι η ικανότητα άμυνας περιορίστηκε λόγω της αποχωρήσεως προηγουμένων συνεργατών, απαιτείται, κατά κανόνα, να αναφέρονται ονομαστικά τα πρόσωπα αυτά, να ορίζονται τα καθήκοντά τους καθώς και ο χρόνος της αποχωρήσεώς τους, να αναλύονται η φύση και το περιεχόμενο των πληροφοριακών στοιχείων ή διευκρινίσεων που αναμένονταν από αυτά και να εκτίθενται οι περιστάσεις που κατέστησαν αδύνατη τη μαρτυρία των προσώπων αυτών (267).
313. Κατά την τρέχουσα ένδικη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως, η Solvay αναμφιβόλως δεν προέβαλε τόσο διεξοδικά στοιχεία.
314. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ του 1983 και του 1990, για το οποίο προσάπτεται στη Solvay η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά, προηγείται του χρονικού σημείου εκδόσεως της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου στο τέλος του 2000 ήδη κατά δέκα έως δεκαεπτά έτη. Όταν η Solvay απέκτησε τελικώς, το 2005, πρόσβαση στον φάκελο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είχαν ήδη παρέλθει 15 έως 22 έτη από το χρονικό διάστημα των διαπιστωθεισών από την Επιτροπή παραβάσεων.
315. Είναι προφανές ότι οι αναμνήσεις των συνεργατών –κατά μείζονα λόγο των πρώην συνεργατών– μιας επιχειρήσεως μετά από τόσο μακρό χρόνο εξασθενούν. Επιπλέον, στην παρούσα περίπτωση, ένα τμήμα των τόπων εγκαταστάσεως της Solvay, στους οποίους παρήγετο ανθρακικό νάτριο (σόδα), είχε εν τω μεταξύ κλείσει (268).
316. Εν τούτοις, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η Solvay πρότεινε στο Γενικό Δικαστήριο αποδείξεις προκειμένου να ανασυστήσει τη σύνθεση του τμήματος «Karbonat» κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και να αναφέρει τα ονόματα των τότε διευθυντικών στελεχών καθώς και το χρονικό σημείο της εκάστοτε αποχωρήσεώς τους.
317. Υπό τις ειδικές συνθήκες της περιπτώσεως αυτής, δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται κάτι περισσότερο από τη Solvay.
318. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της αναιρεσείουσας το γεγονός ότι δεν ανέφερε διεξοδικά για ποιες ενέργειες και για ποια αποδεικτικά στοιχεία θα είχαν παράσχει πληροφορίες οι πρώην συνεργάτες της. Πράγματι, η επιχείρηση δεν γνωρίζει μέχρι σήμερα όλα τα τμήματα του διοικητικού φακέλου, στα οποία θα έπρεπε όντως να της έχει παρασχεθεί πρόσβαση (269). Δεν μπορεί να απαιτηθεί από τη Solvay η απόδειξη του αν και κατά πόσον οι πρώην συνεργάτες της θα μπορούσαν να έχουν παράσχει πληροφορίες για απολεσθέντα τμήματα του διοικητικού φακέλου, των οποίων το περιεχόμενο είναι άγνωστο και στα οποία δεν υπήρξε πρόσβαση σε κανένα χρονικό σημείο της διαδικασίας.
319. Γενικότερα, ο πήχυς των απαιτήσεων όσον αφορά την απόδειξη επηρεασμού της ικανότητας άμυνας συνεπεία της παρελεύσεως μακρού χρόνου δεν μπορεί να τίθεται τόσο ψηλά, ώστε κάθε απόδειξη να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
320. Λαμβανομένης υπόψη της οριστικής απώλειας ενός τμήματος του διοικητικού φακέλου, ο οποίος περιείχε πιθανώς αλληλογραφία της Επιτροπής με τρίτες επιχειρήσεις (270), δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι αποχωρήσαντες συνεργάτες της Solvay θα είχαν μπορέσει, στην περίπτωση κατά την οποία η επαφή μαζί τους είχε καταστεί εφικτή, να συμβάλουν στην άμυνα της επιχειρήσεως. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι συνεργάτες αυτοί θα είχαν μπορέσει να παράσχουν βασικές πληροφορίες οι οποίες δεν είναι εμφανείς από την απλή επίκληση γραπτών σημειώσεων.
321. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις περί του ότι η υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay έναντι της Επιτροπής. Αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
4. Προσωρινό συμπέρασμα
322. Από την εξέταση ορισμένων από τα νομικά ζητήματα που έθεσε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα σε σχέση με την πρόσβαση στον φάκελο, την προηγούμενη ακρόαση και τη διάρκεια της διαδικασίας συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (απόφαση 2003/6) της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της. Επομένως, παρέλκει η διεξοδική εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η Solvay πρωτοδίκως.
V – Επί του αιτήματος της μειώσεως του χρηματικού προστίμου
323. Εκτός από την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (271), η Solvay ζητεί και την ακύρωση ή τη μείωση του –επιβληθέντος εκ νέου από το Γενικό Δικαστήριο– χρηματικού προστίμου, και μάλιστα για την αποκατάσταση της σοβαρής ζημίας που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας.
324. Σύμφωνα με τη λύση που πρότεινα, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (272) και την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (273), το ως άνω χωριστό αίτημα της Solvay καθίσταται ανενεργό. Εν τούτοις, θα το εξετάσω, στη συνέχεια, επικουρικώς, χάριν πληρότητας.
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
325. Από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου μπορούν να συναχθούν δύο διαφορετικές λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας: στην υπόθεση Baustahlgewebe, όπου επιβλήθηκε στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χρηματικό πρόστιμο στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων, το Δικαστήριο προέβη στη μείωση του προστίμου (274). Στην υπόθεση Der Grüne Punkt, αντιθέτως, στο πλαίσιο της οποίας δεν είχε επιβληθεί τέτοιο χρηματικό πρόστιμο, το Δικαστήριο παρέπεμψε απλώς την ενδιαφερόμενη επιχείρηση στη δυνατότητα αγωγής αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 268 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 340, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 235 EΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288, παράγραφος 2, ΕΚ) (275).
326. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή εξέφρασε προτίμηση για τη δεύτερη λύση, όπως προδιαγράφεται στην υπόθεση Der Grüne Punkt. Αιτιολόγησε την προτίμηση αυτή επικαλούμενη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού. Κατά την Επιτροπή, η μείωση του προστίμου θα έθιγε την αποτελεσματική εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού.
327. Η ένσταση αυτή δεν είναι πειστική.
328. Αφενός, η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (276), συνιστά αναμφιβόλως βασικό σκοπό των Συνθηκών (277). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού απαιτούνται αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.
329. Πάντως, πρέπει, αφετέρου, σε μια διαδικασία όπως η διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο έρευνας συμπράξεων, η οποία φέρει χαρακτηριστικά όμοια προς αυτά της ποινικής διαδικασίας (278), να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι στοιχειώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Το δίκαιο του ανταγωνισμού μπορεί να εφαρμοστεί μόνο με μέσα άμεμπτα υπό το πρίσμα των επιταγών του κράτους δικαίου. Επομένως, εάν στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων προσβάλλεται θεμελιώδες δικαίωμα όπως το δικαίωμα σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έχει δικαίωμα σε αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας.
330. Επομένως, η αναζήτηση λύσεως για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας εντάσσεται κατ’ ανάγκη στο πεδίο εξισορροπήσεως μεταξύ της απαιτήσεως εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού, αφενός, και της απαιτήσεως αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας για την προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος, αφετέρου.
331. Για λόγους οικονομίας της δίκης και προκειμένου να εξασφαλιστεί άμεση και αποτελεσματική έννομη προστασία για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, θα πρέπει το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό είναι δυνατόν –επομένως στις περιπτώσεις που αφορούν χρηματικά πρόστιμα– να ακολουθεί και στο μέλλον τη λύση την οποία προδιέγραψε με την απόφαση Baustahlgewebe (279).
332. Η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού εξασφαλίζεται στην περίπτωση αυτή καθόσον η διαπίστωση της παραβάσεως και η υποχρέωση άρσεώς της παραμένει στη σφαίρα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως (280). Έναντι των άλλων επιχειρήσεων της αγοράς εξασφαλίζεται με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του αρχικώς καθορισθέντος από την Επιτροπή και στη συνέχεια από το Γενικό Δικαστήριο χρηματικού προστίμου. Το Δικαστήριο δεν θέτει εν αμφιβόλω τον εύλογο χαρακτήρα του προστίμου. Η μέθοδος Baustahlgewebe καταλήγει απλώς σε ένα είδος συμψηφισμού του αρχικού χρηματικού προστίμου με το ποσό το οποίο θεωρείται ως εύλογη αποζημίωση για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας (281).
Β – Μείωση του προστίμου
333. Η νομολογία Baustahlgewebe (282) στηρίζεται, σε τελική ανάλυση, στην πλήρη δικαιοδοσία υπό την έννοια του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, την οποία έχει το Δικαστήριο όσον αφορά τις κυρώσεις στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 17 (283). Κατά τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο δύναται, κατά πλήρη δικαιοδοσία, να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επεβλήθη.
334. Κατ’εφαρμογή της νομολογίας Baustahlgewebe πρέπει, κατ’ αρχάς, να εκτιμηθεί η διάρκεια της διαδικασίας (συναφώς, κατωτέρω, υπ’ αριθ. 1) και, στη συνέχεια, να οριστεί το μέτρο ενδεχόμενης μειώσεως του προστίμου (συναφώς, κατωτέρω, υπ’ αριθ. 2).
1. Επί της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας
335. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται, όπως ήδη αναφέρθηκε (284), ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως, ιδίως ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων που διακυβεύονται από τη δίκη, ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως, ανάλογα με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών.
336. Συναφώς πρέπει να εξετασθούν χωριστά τα κατ’ ιδίαν στάδια της διαδικασίας, πλην όμως πρέπει να πραγματοποιηθεί περαιτέρω και συνολική αξιολόγηση της διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας (285).
337. Από τα μεμονωμένα διαδικαστικά στάδια, δύο πρωτίστως παρουσιάζουν προβλήματα υπό το πρίσμα της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: το χρονικό διάστημα της πλήρους αδράνειας της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της πρώτης αναιρετικής δίκης (διαδικασία στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑287/95 P και C‑288/95 P) καθώς και η δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (διαδικασία στην υπόθεση T‑57/01) (286).
338. Ήδη διευκρινίστηκε ότι η αδράνεια της Επιτροπής που διήρκεσε τέσσερα έτη και επτά μήνες από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Απρίλιο του 2000 –δηλαδή κατά τη διάρκεια της πρώτης αναιρετικής δίκης– προσέβαλε το θεμελιώδες δικαίωμα της Solvay σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (287). Επομένως, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορεί να μη δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου η διαδικασία διήρκεσε τέσσερα έτη και επτά μήνες, έπρεπε να ευθύνεται για υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας.
339. Όσον αφορά τη δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (υπόθεση T‑57/01), η διάρκειά της, που ανέρχεται σε οκτώ έτη και εννέα μήνες, φαίνεται εκ πρώτης όψεως απαράδεκτα μακρά.
340. Όπως ορθώς τονίζει η αναιρεσείουσα, ένας τόσο μακρύς χρόνος εξετάσεως στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση οιασδήποτε περιπλοκότητας της υποθέσεως: το Γενικό Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει δύο μόνο διαδίκους, ουδόλως ανέκυψαν μεταφραστικές ανάγκες (288), και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που προέβαλαν οι διάδικοι δεν δημιούργησαν καμία υπερβολική δυσκολία. Βεβαίως υφίστατο συνάφεια με την παράλληλη εκκρεμή διαδικασία στην υπόθεση T‑58/01, πλην όμως η ταυτότητα πολλών λόγων ακυρώσεως στις δύο υποθέσεις θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα τις κοινές ενέργειες κατά την προετοιμασία τους και επομένως μάλλον επιτάχυνε παρά καθυστέρησε τη διαδικασία.
341. Ασφαλώς η καθυστέρηση της διαδικασίας εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη να επιτραπεί στη Solvay, κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, πρόσβαση στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας (289). Είναι όμως εντελώς απαράδεκτο το ότι χρειάστηκε προς τούτο ενάμιση έτος –μάλιστα δε δύο έτη, εάν συνυπολογισθούν τα υπομνήματα που κατέθεσαν τα μέρη (290). Η εν λόγω απώλεια χρόνου δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της Solvay. Εν ανάγκη, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να θέσει στην Επιτροπή σαφείς προθεσμίες και από την ενδεχόμενη μη τήρηση των προθεσμιών αυτών να αντλήσει τις δέουσες συνέπειες εις βάρος της Επιτροπής.
342. Άλλωστε, εντοπίζονται και ορισμένα διαστήματα περαιτέρω αδράνειας του Γενικού Δικαστηρίου κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Για παράδειγμα, πρέπει να επισημανθούν οι 29 μήνες, οι οποίοι μεσολάβησαν μεταξύ της υποβολής των παρατηρήσεων της Επιτροπής σχετικά με τη χρησιμότητα ορισμένων εγγράφων για την άμυνα της Solvay και της ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας (291). Πρέπει επίσης να γίνει μνεία των περίπου 18 μηνών, οι οποίοι μεσολάβησαν μεταξύ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στις 26 Ιουνίου 2008 και της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στις 17 Δεκεμβρίου 2009 (292).
343. Είναι αυτονόητο ότι προβλήματα εσωτερικής οργανώσεως του Γενικού Δικαστηρίου, παραδείγματος χάριν τα προβλήματα τα σχετικά με την τακτική ανανέωση των δικαστών ή με τα κωλύματα των δικαστών, δεν επιτρέπεται να αποβούν εις βάρος των πολιτών (293).
344. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διάρκεια τόσο της διοικητικής όσο και της ένδικης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση ήταν υπερβολικά μακρά.
345. Η εντύπωση αυτή επιρρωννύεται από τη διάρκεια όλων των σταδίων της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας στην παρούσα περίπτωση στο σύνολό της:
– Ως σημείο ενάρξεως για τον υπολογισμό της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ, η ημερομηνία κατά την οποία η Solvay υποβλήθηκε για πρώτη φορά σε μέτρα, τα οποία ελήφθησαν λόγω των υφισταμένων υπονοιών εναντίον της και είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάστασή της (294). To χρονικό εκείνο σημείο, στην παρούσα υπόθεση, απείχε πολύ από την ανακοίνωση των αιτιάσεων (η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί με τυπική διατύπωση κατηγορίας): συνέπεσε με την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή διεξήγαγε τον Απρίλιο του 1989 την έρευνά της όσον αφορά τη Solvay (295).
– Εν τω μεταξύ, η διαδικασία ουδέποτε ανεστάλη.
– Ως προβλεπόμενο καταληκτικό σημείο πρέπει να υπολογισθεί η ημερομηνία κατά την οποία θα εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αναιρετική διαδικασία (296).
346. Μέχρι σήμερα, η συνολική διάρκεια της διαδικασίας έχει ήδη ανέλθει σε 22 έτη. Ενδέχεται να μη δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν μια τόσο μακρά διάρκεια της διαδικασίας μπορεί γενικώς να δικαιολογηθεί. Εν πάση περιπτώσει, για να δικαιολογηθεί μια τόσο μακρά διάρκεια θα πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές συνθήκες, όπως η ιδιαίτερη περιπλοκότητα των προς εξέταση πραγματικών και νομικών ζητημάτων καθώς και σημαντική συνευθύνη της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως για συγκεκριμένες καθυστερήσεις της διαδικασίας. Εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος για τίποτε από όλα αυτά.
347. Ειρήσθω εν παρόδω ότι για να δικαιολογηθεί η συνολική διάρκεια της διαδικασίας δεν αρκεί το γεγονός και μόνον ότι δεν έχει επέλθει ακόμη η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως (297). Η προθεσμία παραγραφής δηλώνει δηλαδή μόνο το εξωτερικό χρονικό πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούν να ληφθούν μέτρα για την επιβολή χρηματικού προστίμου για παραβάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού. Εντός της προθεσμίας παραγραφής, η αρχή της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας επιβάλλει την ταχεία διεξαγωγή των ερευνών και την ταχεία λήψη αποφάσεων, καθώς και την αποφυγή αδράνειας επί χρονικά διαστήματα που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς διαδικασίας, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τελούν υπό έντονη πίεση και αντιμετωπίζουν την αβεβαιότητα ως προς το πότε θα ολοκληρωθεί η εναντίον τους διαδικασία και ποια έκβαση θα έχει. Στην κατάσταση αυτή η αρχή της εύλογης προθεσμίας τους εξασφαλίζει ενισχυμένη προστασία που βαίνει πέραν της παραγραφής του δικαιώματος διώξεως (298).
348. Γενικώς, καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι προσεβλήθη το θεμελιώδες δικαίωμα της Solvay σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
349. Επομένως, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας Baustahlgewebe (299), θα έπρεπε, λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τουλάχιστον κατά το μέτρο που καθορίζει το ύψος του χρηματικού προστίμου σε 19 εκατομμύρια ευρώ.
2. Επί του μέτρου της μειώσεως του προστίμου
350. Κατόπιν σχετικής ερωτήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υπήρξαν μεγάλες διαφορές στις απόψεις των διαδίκων ως προς το μέτρο ενδεχόμενης μειώσεως του προστίμου στην παρούσα περίπτωση. Ενώ η Solvay ζητεί να μειωθεί το χρηματικό πρόστιμο σε τέτοιο βαθμό ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της διαδικασίας, να αποκτήσει η κύρωση συμβολικό και μόνο χαρακτήρα, η Επιτροπή υποστηρίζει την εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη: κατά τη γνώμη της, συμβολικό χαρακτήρα δεν θα πρέπει να έχει το χρηματικό πρόστιμο αλλά η μείωσή του.
351. Στην υπόθεση Baustahlgewebe, το μόνο μέχρι τώρα παράδειγμα αποφάσεως, το Δικαστήριο προέβη σε περιθωριακού και μόνο χαρακτήρα μείωση του προστίμου: χρηματικό πρόστιμο που ορίστηκε από το Πρωτοδικείο σε 3 εκατομμύρια ECU μειώθηκε κατά ποσό 50 000 ECU (300)∙ αυτό αντιστοιχεί σε μείωση της τάξεως του 1,67 % ακριβώς.
352. Αμφισβητείται κατά πόσον μία τόσο μικρή μείωση του προστίμου θα ήταν σήμερα σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των επιταγών της ΕΣΔΑ. Κατά τη σχετική με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο πλαίσιο του δικαίου της Ενώσεως, αποφασιστική σημασία έχει, σε σχέση με την αποκατάσταση της ζημίας, το ζήτημα κατά πόσον υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας (301).
353. Στην παρούσα περίπτωση, τόσο τα μεμονωμένα στάδια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας όσο και όλα τα στάδια της διαδικασίας θεωρούμενα από κοινού, παρουσιάζουν σημαντική υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: αδράνεια επί τέσσερα πλήρη έτη και επτά μήνες στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (302), πρωτοβάθμια ένδικη διαδικασία οκτώ ετών και εννέα μηνών (303) και συνολική διάρκεια της διαδικασίας ανερχόμενη στα 22 έτη μέχρι σήμερα (304) βαίνουν –ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων– πέρα κάθε πιθανού ορίου για μια εύλογη διάρκεια της διαδικασίας.
354. Υπό τις συνθήκες αυτές, ελάχιστη μείωση του χρηματικού προστίμου, όπως αυτή στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Baustahlgewebe και αυτή που φαίνεται να έχει υπόψη της η Επιτροπή και για την παρούσα υπόθεση, δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση εύλογη.
355. Η προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος που απορρέει από την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας απαιτεί αποτελεσματική κύρωση. Συναφώς πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, η σοβαρότητα της παραβάσεως που διέπραξε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση και, αφετέρου, η σοβαρότητα της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος, που απορρέει από την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (305).
356. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται σοβαρή προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί σαφή μείωση του προστίμου. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εμπορικές πρακτικές της Solvay συνιστούσαν, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, «εξαιρετικά σοβαρές» παραβάσεις θεμελιώδους διατάξεως της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 82 EΚ) (306). Επομένως, κατόπιν σταθμίσεως όλων των συνθηκών της κατ’ ιδίαν περιπτώσεως, θεωρώ εύλογη τη μείωση του προστίμου κατά 50 %. Ως σημείο αφετηρίας για τους υπολογισμούς θα πρέπει συναφώς να επιλεγεί το ύψος του προστίμου που όρισε το Γενικό Δικαστήριο.
357. Επομένως, εάν το Δικαστήριο δεν ήθελε προβεί στην πλήρη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (307), προτείνω να μειώσει τουλάχιστον το πρόστιμο των 19 εκατομμυρίων ευρώ κατά 50 %.
VI – Δικαστικά έξοδα
358. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων.
359. Δυνάμει των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή η Solvay ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα έξοδα τόσο της αναιρετικής όσο και της πρωτόδικης διαδικασίας, και η Επιτροπή ηττήθηκε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα και των δύο ενδίκων διαδικασιών.
VII – Πρόταση
360. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, στην υπόθεση T‑57/01, Solvay κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει την απόφαση 2003/6/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο ενδίκων διαδικασιών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Το ανθρακικό νάτριο χρησιμοποιείται για την παραγωγή γυαλιού (κοκκώδες ανθρακικό νάτριο) και στη χημική βιομηχανία καθώς και στην επεξεργασία μετάλλων (ελαφρύ ανθρακικό νάτριο). Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ φυσικού ανθρακικού νατρίου (κοκκώδες ανθρακικό νάτριο) και συνθετικού ανθρακικού νατρίου (κοκκώδες και ελαφρύ ανθρακικό νάτριο). Το φυσικό ανθρακικό νάτριο παράγεται από τη σύνθλιψη, τον καθαρισμό και την αποτέφρωση των αποθεμάτων trona. Η συνθετική σόδα σχηματίζεται από την αντίδραση του άλατος και του ασβεστόλιθου με τη μέθοδο «αμμωνία-σόδα», που αναπτύχθηκε από τους αδελφούς Solvay το 1863.
3 – Η προσφυγή της Solvay στο ΕΔΔΑ ασκήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2010 και επισυνάφθηκε ως παράρτημα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως της επιχειρήσεως αυτής στην παρούσα διαδικασία.
4 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ. Υπογράφηκε στη Ρώμη, στις 4 Νοεμβρίου 1950).
5 – Βλ. συναφώς και στο εξής, τις σκέψεις 19 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962: πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/008, σ. 25).
7 – Η Solvay SA (πρώην Solvay et Cie SA) είναι ανώνυμη εταιρία βελγικού δικαίου, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της φαρμακευτικής, των χημικών προϊόντων, των πλαστικών και της μεταποίησης. Εκτός από τη Solvay, οι έρευνες αφορούσαν και τις επιχειρήσεις AKZO, Chemische Fabrik Kalk (CFK), Imperial Chemical Industries (ICI), Matthes & Weber και Rhône Poulenc. Το έρεισμα για τις έρευνες αυτές αποτέλεσε η απόφαση περί ελέγχου της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1989, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στη σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
8 – Όσον αφορά τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή συμμετοχή της Solvay σε σύμπραξη, παραπέμπω στις προτάσεις μου της αυτής ημερομηνίας για την εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου παράλληλη υπόθεση C-110/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
9 – Απόφαση 91/299/ΕΟΚ, της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ [82 ΕΚ] (IV/33.133 – C: Ανθρακικό νάτριο – Solvay) (EE 1991, L 152, σ. 21). H απόφαση αυτή είναι μία μόνον από τις τέσσερις που η Επιτροπή απηύθυνε την ίδια ημερομηνία στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά ανθρακικού νατρίου. Από τις άλλες αποφάσεις, μία αφορά τη Solvay και την ICI (απόφαση 91/297/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – A: Ανθρακικό νάτριο – Solvay, ICI∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 1]), μία αφορά τη Solvay και την CFK (απόφαση 91/298/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – B: Ανθρακικό νάτριο – Solvay και CFK∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 16]), και η άλλη αφορά το ICI (απόφαση 91/300/EΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – D: Ανθρακικό νάτριο – ICI∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 40]).
10 – Τότε 20 εκατομμυρίων ECU.
11 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-32/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1825), την οποία επιβεβαίωσε η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Απριλίου 2000, C‑287/95 P και C‑288/95 P, Επιτροπή κατά Solvay (Συλλογή 2000, σ. I‑2391).
12 – Σκέψη 455 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
13 – Απόφαση 2003/6/ΕΚ, της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 82 [ΕΚ] (COMP/33.133 – C: Ανθρακικό νάτριο – Solvay, CFK) (EE 2003, L 10, σ. 10 στο εξής και: προσβαλλόμενη απόφαση). Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε και την απόφαση 2003/5/ΕΚ, σχετικά με την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 81 [ΕΚ] (COMP/33.133 – B: Ανθρακικό νάτριο – Solvay) (EE 2003, L 10, σ. 1), στην οποία στηρίχθηκε η παραλλήλως εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία στην υπόθεση C-110/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
14 – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Τ-57/01, Επιτροπή κατά Solvay (Συλλογή 2009, σ. II‑4621). Την ίδια ημέρα εκδόθηκε και η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην παράλληλη διαδικασία Τ-58/01, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-4781)∙ η δεύτερη αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της επίσης εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετικής διαδικασίας στην υπόθεση C-110/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
15 – Στο εξής: η αναιρεσείουσα.
16 – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 45, δεύτερο εδάφιο, από την 1η Μαΐου 2004.
17 – Επειδή η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε στις τον Δεκέμβριο του 2000, τυγχάνει εφαρμογής σ’ αυτήν η Συνθήκη ΕΚ όπως ίσχυσε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (η οποία υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 1997 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999).
18 – ΕΕ 2009, C 45, σ. 7.
19 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 23ης Μαρτίου 2006, στην υπόθεση C‑95/04 P, British Airways κατά Επιτροπής (British Airways, Συλλογή 2007, σ. I‑2331, σημείο 28).
20 – Αιτιολογική σκέψη 136 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επαναλαμβανόμενη στη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
21 – Βλ. συναφώς τις παραπομπές στη σκέψη 253 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
22 – Αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, C‑259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I‑2915, σκέψεις 32 και 33), της 17ης Μαΐου 2001, C‑449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑3875, σκέψη 70), της 2ας Απριλίου 2009, C‑202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑2369, σκέψη 29), και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑280/08 P, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 136).
23 – Σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24 – Σκέψεις 252 και 253 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
25 – Σκέψη 254, πρώτη πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 – Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 80), και της 20ής Μαΐου 2010, C‑583/08 P, Γκόγκος κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35).
27 – Τούτο καθίσταται σαφές ιδίως στη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 – Βλ. συναφώς και την αιτιολογική σκέψη 136 της προσβαλλομένης αποφάσεως και τη σκέψη 251 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
29 – Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1993, C‑35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. I‑991, σκέψη 31), της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑403/04 P και C‑405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής („Sumitomo“, Συλλογή 2007, σ. I‑729, σκέψη 106), της 2ας Απριλίου 2009, C‑431/07 P, Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑2665, σκέψεις 148 και 152), και Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 108).
30 – Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑6513, σκέψη 96), της 16ης Ιουλίου 2009, C‑440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (Συλλογή 2009, σ. I‑6413, σκέψη 135), Γκόγκος κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 30) και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C‑480/09 P, AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 77).
31 – Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑167/06 P, Κομνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. Ι-141, σκέψη 22).
32 – Σκέψη 258 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
33 – Σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
34 – Βλ. συναφώς τα σημεία 24 έως 37 των προτάσεων αυτών.
35 – Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Aalborg Portland, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 50), Κομνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 41) και της 17ης Ιουνίου 2010, C‑413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 16).
36 – Πρόκειται, κατά κυριολεξία, για το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης Ε(Ο)Κ.
37 – Σκέψη 283 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
38 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 24 έως 30 και 38 των προτάσεων αυτών.
39 – Σκέψη 276 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με παραπομπή στην απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου. Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands και United Brands Continentaal κατά Επιτροπής („United Brands“, Συλλογή τόμος 1978, σ. 75, σκέψη 66).
40 – Σκέψη 277 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με παραπομπή στην απόφαση της 13. Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής („Hoffmann-La Roche“, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 215, σκέψη 41).
41 – Σκέψη 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με παραπομπή στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, C‑62/86, AKZO κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑3359, σκέψη 60).
42 – Σκέψεις 286 έως 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
43 – Απόφαση Γκόγκος κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 29)∙ υπό την ίδια έννοια ήδη οι αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991, C‑283/90 P, Vidrányi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑4339, σκέψη 29), και της 17ης Δεκεμβρίου 1992, C‑68/91 P, Moritz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑6849, σκέψεις 37 έως 39).
44 – Σημεία 35 και 36 των προτάσεων αυτών.
45 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 47 έως 49), Wunenburger κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 66), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 38) και Επιτροπή κατά Scheider Electric (παρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 103).
46 – Σκέψεις 286 έως 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
47 – Βλ. συναφώς την παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 30 των προτάσεων αυτών νομολογία.
48 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 30 και υποσημείωση 26 των προτάσεων αυτών.
49 – Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει ιδίως τη «δυνατότητα υποκαταστάσεως του ανθρακικού νατρίου από την καυστική σόδα και το ανακυκλωμένο θρυμματισμένο γυαλί» (σκέψεις 295 έως 298 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
50 – Σκέψεις 299 έως 303 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες είναι αφιερωμένες στην «ανταγωνιστική πίεση των πελατών».
51 – Βλ. συναφώς την παρατεθείσα, ανωτέρω, στην υποσημείωση 45 νομολογία.
52 – Αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 63), της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Impala, Συλλογή 2008, σ. I‑4951, σκέψη 166), και Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 130).
53 – Αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2005, C‑465/02 και C‑466/02, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής (Φέτα, Συλλογή 2005, σ. I‑9115, σκέψη 106), και Impala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 167).
54 – Συχνά απαντούν στις αναλύσεις σχετικά με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως διατυπώσεις όπως «l’arrêt attaqué ne motive pas régulièrement sa décision et viole de surcroît l’article 102 TFUE».
55 – Αιτιολογικές σκέψεις 161 έως 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
56 – Βλ. ιδίως τις σκέψεις 354, 355 και 358 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
57 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 30 των προτάσεων αυτών και την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 26 νομολογία.
58 – Υπό την ίδια έννοια η απόφαση Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 77, 155 και 195), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτές διάφορες αιτιάσεις, με τις οποίες προβλήθηκε ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε, με την πρωτόδικη απόφαση, σε νομικώς εσφαλμένα κριτήρια∙ βλ. επιπλέον τις αποφάσεις Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 40), Impala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 117) και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑9761, σκέψη 77).
59 – Παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 40.
60 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής (Michelin I, Συλλογή 1983, σ. 3461).
61 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2007, C‑95/04 P, British Airways κατά Επιτροπής (British Airways, Συλλογή 2007, σ. I‑2331).
62 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 64).
63 – Αποφάσεις Michelin I (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 73) και British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 67).
64 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 68)∙ υπό την ίδια έννοια και η απόφαση Michelin I (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 73).
65 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψεις 69 και 84 έως 86)∙ γενικώς για το κριτήριο αντικειμενικής οικονομικής δικαιολογήσεως για τη συμπεριφορά στην αγορά της επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση βλ. απόφαση United Brands (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 184), της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑468/06 έως C‑478/06, Sot. Lélos και Sia (Συλλογή 2008, σ. I‑7139, σκέψη 39), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑52/07, Kanal 5 και TV 4 (Συλλογή 2008, σ. I‑9275, σκέψη 47), και της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C‑52/09, TeliaSonera Sverige (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 31 και 75).
66 – Απόφαση Michelin I (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, ιδίως σκέψη 72); βλ. επίσης απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 65).
67 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψεις 3 έως 9).
68 – Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 349 και 352) διαπιστώνεται απλώς ότι η έκπτωση ομίλου του 1,5 % ισχύει «για το σύνολο των αγορών ανθρακικού νατρίου της Saint-Gobain από τη Solvay στην Ευρώπη». Τούτο δεν σημαίνει όμως κατ’ ανάγκη ότι η Saint-Gobain καλύπτει το σύνολο των αναγκών της σε ανθρακικό νάτριο αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά από τη Solvay.
69 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, ιδίως σκέψεις 67, 69 και 84 έως 86).
70 – Σκέψεις 349, 352 και 354 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
71 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 73).
72 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 75).
73 – Βλ. την απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 9), κατά την οποία κάθε ταξιδιωτικός πράκτορας στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να λάβει για την πώληση των αεροπορικών εισιτηρίων εσωτερικών πτήσεων από τη BA εκτός από τη συνήθη βασική προμήθεια, πρόσθετη προμήθεια, η οποία ανερχόταν μέχρι το 1 %.
74 – Σκέψη 346 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
75 – Σκέψη 357 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
76 – Το Γενικό Δικαστήριο τονίζει, με τη σκέψη 357 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επιχείρημα αυτό «είναι αλυσιτελές, καθόσον δεν αφορά μια εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί τη συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως».
77 – Αποφάσεις Hoffmann-La Roche (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 89), AKZO κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψη 149), και της 27ης Απριλίου 1994, C‑393/92, Almelo (Συλλογή 1994, σ. I‑1477, σκέψη 44), καθώς και διάταξη της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑552/03 P, Unilever Bestfoods κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑9091, σκέψη 129, τελευταία πρόταση).
78 – Βλ. συναφώς την αναφερθείσα από την ίδια την Solvay αιτιολογική σκέψη 84 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «η Saint-Gobain (προς εμφανή δυσαρέσκεια της Solvay) χρησιμοποιούσε την παρουσία της στις διάφορες χώρες για να ασκήσει πίεση μείωσης των τιμών επί της τακτικής διαφοροποίησης των τιμών που εφάρμοζε η Solvay».
79 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 397 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
80 – Αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 37), της 22ας Noεμβρίου 2007, C‑260/05 P, Sniace κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑10005, σκέψη 37), και Lafarge κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 17).
81 – Σημεία 329 και 330 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
82 – Η Solvay παραπέμπει στα σημεία 375 και 387 του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματος ανταπαντήσεως.
83 – Τα σημεία 464 έως 474 του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματος ανταπαντήσεως ήσαν αφιερωμένα στην προβληματική της απαγορεύσεως των διακρίσεων, τα οποία επίσης δεν περιείχαν αναλύσεις που να αφορούν ειδικά τη Γαλλία.
84 – Αιτιολογική σκέψη 180 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
85 – Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται, σε σχέση με την προβληματική των δυσμενών διακρίσεων, σαφώς στο άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ (βλ. σκέψη 396 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
86 – Αποφάσεις PKK και KNK κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 80, σκέψεις 64 και 66), και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑295/07 P, Επιτροπή κατά Département du Loiret (Συλλογή 2008, σ. I-9363, σκέψη 99)∙ υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑8237, σκέψεις 38 και 39)∙ βλ. και σημείο 28 των προτάσεών μου της 23ης Απριλίου 2009, στην υπόθεση εκείνη).
87 – Σκέψη 393, τελευταία πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
88 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 73 των προτάσεων αυτών και την παρατεθείσα στην υποσημείωση 58 νομολογία.
89 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου στην υπόθεση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 124).
90 – Αποφάσεις British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 144) και Kanal 5 και TV 4 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 65, σκέψη 44)∙ υπό την ίδια έννοια, βλ. τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψεις 523 και 524), και United Brands (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψεις 232 έως 234).
91 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 143).
92 – Απόφαση British Airways (παρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 145).
93 – Απόφαση Hoffmann-La Roche (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 90).
94 – Απόφαση Michelin I (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 85)∙ στην απόφαση εκείνη δεν έγινε δεκτή η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, οπότε δεν τέθηκε το πρόβλημα της ζημίας στο πλαίσιο του ανταγωνισμού.
95 – Πρώην άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης ΕΟΚ.
96 – Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2001, C‑163/99, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑2613, σκέψη 52).
97 – Για το κριτήριο ελέγχου όσον αφορά την παραμόρφωση των ισχυρισμών των διαδίκων, βλ. ανωτέρω, σημείο 94 των προτάσεων αυτών.
98 – Οι αναλύσεις αυτές συνοψίζονται στη σκέψη 394 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
99 – Βλ. συναφώς την ανωτέρω, στην υποσημείωση 22 παρατεθείσα νομολογία.
100 – Κανονισμός (ΕΚ) 823/95 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1995, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ανθρακικού νατρίου καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΕΕ L 83, σ. 8).
101 – Στην αιτιολογική σκέψη 62 του κανονισμού (ΕΚ) 823/95 αναφέρεται ότι «το κόστος του ανθρακικού νατρίου (φορτίο μετά την ανακύκλωση) αντιπροσωπεύει το 8 % κατ' ανώτατο όριο, της τιμής ενός τόνου γυαλιού».
102 – Στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ εμπορικών εταίρων της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως δεν μπορεί να προκληθεί μόνον όταν επηρεάζονται οι σημαντικότερες παράμετροι του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ακόμη και πλεονεκτήματα σε σχέση με μικρότερους παράγοντες κόστους μπορούν να δημιουργήσουν υπέρ ενός πελάτη της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως έναντι άλλου πελάτη της ίδιας επιχειρήσεως πλεονεκτήματα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού. Ειδικότερα, το άρθρο 82, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΚ (άρθρο 102, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΣΛΕΕ) δεν απαιτεί σοβαρό μειονέκτημα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού. Μια τόσο συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως αυτής ανάγεται σε σαφή αποδυνάμωση της δυνάμεως κρούσεως των κανόνων ανταγωνισμού του ενωσιακού δικαίου. Τούτο δεν συνάδει προς τον βασικό σκοπό μιας ανοικτής οικονομίας της αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό.
103 – Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993, C‑244/92 P, Kupka-Floridi κατά WSA (Συλλογή 1993, σ. I‑2041, σκέψη 10)∙ αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψη 35), και France Télécom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 69).
104 – Αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2004, C‑234/02 P, Bürgerbeauftragter κατά Lamberts (Συλλογή 2004, σ. I‑2803, σκέψη 75), Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 112), της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, Σουηδία κατά API και Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 116), και Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 25).
105 – Αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1989, 85/87, Dow Benelux κατά Επιτροπής (Dow Benelux, Συλλογή 1989, σ. 3137, σκέψη 18), και της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (PVC II, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 299).
106 – Αποφάσεις Dow Benelux (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 18), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 300) και της 22ας Οκτωβρίου 2002, C‑94/00, Roquette Frères (Συλλογή 2002, σ. I‑9011, σκέψη 48).
107 – Υπό την έννοια αυτή, απόφαση Dow Benelux (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 17).
108 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής (Hoechst, Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 41)∙ βλ. και την απόφαση Roquette Frères (παρατεθείσα στην υποσημείωση 106, σκέψη 47).
109 – Βλ. σκέψη 220 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
110 – Σκέψη 222 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
111 – Απόφαση Hoechst (παρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σκέψη 41, τελευταία φράση).
112 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo, της 21ης Φεβρουαρίου 1989, στην υπόθεση Hoechst (παρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σημείο 206).
113 – Απόφαση Hoechst (παρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σκέψη 41, προτελευταία φράση).
114 – Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 23. Οκτωβρίου 2003, Τα-65/98, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑4653), η οποία επιβεβαιώθηκε με τη διάταξη Unilever Bestfoods κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 77).
115 – Για τη νομική κατάσταση κατά τον χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως βλ. το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, ΕΚ. Το ίδιο μπορεί να συναχθεί σήμερα από το προσαρτώμενο στις Συνθήκες πρωτόκολλο αριθ. 27 σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό (ΕΕ 2008, C 115, σ. 309∙ ΕΕ 2010, C 83, σ. 309), όπως επιβεβαίωσε προσφάτως το Δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (απόφαση TeliaSonera Sverige, παρατεθείσα στην υποσημείωση 65, σκέψεις 20 έως 22). Βλ. επιπλέον το άρθρο 119, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 4 EΚ), κατά το οποίο τα κράτη μέλη και η Ένωση δεσμεύονται από την αρχή της ανοιχτής οικονομίας της αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό.
116 – Υπό την έννοια αυτή και ο γενικός εισαγγελέας Mischo με τις προτάσεις του στην υπόθεση Hoechst (παρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σημείο 174).
117 – Υπό την έννοια αυτή και ο γενικός εισαγγελέας Mischo με τις προτάσεις του στην υπόθεση Hoechst (παρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σημείο 176).
118 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 228 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
119 – Το ίδιο αναφέρεται και στο τέλος των αναλύσεων της Solvay σχετικά με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
120 – Σκέψη 225 («πρακτικές») και σκέψη 226 («πραγματικά περιστατικά») της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
121 – Βλ. συναφώς και τα σημεία 139 και 143 των προτάσεων αυτών.
122 – Σκέψεις 223 και 224 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
123 – Σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
124 – Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑550/07 P, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 92)∙ βλ. και αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Thyssen Stahl, Συλλογή 2003, σ. I‑10821, σκέψη 30), και της 3ης Σεπτεμβίου 2009, C‑322/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑7191, σκέψη 34).
125 – Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακηρύχθηκε κατ’ αρχάς στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1) και, στη συνέχεια, εκ νέου στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1, και ΕΕ 2010, C 83, σ. 389).
126 – Σκέψεις 24 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
127 – Σκέψεις 24, 450 και 451 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
128 – Σκέψη 451 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
129 – Σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αιτιολογική σκέψη 199 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
130 – Σκέψεις 455 και 456 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
131 – Σκέψεις 57 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
132 – Σκέψεις 67 και 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
133 – Σκέψεις 65 και 462 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
134 – Σκέψεις 66, 454 και 464 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
135 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 68) και της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips (Knauf Gips, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22).
136 – Αυτή τη διαδικαστική πλημμέλεια λαμβάνει ως αφετηρία και το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 453 έως 456 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
137 – Βλ. συναφώς και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
138 – Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C‑51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Hercules, Συλλογή 1999, σ. I‑4235, σκέψη 78), της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής (Corus UK, Συλλογή 2003, σ. I‑11177, σκέψη 128), και PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 318) και Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 104)∙ βλ. και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1775, σκέψη 98) και Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1847, σκέψη 108).
139 – Αποφάσεις Hercules (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 77), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 127), και PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 317, 322 και 323).
140 – Άρθρο 6, παράγραφος 2, ΣΕΕ, όπως ισχύει μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.
141 – Βλ. αντί πολλών την απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 64)∙ με την ίδια έννοια, τις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, C‑7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. I‑1935, σκέψεις 25 και 26), της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C‑450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I 581, σκέψεις 44 και 46), και της 23ης Δεκεμβρίου 2009, C 45/08, Spector Photo Group και Van Raemdonck (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 43).
142 – Πράγματι, αυτό θα ήταν απαράδεκτο (βλ. απόφαση PVC II, παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 330 και 331, και απόφαση Aalborg Portland, παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 77 σε συνδυασμό με τη σκέψη 76).
143 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση Error! Bookmarknotdefined., σκέψη 125)· βλ., συναφώς, ανωτέρω, το σημείο 73 των προτάσεων αυτών και την παρατεθείσα στην υποσημείωση 58 νομολογία.
144 – Σκέψη 446 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
145 – Και το Δικαστήριο εξέτασε σε ορισμένες περιπτώσεις ουσιαστικού δικαίου ζητήματα πριν από τις προβληθείσες διαδικαστικού χαρακτήρα αιτιάσεις∙ βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψεις 72 έως 114 και 115 έως 138), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑338/00 P, Volkswagen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑9189, σκέψεις 38 έως 105 και 106 έως 117).
146 – Βλ. κατωτέρω, σημεία 197 έως 200 των προτάσεων αυτών.
147 – Αποφάσεις Hercules (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 76), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 126), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 315) και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 55).
148 – Αποφάσεις Hercules (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 75), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 125) και PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 315).
149 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 74) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23).
150 – Αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 318 και 324), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23).
151 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75)∙ βλ. και την απόφαση Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23 καθώς και σκέψη 28 στο τέλος, όπου επισημαίνεται ότι η Επιτροπή έχει ήδη λάβει υπόψη ορισμένα επιχειρήματα με την προσβαλλόμενη απόφαση.
152 – Βλ. την προβαλλόμενη από την Επιτροπή απόφαση Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 134) καθώς και την απόφαση Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23 καθώς και σκέψη 28, στο τέλος).
153 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75), επιβεβαιωθείσα προσφάτως με την απόφαση Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23).
154 – Κακώς η Επιτροπή εξέτασε το κεντρικής σημασίας αυτό επιχείρημα της αναιρεσείουσας μόνο σε μια υποσημείωση του υπομνήματος αντικρούσεως, για να το θεωρήσει ως «ασήμαντο».
155 – Σκέψεις 423 και 424 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
156 – Σκέψη 427 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
157 – Σκέψη 442 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
158 – Σκέψη 432 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
159 – Σκέψη 440 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
160 – Συναφώς το Δικαστήριο τονίζει με τη νομολογία του σχετικά με τις διαδικασίες ανταγωνισμού και αντιντάμπινγκ, ότι πρέπει πάντοτε να γίνει δεκτό ότι υφίσταται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας όταν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα μπορούσε να οργανώσει καλύτερα την άμυνά της αν δεν υφίστατο η σχετική διαδικαστική παρατυπία (αποφάσεις Thyssen Stahl, παρατεθείσα στην υποσημείωση 124, σκέψη 31, και της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑141/08 P, Foshan Shκαιe Yongjian Housewares & Hardware κατά Συμβουλίου (Foshan, Συλλογή 2009, σ. I‑9147, σκέψη 94).
161 – Βλ. ανωτέρω, σημεία Error! Referencesourcenotfound. έως Error! Reference source not found. των προτάσεων αυτών.
162 – Σκέψη 441 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
163 – Σκέψη 428 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
164 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 74).
165 – Απόφαση Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 28).
166 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 131).
167 – Αποφάσεις Hercules (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 81), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψη 128) και PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 318).
168 – Σκέψη 407 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
169 – Σκέψη 441 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
170 – Σκέψη 428 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
171 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 180 των προτάσεων αυτών.
172 – Σκέψη 465 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
173 – Σκέψεις 481 και 482 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
174 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 479 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
175 – Αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 318 και 324), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 23).
176 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 131).
177 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 68) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψη 22).
178 – Σκέψη 464 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
179 – Βλ. ιδίως τις αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135).
180 – Αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 318 και 324), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 74, 75 και 131) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 135, σκέψεις 23 και 24).
181 – Σκέψη 479 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
182 – Σκέψεις. 469 έως 478 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
183 – Σκέψη 468 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
184 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 127, 128 και 131).
185 – Σκέψεις 470, 475 και 480 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
186 – Σκέψη 478 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
187 – Σκέψεις 472, 474, 477 και 478 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
188 – Σκέψη 476 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
189 – Σκέψεις 470 έως 478 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
190 – Σκέψη 470 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
191 – Βλ. συναφώς και ανωτέρω, σημεία 50 έως 53 και 57 έως 62 των προτάσεων αυτών.
192 – Έτσι, ευλόγως, το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 470 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
193 – Είναι ενδιαφέρον το ότι η ίδια η Επιτροπής φαίνεται να λαμβάνει ως αφετηρία το γεγονός ότι τουλάχιστον ορισμένοι από τους ελλείποντες φακέλους περιείχαν «αλληλογραφία βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17», δηλαδή αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής σε διάφορες επιχειρήσεις και τις απαντήσεις τους (βλ. σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
194 – Βλ. ιδίως τις σκέψεις 473 και 476 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
195 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 77 των προτάσεων αυτών και την παρατεθείσα στην υποσημείωση 65 νομολογία.
196 – Βλ. συναφώς και πάλι την παραπομπή στην υποσημείωση 193.
197 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 194 των προτάσεων αυτών.
198 – Βλ. για παράδειγμα τις σκέψεις 473 («η προσφεύγουσα πρέπει να προσπαθήσει να αναφέρει») 474 («η προσφεύγουσα θα έπρεπε να προσπαθήσει να αναφέρει») και 476 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως («η προσφεύγουσα δεν εξήγησε»).
199 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
200 – Σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
201 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 156 έως 206 των προτάσεων αυτών.
202 – Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑829, σκέψη 44, και SGL Carbon κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 147, σκέψη 71)∙ βλ. επιπλέον τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 10), Michelin I (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 7), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 85) και Impala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 61)∙ με την ίδια έννοια –από διαφορετικούς τομείς δικαίου– αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5373, σκέψη 21), της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑6351, ιδίως σκέψη 348), και Foshan (παρατεθείσα στην υποσημείωση 160, σκέψη 83).
203 – Σήμερα ισχύει το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003.
204 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, ιδίως σκέψη 88).
205 – Βλ. ιδίως τις σκέψεις 184 και 185 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
206 – Βλ. συναφώς τις σκέψεις 453 έως 456 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα σημεία 154 και 157 των προτάσεων αυτών.
207 – Βλ. συναφώς τις παραπομπές στην υποσημείωση 11.
208 – Αποφάσεις Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, ιδίως σκέψεις 99, 103 και 104) και Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, ιδίως σκέψεις 109, 113 και 118). Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία με την απόφαση στην υπόθεση T‑32/91 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση 91/299 λόγω πλημμελούς κυρώσεώς της.
209 – Βλ. συναφώς τη δημοσίευση Δωδέκατη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1982), σ. 40 και 41 (παρατίθεται απόσπασμα στη σκέψη 452 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
210 – Βλ. ιδίως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-37/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1901, σκέψεις 61 έως 66 και 73), με την οποία δεν γίνεται δεκτή η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
211 – Βλ., αφενός, την απόφαση Hercules του έτους 1999 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 138, σκέψεις 75 και 76) και, αφετέρου, τη δημοσιευθείσα ήδη το 1997 αυτοδέσμευση της Επιτροπής όσον αφορά τη χορήγηση προσβάσεως στον φάκελο (Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τους κανόνες εσωτερικής διαδικασίας για την εξέταση των αιτήσεων πρόσβασης στον φάκελο στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης EΚ, των άρθρων 65 και 66 της Συνθήκης EΚΑΧ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, ΕΕ 1997, C 23, σ. 3).
212 – Σκέψεις 42, 186 και 190 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
213 – Σκέψεις 24, 450 και 451 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
214 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημεία 156 έως 205 των προτάσεων αυτών.
215 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 160 των προτάσεων αυτών.
216 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 179). Για την εφαρμογή της αρχής αυτής ειδικά στην ένδικη διαδικασία, βλ. περαιτέρω τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Baustahlgewebe, Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 21), Thyssen Stahl (παρατεθείσα στην υποσημείωση 124, σκέψη 154), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 115) και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (Der Grüne Punkt, Συλλογή 2009, σ. I‑6155, σκέψεις 177 έως 179)∙ για την εφαρμογή της ίδιας αρχής στη διοικητική διαδικασία βλ. τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (FEG, Συλλογή 2006, σ. I‑8725, σκέψεις 35 έως 52) και C‑113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής (TU, Συλλογή 2006, σ. I‑8831, σκέψεις 40 έως 57).
217 – Υπό την έννοια αυτή και η απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 176 έως 178)∙ στην απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 176 έως 196) το Δικαστήριο εξέτασε τη διάρκεια της διαδικασίας και υπό το πρίσμα του εύλογου χαρακτήρα της, μολονότι δεν ήταν δυνατή η διαπίστωση συνεπειών στην έκβαση της υποθέσεως.
218 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 29), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 187), Thyssen Stahl (παρατεθείσα στην υποσημείωση 124, σκέψη 155), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 116) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 181).
219 – Αποφάσεις Thyssen Stahl (παρατεθείσα στην υποσημείωση 124, σκέψη 156), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 117) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 182)∙ βλ. και την απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 188).
220 – Βλ. υπό την έννοια αυτή την απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 184) καθώς και τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 216 αποφάσεις FEG (ιδίως σκέψεις 37, 38 και 40) και TU (ιδίως σκέψεις 42, 43 και 45).
221 – Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το ζήτημα των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν από μια τέτοια διαδικαστική πλημμέλεια· βλ. συναφώς κατωτέρω, σημεία 248 έως 281 και 323 έως 356 των προτάσεων αυτών.
222 – Βεβαίως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διευκρίνισε οριστικά το σημείο αυτό στην απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψεις 229 και 230), η νομολογία όμως του ΕΔΔΑ δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς τη σημασία της συνολικής εκτιμήσεως της διάρκειας της διαδικασίας. Βλ. συναφώς ιδίως την απόφαση Eckle κατά Γερμανίας της 15ης Ιουλίου 1982 (Σειρά A, αριθμ. 51, προσφυγή 8130/78): Το ΕΔΔΑ στηρίζεται στο χρονικό διάστημα στο οποίο εκτείνονται συνολικώς οι επίδικες διαδικασίες (§§ 79, 80), και διαπιστώνει ότι η διάρκεια της διαδικασίας αφορά τη συνολική διαδικασία περιλαμβανομένων και των δικαστηρίων (couvre l’ensemble de la procédure en cause, y compris les instances de recours, § 76). Με την απόφαση Γώρου κατά Ελλάδας (αριθ. 2, Διευρυμένο Τμήμα) της 20ής Μαρτίου 2009 (προσφυγή 12686/03, § 46) γίνεται δεκτή παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ λόγω της διάρκειας της διαδικασίας στο σύνολό της (durée de la procédure dans son ensemble)∙ ομοίως η απόφαση Κακαμούκας κ.λπ. κατά Ελλάδας (Διευρυμένο Τμήμα) της 15ης Φεβρουαρίου 2008 (προσφυγή 38311/02, § 32) στηρίζεται στον υπολογισμό της συνολικής διάρκειας των επιδίκων διαδικασιών (calcul de la durée totale des procédures litigieuses).
223 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
224 – Πάντως, η συνολική διάρκεια της διαδικασίας στην υπόθεση PVC προσέγγισε κατά πολύ τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, εάν ληφθεί υπόψη ότι οι πρώτες έρευνες της Επιτροπής πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1983 (βλ. την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 1999, T‑305/94 έως T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑931, σκέψη 1) και η τελευταία δικαστική απόφαση (απόφαση PVC II, παρατεθείσα στην υποσημείωση 105) εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2002.
225 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 35 και υποσημείωση 30 των προτάσεων αυτών.
226 – Μολονότι η διαφωνία αυτή εμφανίζεται και σε άλλα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, θα εξετάσω τα επιχειρήματα που προεβλήθησαν εκατέρωθεν μόνο στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
227 – Σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως∙ βλ. και σκέψεις 139 έως 141 της αποφάσεως εκείνης.
228 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 49) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 193)∙ ειδικά για τη σχέση με τα δικαιώματα άμυνας, βλ. τις αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, ιδίως σκέψεις 42, 43 και 60 έως 62) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, ιδίως σκέψεις 47, 48 και 69 έως 71).
229 – Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), βλ. ιδίως την επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο (όπ.π., σ. 30).
230 – Με την απόφαση Kudla κατά Πολωνίας, της 26ης Οκτωβρίου 2000 (προσφυγή 30210/96, Recueildesarrêtsetdécisions 2000‑XI, § 154), το Διευρυμένο Τμήμα του ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι, όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα, δεν υφίσταται επί του παρόντος κρατούσα λύση μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών της ΕΣΔΑ, για την αντιμετώπιση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (pour l’heure il n’existe pas, dans les ordres juridiques des Etats contractants, un système prédominant en matière de recours permettant de dénoncer les durées excessives de procédure)∙ βλ. και EΔΔΑ, απόφαση Simaldone κατά Ιταλίας, της 31ης Μαρτίου 2009 (προσφυγή 22644/03, § 78). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη δημοκρατία δια του νόμου (Επιτροπή της Βενετίας) προέβη σε συγκριτική μελέτη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2006 (Μελέτη 316/2004, προσβάσιμη στο διαδίκτυο, στη διεύθυνση , με τελευταία επίσκεψη στις 26 Ιανουαρίου 2011). Για τις διάφορες λύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, βλ. επιπλέον τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 3ης Φεβρουαρίου 1998, στην υπόθεση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημεία 52 και 53).
231 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 222, § 94) και Ommer κατά Γερμανίας (αριθ. 1) της 13ης Νοεμβρίου 2008 (προσφυγή 10597/03, § 68)∙ βλ., επιπλέον, ΕΔΔΑ, διάταξη Sprotte κατά Γερμανίας, της 17ης Noεμβρίου 2005 (προσφυγή 72438/01).
232 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Dželil κατά Γερμανίας της 10ης Νοεμβρίου 2005 (προσφυγή 65745/01, § 103), Ohlen κατά Δανίας της 24ης Φεβρουαρίου 2005 (προσφυγή 63214/00, §§ 29 και 30) και Ommer κατά Γερμανίας (αριθ. 1) (παρατεθείσα στην υποσημείωση 231, § 68) καθώς και διάταξη Mενελάου κατά Κύπρου, της 12ης Ιουνίου 2008 (προσφυγή 32071/04)∙ υπό την ίδια έννοια και την απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 222, § 67), η οποία αναγνωρίζει κατ’ αρχήν τη μείωση της ποινής ως αποζημίωση. Βλ. επιπλέον τα σημεία 119 έως 123 της μελέτης 316/2004 της Επιτροπής της Βενετίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 230).
233 – ΕΔΔΑ, απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (άρθρο 50) της 21ης Ιουνίου 1983 (Σειρά A, Nr. 65, προσφυγή 8130/78, § 24).
234 – ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας (Διευρυμένο Τμήμα) της 23ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή 73053/01, § 43).
235 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, και το άρθρο 41 ΕΣΔΑ.
236 – Η σημασία της αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρων 81 EΚ και 82 EΚ) τονίσθηκε προσφάτως π.χ. στις αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2009, C‑429/07, X BV (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 33 έως 35), και της 7ης Δεκεμβρίου 2010, C‑439/08, VEBIC (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, ιδίως σκέψεις 59 και 61).
237 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 194). Βλ. υπό την ίδια έννοια, σχετικά με ποινικές διαδικασίες γενικώς, τα σημεία 228 έως 232 της μελέτης της Επιτροπής της Βενετίας (παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 230)∙ στο σημείο 241 η Επιτροπή της Βενετίας τονίζει ότι η απαλλαγή και η περάτωση της ποινικής διαδικασίας θα πρέπει να έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα ([l]’acquittement et l’abandon des poursuites devraient rester des mesures exceptionnelles).
238 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 194).
239 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 31ης Μαρτίου 2009, στην υπόθεση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημεία 305 και 306)∙ στις αναλύσεις αυτές αναφέρεται ρητώς το Δικαστήριο με τη σκέψη 194 της αποφάσεώς του στην υπόθεση εκείνη.
240 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 35 και υποσημείωση 30 των προτάσεων αυτών.
241 – Σκέψεις 133 έως 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
242 – Βλ. ανωτέρω σημείο 30 των προτάσεων αυτών και την παρατεθείσα στην υποσημείωση 26 νομολογία.
243 – Βλ. συναφώς την παρατεθείσα ανωτέρω, στη σκέψη 45, νομολογία.
244 – Σε παρεμφερή προσέγγιση στηρίζονται οι αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 45 έως 49) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 50 έως 54), από τις οποίες συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια όλων των σταδίων της διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά τις συνέπειές τους στην ικανότητα άμυνας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
245 – Σκέψεις 134 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
246 – Σκέψεις 137 έως 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (το γεγονός ότι πρόκειται για την προηγηθείσα ένδικη διαδικασία σχετικά με την απόφαση 91/299, καθίσταται σαφές ιδίως από την εισαγωγική σκέψη 137).
247 – Βλ. συναφώς την ανωτέρω, στην υποσημείωση 35, παρατεθείσα νομολογία.
248 – Για το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, βλ. και ανωτέρω, σημείο 160 των προτάσεων αυτών.
249 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 94 των προτάσεων αυτών.
250 – Στο γαλλικό πρωτότυπο αναγράφονται τα εξής: «La requérante estime dès lors que le dépassement manifeste du délai raisonnable dans la présente procédure … ne peut qu’entraîner l’annulation pure et simple de la décision attaquée …» (σημείο 150 του πρωτοδίκως κατατεθέντος δικογράφου της προσφυγής, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 50 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της Solvay).
251 – Στο σημείο 439 του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως (αποσπάσματα του οποίου παρατίθενται στο σημείο 52 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της Solvay) αναφέρονται τα εξής: «[S]i, par impossible, le Tribunal devait rejeter l’ensemble des moyens d’annulation développés par la requérante, la requérante invite le Tribunal à prendre en compte … l’ensemble des considérations présentées dans la présente requête au titre des moyens d’annulation dans son appréciation de la nécessité d’infliger une amende à la requérante et du montant de celle-ci …».
252 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 154 και 157 των προτάσεων αυτών.
253 – Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
254 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 202 και 203 των προτάσεων αυτών.
255 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 154 και 222 των προτάσεων αυτών.
256 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 211 έως 227 των προτάσεων αυτών.
257 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 237 και υποσημείωση 218 των προτάσεων αυτών.
258 – Απόφαση Επιτροπή κατά Solvay της 6ης Απριλίου 2000 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11).
259 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
260 – Ορθώς η Solvay είχε αναφερθεί στο ζήτημα αυτό ήδη κατά την πρωτόδικη διαδικασία (βλ. σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Με την απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, ιδίως σκέψεις 204 και 205) το Δικαστήριο άφησε ανοικτό το ζήτημα αυτό, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλει σχετικές αιτιάσεις.
261 – Τον Απρίλιο του 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, Επιτροπή κατά Solvay (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11).
262 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 238 των προτάσεων αυτών.
263 – Για τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑57/01 και για τη συνολική εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας, βλ. κατωτέρω, σημεία 335 έως 348 των προτάσεων αυτών.
264 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 249 έως 263 των προτάσεων αυτών.
265 – Αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 56 έως 60) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 64, 67 και 69).
266 – Αποφάσεις TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 69) και FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 56).
267 – Αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 57 και 58) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 64 έως 69).
268 – Η Solvay αναφέρει στο πλαίσιο αυτό τις εγκαταστάσεις της στο Tavaux (Γαλλία), στο Couillet (Βέλγιο) και στη Heilbronn (Γερμανία).
269 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 154 και 186 έως 206 των προτάσεων αυτών.
270 – Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
271 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, τμήμα IV (σημεία 15 έως 322 των προτάσεων αυτών).
272 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημείο 294 των προτάσεων αυτών.
273 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημεία 298 έως 322 των προτάσεων αυτών.
274 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 48, 141 και 142).
275 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψη 195).
276 – Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1999, C‑126/97, Eco Swiss (Συλλογή 1999, σ. I‑3055, σκέψη 36), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I‑6297, σκέψη 20).
277 – Βλ. συναφώς την παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 236, νομολογία.
278 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Sharpston, της 10ης Φεβρουαρίου 2011, στην εκκρεμή υπόθεση C-272/09 P, KME Germany κ.λπ. Κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, ιδίως σημείο 64), τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 26ης Οκτωβρίου 2010 στις εκκρεμείς υποθέσεις C‑201/09 P και C‑216/09 P, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής κ.λπ. (μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, ιδίως σημείο 41) και C‑352/09 P, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, ιδίως σημείο 49) καθώς και τις προτάσεις μου της 3ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση C‑280/06, ETI κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑10893, σημείο 71), και της 23ης Απριλίου 2009, στην υπόθεση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 86, σημείο 39)∙ υπό την ίδια έννοια, βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημείο 108) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημείο 100).
279 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, ιδίως σκέψη 48). Ειρήσθω εν παρόδω ότι και η ίδια η Επιτροπή υιοθετεί ενίοτε τη λύση της μειώσεως του προστίμου, όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια διοικητική διαδικασία που διεξήγαγε η ίδια είχε υπερβολικά μακρά διάρκεια (βλ. συναφώς τις αποφάσεις FEG και TU, παρατεθείσες στην υποσημείωση 216, σκέψεις 9).
280 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 261 και 262 των προτάσεων αυτών.
281 – Υπό την έννοια αυτή, απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, ιδίως σκέψη 141).
282 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 48 και 142).
283 – Για μελλοντικές περιπτώσεις: άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003.
284 – Βλ. ανωτέρω, Nr. 237 των προτάσεων αυτών.
285 – Βλ. ανωτέρω, ιδίως σημεία 238 έως 241 των προτάσεων αυτών.
286 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
287 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 306 έως 310 των προτάσεων αυτών.
288 – Επειδή η γλώσσα διαδικασίας είναι η γαλλική, τα υπομνήματα όλων των μετεχόντων στη διαδικασία συντάχθηκαν στη γλώσσα διασκέψεως για την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αμελητέα μεταφραστική ανάγκη ανέκυψε μόνο κατά την έναρξη της ένδικης διαδικασίας για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. άρθρο 24, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου). Οι μεταφραστικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν κατά το πέρας της πρωτόδικης διαδικασίας για τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν εμπόδιζαν το Γενικό Δικαστήριο να δημοσιεύσει το κείμενο της αποφάσεως στη γλώσσα διαδικασίας και να το κοινοποιήσει μετά την ολοκλήρωση της διασκέψεως.
289 – Σκέψεις 57 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
290 – Στις 19 Δεκεμβρίου 2003, το Πρωτοδικείο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει λεπτομερή κατάλογο όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας∙ στις 14 Απριλίου 2005 η Solvay απέκτησε πρόσβαση, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, στα τμήματα του φακέλου που διεβίβασε η Επιτροπή (σκέψεις 57 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Εάν συνυπολογιστεί το χρονικό διάστημα έως την υποβολή των παρατηρήσεων της Επιτροπής στις 18 Noεμβρίου 2005 σχετικά με τη χρησιμότητα των οικείων τμημάτων του φακέλου για την άμυνα της Solvay, τότε παρήλθαν περίπου δύο έτη.
291 – Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 18 Νοεμβρίου 2005 και η προφορική διαδικασία κινήθηκε τον Μάιο του 2008 (σκέψεις 68 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
292 – Προς σύγκριση: στην περίπτωση Baustahlgewebe, στην οποία το Πρωτοδικείο αποφάσισε να συνεκδικάσει λόγω συναφείας έντεκα υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δέχθηκε παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, επειδή στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας παρήλθε χρονικό διάστημα 32 μηνών μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της αποφάσεως περί ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας, καθώς και διάστημα 22 μηνών μεταξύ του πέρατος της προφορικής διαδικασίας και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (απόφαση Baustahlgewebe, παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 45 και 46).
293 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 4ης Μαρτίου 2010, στην υπόθεση Γκόγκος κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σημείο 88).
294 – ΕΔΔΑ, απόφαση Pedersen και Baadsgaard/Dänemark (Διευρυμένο Τμήμα) της 17ης Δεκεμβρίου 2004 (προσφυγή 49017/99, Recueildesarrêtsetdécisions 2004-XI, § 44)∙ υπό την ίδια έννοια, βλ. ήδη τις αποφάσεις Ringeisen κατά Αυστρίας, της 16ης Ιουλίου 1971 (Σειρά A, Nr. 13, § 110) και Hozee κατά Κάτω Χωρών, της 22ας Μαΐου 1998 (Recueildesarrêtsetdécisions 1998-III, § 43).
295 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 105, σκέψη 182)∙ βλ. συνολικά και τις προτάσεις μου της 8ης Δεκεμβρίου 2005 στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημεία 108 έως 112) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημεία 100 έως 104).
296 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις König κατά Γερμανίας, της 28ης Ιουνίου 1978 (Σειρά A, αριθ. 27, προσφυγή 6232/73, § 98) και Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 222, § 76).
297 – Η προθεσμία παραγραφής ανέρχεται σε πέντε έτη από το πέρας της παραβάσεως και διακόπτεται με πράξεις έρευνας ή διώξεως. Απόλυτη παραγραφή του δικαιώματος διώξεως επέρχεται το αργότερο κατά την ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η διπλή προθεσμία παραγραφής, χωρίς η Επιτροπή να έχει ορίσει πρόστιμο ή χρηματικό μέτρο. Πάντως, η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως διακόπτεται καθόσον, λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής, εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Βλ. γενικά τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμό (EΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241)∙ για τις μελλοντικές υποθέσεις ισχύει το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003. Mε διάφορα προβλήματα σε σχέση με την παραγραφή και τη διακοπή της κατά τη διάρκεια ένδικης διαδικασίας ασχολείται ο γενικός εισαγγελέας Bot στις προτάσεις του ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 277, ιδίως σημεία 66 έως 81 και 245 έως 251) και ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 277, ιδίως σημεία 177 έως 212).
298 – Βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Δεκεμβρίου 2005 στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημείο 111) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημείο 103).
299 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 48 και 142).
300 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σκέψεις 141 και 142).
301 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Dželili κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 232, § 103) και Ommer κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 231, § 50).
302 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 306 έως 310 και σημείο 338 των προτάσεων αυτών.
303 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 339 έως 343 των προτάσεων αυτών.
304 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 345 και 346 των προτάσεων αυτών.
305 – Υπό την έννοια αυτή, EΔΔΑ, απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (άρθρο 50) (παρατεθείσα στην υποσημείωση 233, § 24).
306 – Αιτιολογική σκέψη 191 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της Solvay στην αγορά ως «εξαιρετικά σοβαρής» και διευκρίνισε ότι από κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Solvay δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση της σοβαρότητας των παραβάσεων (σκέψεις 499 και 501 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η Solvay δεν έβαλε κατά του εν λόγω τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
307 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, ιδίως σημεία 294 και 322 των προτάσεων αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy