ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Απριλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑110/10 P
Solvay SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Σύμπραξη (άρθρο 81 EΚ) – Δικαιώματα άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Απώλεια φακέλων της διοικητικής διαδικασίας – Δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως – Δικαίωμα σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας – Υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας – Ευρωπαϊκή αγορά ανθρακικού νατρίου»
Πίνακας περιεχομένων
I –EισαγωγήI – 5
II –Το ιστορικό της διαφοράςI – 7
III –Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίαI – 13
IV –Επί του αιτήματος αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεωςI – 15
Α –Επί των δικαιωμάτων άμυνας (δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως)I – 16
1.Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)I – 19
α) Επί του παραδεκτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεωςI – 23
β) Το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεωςI – 25
2.Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως (τρίτος λόγος αναιρέσεως)I – 33
α) Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεωςI – 34
β) Δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεωςI – 35
γ) Προσωρινό συμπέρασμαI – 43
Β –Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (πρώτος λόγος αναιρέσεως)I – 43
1.Απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 45
α)Επί του προκριματικού ερωτήματος, κατά πόσον οι αιτιάσεις της Solvay είναι αλυσιτελείςI – 45
γ)Επί της προβαλλόμενης πλημμέλειας της αιτιολογίας (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 51
2.Οι έννομες συνέπειες υπερβολικά μακράς διαδικασίας (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 52
α)Προϋπόθεση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 53
β)Επιπτώσεις της διάρκειας της διαδικασίας στην ικανότητα άμυνας της Solvay στην παρούσα περίπτωση (τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 60
i)Επί της προβαλλομένης πλημμέλειας της αιτιολογίαςI – 61
ii)Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιοI – 62
iii)Επί ορισμένων περαιτέρω αιτιάσεωνI – 66
iv)Προσωρινό συμπέρασμαI – 67
γ)Υποτιθέμενη παραίτηση της Solvay από τη μείωση του χρηματικού προστίμου (πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)I – 67
3.Προσωρινό συμπέρασμαI – 71
Γ –Αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεωςI – 71
Δ –Η απόφαση επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγήςI – 71
1.Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελοI – 72
2.Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεωςI – 73
3.Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίαςI – 74
4.Προσωρινό συμπέρασμαI – 80
V –Επί του αιτήματος της μειώσεως του χρηματικού προστίμουI – 81
Α –Προκαταρκτική παρατήρησηI – 81
Β –Μείωση του προστίμουI – 85
1.Επί της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίαςI – 86
2.Επί του μέτρου της μειώσεως του προστίμουI – 94
VI –Δικαστικά έξοδαI – 97
VII –ΠρότασηI – 98
I – Eισαγωγή
1. Είναι η δεύτερη φορά που η υπόθεση Solvay κατά CFK άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου δια της αναιρετικής οδού (2).
2. Η παρούσα διαδικασία συνδέεται στενά με την παράλληλη εκκρεμή υπόθεση C‑109/10 P (Solvay κατά Επιτροπής). Αμφότερες ανάγονται, ως προς τις απαρχές τους, σε επεισόδια τα οποία έλαβαν χώρα στην ευρωπαϊκή αγορά ανθρακικού νατρίου από τη δεκαετία του 1980 και τα οποία οδήγησαν κατά τα έτη 1989/1990 σε διαδικασία έρευνας συμπράξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (3).
3. Πάντως, η αιτία της παρούσας διαφοράς δεν είναι η πτυχή της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά, αλλά μια συμφωνία συμπράξεως, η οποία, όπως διαπίστωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οδήγησε, κατά το χρονικό διάστημα από το 1987 έως το 1990, σε κατανομή της αγοράς μεταξύ της βελγικής επιχειρήσεως Solvay (4) και της γερμανικής επιχειρήσεως CFK (5). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επέβαλε στη Solvay σε δύο περιπτώσεις (1990 και 2000) χρηματικό πρόστιμο, το οποίο αμφισβητεί ακόμη Solvay ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
4. Στο παρόν στάδιο, οι διάδικοι διαφωνούν, κατ’ ουσίαν, επί δύο ακόμη νομικών ζητημάτων θεμελιώδους σημασίας, εκ των οποίων το ένα αφορά το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο –ιδίως τις συνέπειες της εξαφανίσεως τμήματος των διοικητικών φακέλων– και το άλλο την αρχή της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.
5. Η Solvay προβάλλει εξάλλου την αιτίαση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας όχι μόνο στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και με μια προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: EΔΔΑ), με την οποία βάλλει κατά του συνόλου των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στηρίζεται (6) σε παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ (7).
II – Το ιστορικό της διαφοράς
6. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο (8), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε τον Απρίλιο του 1989, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 17 (9), αιφνιδίους ελέγχους («έρευνες») στις εγκαταστάσεις πλειόνων επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες στην αγορά ανθρακικού νατρίου (10), μεταξύ άλλων, στη βελγική εταιρία Solvay (11). Αργότερα ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες από τις οικείες επιχειρήσεις.
7. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών της, η Επιτροπή προσήψε στη Solvay, αφενός, τη συμμετοχή σε συμπράξεις και, αφετέρου, την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά του ανθρακικού νατρίου.
8. Η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο μία από τις διαπιστωθείσες από την Επιτροπή συμφωνίες συμπράξεως (12). Κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, μεταξύ της Solvay και της CFK συνήφθη συμφωνία, επί τη βάσει της οποίας οι δύο επιχειρήσεις προέβησαν στη μεταξύ τους κατανομή της αγοράς ανθρακικού νατρίου «από το 1987 περίπου μέχρι τουλάχιστον τα τέλη του 1990». Η Solvay εγγυώνταν στη CFK κατώτατο όριο ετήσιων πωλήσεων σε ποσότητα ανθρακικού νατρίου στη γερμανική αγορά, το οποίο υπολόγιζε βάσει των πωλήσεων που πραγματοποίησε η CFK το 1986, και αντιστάθμιζε κάθε έλλειμμα της CFK αγοράζοντας από αυτή τις ποσότητες που απαιτούνταν για να φθάσουν οι πωλήσεις το εγγυημένο κατώτατο όριο (13).
9. Για τη συμμετοχή στην εν λόγω συμφωνία συμπράξεως, η Επιτροπή επέβαλε το 1999, με μία πρώτη απόφαση εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 17 (απόφαση 91/298/ΕΟΚ (14)), χρηματικά πρόστιμα στις δύο επιχειρήσεις, εκ των οποίων η Solvay έπρεπε να καταβάλει περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ και η CFK περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ (15). Επειδή, πάντως, η πρώτη αυτή απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου όσον αφορά την κύρωσή της, ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο (16). Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εξέδωσε το 2000, χωρίς επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας (17) –ιδίως χωρίς να προβεί σε νέα ακρόαση της Solvay– δεύτερη απόφαση, στηριζόμενη εν προκειμένω στο άρθρο 81 ΕΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 17, με την οποία επιβλήθηκε εκ νέου στη Solvay (18) χρηματικό πρόστιμο του οποίου το ύψος δεν μεταβλήθηκε (απόφαση 2003/5/ΕΚ) (19). Η τελευταία αυτή απόφαση συνιστά το σημείο αφετηρίας για την υπό κρίση ένδικη διαδικασία.
10. Πρωτοδίκως, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Solvay κατά της αποφάσεως 2003/5 ευδοκίμησε μόνον εν μέρει: Mε την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, το Γενικό Δικαστήριο μείωσε μεν κατά 25 % το ύψος του προστίμου σε 2,25 εκατομμύρια ευρώ, απέρριψε όμως κατά τα λοιπά την προσφυγή ως αβάσιμη (20). Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, μέχρι την έκδοση της οποίας χρειάστηκαν οκτώ έτη και εννέα μήνες, βάλλει εφεξής η Solvay (21) με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
11. Τα σημαντικότερα μέχρι τώρα στάδια της διαφοράς αυτής μπορούν να συνοψισθούν κατά χρονολογική σειρά ως εξής:
– Διοικητική διαδικασία μέχρι την έκδοση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Απρίλιος 1989: Έλεγχοι της Επιτροπής
Mάρτιος 1990: Ανακοίνωση των αιτιάσεων
Δεκέμβριος 1990: Απόφαση 91/298 της Επιτροπής, περί επιβολής προστίμου
– Ένδικη διαδικασία περί ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Mάιος 1991: Προσφυγή ακυρώσεως της Solvay ενώπιον του Πρωτοδικείου (Τ-32/91)
Ιούνιος 1995: Ακύρωση της αποφάσεως 91/298
Αύγουστος 1995: Αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής (C‑287/95 P)
Απρίλιος 2000: Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
– Διοικητική διαδικασία μέχρι την έκδοση της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Δεκέμβριος 2000: Απόφαση 2003/5 της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου
– Ένδικη διαδικασία από της εκδόσεως της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου
Mάρτιος 2001: Προσφυγή ακυρώσεως της Solvay ενώπιον του Πρωτοδικείου (T‑58/01)
Δεκέμβριος 2009: Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (T‑58/01)
Mάρτιος 2010: Υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Solvay (C‑110/10 P)
III – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
12. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Solvay ζητεί από το Δικαστήριο,
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009∙
– να εξετάσει εκ νέου την προσφυγή επί των αναιρεθέντων σημείων και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, στο σύνολό της ή εν μέρει, ανάλογα με την έκταση των σχετικών λόγων αναιρέσεως·
– να ακυρώσει το πρόστιμο των 2,25 εκατομμυρίων ευρώ ή, άλλως, να μειώσει σημαντικά το πρόστιμο αυτό για την αποκατάσταση της σοβαρής ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης καθώς και στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
13. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο,
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
14. Σχετικά με την αίτηση αναιρέσεως διεξήχθη πρώτα η έγγραφη διαδικασία και, στη συνέχεια, στις 18 Ιανουαρίου 2011, η προφορική. Η προφορική διαδικασία διεξήχθη από κοινού για τις υποθέσεις C‑109/10 P και C‑110/10 P.
IV – Επί του αιτήματος αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
15. Με το κύριο αίτημά της, η Solvay ζητεί, στηριζόμενη σε τρεις συνολικά λόγους αναιρέσεως, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Θα εξετάσω τους λόγους αυτούς σε διαφορετική σειρά από αυτή με την οποία προβλήθηκαν: τα διαδικαστικού χαρακτήρα προβλήματα σε σχέση με την πρόσβαση στον φάκελο και το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως εξετάζονται στην αρχή (βλ. κατωτέρω, τμήμα Α) και τα σχετικά με το δικαίωμα για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας θίγονται στο τέλος της νομικής εκτιμήσεως (βλ. κατωτέρω, τμήμα Β).
16. Μολονότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόσθηκε ακόμη ο παλαιός αντιμονοπωλιακός κανονισμός όπως ίσχυε με τον κανονισμό 17, τα νομικά ζητήματα που ανέκυψαν ουδόλως απώλεσαν τη σημασία τους και για τον χρόνο μετά τον εκσυγχρονισμό του δικαίου περί των διαδικασιών ελέγχου των συμπράξεων μέσω του κανονισμού (ΕΚ 1/2003 (22).
17. Σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση C‑109/10 P (23), στην παρούσα υπόθεση δεν ανακύπτουν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (στο εξής άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ).
Α – Επί των δικαιωμάτων άμυνας (δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως)
18. Mε τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Solvay προσάπτει, κατ’ ουσίαν, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
19. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών, συνιστά θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου, η οποία επιβεβαιώνεται κατ’ επανάληψη στη νομολογία του Δικαστηρίου (24). Εν τω μεταξύ κωδικοποιήθηκε και στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (25).
20. Οι προβαλλόμενες από τη Solvay αιτιάσεις στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι θεμελιώδους σημασίας και παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τη νομολογία του για τα δικαιώματα άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία σε υποθέσεις συμπράξεων.
21. Το διαδικαστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως έχει ως εξής:
– Πριν από την έκδοση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου του 1990 στην παρούσα υπόθεση (απόφαση 91/298) η Επιτροπή παρέσχε στη Solvay την ευκαιρία, επί τη βάσει ανακοινώσεως των αιτιάσεων, να λάβει θέση επί των αιτιάσεων (26). Πάντως, δεν παρασχέθηκε στη Solvay πρόσβαση στον φάκελο κατά τη συνήθη έννοια· τέθηκαν στη διάθεση της επιχειρήσεως μόνον αντίγραφα των επιβαρυντικών εγγράφων, στα οποία η Επιτροπή είχε στηρίξει τις αιτιάσεις της (27). Με τον τρόπο αυτό εσκοπείτο να «απλοποιηθεί η διαδικασία» (28).
– Το 2000, επομένως πριν από την έκδοση της δεύτερης, εν προκειμένω προσβαλλόμενης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/5), δεν πραγματοποιήθηκε εκ νέου ακρόαση της Solvay (29), ούτε παρασχέθηκε στην επιχείρηση πρόσβαση στον φάκελο (30).
– Για πρώτη φορά στη δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (υπόθεση T‑58/01), η Επιτροπή προσκόμισε τμήμα των εγγράφων της διοικητικής διαδικασίας, αφού το Γενικό Δικαστήριο την κάλεσε επανειλημμένως να προβεί στη σχετική κατάθεση με μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας (31). Η Solvay μπόρεσε να μελετήσει στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου πολλά έγγραφα στα οποία δεν είχε πρόσβαση προηγουμένως. Παρεσχέθη στην επιχείρηση και η ευκαιρία να διατυπώσει παρατηρήσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη χρησιμότητα των εγγράφων εκείνων για την άμυνά της (32).
– Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν μπορούσε πλέον να ανεύρει τα διαδικαστικά έγγραφα που έλλειπαν –ακριβέστερα πέντε υπο-φακέλους (33). Η Επιτροπή δεν ήταν επίσης σε θέση να προσκομίσει στο Γενικό Δικαστήριο κατάλογο των εγγράφων που έλλειπαν (34).
22. Για τον λόγο αυτόν, η Solvay προβάλλει, αφενός, προσβολή του δικαιώματός της για πρόσβαση στον φάκελο (δεύτερος λόγος αναιρέσεως, βλ. συναφώς κατωτέρω τμήμα 1) και, αφετέρου, προσβολή του δικαιώματός της για προηγούμενη ακρόαση (τρίτος λόγος αναιρέσεως, βλ. συναφώς κατωτέρω, τμήμα 2).
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
23. Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα επιβαρυντικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες (35).
24. Δεν αμφισβητείται ότι, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, γνωστοποιήθηκαν στη Solvay μόνον τα τμήματα του διοικητικού φακέλου, τα οποία η Επιτροπή χρησιμοποίησε στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά της επιχειρήσεως. Αποκλείσθηκε η πρόσβαση της επιχειρήσεως σε πολλά άλλα έγγραφα από τον διοικητικό φάκελο, ως προς τα οποία η Solvay είχε ομοίως σχετική αξίωση λόγω των δικαιωμάτων άμυνας. Επομένως, η Επιτροπή παρέβη θεμελιώδη διαδικαστικό κανόνα (36), ο οποίος είναι απόρροια του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως (37). Η εν λόγω διαδικαστική παράβαση δεν μπορεί πλέον να θεραπευθεί μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως με την προσκόμιση μεμονωμένων εγγράφων κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας (38).
25. Στο παρόν στάδιο οι διάδικοι εξετάζουν μόνο το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενόψει της αναφερθείσας διαδικαστικής παραβάσεως της Επιτροπής. Κατά παγία νομολογία, οι διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την πρόσβαση στα έγγραφα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας μπορούν να επισύρουν την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, μόνον οσάκις θίγονται τα δικαιώματα άμυνας (39).
26. Σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση C‑109/10 P, η παρούσα υπόθεση αφορά μόνον ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας σε σχέση με τους απολεσθέντες υπο-φακέλους (40).
27. Αντιθέτως προς την Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο, η Solvay θεωρεί δεδομένη την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και την τεκμηριώνει με πολλά επιχειρήματα. Συναφώς η αναιρεσείουσα στηρίζεται κατ’ ουσίαν στις αναγνωριζόμενες στο δίκαιο της Ενώσεως γενικές αρχές του δικαίου για την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας, για το τεκμήριο αθωότητας και για την κατανομή του βάρους αποδείξεως. Παραλλήλως, η Solvay προσάπτει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθώς και παραβάσεις του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 48 και του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
28. Πάντως, η Solvay προβαίνει σε περαιτέρω διευκρινίσεις μόνον ως προς τα δικαιώματα άμυνας, καθώς και, ακροθιγώς, ως προς το τεκμήριο αθωότητας. Οι μεμονωμένες παραπομπές της στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ και στο άρθρο 6, παράγραφος 1 ΣΕΕ δεν έχουν αυτοδύναμο περιεχόμενο, οπότε δεν χρήζουν εμπεριστατωμένης εξετάσεως. Ως προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αρκεί να αναφερθεί ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει, αφεαυτής, εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το άρθρο 6 ΕΣΔΑ δεν έχει μεν άμεση εφαρμογή στα όργανα της Ενώσεως πριν από την προσχώρηση της Ενώσεως στην ΕΣΔΑ (41) , πλην όμως λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της εφαρμογής των γενικών αρχών του δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενωσιακού δικαίου (42).
Επί του παραδεκτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
29. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό μεγάλων τμημάτων του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Ισχυρίζεται ότι η αξιολόγηση της χρησιμότητας ορισμένων εγγράφων για την άμυνα μιας επιχειρήσεως αποτελεί τμήμα της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία ανήκει μόνο στο Γενικό Δικαστήριο και εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ελέγχου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
30. Εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι πειστική. Στην παρούσα υπόθεση δεν ζητείται από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει, όσον αφορά μεμονωμένα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, με τη δική του εκτίμηση την αξιολόγηση του Γενικού Δικαστηρίου (43). Καλείται, αντιθέτως, να εξετάσει αν το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, στηρίχθηκε στα ορθά κριτήρια. Πρόκειται συναφώς για ένα νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαστήριο (44).
Το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
31. Από απόψεως περιεχομένου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 257 έως 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν από την έλλειψη των πέντε υπο-φακέλων συνάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Solvay (45), και δίδει αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό (46).
32. Η αναιρεσείουσα προβάλλει πολλές αιτιάσεις όσον αφορά τα επίμαχα χωρία της αποφάσεως, στα οποία είναι αφιερωμένα τα πέντε σκέλη του υπό εξέταση δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Πάντως, μεταξύ αυτών, υπάρχουν πολλές επικαλύψεις. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για το ίδιο ζήτημα: μπορούσε το Γενικό Δικαστήριο να αποκλείσει το ότι τα εξαφανισθέντα έγγραφα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της Solvay (47);
33. Αφετηρία των σκέψεων θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι μια επιχείρηση, στην οποία παρανόμως δεν παρασχέθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία η πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα του διοικητικού φακέλου, πρέπει να αποδείξει απλώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα επίδικα έγγραφα για την άμυνά της (48). Αρκεί ότι η επιχείρηση αποδεικνύει την ύπαρξη –έστω και περιορισμένης– πιθανότητας, ότι τα έγγραφα στα οποία δεν παρασχέθηκε πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία θα μπορούσαν να της έχουν φανεί χρήσιμα για την άμυνά της (49).
34. Στην παρούσα περίπτωση, η εξέταση της χρησιμότητας των τμημάτων του διοικητικού φακέλου στα οποία δεν είχε πρόσβαση η Solvay κατέστη βεβαίως δυσχερής για το Γενικό Δικαστήριο, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν τα οικεία έγγραφα.
35. Βεβαίως δεν θα ήταν σκόπιμο να θεωρείται σε κάθε περίπτωση αυτομάτως δεδομένο ότι εξαφανισθέντα τμήματα του φακέλου μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως. Εάν μπορεί ευλογοφανώς να θεωρηθεί, επί παραδείγματι επί τη βάσει ενός πίνακα περιεχομένων με συγκεκριμένη σημασία, ότι τα επίμαχα τμήματα του διοικητικού φακέλου περιέχουν αποκλειστικώς έγγραφα, στα οποία ούτως ή άλλως δεν θα παρείχετο πρόσβαση –τούτο πρέπει να γίνει δεκτό ιδίως στην περίπτωση σχεδίων αποφάσεων και εσωτερικών σημειωμάτων της Επιτροπής, μπορεί όμως να αφορά και άλλα εμπιστευτικά έγγραφα (50)–, τότε μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
36. Πάντως, στην παρούσα περίπτωση, το περιεχόμενο των εξαφανισθέντων τμημάτων του διοικητικού φακέλου δεν μπορεί ούτε καν ενδεικτικώς να ανασυσταθεί (51). Στη νομολογία δεν έχει προφανώς διευκρινιστεί ακόμη το ζήτημα ποιόν πρέπει να επιβαρύνει το γεγονός αυτό. Πράγματι, οι μέχρι τούδε εκδοθείσες αποφάσεις αφορούσαν έγγραφα από τη διοικητική διαδικασία, το περιεχόμενο των οποίων ήταν σαφές και μπορούσε να εξετασθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (52).
37. Κατ’ αρχήν, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του ότι τμήματα του φακέλου, στα οποία η πρόσβαση της απαγορεύθηκε παρανόμως κατά τη διοικητική διαδικασία, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί για την άμυνά της (53). Πάντως, τούτο μπορεί να ισχύει μόνο στο μέτρο που η επιχείρηση διαθέτει τουλάχιστον ουσιαστικές ενδείξεις για τους συντάκτες, καθώς και τη φύση και το περιεχόμενο των εγγράφων στα οποία δεν της χορηγήθηκε πρόσβαση.
38. Αντιθέτως, η αδυναμία ανευρέσεως τμημάτων του διοικητικού φακέλου εμπίπτει στο πεδίο ευθύνης της Επιτροπής. Πράγματι, η Επιτροπή υποχρεούται, κατά την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να τηρεί νομοτύπως τον διοικητικό φάκελο και να τον διαφυλάσσει με ασφάλεια. Στη νομότυπη τήρηση του φακέλου περιλαμβάνεται ιδίως και η κατάρτιση ενός ουσιαστικού πίνακα περιεχομένων σε σχέση με τη μεταγενέστερη διασφάλιση της προσβάσεως στον φάκελο.
39. Εάν το περιεχόμενο απολεσθέντων υπο-φακέλων –όπως εν προκειμένω– δεν μπορεί να ανασυσταθεί με ασφάλεια ελλείψει τέτοιου πίνακα περιεχόμενων, τότε είναι δυνατή η συναγωγή ενός και μόνο συμπεράσματος όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας: δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα έγγραφα που δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν για την άμυνά της.
40. Εν τούτοις, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό το ακριβώς αντίθετο: κατά το Γενικό Δικαστήριο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι η Solvay θα μπορούσε να ανακαλύψει στους ελλείποντες «υπο-φακέλους» έγγραφα που θα της είχαν παράσχει τη δυνατότητα να θέσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής εν αμφιβόλω (54).
41. Το Γενικό Δικαστήριο θεμελιώνει την εκτίμησή του δεχόμενο, μεταξύ άλλων, ότι η Solvay δεν αμφισβήτησε, με το δικόγραφο της προσφυγής της στην πρωτόδικη διαδικασία την ύπαρξη της συμφωνίας συμπράξεως που συνήψε με την CFK (55). Επομένως, η εκτίμηση της χρησιμότητας των εξαφανισθέντων υπο-φακέλων για την άμυνα της Solvay συνδέεται με τους αμυντικούς ισχυρισμούς της κατά των διαπιστώσεων της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας (56). Με άλλα λόγια: Το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται ότι συνάγει το τεκμήριο ότι όποιος δεν είχε μέχρι τώρα παρουσιάσει «καλό χαρτί» στο τραπέζι, δεν θα είχε βρει «άσους» ούτε στα υπόλοιπα τμήματα του διοικητικού φακέλου.
42. Η μέθοδος αυτή είναι νομικώς εσφαλμένη. Ασφαλώς πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των ιδιαιτέρων συνθηκών κάθε περιπτώσεως αν υφίσταται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Πάντως, η εξέταση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένου υπόψη αυτού που η Επιτροπή προσάπτει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, επομένως των αιτιάσεων που προβάλλει κατά της επιχειρήσεως (57). Πράγματι, η επιχείρηση πρέπει να αμυνθεί κατά των εν λόγω «αιτιάσεων» της Επιτροπής. Αντιθέτως, στερείται παντελώς σημασίας το ζήτημα ποιες ουσιαστικές αιτιάσεις έχει μέχρι τώρα προβάλει η επιχείρηση από την πλευρά της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και αν οι αιτιάσεις αυτές ευσταθούν.
43. Κακώς το Γενικό Δικαστήριο εξαρτά τη χρησιμότητα των εξασφανισθέντων εγγράφων για τη Solvay από το ζήτημα αν έθεσε εν αμφιβόλω ορισμένως διαπιστώσεις της Επιτροπής –δηλαδή τις διαπιστώσεις σχετικά με την ύπαρξη της συμφωνίας συμπράξεως με την CFK– και από το αν θα μπορούσε να έχει προβάλει ορισμενα επιχειρήματα με το δικόγραφο της προσφυγής και χωρίς πλήρη πρόσβαση στον φάκελο (58).
44. Θα ήταν ορθό να τεθεί αποκλειστικά το ερώτημα αν τα τμήματα του διοικητικού φακέλου που δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν περιείχαν ενδεχομένως πληροφορίες οι οποίες θα είχαν παράσχει στη Solvay τη δυνατότητα να θεμελιώσει πληρέστερα την έως τότε επιχειρηματολογία της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή να προβάλει νέα επιχειρήματα (59), είτε για την ύπαρξη, είτε για την έννοια και τον σκοπό ή για τις συνέπειες της συμφωνίας της με την CFK.
45. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπομνησθεί η –ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων αποτυχούσα– προσπάθεια της Solvay, να δικαιολογήσει την επίδικη συμφωνία της με την CFK με σχέδια για ενδεχόμενη συγχώνευση των δύο επιχειρήσεων (60). Πράγματι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Solvay ισχυρίσθηκε ότι η γερμανική θυγατρική της, η DSW (61), θέλησε το 1988, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ανάληψη της εμπορικής δραστηριότητας της CFK, να διασφαλίσει τη διατήρηση της επιχειρήσεως εκείνης· προς τον σκοπό αυτόν επιδιώχθηκε να παρασχεθεί προσωρινώς στην CFK η δυνατότητα ενός κατωτάτου ορίου ετησίων πωλήσεων στη γερμανική αγορά, ώστε να διασφαλισθεί η επιβίωσή της και να διατηρήσει τον χαρακτήρα ελκυστικού αντικειμένου εξαγοράς (62).
46. Χρήσιμα στοιχεία για να δικαιολογηθούν οι επαφές μεταξύ της Solvay και της CFK θα μπορούσαν να προκύψουν και από τις απόψεις της CFK. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι απολεσθέντες υπο-φάκελοι περιείχαν τέτοιες απόψεις (63). Θα μπορούσαν τουλάχιστον να έχουν σημασία για την εκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως καθώς και για τον καθορισμό του επιβληθέντος από την Επιτροπή χρηματικού προστίμου (64).
47. Αντιθέτως προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν εναπέκειτο στη Solvay να αποδείξει επακριβώς κατά πόσον από τα απολεσθέντα τμήματα του διοικητικού φακέλου μπορούσαν να προκύψουν ενδείξεις προς όφελός της. Ήταν αδύνατον να ανασυσταθεί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ultra posse nemo tenetur (εν αδυναμία εκτελέσεως δεν υφίσταται υποχρέωση). Περαιτέρω, οι συνέπειες της αδυναμίας αυτής δεν πρέπει να επιβαρύνουν τη Solvay, εφόσον την ευθύνη για την απώλεια των εν λόγω εγγράφων φέρει η Επιτροπή (65).
48. Συνοψίζοντας, επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε εσφαλμένα κριτήρια, κατά την εξέταση του ζητήματος αν τα μη ανευρεθέντα έγγραφα του διοικητικού φακέλου μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της Solvay. Δεν έλαβε υπόψη τις απαιτήσεις που απορρέουν συναφώς από τα δικαιώματα άμυνας. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ευσταθεί.
49. Η προβαλλόμενη συναφώς από τη Solvay παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο, το οποίο να βαίνει πέρα των εξετασθέντων ζητημάτων του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως στο πλαίσιο των δικαιωμάτων άμυνας. Επομένως, παρέλκει η χωριστή εξέτασή της.
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
50. Mε τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Solvay βάλλει κατά των σκέψεων 165 έως 174 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί εκ νέου σε ακρόαση της επιχειρήσεως πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (66). Αντιθέτως, κατά την άποψη της Solvay, έπρεπε, κατά τη διοικητική διαδικασία του έτους 2000, να πραγματοποιηθεί ακρόαση, επειδή η πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου –η οποία ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο– (απόφαση 91/298) όχι μόνον κυρώθηκε παρατύπως, αλλά και χωρίς να παρασχεθεί η απαιτούμενη πρόσβαση στον φάκελο.
Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως
51. Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως η Solvay προσάπτει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν εξετάζει το ζήτημα αν οι διαδικαστικές πλημμέλειες της πρώτης διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο είχαν καταστήσει αναγκαία νέα ακρόαση. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξετάζει αιτίαση της Solvay από την πρωτοβάθμια διαδικασία.
52. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, έστω και με μία μόνο πρόταση, την απαίτηση νέας ακροάσεως λόγω της προηγούμενης διαδικαστικής πλημμέλειας: Για την απάντηση στο ζήτημα αυτό παρέπεμψε στις αναλύσεις του σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο (67). Από την πλευρά του Γενικού Δικαστηρίου αυτό ήταν λογικό και συνεπές, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία ότι η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας σε σχέση με την παραλειφθείσα πρόσβαση στον φάκελο (68). Κατά τη λύση που υιοθετήθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει και η εκ νέου ακρόαση της Solvay.
53. Ούτως ή άλλως οι αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου για το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Το ζήτημα κατά πόσον αυτές είναι νομικώς ορθές και από απόψεως περιεχομένου αποτελεί αντικείμενο του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με την εξέταση του οποίου θα ασχοληθώ στο εξής.
Δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως
54. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως η Solvay εξετάζει, από απόψεως περιεχομένου, το ζήτημα αν οι διαδικαστικές πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν το 1990 κατά την πρόσβαση στον φάκελο καθιστούσαν αναγκαία μεταγενεστέρως –πριν από την έκδοση της δεύτερης εν προκειμένω προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/5) το 2000– νέα ακρόαση της επιχειρήσεως.
55. Η Solvay προβάλλει, κατ’ ουσίαν, προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως καθώς και γενικώς των δικαιωμάτων της άμυνας. Παράλληλα, η αναιρεσείουσα προσάπτει παραβάσεις των άρθρων 47, δεύτερο εδάφιο, 48 και 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6 παράγραφος 3, ΣΕΕ, και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως καθώς και παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρου 233 EΚ). Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των αιτιάσεων είναι ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ανάγκη να προβεί η Επιτροπή σε νέα ακρόαση της Solvay.
56. Το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως αποτελεί τμήμα των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο σχετικής με έρευνα συμπράξεων διοικητικής διαδικασίας. Το δικαίωμα ακροάσεως σημαίνει ότι πρέπει να παρασχεθεί στην επιχείρηση για την οποία διεξάγεται έρευνα η ευκαιρία κατά τη διοικητική διαδικασία να καταστήσει κατά πρόσφορο τρόπο γνωστή την άποψή της σχετικά με το υποστατό και τη λυσιτέλεια των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών καθώς και για τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή (69). Σε επίπεδο κοινού νόμου, η αρχή αυτή είχε διατυπωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (70).
57. Είναι αναμφίβολο ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή προέβη σε ακρόαση της Solvay το 1990 –κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/298)– επί τη βάσει ανακοινώσεως αιτιάσεων. Αμφισβήτηση υπάρχει μόνον ως προς το ζήτημα αν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν μετά την ακύρωση της πρώτης αυτής αποφάσεως περί επιβολής προστίμου της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ (στο εξής: άρθρο 266 ΣΛΕΕ) περιελάμβαναν νέα ακρόαση.
58. Στο πλαίσιο σχετικής με έρευνα συμπράξεων διοικητικής διαδικασίας κατά τον κανονισμό 17, από το άρθρο 233 EΚ δεν συνάγεται κατ’ ανάγκη υποχρέωση της Επιτροπής να επαναλάβει εξ αρχής το σύνολο της διαδικασίας. Αντιθέτως, η Επιτροπή μπορεί να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο τα δικαστήρια της Ενώσεως διαπίστωσαν διαδικαστική πλημμέλεια. Στο μέτρο που οι διαδικαστικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν πριν εμφιλοχωρήσει η διαδικαστική πλημμέλεια ήσαν νόμιμες, δεν χρειάζεται να επαναληφθούν.
59. Στην υπόθεση PVC, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε λόγω τυπικής πλημμέλειας που οφειλόταν στην έκδοσή της από το σώμα των επιτρόπων, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι καλώς η Επιτροπή εξέδωσε, χωρίς να προβεί εκ νέου σε ακρόαση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, δεύτερη απόφαση, η οποία είχε κατ’ ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο με την ακυρωθείσα (71). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στη νομολογία αυτή για να αιτιολογήσει ότι και στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν αναγκαία νέα ακρόαση της Solvay (72).
60. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι η υπόθεση PVC και η παρούσα υπόθεση είναι πράγματι όμοιες. Τούτο διότι και στην παρούσα υπόθεση η πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου της Επιτροπής (απόφαση 91/298) ακυρώθηκε λόγω τυπικής πλημμέλειας κατά τη λήξη της διοικητικής διαδικασίας –ακριβέστερα κατά την κύρωση της αποφάσεως.
61. Πάντως, μετά από προσεκτική παρατήρηση, διαπιστώνεται μια αποφασιστικής σημασίας διαφορά: Σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση PVC, η διοικητική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έφερε ακόμη ένα άλλο σοβαρό σφάλμα, το οποίο εμφιλοχώρησε πολύ πριν από το στάδιο της τελικής εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου: Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση Solvay δεν παρασχέθηκε πρόσβαση στον φάκελο που να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (73).
62. Βεβαίως τα δικαστήρια της Ενώσεως δεν ασχολήθηκαν, στο πλαίσιο των αποφάσεών τους σχετικά με την πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/298) (74) με το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο και με τα δικαιώματα άμυνας, αλλά περιορίστηκαν μόνο στην εξέταση της προβληματικής της εκδόσεως. Πάντως, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα δικαστήρια της Ενώσεως επιβεβαίωσαν το νομότυπο της διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο και τα δικαιώματα άμυνας.
63. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, όσον αφορά την απόφαση 91/297, η οποία ανάγεται στην ίδια διοικητική διαδικασία σχετικά με το δίκαιο των συμπράξεων όπως και η απόφαση 91/298, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω ελλιπούς προσβάσεως στον φάκελο (75). Επιπλέον, ήδη από το 1982, υφίστατο σαφής πρακτική της Επιτροπής σε σχέση με τη χορήγηση προσβάσεως στον φάκελο (76).
64. Μπορεί να αναγνωριστεί στην Επιτροπή ότι οι διάφορες αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995 όσον αφορά τους σκοπούς και την έκταση της χορηγούμενης προσβάσεως στον φάκελο δεν υιοθέτησαν ενιαία προσέγγιση (77). Πάντως, το αργότερο κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν προκειμένω προσβαλλόμενης δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου το 2000, είχαν αρθεί οποιεσδήποτε ενδεχόμενες ασάφειες συναφώς (78).
65. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή όφειλε, στην παρούσα περίπτωση, μετά την ακύρωση της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, να επαναλάβει τη διοικητική διαδικασία από το σημείο αμέσως μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Έπρεπε να χορηγήσει στη Solvay, σύμφωνα με τις νομικές επιταγές, γενική πρόσβαση στον φάκελο και να προβεί εκ νέου σε ακρόαση της επιχειρήσεως επί της βάσεως αυτής.
66. Το γεγονός ότι η δεύτερη, εν προκειμένω προσβαλλόμενη, απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 2003/5) δεν στηριζόταν σε νέες αιτιάσεις ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί εκ νέου σε ακρόαση μετά την πρόσβαση στον φάκελο (79). Βεβαίως, η Solvay είχε ήδη το 1990 μία φορά την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της επί όλων των αιτιάσεων, στις οποίες η Επιτροπή στήριζε τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη απόφαση περί επιβολής προστίμου. Πάντως, έπρεπε να το πράξει επί τη βάσει μιας άκρως αποσπασματικής γνώσεως του διοικητικού φακέλου, επειδή της κοινοποιήθηκαν μόνον επιβαρυντικά έγγραφα (80).
67. Το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως δεν εξαντλείται στο δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων επί του συνόλου των αιτιάσεων της Επιτροπής. Αντιθέτως πρέπει να παρασχεθεί στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η ευκαιρία να προβάλει την άποψή της εν γνώσει όλων των τμημάτων του διοικητικού φακέλου στα οποία μπορεί νομίμως να χορηγηθεί πρόσβαση. Άλλως, τα δικαιώματα άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων θα στερούνταν σε μεγάλο βαθμό της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας.
68. Η ευκαιρία υποβολής παρατηρήσεων έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο εάν έχει προηγουμένως χορηγηθεί νομοτύπως στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόσβαση στον φάκελο. Είναι προφανές ιδίως ότι μια επιχείρηση, στην οποία χορηγήθηκε πρόσβαση όχι μόνο στα επιβαρυντικά αλλά και στα απαλλακτικά έγγραφα, μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικότερα κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής, σε σχέση με επιχείρηση στην οποία κοινοποιήθηκε μόνο το επιβαρυντικό υλικό.
69. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως, καθόσον έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία νέα ακρόαση της Solvay από την Επιτροπή. Σε τελική ανάλυση, εξακολουθεί να υφίσταται εν προκειμένω η πλάνη περί το δίκαιο, η οποία βαρύνει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο (81).
70. Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξετασθεί περαιτέρω η αρχή της χρηστής διοικήσεως την οποία επίσης επικαλείται η Solvay, επειδή η επιχειρηματολογία που στηρίζεται στην αρχή αυτή δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο παράλληλα προς αυτήν σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας και την προηγούμενη ακρόαση. Ομοίως παρέλκει, όπως ήδη διευκρινίστηκε (82), η εξέταση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
Προσωρινό συμπέρασμα
71. Συνοψίζοντας, επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ευσταθεί.
Β – Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
72. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 100 έως 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Solvay προβάλλει προσβολή του δικαιώματός της σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου ως γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως τόσο για τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής όσο και για τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως (83). Εν τω μεταξύ αποτυπώθηκε και στο άρθρο 41, παράγραφος 1, και στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
73. Μολονότι τα δικαστήρια της Ενώσεως είχαν ήδη ασχοληθεί πολλαπλώς με την προβληματική της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας στο πλαίσιο των υποθέσεων ανταγωνισμού, νομίζω ότι τα νομικά ζητήματα που έθεσε η Solvay έχουν ιδιαίτερη σημασία. Αφενός, αφορούν μια περίπτωση κατά την οποία η απόλυτη διάρκεια της διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη όλων των σταδίων της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, αναμφιβόλως ήταν ιδιαιτέρως μακρά. Αφετέρου, οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται υπό το πρίσμα της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την οποία ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κατέστη δεσμευτικό δίκαιο (άρθρο, παράγραφος 1, ΣΕΕ).
74. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως διαρθρώνεται σε πέντε συνολικά σκέλη, τα οποία έχουν ως αντικείμενο εν μέρει την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (βλ. κατωτέρω, υπ’ αριθ. 1) και εν μέρει τις έννομες συνέπειες της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (βλ. κατωτέρω, υπ’ αριθ. 2).
1. Απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
75. Οι νομικές απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας αποτελούν αντικείμενο των δύο πρώτων σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
α) Επί του προκριματικού ερωτήματος, κατά πόσον οι αιτιάσεις της Solvay είναι αλυσιτελείς
76. Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, οι αιτιάσεις της Solvay όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι «κατά το μεγαλύτερο μέρος αλυσιτελείς». Ασφαλώς η ενδεχόμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προϋποθέτει ένα ακόμη στάδιο –σκέψεις όσον αφορά τις κυρώσεις για υπερβολικά μακρά διαδικασία. Εν τούτοις, η εξέταση της διάρκειας της διαδικασίας αφεαυτής είναι απαραίτητη (84), διότι χωρίς τη διαπίστωση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα για την έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου. Τα κριτήρια τα οποία έθεσε το Γενικό Δικαστήριο για την εκ μέρους του εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορούν να διαφύγουν οποιουδήποτε νομικού ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
77. Οι αιτιάσεις της Solvay σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας θα ήσαν εν πάση περιπτώσει αλυσιτελείς, εάν η αναιρεσείουσα τις είχε προβάλει ανεξαρτήτως αιτιάσεων ως προς τις έννομες συνέπειες μιας υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας. Πάντως, εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσβάλλεται και από τις δύο απόψεις, αφού το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αφιερωμένα ειδικά στις έννομες συνέπειες.
78. Για τους λόγους αυτούς, η ένσταση της Επιτροπής περί του αλυσιτελούς χαρακτήρα των αιτιάσεων πρέπει να απορριφθεί
β) Επί της ανάγκης συνολικής αξιολογήσεως της διάρκειας της διαδικασίας (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
79. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η Solvay προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, κατά την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας, έλαβε υπόψη μεμονωμένως μόνο τα κατ’ ιδίαν στάδια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, χωρίς όμως να αξιολογήσει τη διαδικασία που διαρκεί από τις έρευνες του Απριλίου 1989 στο σύνολό της.
80. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως, ιδίως ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων που διακυβεύονται από τη δίκη, ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως, ανάλογα με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών (85). To Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι ο κατάλογος των σχετικών κριτηρίων δεν είναι εξαντλητικός (86).
81. Αναμφιβόλως συνάδει προς τις επιταγές ενός πρόσφορου ελέγχου της διάρκειας της διαδικασίας το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο υποβάλλει κάθε μεμονωμένο στάδιο της διαδικασίας σε χωριστή αξιολόγηση (87). Εάν οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είχε υπερβολικά μακρά διάρκεια, το γεγονός αυτός δικαιολογεί αφεαυτού και μόνο τη διαπίστωση προσβολής του δικαιώματος για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (88).
82. Δεν συνάδει όμως προς τις επιταγές του πρόσφορου ελέγχου της διάρκειας της διαδικασίας μια «αποσπασματική» μόνον αξιολόγηση, αλλά και η συνολική αξιολόγηση της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας καθώς και ενδεχόμενης ένδικης διαδικασίας (89).
83. Στην επιταγή συνολικής θεωρήσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί το γεγονός ότι η διοικητική και η ένδικη διαδικασία είναι διαφορετικής φύσεως και οι επιταγές τις οποίες οφείλουν να τηρούν η διοίκηση και το δικαστήριο διατυπώνονται σε διαφορετικά σημεία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Από την πλευρά της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως σημασία έχει μόνο το ζήτημα πότε η «υπόθεσή» της κρίνεται οριστικά και από αμερόληπτο όργανο. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων περιέχουν δύο μόνον εκφάνσεις μιας και της ίδιας διαδικαστικού δικαίου γενικής αρχής, δηλαδή ότι τα υποκείμενα δικαίου μπορούν να αναμένουν την έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου προθεσμίας.
84. Βεβαίως, κατά κανόνα δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή προσβολή του δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, εάν κανένα στάδιο της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας, μεμονωμένως θεωρούμενο, δεν ήταν υπέρμετρα μακράς διάρκειας. Πάντως, όσο περισσότερα στάδια περιλαμβάνει η διαδικασία στο σύνολό της –αποτελούμενη από μία ή περισσότερες διοικητικές και/ή ένδικες διαδικασίες–, τόσο περισσότερη σημασία αποκτά η αξιολόγηση της συνολικής της διάρκειας.
85. Στην παρούσα περίπτωση, μετά από το πρώτο τμήμα της διοικητικής διαδικασίας (από το 1989 έως το 1990) και το πρώτο τμήμα της ένδικης διαδικασίας (από το 1991 έως το 2000) ακολούθησαν ένα –έστω και στοιχειώδες– δεύτερο τμήμα της διοικητικής διαδικασίας (2000) καθώς και μια δεύτερη ένδικη διαδικασία (από τον Μάρτιο του 2001) (90). Η συνολική διάρκεια όλων αυτών των διαδικαστικών σταδίων ανήλθε, κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε περισσότερα από 20 έτη· μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει μάλιστα 22 έτη. Καμία σχεδόν άλλη διαδικασία στο ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού δεν διήρκεσε τόσο πολύ (91).
86. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν δυνατή η πρόσφορη αξιολόγηση της διάρκειας της διαδικασίας χωρίς να ληφθεί υπόψη η συνολική διάρκεια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας μέχρι τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε συνολική αξιολόγηση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.
γ) Επί της προβαλλόμενης πλημμέλειας της αιτιολογίας (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
87. Η Solvay προσάπτει επιπλέον πλημμέλεια της αιτιολογίας (άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου), επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν περιέλαβε, στην εξέταση της διάρκειας της διαδικασίας στην οποία προέβη, το ενώπιόν του διαδικαστικό στάδιο.
88. Στην πραγματικότητα, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως κάνει μνεία της διάρκειας του σταδίου της διαδικασίας που διεξήχθη από το ίδιο (διαδικασία στην υπόθεση T‑58/01). Πάντως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως μπορεί να συνάγεται και εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεν ενδιαφερόμενοι μπορούν να διακρίνουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, το δε Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (92).
89. Στην παρούσα υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία ότι την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούσε να επιφέρει όχι η διάρκεια της διαδικασίας αλλά μόνον η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας –την οποία προκάλεσε η διάρκεια της διαδικασίας. Επειδή, κατά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, δεν ήταν αναγκαία, στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ρητή εκτίμηση των επιχειρημάτων της Solvay για τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεν υφίσταται συναφώς έλλειψη αιτιολογίας.
90. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
2. Οι έννομες συνέπειες υπερβολικά μακράς διαδικασίας (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
91. Με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η Solvay βάλλει κατά των εννόμων συνεπειών ενδεχομένης υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας.
α) Προϋπόθεση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας (τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
92. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως ανακύπτει ένα νομικό ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν η ενδεχόμενη προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας δικαιολογεί αφεαυτής και μόνο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως ή αν πρέπει επιπλέον να αποδεικνύεται προσβολή της ικανότητας άμυνας της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως (93).
93. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία της συλλογιστικής του ότι η υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, εφόσον αποδεικνύεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως να αμυνθεί αποτελεσματικά (94). Η μέθοδος αυτή συνάδει με την παγιωθείσα εν τω μεταξύ νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται γενικώς στο κατά πόσον η διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να έχει συνέπειες στην έκβασή της (95).
94. Πάντως, η Solvay θεωρεί τη νομολογία αυτή ξεπερασμένη και ζητεί από το Δικαστήριο να την αναθεωρήσει λόγω της νομικής δεσμευτικότητας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
95. Ιδιαίτερης σημασίας στο πλαίσιο αυτό είναι οι ενδείξεις του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη. Η διάταξη αυτή περιέχει, στην πρώτη πρότασή της, μια ρήτρα ομοιογένειας, κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη, που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ, έχουν την ίδια έννοια και εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ.
96. Είναι σαφές ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της Ενώσεως για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, και το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων διαμορφώθηκε κατ’ απομίμηση του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ (96). Αντιθέτως όμως προς την άποψη της Solvay, το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ δεν απαιτεί, κατά το παρόν στάδιο της ερμηνείας του από το ΕΔΔΑ, την ακύρωση αποφάσεως περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων και την παύση της διοικητικής διαδικασίας αποκλειστικά λόγω υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας για την έκδοση αποφάσεως.
97. Κατά γενικό κανόνα, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η ΕΣΔΑ καταλείπει στα συμβαλλόμενα κράτη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις μεθόδους και τα μέσα για την άρση ενδεχομένων προσβολών των θεμελιωδών δικαιωμάτων (97).
98. Από τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ συνάγεται επιπλέον ότι η ολική άρση ποινικών κυρώσεων και η παύση της σχετικής ποινικής διαδικασίας είναι μία μόνο δυνατή μορφή αποζημιώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 41 ΕΣΔΑ, για την προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος λόγο υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (98). Δεν γίνεται λόγος για υποχρέωση των εθνικών αρχών να ακυρώσουν τις ποινικές κυρώσεις και να παύσουν τη διαδικασία. Αντιθέτως, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ρητώς και τη μείωση επιβληθείσας ποινής ως εύλογη αποζημίωση για την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (99). Ειδικά σε μια περίπτωση οικονομικής εγκληματικότητας, η οποία είχε ως αντικείμενο σοβαρή υπόθεση απάτης και η διάρκεια της διαδικασίας ανήλθε σε 17 έτη, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αρκούν η διαπίστωση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας και η μείωση της ποινής (100). Η λύση αυτή μπορεί κατά τη γνώμη μου να εφαρμοστεί και στις διαδικασίες έρευνας συμπράξεων, οι οποίες δεν παρουσιάζουν διαφορές από τις διαδικασίες έρευνας οικονομικών εγκλημάτων.
99. Στα ανωτέρω προστίθεται, όσον αφορά το δίκαιο του ανταγωνισμού, το γεγονός ότι το ίδιο το ΕΔΔΑ δεν φαίνεται να κατατάσσει τον εν λόγω τομέα δικαίου στο κλασσικό ποινικό δίκαιο· εκτός του «σκληρού πυρήνα» του ποινικού δικαίου, το ΕΔΔΑ εκκινεί από τη σκέψη ότι οι ποινικού δικαίου εγγυήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ δεν χρειάζεται να εφαρμόζονται οπωσδήποτε με απόλυτη αυστηρότητα (101).
100. Επομένως, κατά το παρόν στάδιο πρέπει να θεωρηθεί ότι από την επιταγή της ομοιογένειας του άρθρου 52, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν απορρέει καμία υποχρέωση για τα δικαστήρια της Ενώσεως να προβαίνουν οπωσδήποτε, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού, στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
101. Είναι βεβαίως δυνατόν, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, δεύτερη πρόταση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να παρέχει το δίκαιο της Ενώσεως ευρύτερη προστασία από την ΕΣΔΑ. Στο εν λόγω πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, πάντως, δεν υπάρχει κανένας λόγος προς τούτο.
102. Κατά την επιβολή κυρώσεως για προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας πρέπει να λαμβάνονται προσηκόντως υπόψη τόσο τα συμφέροντα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως όσο και το γενικό συμφέρον.
103. Το συμφέρον της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως έγκειται στο να επιτύχει μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αποζημίωση για τις συνέπειες της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος (102). Το γενικό συμφέρον έγκειται στην αποτελεσματική εφαρμογή (103) των κανόνων περί ανταγωνισμού της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς, οι οποίοι ανήκουν στις θεμελιώδεις διατάξεις των Συνθηκών (104).
104. Εάν ακυρωνόταν απόφαση της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων αποκλειστικά και μόνο λόγω της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας για την έκδοση της αποφάσεως κατά τη διοικητική ή την ένδικη διαδικασία, τότε όχι μόνο δεν θα κατεβάλλετο το επιβληθέν χρηματικό πρόστιμο, αλλά και δεν θα διαπιστωνόταν η παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού αφεαυτών. Η λύση αυτή αντιβαίνει στο γενικό συμφέρον για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού και βαίνει πέρα του εννόμου συμφέροντος της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως για την κατά το δυνατόν πληρέστερη αποζημίωση για την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος που υπέστη.
105. Δεν μπορεί να παρασχεθεί στην επιχείρηση η δυνατότητα, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της μη τηρήσεως εύλογης προθεσμίας εκδόσεως αποφάσεως, να θέσει υπό αμφισβήτηση το ότι υφίσταται παράβαση (105). Η κύρωση για την παράβαση του κανόνα της ευλόγου διαρκείας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται τη συνέχιση από την επιχείρηση ή την εκ νέου υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς που κρίθηκε αντίθετη προς τους κοινοτικούς κανόνες (106).
106. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, δεν βλέπω κανένα λόγο να προτείνω στο Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη νομολογία του ως προς το σημείο αυτό. Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επιπτώσεις της διάρκειας της διαδικασίας στην ικανότητα άμυνας της Solvay στην παρούσα περίπτωση (τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
107. Το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αφιερωμένο στις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ενδεχόμενη παραβίαση της γενικής αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν έθιξε τη δυνατότητα της Solvay να αμυνθεί αποτελεσματικά και δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας. Η Solvay εντοπίζει κατ’ ουσίαν στις σκέψεις αυτές πλημμέλεια της αιτιολογίας και παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε επαρκώς με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η Solvay όσον αφορά την άμυνά της μετά την πάροδο τόσο μακρού χρόνου.
i) Επί της προβαλλομένης πλημμέλειας της αιτιολογίας
108. Η προβαλλόμενη πλημμέλεια της αιτιολογίας υπό την έννοια του άρθρου 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου πρέπει να συνίσταται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε πλείονα επιχειρήματα της Solvay από την πρωτοβάθμια διαδικασία σχετικά με τις δυσχέρειες όσον αφορά την άμυνά της.
109. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την υποχρέωση να εκθέτει διεξοδικώς έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ως εκ τούτου η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία προς άσκηση του ελέγχου του (107).
110. Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει, και μάλιστα ρητώς, έστω και εξαιρετικά σύντομα, το επιχείρημα της Solvay ότι της είναι δυσχερές να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής μετά την πάροδο τόσο μακρού χρόνου. Εκθέτει ευλόγως ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή δεν προέβη, μετά την πρώτη ένδικη διαδικασία, σε καμία πράξη έρευνας και ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη κανένα νέο στοιχείο, που να καθιστά αναγκαία την άσκηση κάποιου δικαιώματος άμυνας (108).
111. Το γεγονός, πάντως, ότι η Solvay έχει ενδεχομένως διαφορετική γνώμη όσον αφορά την ουσιαστικού δικαίου αξιολόγηση των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή (109).
ii) Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο
112. Η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η παρέλευση υπερβολικά μακρού χρόνου δεν επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay επικρίνεται, όμως, από την αναιρεσείουσα και από απόψεως ουσιαστικού δικαίου. Η Solvay θεωρεί ότι η παρέλευση υπερβολικά μακρού χρόνου συνιστά παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.
113. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ενδεχομένως ότι η Solvay ζητεί από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, πράγμα το οποίο απαγορεύεται στην αναιρετική διαδικασία (110).
114. Από προσεκτικότερη παρατήρηση, όμως, συνάγεται ότι η Solvay δεν προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο τόσο την εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσο, αντιθέτως, την υποτίμηση ενός σημαντικού κατά την κρίση της γεγονότος: το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι ο χρόνος που παρήλθε από την έναρξη της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Κακώς το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνο τις επιπτώσεις της παρελεύσεως του χρόνου επί της ικανότητας άμυνας της Solvay ενώπιον της Επιτροπής (δηλαδή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας).
115. Το επιχείρημα αυτό ευσταθεί.
116. Κατά τον έλεγχο του κατά πόσον μια φερομένη ως μακράς διάρκειας διαδικασία επηρέασε δυσμενώς την ικανότητα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως να αμυνθεί, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να περιορίσει την εξέτασή του μόνο στην άμυνα στο πλαίσιο συγκεκριμένου σταδίου της διαδικασίας. Αντιθέτως, πρέπει να εξετάσει γενικώς αν η διάρκεια της διαδικασίας μπορούσε να επηρεάσει την επιχείρηση όσον αφορά την άμυνά της κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής (111).
117. Βεβαίως η άμυνα αυτή χωρεί πρωτίστως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, όπου χορηγείται στην επιχείρηση προηγούμενη ακρόαση επί τη βάσει της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Η άμυνα δεν περιορίζεται όμως στη διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση διαθέτει κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου την ένδικη προστασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ). Και στο πλαίσιο μιας τέτοιας ένδικης διαδικασίας πρέπει η επιχείρηση να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά των αιτιάσεων που της προσάπτει η Επιτροπή –εφεξής υπό τη μορφή τυπικής αποφάσεως.
118. Επομένως, κακώς το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στην εξέταση του ζητήματος αν η Solvay μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (112) και του αν η διάρκεια προηγούμενης ένδικης διαδικασίας –της ένδικης διαδικασίας T‑31/91 σχετικά με την πρώτη απόφαση περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/298)– είχε δυσμενείς συνέπειες (113). Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει στη συλλογιστική του και την παρούσα ικανότητα της επιχειρήσεως να αμυνθεί στο πλαίσιο της δεύτερης ένδικης διαδικασίας –της ένδικης διαδικασίας T‑58/01 για την εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση 2003/5.
119. Η λήψη υπόψη της ικανότητας άμυνας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας T‑58/01 έπρεπε να θεωρηθεί επιβεβλημένη στην παρούσα υπόθεση για δύο λόγους: αφενός, λόγω της ρητής προσκλήσεως της Solvay να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της μέχρι τούδε ένδικης διαδικασίας και, αφετέρου, λόγω του γεγονότος ότι στη Solvay παρασχέθηκε για πρώτη φορά πρόσβαση στον φάκελο κατά τη διάρκεια της εν λόγω ένδικης διαδικασίας –ακριβέστερα το 2005. Επομένως, ήταν αποφασιστικής σημασίας το αν η Solvay μπορούσε ακόμη το 2005 να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά των αιτιάσεων ή των διαπιστώσεων της Επιτροπής.
120. Το θεμελιώδες δικαίωμα για την έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας επιβάλλει να εκδίδει η Επιτροπή την απόφασή της περί επιβολής προστίμου στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας έρευνας συμπράξεων έγκαιρα, ώστε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να μπορεί ακόμη να αμυνθεί αποτελεσματικά ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως.
121. Επειδή το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με το εν λόγω σημαντικό από νομικής απόψεως γεγονός, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί το δίκαιο.
iii) Επί ορισμένων περαιτέρω αιτιάσεων
122. Τέλος, στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay επικαλείται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών καθώς και παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
123. Αυτές οι περαιτέρω αιτιάσεις δεν χρήζουν ενδελεχούς εξετάσεως. Η αιτίαση περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών δεν προβλήθηκε εμπεριστατωμένα (114), και δεν βλέπω καμία ένδειξη περί της παραμορφώσεως αυτής. Όσον αφορά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η πρώτη διάταξη δεν είναι άμεσα εφαρμοστέα και η τελευταία δεν περιλαμβάνει αφεαυτής εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων (115).
iv) Προσωρινό συμπέρασμα
124. Επομένως, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι εν μέρει βάσιμο.
γ) Υποτιθέμενη παραίτηση της Solvay από τη μείωση του χρηματικού προστίμου (πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
125. Mε το πέμπτο και τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Solvay βάλλει ειδικά κατά της σκέψεως 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο εκθέτει ότι η Solvay, «στο δικόγραφο της προσφυγής, ... παραιτήθηκε ρητώς από τη δυνατότητα μειώσεως του προστίμου για να αποκατασταθεί η προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματός της να δικαστεί εντός ευλόγου χρόνου». Η Solvay θεωρεί τη διαπίστωση αυτή ως παραμόρφωση των όσων υποστήριξε πρωτοδίκως.
126. Κατά παγία νομολογία, παραμόρφωση υπάρχει όταν, χωρίς να εξετασθούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη (116). Εάν η νομολογία αυτή εφαρμοσθεί στους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι διάδικοι πρωτοδίκως, τότε η παραμόρφωση του περιεχομένου τους πρέπει να γίνει δεκτή εφόσον το Γενικό Δικαστήριο τους ερμήνευσε εσφαλμένως ή τους απέδωσε διαστρεβλώνοντας το νόημά τους.
127. Δυστυχώς, από την επίδικη διατύπωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει σε ποιο χωρίο του δικογράφου της προσφυγής της Solvay αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο. Πάντως, στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι για την επικριθείσα από τη Solvay διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου την αφετηρία θα πρέπει να αποτελούν τα σημεία 88 και 89 του δικογράφου της προσφυγής. Στο σημείο 88 του δικογράφου προσφυγής η επιχείρηση ευλόγως τονίζει ότι, κατά τη γνώμη της, μόνον η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να άρει την προσαφθείσα παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης∙ η απλή μείωση του χρηματικού προστίμου δεν είναι κατάλληλη να άρει την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ. Στο σημείο 89 του δικογράφου, η Solvay καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρόδηλη υπέρβαση του εύλογου χρόνου την οποία προσάπτει μπορεί να έχει ως συνέπεια μόνο την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (117).
128. Στο αναπαραχθέν χωρίο του δικογράφου ουδόλως μπορώ να διακρίνω παραίτηση από ενδεχόμενη μείωση του χρηματικού προστίμου λόγω της διάρκειας της διαδικασίας. Ούτε μπορεί να συναχθεί από τις γραπτές παρατηρήσεις της Solvay ότι η επιχείρηση «παραιτήθηκε ρητώς» από τη δυνατότητα μειώσεως του προστίμου, όπως δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, λόγω υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας.
129. Αντιθέτως, στα σημεία 88 και 89 του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως, η Solvay απλώς εκθέτει με έμφαση τη νομική της άποψη. Η επιχείρηση διευκρινίζει ποια νομική συνέπεια θεωρεί επιβεβλημένη σε σχέση με την προβαλλόμενη προσβολή της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: όχι τη μείωση του χρηματικού προστίμου, αλλά την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
130. Μεταξύ της εκθέσεως μιας νομικής απόψεως και της ρητής παραιτήσεως από τη δυνατότητα της μειώσεως του χρηματικού προστίμου ως αποζημιώσεως για την προβαλλόμενη προσβολή δικαιώματος υφίσταται θεμελιώδης διαφορά. Τη διαφορά αυτή παραγνώρισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
131. Η σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Solvay πρωτοδίκως και επιπλέον τα αναπαρήγαγε διαστρεβλώνοντας την έννοιά τους. Αυτό συνιστά παραμόρφωση των επιχειρημάτων των διαδίκων.
132. Η παραμόρφωση αυτή καθίσταται όλως προφανής εάν ληφθεί υπόψη ότι η Solvay, σε άλλο σημείο του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως, ζητεί σαφώς μείωση του χρηματικού προστίμου από το Γενικό Δικαστήριο και αναφέρεται συναφώς ρητώς στα «επιχειρήματά της στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως», επομένως και στα επιχειρήματά της για την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (118).
133. Κατά συνέπεια, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.
3. Προσωρινό συμπέρασμα
134. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ευσταθεί εν μέρει.
Γ – Αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
135. Όπως συνάγεται από τις προηγούμενες αναλύσεις, οι τρεις λόγοι αναιρέσεως που προέβαλε η Solvay είναι ως επί το πλείστον βάσιμοι. Η ευδοκίμηση ενός εκάστου των λόγων αυτών αναιρέσεως δικαιολογεί ήδη, μεμονωμένως θεωρούμενη, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
Δ – Η απόφαση επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής
136. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
137. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που έχουν σημασία για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της Solvay συζητήθηκαν σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν εκατέρωθεν τους ισχυρισμούς τους επ’ αυτών. Επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει αναπομπή στο Γενικό Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο επί της προσφυγής, με την οποία η Solvay ζητεί την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Ενόψει της εξαιρετικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας –22 έτη από τις έρευνες της Επιτροπής τον Απρίλιο του 1989 μέχρι σήμερα– θα πρέπει το Δικαστήριο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής.
138. Στη συνέχεια, θα περιοριστώ στη συνοπτική εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως από τρεις απόψεις που επέλεξα: πρόσβαση στον φάκελο (κατωτέρω υπ’ αριθ. 1), προηγούμενη ακρόαση (κατωτέρω υπ’ αριθ. 2) και διάρκεια της διαδικασίας (κατωτέρω υπ’ αριθ. 3).
1. Επί του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο
139. Είναι σαφές ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν χορηγήθηκε στη Solvay πρόσβαση στον φάκελο η οποία να πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις (119).
140. Όπως προαναφέρθηκε, είναι αδύνατον να αποκλεισθεί ότι η Solvay θα είχε ανεύρει στους απολεσθέντες υπο-φακέλους με το άγνωστο περιεχόμενο πληροφορίες, οι οποίες θα ήσαν χρήσιμες για την άμυνά της. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι ορισμένοι από τους ελλείποντες υπο-φακέλους περιείχαν «αλληλογραφία βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17», επομένως τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής προς διάφορες επιχειρήσεις και τις απαντήσεις τους (120). Οι εν λόγω απόψεις τρίτων θα μπορούσαν να περιέχουν χρήσιμα στοιχεία για την αξιολόγηση της συμφωνίας συμπράξεως μεταξύ της Solvay και της CFK, έστω και μόνο σε σχέση με τη διάρκεια της διαπιστωθείσας παραβάσεως καθώς και με το ύψος του επιβληθέντος χρηματικού προστίμου. Ειδικά για τη διάρκεια της παραβάσεως τα στοιχεία που περιέλαβε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ήσαν ελλιπή και αντιφατικά (121).
141. Επομένως, υφίστατο τουλάχιστον το ενδεχόμενο η διοικητική διαδικασία να είχε άλλη έκβαση σε περίπτωση νομότυπης τηρήσεως της προσβάσεως στον φάκελο, έστω και όσον αφορά μόνο το ύψος του επιβληθέντος χρηματικού προστίμου.
142. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, αποκλειστικά και μόνο λόγω της διαδικαστικής πλημμέλειας όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο –απολεσθέντες υπο-φάκελοι–, να ακυρωθεί εν όλω.
2. Επί του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως
143. Επιπλέον, είναι σαφές ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως το 2000 η Επιτροπή δεν προέβη εκ νέου σε ακρόαση της Solvay, μολονότι αυτό ήταν νομικώς επιβεβλημένο (122). Η εν λόγω διαδικαστική πλημμέλεια συνδέεται στενά με την παραλειφθείσα πρόσβαση στα έγγραφα.
144. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να είχε η διοικητική διαδικασία άλλη έκβαση, εάν η Επιτροπή είχε παράσχει στην επιχείρηση το 2000 την ευκαιρία να υποβάλει εκ νέου παρατηρήσεις –κατόπιν νομότυπης προσβάσεως στον φάκελο– επί των αιτιάσεων που της προσάπτει (123).
145. Συνεπώς, και για τον λόγο αυτόν, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.
3. Επί του δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας
146. Όσον αφορά τελικώς τη διάρκεια της διαδικασίας, αυτή πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με όλες τις συνθήκες της κατ’ ιδίαν υποθέσεως (124).
147. Στην παρούσα περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεώς της περί επιβολής προστίμου (απόφαση 91/298) και της πρώτης αποφάσεως του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστηρίου (125) παρέμεινε εντελώς αδρανής. Με τον τρόπο αυτόν παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και επτά μηνών χωρίς την ανάληψη κάποιας ενέργειας (126).
148. Αυτή η αδράνεια της Επιτροπής δεν δικαιολογείται με την παραπομπή στην αίτηση αναιρέσεως που άσκησε τότε το όργανο αυτό κατά της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Βεβαίως η Επιτροπή είναι ελεύθερη να εξαντλήσει πλήρως τις δικονομικές δυνατότητες που διαθέτει και, στην περίπτωση ήττας της στον πρώτο βαθμό, να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάντως, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια της εν λόγω αναιρετικής διαδικασίας, να αφήσει ανενεργή τη διοικητική διαδικασία (127).
149. Η αίτηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου). Επομένως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, EΚ (στο εξής, άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), να λάβει, από τις 29 Ιουνίου 1995, δηλαδή από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως στην υπόθεση T‑31/91, τα μέτρα που συνεπάγεται η ακυρωτική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Και η αρχή της χρηστής διοικήσεως επέβαλλε, είτε να αναληφθούν τάχιστα ενέργειες για την έκδοση νέας αποφάσεως, είτε να ανασταλεί η διοικητική διαδικασία.
150. Θα ήταν ευχερέστερο για την Επιτροπή να συνεχίσει τη διοικητική διαδικασία ήδη από τον Ιούλιο του 1995, αντί να αναμείνει μέχρι τον Απρίλιο του 2000 (128). Με την νέα απόφασή της περί επιβολής προστίμου θα έπρεπε απλώς να διευκρινίσει ότι η απόφαση αυτή θα καθίστατο ανενεργή σε περίπτωση νίκης της στην αναιρετική δίκη.
151. Υπό τις συνθήκες αυτές καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, στην παρούσα περίπτωση, η διοικητική διαδικασία ήταν υπερβολικά μακρά, αποκλειστικά και μόνο λόγω της πενταετούς περίπου αδράνειας της Επιτροπής από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Απρίλιο του 2000. Όπως ήδη εκτέθηκε (129), παρέλκει η διεξοδικότερη έρευνα της διάρκειας άλλων σταδίων της διαδικασίας και η συνολική θεώρηση της διάρκειας της διαδικασίας (130).
152. Άλλωστε η ανωτέρω διαπιστωθείσα παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μόνον εφόσον επηρεάστηκε η ικανότητα άμυνας της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως λόγω της διάρκειας της διαδικασίας (131). Το βάρος αποδείξεως συναφώς φέρει η επιχείρηση.
153. Το Δικαστήριο θέτει, κατά κανόνα, αυστηρές απαιτήσεις για την απόδειξη αυτή (132): η επιχειρηματολογία της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως πρέπει να στηρίζεται σε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία και δεν μπορεί να είναι αόριστη και ανακριβής (133). Εάν για παράδειγμα –όπως εν προκειμένω– υποστηρίζεται ότι η ικανότητα άμυνας περιορίστηκε λόγω της αποχωρήσεως προηγουμένων συνεργατών, απαιτείται, κατά κανόνα, να αναφέρονται ονομαστικά τα πρόσωπα αυτά, να ορίζονται τα καθήκοντά τους καθώς και ο χρόνος της αποχωρήσεώς τους, να αναλύονται η φύση και το περιεχόμενο των πληροφοριακών στοιχείων ή διευκρινίσεων που αναμένονταν από αυτά και να εκτίθενται οι περιστάσεις που κατέστησαν αδύνατη τη μαρτυρία των προσώπων αυτών (134).
154. Κατά την τρέχουσα ένδικη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ενώσεως, η Solvay αναμφιβόλως δεν προέβαλε τόσο διεξοδικά στοιχεία.
155. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ του 1987 και του 1990, για το οποίο προσάπτεται στη Solvay η συμμετοχή σε σύμπραξη, προηγείται του χρονικού σημείου εκδόσεως της δεύτερης αποφάσεως περί επιβολής προστίμου στο τέλος του 2000 ήδη κατά δέκα έως δεκατρία έτη. Όταν η Solvay απέκτησε τελικώς, το 2005, πρόσβαση στον φάκελο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είχαν ήδη παρέλθει 15 έως 18 έτη από το χρονικό διάστημα των διαπιστωθεισών από την Επιτροπή παραβάσεων.
156. Είναι προφανές ότι οι αναμνήσεις των συνεργατών –κατά μείζονα λόγο των πρώην συνεργατών– μιας επιχειρήσεως μετά από τόσο μακρό χρόνο εξασθενούν.
157. Εν τούτοις, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η Solvay πρότεινε στο Γενικό Δικαστήριο να εκθέσει αναλυτικά ποια διευθυντικά στελέχη απασχολούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο τμήμα «Karbonat» και πότε αυτά αποχώρησαν ή αποβίωσαν.
158. Υπό τις ειδικές συνθήκες της περιπτώσεως αυτής, δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται κάτι περισσότερο από τη Solvay.
159. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της αναιρεσείουσας το γεγονός ότι δεν ανέφερε διεξοδικά για ποιες ενέργειες και για ποια αποδεικτικά στοιχεία θα είχαν παράσχει πληροφορίες οι πρώην συνεργάτες της. Πράγματι, η επιχείρηση δεν γνωρίζει μέχρι σήμερα όλα τα τμήματα του διοικητικού φακέλου, στα οποία θα έπρεπε όντως να της έχει παρασχεθεί πρόσβαση (135). Δεν μπορεί να απαιτηθεί από τη Solvay η απόδειξη του αν και κατά πόσον οι πρώην συνεργάτες της θα μπορούσαν να έχουν παράσχει πληροφορίες για απολεσθέντα τμήματα του διοικητικού φακέλου, των οποίων το περιεχόμενο είναι άγνωστο και στα οποία δεν υπήρξε πρόσβαση σε κανένα χρονικό σημείο της διαδικασίας.
160. Γενικότερα, ο πήχυς των απαιτήσεων όσον αφορά την απόδειξη επηρεασμού της ικανότητας άμυνας συνεπεία της παρελεύσεως μακρού χρόνου δεν μπορεί να τίθεται τόσο ψηλά, ώστε κάθε απόδειξη να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
161. Λαμβανομένης υπόψη της οριστικής απώλειας ενός τμήματος του διοικητικού φακέλου, ο οποίος περιείχε πιθανώς αλληλογραφία της Επιτροπής με τρίτες επιχειρήσεις (136), δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι αποχωρήσαντες συνεργάτες της Solvay θα είχαν μπορέσει, στην περίπτωση κατά την οποία η επαφή μαζί τους είχε καταστεί εφικτή, να συμβάλουν στην άμυνα της επιχειρήσεως. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι συνεργάτες αυτοί θα είχαν μπορέσει να παράσχουν βασικές πληροφορίες οι οποίες δεν είναι εμφανείς από την απλή επίκληση γραπτών σημειώσεων.
162. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις περί του ότι η υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας επηρέασε την ικανότητα άμυνας της Solvay έναντι της Επιτροπής. Αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
4. Προσωρινό συμπέρασμα
163. Από την εξέταση ορισμένων από τα νομικά ζητήματα που έθεσε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα σε σχέση με την πρόσβαση στον φάκελο, την προηγούμενη ακρόαση και τη διάρκεια της διαδικασίας συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (απόφαση 2003/5) της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της. Επομένως, παρέλκει η διεξοδική εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η Solvay πρωτοδίκως.
V – Επί του αιτήματος της μειώσεως του χρηματικού προστίμου
164. Εκτός από την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (137), η Solvay ζητεί και την ακύρωση ή τη μείωση του –επιβληθέντος εκ νέου από το Γενικό Δικαστήριο– χρηματικού προστίμου, και μάλιστα για την αποκατάσταση της σοβαρής ζημίας που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας.
165. Σύμφωνα με τη λύση που πρότεινα, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (138) και την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (139), το ως άνω χωριστό αίτημα της Solvay καθίσταται ανενεργό. Εν τούτοις, θα το εξετάσω, στη συνέχεια, επικουρικώς, χάριν πληρότητας.
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
166. Από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου μπορούν να συναχθούν δύο διαφορετικές λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας: στην υπόθεση Baustahlgewebe, όπου επιβλήθηκε στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χρηματικό πρόστιμο στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων, το Δικαστήριο προέβη στη μείωση του προστίμου (140). Στην υπόθεση Der Grüne Punkt, αντιθέτως, στο πλαίσιο της οποίας δεν είχε επιβληθεί τέτοιο χρηματικό πρόστιμο, το Δικαστήριο παρέπεμψε απλώς την ενδιαφερόμενη επιχείρηση στη δυνατότητα αγωγής αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 268 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 340, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 235 EΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288, παράγραφος 2, ΕΚ) (141).
167. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή εξέφρασε προτίμηση για τη δεύτερη λύση, όπως προδιαγράφεται στην υπόθεση Der Grüne Punkt. Αιτιολόγησε την προτίμηση αυτή επικαλούμενη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού. Κατά την Επιτροπή, η μείωση του προστίμου θα έθιγε την αποτελεσματική εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού.
168. Η ένσταση αυτή δεν είναι πειστική.
169. Αφενός, η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (142), συνιστά αναμφιβόλως βασικό σκοπό των Συνθηκών (143). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού απαιτούνται αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.
170. Πάντως, πρέπει, αφετέρου, σε μια διαδικασία όπως η διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο έρευνας συμπράξεων, η οποία φέρει χαρακτηριστικά όμοια προς αυτά της ποινικής διαδικασίας (144), να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι στοιχειώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Το δίκαιο του ανταγωνισμού μπορεί να εφαρμοστεί μόνο με μέσα άμεμπτα υπό το πρίσμα των επιταγών του κράτους δικαίου. Επομένως, εάν στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας συμπράξεων προσβάλλεται θεμελιώδες δικαίωμα όπως το δικαίωμα σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έχει δικαίωμα σε αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας.
171. Επομένως, η αναζήτηση λύσεως για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας εντάσσεται κατ’ ανάγκη στο πεδίο εξισορροπήσεως μεταξύ της απαιτήσεως εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού, αφενός, και της απαιτήσεως αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας για την προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος, αφετέρου.
172. Για λόγους οικονομίας της δίκης και προκειμένου να εξασφαλιστεί άμεση και αποτελεσματική έννομη προστασία για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, θα πρέπει το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό είναι δυνατόν –επομένως στις περιπτώσεις που αφορούν χρηματικά πρόστιμα– να ακολουθεί και στο μέλλον τη λύση την οποία προδιέγραψε με την απόφαση Baustahlgewebe (145).
173. Η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού εξασφαλίζεται στην περίπτωση αυτή καθόσον η διαπίστωση της παραβάσεως και η υποχρέωση άρσεώς της παραμένει στη σφαίρα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως (146). Έναντι των άλλων επιχειρήσεων της αγοράς εξασφαλίζεται με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του αρχικώς καθορισθέντος από την Επιτροπή και στη συνέχεια από το Γενικό Δικαστήριο χρηματικού προστίμου. Το Δικαστήριο δεν θέτει εν αμφιβόλω τον εύλογο χαρακτήρα του προστίμου. Η μέθοδος Baustahlgewebe καταλήγει απλώς σε ένα είδος συμψηφισμού του αρχικού χρηματικού προστίμου με το ποσό το οποίο θεωρείται ως εύλογη αποζημίωση για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας (147).
Β – Μείωση του προστίμου
174. Η νομολογία Baustahlgewebe (148) στηρίζεται, σε τελική ανάλυση, στην πλήρη δικαιοδοσία υπό την έννοια του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, την οποία έχει το Δικαστήριο όσον αφορά τις κυρώσεις στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 17 (149). Κατά τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο δύναται, κατά πλήρη δικαιοδοσία, να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επεβλήθη.
175. Κατ’ εφαρμογή της νομολογίας Baustahlgewebe πρέπει, κατ’ αρχάς, να εκτιμηθεί η διάρκεια της διαδικασίας (συναφώς, κατωτέρω, υπ’ αριθ. 1) και, στη συνέχεια, να οριστεί το μέτρο ενδεχόμενης μειώσεως του προστίμου (συναφώς, κατωτέρω, υπ’ αριθ. 2).
1. Επί της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας
176. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται, όπως ήδη αναφέρθηκε (150), ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως, ιδίως ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων που διακυβεύονται από τη δίκη, ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως, ανάλογα με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών.
177. Συναφώς πρέπει να εξετασθούν χωριστά τα κατ’ ιδίαν στάδια της διαδικασίας, πλην όμως πρέπει να πραγματοποιηθεί περαιτέρω και συνολική αξιολόγηση της διάρκειας της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας (151).
178. Από τα μεμονωμένα διαδικαστικά στάδια, δύο πρωτίστως παρουσιάζουν προβλήματα υπό το πρίσμα της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: το χρονικό διάστημα της πλήρους αδράνειας της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της πρώτης αναιρετικής δίκης (διαδικασία στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑287/95 P και C‑288/95 P) καθώς και η δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (διαδικασία στην υπόθεση T‑58/01) (152).
179. Ήδη διευκρινίστηκε ότι η αδράνεια της Επιτροπής που διήρκεσε τέσσερα έτη και επτά μήνες από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Απρίλιο του 2000 –δηλαδή κατά τη διάρκεια της πρώτης αναιρετικής δίκης– προσέβαλε το θεμελιώδες δικαίωμα της Solvay σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας (153). Επομένως, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορεί να μη δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου η διαδικασία διήρκεσε τέσσερα έτη και επτά μήνες, έπρεπε να ευθύνεται για υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας.
180. Όσον αφορά τη δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (υπόθεση T‑58/01), η διάρκειά της, που ανέρχεται σε οκτώ έτη και εννέα μήνες, φαίνεται εκ πρώτης όψεως απαράδεκτα μακρά.
181. Όπως ορθώς τονίζει η αναιρεσείουσα, ένας τόσο μακρύς χρόνος εξετάσεως στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση οιασδήποτε περιπλοκότητας της υποθέσεως: το Γενικό Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει δύο μόνο διαδίκους, ουδόλως ανέκυψαν μεταφραστικές ανάγκες (154), και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που προέβαλαν οι διάδικοι δεν δημιούργησαν καμία υπερβολική δυσκολία. Βεβαίως υφίστατο συνάφεια με την παράλληλη εκκρεμή διαδικασία στην υπόθεση T‑57/01, πλην όμως η ταυτότητα πολλών λόγων ακυρώσεως στις δύο υποθέσεις θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα τις κοινές ενέργειες κατά την προετοιμασία τους και επομένως μάλλον επιτάχυνε παρά καθυστέρησε τη διαδικασία.
182. Ασφαλώς η καθυστέρηση της διαδικασίας εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη να επιτραπεί στη Solvay, κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, πρόσβαση στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας (155). Είναι όμως εντελώς απαράδεκτο το ότι χρειάστηκε προς τούτο ενάμιση έτος –μάλιστα δε δύο έτη, εάν συνυπολογισθούν τα υπομνήματα που κατέθεσαν τα μέρη– (156). Η εν λόγω απώλεια χρόνου δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της Solvay. Εν ανάγκη, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να θέσει στην Επιτροπή σαφείς προθεσμίες και από την ενδεχόμενη μη τήρηση των προθεσμιών αυτών να αντλήσει τις δέουσες συνέπειες εις βάρος της Επιτροπής.
183. Άλλωστε, εντοπίζονται και ορισμένα διαστήματα περαιτέρω αδράνειας του Γενικού Δικαστηρίου κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Για παράδειγμα, πρέπει να επισημανθούν οι 29 μήνες, οι οποίοι μεσολάβησαν μεταξύ της υποβολής των παρατηρήσεων της Επιτροπής σχετικά με τη χρησιμότητα ορισμένων εγγράφων για την άμυνα της Solvay και της ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας (157). Πρέπει επίσης να γίνει μνεία των περίπου 18 μηνών, οι οποίοι μεσολάβησαν μεταξύ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στις 26 Ιουνίου 2008 και της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στις 17 Δεκεμβρίου 2009 (158).
184. Είναι αυτονόητο ότι προβλήματα εσωτερικής οργανώσεως του Γενικού Δικαστηρίου, παραδείγματος χάριν τα προβλήματα τα σχετικά με την τακτική ανανέωση των δικαστών, δεν επιτρέπεται να αποβούν εις βάρος των πολιτών (159).
185. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διάρκεια τόσο της διοικητικής όσο και της ένδικης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση ήταν υπερβολικά μακρά.
186. Η εντύπωση αυτή επιρρωννύεται από τη διάρκεια όλων των σταδίων της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας στην παρούσα περίπτωση στο σύνολό της:
– Ως σημείο ενάρξεως για τον υπολογισμό της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ, η ημερομηνία κατά την οποία η Solvay υποβλήθηκε για πρώτη φορά σε μέτρα, τα οποία ελήφθησαν λόγω των υφισταμένων υπονοιών εναντίον της και είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάστασή της (160). To χρονικό εκείνο σημείο, στην παρούσα υπόθεση, απείχε πολύ από την ανακοίνωση των αιτιάσεων (η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί με τυπική διατύπωση κατηγορίας): συνέπεσε με την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή διεξήγαγε τον Απρίλιο του 1989 την έρευνά της όσον αφορά τη Solvay (161).
– Εν τω μεταξύ, η διαδικασία ουδέποτε ανεστάλη.
– Ως προβλεπόμενο καταληκτικό σημείο πρέπει να υπολογισθεί η ημερομηνία κατά την οποία θα εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αναιρετική διαδικασία (162).
187. Μέχρι σήμερα, η συνολική διάρκεια της διαδικασίας έχει ήδη ανέλθει σε 22 έτη. Ενδέχεται να μη δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν μια τόσο μακρά διάρκεια της διαδικασίας μπορεί γενικώς να δικαιολογηθεί. Εν πάση περιπτώσει, για να δικαιολογηθεί μια τόσο μακρά διάρκεια θα πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές συνθήκες, όπως η ιδιαίτερη περιπλοκότητα των προς εξέταση πραγματικών και νομικών ζητημάτων καθώς και σημαντική συνευθύνη της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως για συγκεκριμένες καθυστερήσεις της διαδικασίας. Εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος για τίποτε από όλα αυτά.
188. Ειρήσθω εν παρόδω ότι για να δικαιολογηθεί η συνολική διάρκεια της διαδικασίας δεν αρκεί το γεγονός και μόνον ότι δεν έχει επέλθει ακόμη η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως (163). Η προθεσμία παραγραφής δηλώνει δηλαδή μόνο το εξωτερικό χρονικό πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούν να ληφθούν μέτρα για την επιβολή χρηματικού προστίμου για παραβάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων περί ανταγωνισμού. Εντός της προθεσμίας παραγραφής, η αρχή της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας επιβάλλει την ταχεία διεξαγωγή των ερευνών και την ταχεία λήψη αποφάσεων, καθώς και την αποφυγή αδράνειας επί χρονικά διαστήματα που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς διαδικασίας, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τελούν υπό έντονη πίεση και αντιμετωπίζουν την αβεβαιότητα ως προς το πότε θα ολοκληρωθεί η εναντίον τους διαδικασία και ποια έκβαση θα έχει. Στην κατάσταση αυτή η αρχή της εύλογης προθεσμίας τους εξασφαλίζει ενισχυμένη προστασία που βαίνει πέραν της παραγραφής του δικαιώματος (164).
189. Γενικώς, καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι προσεβλήθη το θεμελιώδες δικαίωμα της Solvay σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
190. Επομένως, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας Baustahlgewebe (165) θα έπρεπε, λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τουλάχιστον κατά το μέτρο που καθορίζει το ύψος του χρηματικού προστίμου σε 2,25 εκατομμύρια ευρώ.
2. Επί του μέτρου της μειώσεως του προστίμου
191. Κατόπιν σχετικής ερωτήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υπήρξαν μεγάλες διαφορές στις απόψεις των διαδίκων ως προς το μέτρο ενδεχόμενης μειώσεως του προστίμου στην παρούσα περίπτωση. Ενώ η Solvay ζητεί να μειωθεί το χρηματικό πρόστιμο σε τέτοιο βαθμό ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της διαδικασίας, να αποκτήσει η κύρωση συμβολικό και μόνο χαρακτήρα, η Επιτροπή υποστηρίζει την εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη: κατά τη γνώμη της, συμβολικό χαρακτήρα δεν θα πρέπει να έχει το χρηματικό πρόστιμο αλλά η μείωσή του.
192. Στην υπόθεση Baustahlgewebe, το μόνο μέχρι τώρα παράδειγμα αποφάσεως, το Δικαστήριο προέβη σε περιθωριακού και μόνο χαρακτήρα μείωση του προστίμου: χρηματικό πρόστιμο που ορίστηκε από το Πρωτοδικείο σε 3 εκατομμύρια ECU μειώθηκε κατά ποσό 50 000 ECU (166)∙ αυτό αντιστοιχεί σε μείωση της τάξεως του 1,67 % ακριβώς.
193. Αμφισβητείται κατά πόσον μία τόσο μικρή μείωση του προστίμου θα ήταν σήμερα σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας υπό το πρίσμα των επιταγών της ΕΣΔΑ. Κατά τη σχετική με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο πλαίσιο του δικαίου της Ενώσεως, αποφασιστική σημασία έχει, σε σχέση με την αποκατάσταση της ζημίας, το ζήτημα κατά πόσον υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας (167).
194. Στην παρούσα περίπτωση, τόσο τα μεμονωμένα στάδια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας όσο και όλα τα στάδια της διαδικασίας θεωρούμενα από κοινού, παρουσιάζουν σημαντική υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας: αδράνεια επί τέσσερα πλήρη έτη και επτά μήνες στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (168), πρωτοβάθμια ένδικη διαδικασία οκτώ ετών και εννέα μηνών (169) και συνολική διάρκεια της διαδικασίας ανερχόμενη στα 22 έτη μέχρι σήμερα (170) βαίνουν –ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων– πέρα κάθε πιθανού ορίου για μια εύλογη διάρκεια της διαδικασίας.
195. Υπό τις συνθήκες αυτές, ελάχιστη μείωση του χρηματικού προστίμου, όπως αυτή στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Baustahlgewebe και αυτή που φαίνεται να έχει υπόψη της η Επιτροπή και για την παρούσα υπόθεση, δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση εύλογη.
196. Η προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος που απορρέει από την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας απαιτεί αποτελεσματική κύρωση. Συναφώς πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, η σοβαρότητα της παραβάσεως που διέπραξε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση και, αφετέρου, η σοβαρότητα της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος, που απορρέει από την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας (171).
197. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται σοβαρή προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος σε έκδοση αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί σαφή μείωση του προστίμου. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η συμφωνία συμπράξεως μεταξύ της Solvay και της CFK συνιστούσε, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, «εξαιρετικά σοβαρή» παράβαση θεμελιώδους διατάξεως της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 81 EΚ) (172). Επομένως, κατόπιν σταθμίσεως όλων των συνθηκών της κατ’ ιδίαν περιπτώσεως, θεωρώ εύλογη τη μείωση του προστίμου κατά 50 %. Ως σημείο αφετηρίας για τους υπολογισμούς θα πρέπει συναφώς να επιλεγεί το ύψος του προστίμου που όρισε το Γενικό Δικαστήριο.
198. Επομένως, εάν το Δικαστήριο δεν ήθελε προβεί στην πλήρη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (173), προτείνω να μειώσει τουλάχιστον το πρόστιμο των 2,25 εκατομμυρίων ευρώ κατά 50 %.
VI – Δικαστικά έξοδα
199. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων.
200. Κατά τα άρθρα 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Επειδή η Solvay ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα έξοδα τόσο της αναιρετικής όσο και της πρωτόδικης διαδικασίας, και η Επιτροπή ηττήθηκε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα και των δύο ενδίκων διαδικασιών.
VII – Πρόταση
201. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, στην υπόθεση T‑58/01, Solvay κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει την απόφαση 2003/5/ΕΚ της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 2000.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο ενδίκων διαδικασιών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Για την πρώτη αναιρετική διαδικασία, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Απριλίου 2000, C‑287/95 P και C‑288/95 P, Επιτροπή κατά Solvay (Συλλογή 2000, σ. I‑2391).
3 – Βλ. συμπληρωματικά την εισαγωγή των προτάσεών μου της σημερινής ημερομηνίας στην υπόθεση C‑109/10 P, Solvay κατά Επιτροπής (σημεία 1 έως 6).
4 – Η Solvay SA (πρώην Solvay et Cie SA) είναι ανώνυμη εταιρία βελγικού δικαίου, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της φαρμακευτικής, των χημικών προϊόντων, των πλαστικών και της μεταποίησης.
5 – Chemische Fabrik Kalk GmbH.
6 – Η προσφυγή της Solvay στο ΕΔΔΑ ασκήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2010 και επισυνάφθηκε ως παράρτημα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως της επιχειρήσεως αυτής στην παρούσα διαδικασία.
7 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ. Υπογράφηκε στη Ρώμη, στις 4 Νοεμβρίου 1950).
8 – Βλ. συναφώς και στο εξής, σκέψεις 5 έως 42 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Τ-58/01, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II‑4781, στο εξής και: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθώς και, συμπληρωματικά, σκέψη 22 της εκδοθείσας στο πλαίσιο της παράλληλης διαδικασίας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Τ-57/01, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II‑4621).
9 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962: πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/008, σ. 25).
10 – Το ανθρακικό νάτριο χρησιμοποιείται για την παραγωγή γυαλιού (κοκκώδες ανθρακικό νάτριο) και στη χημική βιομηχανία καθώς και στην επεξεργασία μετάλλων (ελαφρύ ανθρακικό νάτριο). Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ φυσικού ανθρακικού νατρίου (κοκκώδες ανθρακικό νάτριο) και συνθετικού ανθρακικού νατρίου (κοκκώδες και ελαφρύ ανθρακικό νάτριο). Το φυσικό ανθρακικό νάτριο παράγεται από τη σύνθλιψη, τον καθαρισμό και την αποτέφρωση των αποθεμάτων trona. Η συνθετική σόδα σχηματίζεται από την αντίδραση του άλατος και του ασβεστόλιθου με τη μέθοδο «αμμωνία-σόδα», που αναπτύχθηκε από τους αδελφούς Solvay το 1863
11 – Εκτός από τη Solvay, οι έλεγχοι αφορούσαν και τις επιχειρήσεις AKZO, CFK, Imperial Chemical Industries (ICI), Matthes & Weber και Rhône Poulenc. Το έρεισμα για τις έρευνες αυτές αποτέλεσε η απόφαση περί ελέγχου της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1989, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στην απόφαση Τ-57/01, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 8, σκέψη 19).
12 – Όσον αφορά τη διαπιστωθείσα από την Επιτροπή καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της Solvay στην αγορά, παραπέμπω στις προτάσεις μου, με σημερινή ημερομηνία, στην εκκρεμούσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου παράλληλη διαδικασία C‑109/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
13 – Βλ. συναφώς ιδίως τις σκέψεις 23, 27 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
14 – Απόφαση 91/298/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – B: Ανθρακικό νάτριο – Solvay και CFK∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 16]. H απόφαση αυτή είναι μία μόνον από τις τέσσερις που η Επιτροπή απηύθυνε την ίδια ημερομηνία στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά ανθρακικού νατρίου. Από τις άλλες αποφάσεις, μία αφορά τη Solvay και την ICI (απόφαση 91/297/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – A: Ανθρακικό νάτριο – Solvay, ICI∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 1]), μια αφορά μόνο τη Solvay (απόφαση 91/299/EΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – C: Ανθρακικό νάτριο – Solvay∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 21]) και μια απόφαση αφορά μόνο την ICI (απόφαση 91/300/EΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/33.133 – D: Ανθρακικό νάτριο – ICI∙ ΕΕ 1991, L 152, σ. 40]).
15 – Τότε 3 εκατομμυρίων ECU ή 1 εκατομμυρίου ECU.
16 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-32/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1825), την οποία επιβεβαίωσε η απόφαση του Δικαστηρίου, Επιτροπή κατά Solvay (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
17 – Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
18 – Η Επιτροπή δεν κινήθηκε πλέον κατά της CFK το 2000, προφανώς επειδή η επιχείρηση είχε εν τω μεταξύ παύσει την παραγωγή ανθρακικού νατρίου.
19 – Απόφαση 2003/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/33.133 – B: Ανθρακικό νάτριο – Solvay, CFK, ΕΕ 2003, L 10, σ. 1∙ στο εξής και: η προσβαλλομένη απόφαση). Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε και την απόφαση 2003/6/ΕΚ, της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την κίνηση διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 82 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/33.133 – C: Ανθρακικό νάτριο – Solvay, CFK) (EE 2003, L 10, σ. 10), στην οποία στηρίχθηκε η παραλλήλως εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετική διαδικασία στην υπόθεση C-109/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
20 – Απόφαση Τ-58/01, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8). Την ίδια ημέρα εκδόθηκε και η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην παράλληλη διαδικασία Τ-57/01, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8)∙ η δεύτερη αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της επίσης εκκρεμούς ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρετικής διαδικασίας στην υπόθεση C‑109/10 P, Solvay κατά Επιτροπής.
21 – Στο εξής και: η αναιρεσείουσα.
22 – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 45, δεύτερο εδάφιο, από την 1η Μαΐου 2004.
23 – Βλ. σημεία 17 έως 122 των προτάσεών μου με σημερινή ημερομηνία στην υπόθεση C‑109/10 P.
24 – Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑550/07 P, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής κ.λπ. (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 92)∙ βλ. και αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Thyssen Stahl, Συλλογή 2003, σ. I‑10821, σκέψη 30), και της 3ης Σεπτεμβίου 2009, C‑322/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑7191, σκέψη 34).
25 – Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακηρύχθηκε κατ’ αρχάς στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1) και, στη συνέχεια, εκ νέου στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1, και ΕΕ 2010, C 83, σ. 389).
26 – Σκέψεις 7 και 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Σκέψεις 7, 242 και 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 – Σκέψη. 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
29 – Σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αιτιολογική σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
30 – Σκέψεις 247 και 248 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
31 – Σκέψεις 40 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
32 – Σκέψεις 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
33 – Σκέψεις 48, 49 και 254 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
34 – Σκέψεις 49, 246 και 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 – Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland (Aalborg Portland, Συλλογή 2004, σ. Ι-123, σκέψη 68) και της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips (Knauf Gips, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 22).
36 – Αυτή τη διαδικαστική πλημμέλεια λαμβάνει ως αφετηρία και το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 245 έως 248 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
37 – Βλ. συναφώς και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
38 – Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C‑51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Hercules, Συλλογή 1999, σ. I‑4235, σκέψη 78), της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής (Corus UK, Συλλογή 2003, σ. I‑11177, σκέψη 128), της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ. λπ. κατά Επιτροπής (PVC II, Συλλογή 2002, σ. Ι-8375, σκέψη 318) και Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 104)∙ βλ. και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1775, σκέψη 98) και Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1847, σκέψη 108).
39 – Αποφάσεις Hercules (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 77), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 127), και PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 317, 322 και 323).
40 – Στην υπόθεση C‑109/10 P ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αφιερωμένος στους απολεσθέντες υπο-φακέλους και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου στα οποία παρασχέθηκε πρόσβαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. συναφώς σημεία 156 έως 206 των προτάσεών μου με σημερινή ημερομηνία στην υπόθεση εκείνη).
41 – Άρθρο 6, παράγραφος 2, ΣΕΕ, όπως ισχύει μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.
42 – Βλ. αντί πολλών την απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 64)∙ με την ίδια έννοια, τις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, C‑7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. I‑1935, σκέψεις 25 και 26), της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C‑450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I‑581, σκέψεις 44 και 46), και της 23ης Δεκεμβρίου 2009, C‑45/08, Spector Photo Group και Van Raemdonck (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43).
43 – Πράγματι, αυτό θα ήταν απαράδεκτο (βλ. απόφαση PVC II, παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 330 και 331, και απόφαση Aalborg Portland, παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 77 σε συνδυασμό με τη σκέψη 76).
44 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 125)∙ με την ίδια έννοια, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑280/08 P, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 77, 155 και 195), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτές αιτιάσεις με τις οποίες προβλήθηκε ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, στην πρωτόδικη απόφαση, σε νομικώς εσφαλμένα κριτήρια∙ βλ. επιπλέον τις αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑403/04 P και C‑405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (Sumitomo, Συλλογή 2007, σ. I‑729, σκέψη 40), της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America/Impala (Impala, Συλλογή 2008, σ. I‑4951, σκέψη 117), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑9761, σκέψη 77).
45 – Σκέψη 257 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
46 – Σκέψεις 263 και 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
47 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 262, πρώτη πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
48 – Αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 318 και 324), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 23).
49 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 131).
50 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 68) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 22).
51 – Σκέψη 256 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
52 – Βλ. ιδίως τις αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35), Corus UK (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35).
53 – Αποφάσεις PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 318 και 324), Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 74, 75 και 131) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 23 και 24).
54 – Σκέψη 262, πρώτη πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
55 – Σκέψη 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
56 – Σκέψεις 260 έως 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
57 – Απόφαση Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 127, 128 και 131).
58 – Σκέψεις 262 και 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
59 – Βλ. συμπληρωματικά και τα σημεία 170 έως 175 και 177 των προτάσεών μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑109/10 P.
60 – Η Solvay αναφέρθηκε στην επιθυμία αυτή τόσο με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.
61 – Deutsche Solvay Werke.
62 – Βλ. συναφώς την αιτιολογική σκέψη 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
63 – Είναι ενδιαφέρον το ότι η ίδια η Επιτροπή φαίνεται να λαμβάνει ως αφετηρία το γεγονός ότι τουλάχιστον ορισμένοι από τους ελλείποντες φακέλους περιείχαν «αλληλογραφία βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17», δηλαδή αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής σε διάφορες επιχειρήσεις και τις απαντήσεις τους (βλ. σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
64 – Βλ. συναφώς τις αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 75) και Knauf Gips (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 23), κατά τις οποίες αρκεί ότι τα έγγραφα «θα μπορούσ[αν] να επηρεάσ[ουν], με κάποιο τρόπο, τις περιλαμβανόμενες στην ενδεχομένως εκδοθησόμενη απόφαση εκτιμήσεις της [Επιτροπής] τουλάχιστον όσον αφορά τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της προσαπτομένης συμπεριφοράς, και, επομένως, το ύψος του προστίμου».
65 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 38 των προτάσεων αυτών.
66 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67 – Σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
68 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 23 έως 49 των προτάσεων αυτών.
69 – Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑829, σκέψη 44), και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 71)∙ βλ. επιπλέον τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 10), της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη. 7), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 85) και Impala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 61)∙ με την ίδια έννοια –από διαφορετικούς τομείς δικαίου– αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5373, σκέψη 21), της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑6351, ιδίως σκέψη 348), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑141/08 P, Foshan Shunde Yongjian Housewares & Hardware κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. I‑9147, σκέψη 83).
70 – Σήμερα ισχύει το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003.
71 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, ιδίως σκέψη 88).
72 – Βλ. ιδίως σκέψεις 165 και 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
73 – Βλ. συναφώς τις σκέψεις 245 έως 248 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τα σημεία 21 και 24 των προτάσεων αυτών.
74 – Απόφαση του Πρωτοδικείου Τ-31/91, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16) και απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Solvay (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
75 – Αποφάσεις Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, ιδίως σκέψεις 99, 103 και 104) και Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, ιδίως σκέψεις 109, 113 και 118). Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία με την απόφαση στην υπόθεση T‑31/91 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση 91/298 λόγω πλημμελούς κυρώσεώς της.
76 – Βλ. συναφώς τη δημοσίευση Δωδέκατη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (1982), σ. 40 και 41 (παρατίθεται απόσπασμα στη σκέψη 244 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
77 – Βλ. ιδίως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-37/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1901, σκέψεις 61 έως 66 και 73), με την οποία δεν γίνεται δεκτή η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
78 – Βλ., αφενός, την απόφαση Hercules του έτους 1999 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 75 και 76) και, αφετέρου, τη δημοσιευθείσα ήδη το 1997 αυτοδέσμευση της Επιτροπής όσον αφορά τη χορήγηση προσβάσεως στον φάκελο (Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τους κανόνες εσωτερικής διαδικασίας για την εξέταση των αιτήσεων πρόσβασης στον φάκελο στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης EΚ, των άρθρων 65 και 66 της Συνθήκης EΚΑΧ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, ΕΕ 1997, C 23, σ. 3).
79 – Σκέψεις 24, 167 και 171 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
80 – Σκέψεις 7, 242 και 243 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
81 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 23 έως 48 των προτάσεων αυτών.
82 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 28 των προτάσεων αυτών.
83 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 179). Για την εφαρμογή της αρχής αυτής ειδικά στην ένδικη διαδικασία, βλ. περαιτέρω τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Baustahlgewebe, Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 21), Thyssen Stahl (παρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 154), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 115) και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (Der Grüne Punkt, Συλλογή 2009, σ. I‑6155, σκέψεις 177 έως 179)∙ για την εφαρμογή της ίδιας αρχής στη διοικητική διαδικασία βλ. τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (FEG, Συλλογή 2006, σ. I‑8725, σκέψεις 35 έως 52) και C‑113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής (TU, Συλλογή 2006, σ. I‑8831, σκέψεις 40 έως 57).
84 – Υπό την έννοια αυτή και η απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 176 έως 178)∙ στην απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 176 έως 196) το Δικαστήριο εξέτασε τη διάρκεια της διαδικασίας και υπό το πρίσμα του εύλογου χαρακτήρα της, μολονότι δεν ήταν δυνατή η διαπίστωση συνεπειών στην έκβαση της υποθέσεως.
85 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 29), PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 187), Thyssen Stahl (παρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 155), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 116) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 181).
86 – Αποφάσεις Thyssen Stahl (παρατεθεισα στην υποσημείωση 24, σκέψη 156), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 117) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 182)∙ βλ. και απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 188).
87 – Βλ. υπό την έννοια αυτή την απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 184) καθώς και τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 83 αποφάσεις FEG (ιδίως σκέψεις 37, 38 και 40) και TU (ιδίως σκέψεις 42, 43 και 45).
88 – Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το ζήτημα των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν από μια τέτοια διαδικαστική πλημμέλεια· βλ. συναφώς κατωτέρω, σημεία 91 έως 124 και 164 έως 197 των προτάσεων αυτών.
89 – Βεβαίως το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε οριστικά το σημείο αυτό στην απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 229 και 230), η νομολογία όμως του ΕΔΔΑ δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς τη σημασία της συνολικής εκτιμήσεως της διάρκειας της διαδικασίας. Βλ. συναφώς ιδίως την απόφαση Eckle κατά Γερμανίας της 15ης Ιουλίου 1982 (Σειρά A, αριθ. 51, προσφυγή 8130/78): Το ΕΔΔΑ στηρίζεται στο χρονικό διάστημα στο οποίο εκτείνονται συνολικώς οι επίδικες διαδικασίες (§§ 79, 80) και διαπιστώνει ότι η διάρκεια της διαδικασίας αφορά τη συνολική διαδικασία περιλαμβανομένων και των δικαστηρίων (couvre l’ensemble de la procédure en cause, y compris les instances de recours, § 76). Με την απόφαση Γώρου κατά Ελλάδας (αριθ. 2, Διευρυμένο Τμήμα) της 20ής Μαρτίου 2009 (προσφυγή 12686/03, § 46) γίνεται δεκτή παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ λόγω της διάρκειας της διαδικασίας στο σύνολό της (durée de la procédure dans son ensemble)∙ ομοίως η απόφαση Κακαμούκας κ.λπ. κατά Ελλάδας (Διευρυμένο Τμήμα) της 15ης Φεβρουαρίου 2008 (προσφυγή 38311/02, § 32) στηρίζεται στον υπολογισμό της συνολικής διάρκειας των επιδίκων διαδικασιών (calcul de la durée totale des procédures litigieuses).
90 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
91 – Πάντως, η συνολική διάρκεια της διαδικασίας στην υπόθεση PVC προσέγγισε κατά πολύ τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, εάν ληφθεί υπόψη ότι οι πρώτες έρευνες της Επιτροπής πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1983 (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T‑305/94 έως T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑931, σκέψη 1) και η τελευταία δικαστική απόφαση (απόφαση PVC II, παρατεθείσα στην υποσημείωση 38) εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2002.
92 – Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑6513, σκέψη 96), της 16ης Ιουλίου 2009, C‑440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (Συλλογή 2009, σ. I‑6413, σκέψη 135), της 20ής Μαΐου 2010, C‑583/08 P, Γκόγκος κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 30), και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C‑480/09 P, AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 77).
93 – Μολονότι η διαφωνία αυτή εμφανίζεται και σε άλλα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, θα εξετάσω τα επιχειρήματα που προεβλήθησαν εκατέρωθεν μόνο στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
94 – Σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως∙ βλ. και σκέψεις 120 έως 122 της αποφάσεως εκείνης.
95 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 49) και Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 193)∙ ειδικά για τη σχέση με τα δικαιώματα άμυνας, βλ. τις αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, ιδίως σκέψεις 42, 43 και 60 έως 62) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, ιδίως σκέψεις 47, 48 και 69 έως 71).
96 – Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), βλ. ιδίως την επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο (όπ.π., σ. 30).
97 – Με την απόφαση Kudla κατά Πολωνίας, της 26ης Οκτωβρίου 2000 (προσφυγή 30210/96, Recueildesarrêtsetdécisions 2000‑XI, § 154), το Διευρυμένο Τμήμα του ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι, όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα, δεν υφίσταται επί του παρόντος κρατούσα λύση μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών της ΕΣΔΑ, για την αντιμετώπιση της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας (pour l’heure il n’existe pas, dans les ordres juridiques des Etats contractants, un système prédominant en matière de recours permettant de dénoncer les durées excessives de procédure)∙ βλ. και EΔΔΑ, απόφαση Simaldone κατά Ιταλίας, της 31ης Μαρτίου 2009 (προσφυγή 22644/03, § 78). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη δημοκρατία δια του νόμου (Επιτροπή της Βενετίας) προέβη σε συγκριτική μελέτη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2006 (Μελέτη 316/2004, προσβάσιμη στο διαδίκτυο, στη διεύθυνση , με τελευταία επίσκεψη στις 26 Ιανουαρίου 2011). Για τις διάφορες λύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, βλ. επιπλέον τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 3ης Φεβρουαρίου 1998, στην υπόθεση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 216, σημεία 52 και 53).
98 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 89, § 94) και Ommer κατά Γερμανίας (αριθ. 1) της 13ης Νοεμβρίου 2008 (προσφυγή 10597/03, § 68)∙ βλ., επιπλέον, ΕΔΔΑ, διάταξη Sprotte κατά Γερμανίας, της 17ης Noεμβρίου 2005 (προσφυγή 72438/01).
99 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Dželil κατά Γερμανίας της 10ης Νοεμβρίου 2005 (προσφυγή 65745/01, § 103), Ohlen κατά Δανίας της 24ης Φεβρουαρίου 2005 (προσφυγή 63214/00, §§ 29 και 30) και Ommer κατά Γερμανίας (αριθ. 1) (παρατεθείσα στην υποσημείωση 98, § 68) καθώς και διάταξη Mενελάου κατά Κύπρου, της 12ης Ιουνίου 2008 (προσφυγή 32071/04)∙ υπό την ίδια έννοια και την απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 89, § 67), η οποία αναγνωρίζει κατ’ αρχήν τη μείωση της ποινής ως αποζημίωση. Βλ. επιπλέον τα σημεία 119 έως 123 της μελέτης 316/2004 της Επιτροπής της Βενετίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 97).
100 – ΕΔΔΑ, απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (άρθρο 50), της 21ης Ιουνίου 1983 (Σειρά Α, προσφυγή 8130/78 § 24).
101 – ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας (Διευρυμένο Τμήμα) της 23ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή 73053/01, § 43).
102 – Βλ. υπό την έννοια αυτή και το άρθρο 41 ΕΣΔΑ.
103 – Η σημασία της αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρων 81 EΚ και 82 EΚ) τονίσθηκε προσφάτως π.χ. στις αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2009, C‑429/07, X BV (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 33 έως 35), και της 7ης Δεκεμβρίου 2010, C‑439/08, VEBIC (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, ιδίως σκέψεις 59 και 61).
104 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 194). Βλ. υπό την ίδια έννοια, σχετικά με ποινικές διαδικασίες γενικώς, τα σημεία 228 έως 232 της μελέτης της Επιτροπής της Βενετίας (παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 97)∙ στο σημείο 241 η Επιτροπή της Βενετίας τονίζει ότι η απαλλαγή και η περάτωση της ποινικής διαδικασίας θα πρέπει να έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα ([l]’acquittement et l’abandon des poursuites devraient rester des mesures exceptionnelles).
105 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 194).
106 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 31ης Μαρτίου 2009, στην υπόθεση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημεία 305 και 306)∙ στις αναλύσεις αυτές αναφέρεται ρητώς το Δικαστήριο με τη σκέψη 194 της αποφάσεώς του στην υπόθεση εκείνη.
107 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 88 και υποσημείωση 92 των προτάσεων αυτών.
108 – Σκέψεις 114 έως 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
109 – Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 80), και Γκόγκος κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 92, σκέψη 35).
110 – Αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 47 έως 49), Wunenburger κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 109, σκέψη 66), Sumitomo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 38) και Επιτροπή κατά Schneider Electric (παρατεθείσα στην υποσημείωση 92, σκέψη 103).
111 – Σε παρεμφερή προσέγγιση στηρίζονται οι αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 45 έως 49) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 50 έως 54), από τις οποίες συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια όλων των σταδίων της διοικητικής διαδικασίας όσον αφορά τις συνέπειές τους στην ικανότητα άμυνας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
112 – Σκέψεις 115 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
113 – Σκέψεις 118 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (το γεγονός ότι πρόκειται για την προηγηθείσα ένδικη διαδικασία σχετικά με την απόφαση 91/298, καθίσταται σαφές ιδίως από την εισαγωγική σκέψη 118).
114 – Βλ. συναφώς το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού και το άρθρο 112, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθώς και τις αποφάσεις Aalborg Portland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 50), της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑167/06 P, Koμνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 41), και της 17ης Ιουνίου 2010, C‑413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 16).
115 – Για το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, βλ. και ανωτέρω, σημείο 28 των προτάσεων αυτών.
116 – Αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 37), της 22ας Noεμβρίου 2007, C‑260/05 P, Sniace κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑10005, σκέψη 37), και Lafarge κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 114, σκέψη 17).
117 – Στο γαλλικό πρωτότυπο αναγράφονται τα εξής: «La requérante estime dès lors que le dépassement manifeste du délai raisonnable dans la présente procédure … ne peut qu’entraîner l’annulation pure et simple de la décision attaquée …» (Σκέψη 89 του πρωτοδίκως κατατεθέντος δικογράφου της προσφυγής, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 47 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της Solvay).
118 – Στο σημείο 209 του δικογράφου της προσφυγής που κατέθεσε πρωτοδίκως (αποσπάσματα του οποίου παρατίθενται στο σημείο 49 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της Solvay) αναφέρονται τα εξής: «[S]i, par impossible, le Tribunal devait rejeter l’ensemble des moyens d’annulation développés par la requérante, la requérante invite le Tribunal a prendre en compte … l’ensemble des considérations présentées dans la présente requête au titre des moyens d’annulation dans son appréciation de la nécessité d’infliger une amende à la requérante et du montant de celle-ci …».
119 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 21 και 24 των προτάσεων αυτών.
120 – Σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
121 – Σκέψεις 296 έως 303 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
122 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 21 και 65 των προτάσεων αυτών.
123 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 54 έως 70 των προτάσεων αυτών.
124 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 80 και υποσημείωση 85 των προτάσεων αυτών.
125 – Απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά Solvay (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
126 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
127 – Ορθώς η Solvay είχε αναφερθεί στο ζήτημα αυτό ήδη κατά την πρωτόδικη διαδικασία (βλ. σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Με την απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, ιδίως σκέψεις 204 και 205) το Δικαστήριο άφησε ανοικτό το ζήτημα αυτό, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλει σχετικές αιτιάσεις.
128 – Τον Απρίλιο του 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, Επιτροπή κατά Solvay (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
129 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 81 των προτάσεων αυτών.
130 – Για τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑58/01 και για τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας, βλ. κατωτέρω, σημεία 176 έως 189 των προτάσεων αυτών.
131 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 92 έως 106 των προτάσεων αυτών.
132 – Αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 56 έως 60) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 64, 67 και 69).
133 – Αποφάσεις TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 69) και FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 56).
134 – Αποφάσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 57 και 58) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 64 έως 69).
135 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 21 και 31 έως 49 των προτάσεων αυτών.
136 – Σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
137 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, τμήμα IV (σημεία 15 έως 163 των προτάσεων αυτών).
138 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημείο 135 των προτάσεων αυτών.
139 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημεία 139 έως 163 των προτάσεων αυτών.
140 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 48, 141 και 142).
141 – Απόφαση Der Grüne Punkt (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 195).
142 – Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1999, C‑126/97, Eco Swiss (Συλλογή 1999, σ. I‑3055, σκέψη 36), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I‑6297, σκέψη 20).
143 – Βλ. συναφώς την παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 103 νομολογία.
144 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Sharpston, της 10ης Φεβρουαρίου 2011, στην εκκρεμή υπόθεση C-272/09 P, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, ιδίως σημείο 64), τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 26ης Οκτωβρίου 2010 στις εκκρεμείς υποθέσεις C‑201/09 P και C‑216/09 P, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής κ.λπ. (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, ιδίως σημείο 41) και C‑352/09 P, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, ,ιδίως σημείο 49) καθώς και τις προτάσεις μου της 3ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση C‑280/06, ETI κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑10893, σημείο 71) και της 23ης Απριλίου 2009, στην υπόθεση C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑8237, σημείο 39)∙ υπό την ίδια έννοια, βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημείο 108) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημείο 100).
145 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, ιδίως σκέψη 48). Ειρήσθω εν παρόδω ότι και η ίδια η Επιτροπή υιοθετεί ενίοτε τη λύση της μειώσεως του προστίμου, όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια διοικητική διαδικασία που διεξήγαγε η ίδια είχε υπερβολικά μακρά διάρκεια (βλ. συναφώς τις αποφάσεις FEG και TU, παρατεθείσες στην υποσημείωση 83, σκέψεις 9, αντιστοίχως).
146 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 104 και 105 των προτάσεων αυτών.
147 – Υπό την έννοια αυτή, απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, ιδίως σκέψη 141).
148 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 48 και 142).
149 – Για μελλοντικές περιπτώσεις: άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003.
150 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 80 των προτάσεων αυτών.
151 – Βλ. ανωτέρω, ιδίως σημεία 81 έως 84 των προτάσεων αυτών.
152 – Βλ. συναφώς τη χρονολογική επισκόπηση στο σημείο 11 των προτάσεων αυτών.
153 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 147 έως 151 των προτάσεων αυτών.
154 – Επειδή η γλώσσα διαδικασίας είναι η γαλλική, τα υπομνήματα όλων των μετεχόντων στη διαδικασία συντάχθηκαν στη γλώσσα διασκέψεως για την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αμελητέα μεταφραστική ανάγκη ανέκυψε μόνο κατά την έναρξη της ένδικης διαδικασίας για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. άρθρο 24, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου). Οι μεταφραστικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν κατά το πέρας της πρωτόδικης διαδικασίας για τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν εμπόδιζαν το Γενικό Δικαστήριο να δημοσιεύσει το κείμενο της αποφάσεως στη γλώσσα διαδικασίας και να το κοινοποιήσει μετά την ολοκλήρωση της διασκέψεως.
155 – Σκέψεις 40 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
156 – Στις 19 Δεκεμβρίου 2003, το Πρωτοδικείο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει λεπτομερή κατάλογο όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας∙ στις 14 Απριλίου 2005 η Solvay απέκτησε πρόσβαση, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, στα τμήματα του φακέλου που διεβίβασε η Επιτροπή (σκέψεις 40 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Εάν συνυπολογιστεί το χρονικό διάστημα έως την υποβολή των παρατηρήσεων της Επιτροπής στις 17 Noεμβρίου 2005 σχετικά με τη χρησιμότητα των οικείων τμημάτων του φακέλου για την άμυνα της Solvay, τότε παρήλθαν περίπου δύο έτη.
157 – Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 17 Νοεμβρίου 2005 και η προφορική διαδικασία κινήθηκε τον Μάιο του 2008 (σκέψεις 51 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
158 – Προς σύγκριση: στην περίπτωση Baustahlgewebe, στην οποία το Πρωτοδικείο αποφάσισε να συνεκδικάσει λόγω συναφείας έντεκα υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δέχθηκε παραβίαση της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, επειδή στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας παρήλθε χρονικό διάστημα 32 μηνών μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της αποφάσεως περί ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας, καθώς και διάστημα 22 μηνών μεταξύ του πέρατος της προφορικής διαδικασίας και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (απόφαση Baustahlgewebe, παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 45 και 46).
159 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 4ης Μαρτίου 2010, στην υπόθεση Γκόγκος κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 92, σημείο 88).
160 – ΕΔΔΑ, απόφαση Pedersen και Baadsgaard/Dänemark (Διευρυμένο Τμήμα) της 17ης Δεκεμβρίου 2004 (προσφυγή 49017/99, Recueildesarrêtsetdécisions 2004-XI, § 44)∙ υπό την ίδια έννοια, βλ. ήδη τις αποφάσεις Ringeisen κατά Αυστρίας, της 16ης Ιουλίου 1971 (Σειρά A, Nr. 13, § 110) και Hozee κατά Κάτω Χωρών, της 22ας Μαΐου 1998 (Recueildesarrêtsetdécisions 1998-III, § 43).
161 – Απόφαση PVC II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 182)∙ βλ. συνολικά και τις προτάσεις μου της 8ης Δεκεμβρίου 2005 στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημεία 108 έως 112) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημεία 100 έως 104).
162 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις König κατά Γερμανίας, της 28ης Ιουνίου 1978 (Σειρά A, αριθ. 27, προσφυγή 6232/73, § 98) και Eckle κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 89, § 76).
163 – Η προθεσμία παραγραφής ανέρχεται σε πέντε έτη από το πέρας της παραβάσεως και διακόπτεται με πράξεις έρευνας ή διώξεως. Απόλυτη παραγραφή του δικαιώματος διώξεως επέρχεται το αργότερο κατά την ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η διπλή προθεσμία παραγραφής, χωρίς η Επιτροπή να έχει ορίσει πρόστιμο ή χρηματικό μέτρο. Πάντως, η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως διακόπτεται καθόσον, λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής, εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Βλ. γενικά τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού (EΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241)∙ για τις μελλοντικές υποθέσεις ισχύει το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003. Mε διάφορα προβλήματα σε σχέση με την παραγραφή και τη διακοπή της κατά τη διάρκεια ένδικης διαδικασίας ασχολείται ο γενικός εισαγγελέας Bot στις προτάσεις του ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 144, ιδίως σημεία 66 έως 81 και 245 έως 251) και ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 144, ιδίως σημεία 177 έως 212).
164 – Βλ. τις προτάσεις μου στις υποθέσεις FEG (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημείο 111) και TU (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σημείο 103).
165 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 48 και 142).
166 – Απόφαση Baustahlgewebe (παρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψεις 141 και 142).
167 – ΕΔΔΑ, αποφάσεις Dželili κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 99, § 103) και Ommer κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 98, § 50).
168 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 147 έως 151 και σημείο 179 των προτάσεων αυτών.
169 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 180 έως 184 των προτάσεων αυτών.
170 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 186 και 187 των προτάσεων αυτών.
171 – Υπό την έννοια αυτή, EΔΔΑ, απόφαση Eckle κατά Γερμανίας (άρθρο 50) (παρατεθείσα στην υποσημείωση 100, § 24).
172 – Αιτιολογική σκέψη 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον χαρακτηρισμό της συμμετοχής της Solvay σε σύμπραξη ως «εξαιρετικά σοβαρής» (σκέψεις 276 και 286 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η Solvay δεν έβαλε κατά του εν λόγω τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
173 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, ιδίως σημεία 135 και 163 των προτάσεων αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy