ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 10ης Φεβρουαρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑115/10
Bábolna Mezőgazdasági Termelő, Fejlesztő és Kereskedelmi Zrt.
κατά
Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal Központi Szerve
[αίτηση του Fővarosi Bíróság (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική – Κανονισμός (EOK) 3508/92 – Κανονισμός (EΚ) 1259/1999 – Κανονισμός (EΚ) 1782/2003 – Εθνική νομοθετική ρύθμιση αποκλείουσα τη χορήγηση συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως σχετικής με σύστημα ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως σε παραγωγούς που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση – Δυνατότητα κράτους μέλους να θέσει προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για συμπληρωματική εθνική ενίσχυση που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη χορήγηση της επίμαχης κοινοτικής ενισχύσεως»
1. Στην υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Fővarosi Bíróság (Δημοτικό Δικαστήριο της Βουδαπέστης) (Ουγγαρία) υπέβαλε ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των κανονισμών 3508/92 και 1259/1999 του Συμβουλίου (2). Το έπραξε τούτο στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού ελέγχου διοικητικής πράξεως, την οποία κίνησε η Bábolna Mezőgazdasági Termelő és Fejlesztő Kereskedelmi Zrt. (στο εξής: Bábolna) κατά της Mezőgazdasági és Fejlesztő és Vidékfejlesztési Hivatal Központi Szerve (Κεντρικής υπηρεσίας του Οργανισμού Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, στο εξής: Hivatal) όσον αφορά συμπληρωματική εθνική γεωργική ενίσχυση, η οποία χορηγήθηκε στην Bábolna για το έτος 2004.
I – Νομικό πλαίσιο
2. Η Πράξη Προσχωρήσεως (3) ορίζει στο άρθρο 23: «το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα επί προτάσεως της Επιτροπής και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να πραγματοποιήσει τις προσαρμογές στις διατάξεις της παρούσας Πράξης που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική, οι οποίες τυχόν αποδεικνύονται αναγκαίες λόγω τροποποίησης κοινοτικών κανόνων [νυν κανόνων της Ένωσης]. Τέτοιες προσαρμογές μπορούν να πραγματοποιηθούν πριν από την ημερομηνία προσχώρησης».
3. Κατά το άρθρο 20 της ίδιας Πράξεως, «[ο]ι πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II της παρούσας Πράξης προσαρμόζονται όπως προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα». Στο παράρτημα αυτό, στο κεφάλαιο 6A, με τίτλο «Γεωργική νομοθεσία», το σημείο 27(β) προβλέπει την εισαγωγή στον κανονισμό 1259/1999 των άρθρων 1α έως 1γ. Το άρθρο 1α προβλέπει τη (σταδιακή) εισαγωγή άμεσων πληρωμών που χορηγούνται δυνάμει των καθεστώτων στήριξης του άρθρου 1. Το άρθρο 1β επιτρέπει στα νέα κράτη μέλη να αντικαθιστούν τις ενισχύσεις που καταβάλλονται δυνάμει των καθεστώτων στήριξης του άρθρου 1 με ενιαίες ενισχύσεις, ή «ενιαίες στρεμματικές ενισχύσεις». Τέλος, το άρθρο 1γ τους παρέχει τη δυνατότητα, κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής, να συμπληρώσουν τις άμεσες ενισχύσεις με εθνική συμπληρωτική ενίσχυση.
4. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 (4) του Συμβουλίου καταργεί τους κανονισμούς 3502/92 (5) και 1259/99 (6) από 1ης Μαΐου 2004. Το άρθρο 1 ορίζει ότι ο κανονισμός 1782/2003 προβλέπει μεταξύ άλλων: «[i] κοινούς κανόνες για τις άμεσες ενισχύσεις με βάση καθεστώτα στήριξης του εισοδήματος στα πλαίσια της [ΚΑΠ] που χρηματοδοτούνται από το “Τμήμα Εγγυήσεων” του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΚΓΤΠΕ), εκτός από εκείνες που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999· [και ii] στήριξη του εισοδήματος των γεωργών (στο εξής: καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως)».
5. Δυνάμει του άρθρου 2α του κανονισμού 1782/2003: «“αγρότης” σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως της νομικής ιδιότητας που αποδίδει το εθνικό δίκαιο στην ομάδα και τα μέλη της, του οποίου η εκμετάλλευση βρίσκεται στο έδαφος της Κοινότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 299 της Συνθήκης και το οποίο ασκεί γεωργική δραστηριότητα».
6. Η απόφαση 2004/281/EΚ του Συμβουλίου (7) εκδόθηκε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, της Συνθήκης Προσχωρήσεως και του άρθρου 23 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Στο άρθρο της 1, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, η εν λόγω απόφαση ορίζει ότι μετά τη δεύτερη περίπτωση στο άρθρο 1 του κανονισμού 1782/2003 παρεμβάλλεται η ακόλουθη περίπτωση: «μεταβατική απλουστευμένη στήριξη εισοδήματος για γεωργούς στα νέα κράτη μέλη (ονομαζόμενη στο εξής “καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως βάσει της έκτασης”)».
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο γ΄, της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει συγκεκριμένα την εισαγωγή στον κανονισμό 1782/2003 του άρθρου 143α που ορίζει τα εξής: «Εισαγωγή καθεστώτων στήριξης […]. Στα νέα κράτη μέλη εισάγονται άμεσες ενισχύσεις σύμφωνα με το ακόλουθο χρονοδιάγραμμα αυξήσεων εκφραζόμενων ως ποσοστό του τότε ισχύοντος επιπέδου των ενισχύσεων αυτών στην [Ένωση] όπως διαμορφώνεται στις 30 Απριλίου 2004: [i] 25 % το 2004, [ii] 30 % το 2005, [iii] 35 % το 2006, [iv] 40 % το 2007, [v] 50 % το 2008, [vi] 60 % το 2009, [vii] 70 % το 2010, [viii] 80 % το 2011, [ix] 90 % το 2012, [και x] 100 % από το 2013».
8. Η εν λόγω διάταξη εισήγαγε επίσης το άρθρο 143β, με τίτλο «καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως», που ορίζει στην παράγραφο 1: «τα νέα κράτη μέλη είναι δυνατόν να αποφασίσουν έως την ημερομηνία προσχώρησης να αντικαταστήσουν τις άμεσες ενισχύσεις κατά την περίοδο εφαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 9 με ενιαία ενίσχυση βάσει της έκτασης η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2».
9. Ομοίως, εισήγαγε το άρθρο 143γ, με τίτλο «Συμπληρωματικές εθνικές άμεσες πληρωμές [ΣΕΑΠ] και άμεσες πληρωμές», οι παράγραφοι 2, 4, 6 και 7 του οποίου προβλέπουν μεταξύ άλλων:
«2. Τα νέα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, εφόσον το εγκρίνει η Επιτροπή, να συμπληρώνουν οιαδήποτε άμεση ενίσχυση μέχρι του εξής ορίου:
Η συνολική άμεση στήριξη που μπορεί να χορηγείται σε γεωργό στα νέα κράτη μέλη μετά την προσχώρηση στο πλαίσιο του σχετικού καθεστώτος άμεσων ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των συμπληρωματικών εθνικών άμεσων ενισχύσεων, δεν υπερβαίνει το ύψος της άμεσης στήριξης που θα δικαιούνταν ο γεωργός βάσει του αντίστοιχου καθεστώτος άμεσων ενισχύσεων που ίσχυε τότε στα κράτη μέλη εντός της Κοινότητας με τη σύνθεση που είχε στις 30 Απριλίου 2004.
4. Σε περίπτωση που νέο κράτος μέλος αποφασίσει να εφαρμόσει το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως, το νέο αυτό κράτος μέλος δύναται να χορηγήσει συμπληρωματική εθνική ενίσχυση υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 8.
6. Το νέο κράτος μέλος δύναται να αποφασίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μετά από άδεια της Επιτροπής, σχετικά με τα προς χορήγηση ποσά συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως.
7. Η άδεια της Επιτροπής: [i] όταν εφαρμόζεται το σημείο (β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, προσδιορίζει τα σχετικά ομοειδή προς την ΚΓΠ εθνικά καθεστώτα άμεσης ενισχύσεως, [ii] καθορίζει το ύψος έως το οποίο επιτρέπεται η καταβολή συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως, το ποσοστό της συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως και, ανάλογα με την περίπτωση, τους όρους για τη χορήγησή της, [και iii] χορηγείται με την επιφύλαξη τυχόν αναπροσαρμογών οι οποίες είναι δυνατό να καταστούν αναγκαίες λόγω εξελίξεων στην ΚΓΠ.»
II – Ιστορικό και προδικαστικά ερωτήματα
10. Στις 28 Μαΐου 2004, η Bábolna υπέβαλε στις ουγγρικές αρχές αίτηση χορηγήσεως ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως και της συναφούς συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως (8).
11. Εν συνεχεία, η Bábolna τέθηκε σε εκκαθάριση από την 1η Σεπτεμβρίου 2004 δυνάμει της κυβερνητικής αποφάσεως 2186/2004 (Kormányhatározat) (VII.22.), με σκοπό τη μεταβολή του καταστατικού της σκοπού και την αναδιάρθρωσή της για την επιτυχή ιδιωτικοποίησή της (9).
12. Στις 17 Μαΐου 2005, η Hivatal έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση της Bábolna και ενέκρινε τη χορήγηση ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως ύψους 174 410 400 ουγγρικών φιορινίων (HUF) (που αντιστοιχούν σε περίπου 626 133 ευρώ) και συμπληρωματική εθνική ενίσχυση ύψους 70 677 810 HUF (περίπου 253 733 ευρώ).
13. Εν συνεχεία, αφού διαπίστωσε η ενεργούσα ως πρωτοβάθμιο διοικητικό όργανο Hivatal ότι η προσφεύγουσα είχε τεθεί σε εκκαθάριση από την 1η Σεπτεμβρίου 2004, τροποποίησε την αρχική απόφαση με την απόφαση 1026133367 της 11ης Απριλίου 2006, και ταυτοχρόνως χορήγησε ενιαία στρεμματική ενίσχυση ύψους 174 406 363 HUF (επί του παρόντος περίπου 626 119 ευρώ) και απέρριψε την αίτησή της για χορήγηση συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως για αρόσιμες γαίες, υποχρεώνοντας την Bábolna να επιστρέψει το ποσό των 15 829 789 HUF (επί του παρόντος περίπου 56 829 ευρώ) που της είχε καταβάλει ως ενίσχυση.
14. Η διοικητική αρχή βασίστηκε στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, της κυβερνητικής αποφάσεως 6/2004 (Kormányrendelet), της 22ας Ιανουαρίου, κατά το οποίο ενίσχυση χορηγείται σε κάθε νομικό πρόσωπο ή σε κάθε εμπορική εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα, εφόσον δεν υπόκεινται σε διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού, πτωχεύσεως, συλλογικής διαχείρισης χρεών ή εκκαθάρισης.
15. Η Bábolna προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση, καθόσον με αυτήν διατάσσεται η επιστροφή της ενισχύσεως, και να διατηρηθεί σε ισχύ η αρχική εγκριτική της αιτήσεως απόφαση.
16. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Bábolna προέβαλε ότι η εφαρμοστέα εν προκειμένω νομοθεσία της Ένωσης δεν εξαιρεί από το σύστημα των ενισχύσεων πρόσωπα ή οικονομικούς φορείς υπό εκκαθάριση. Μόνη προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως είναι η εκμετάλλευση της ενώσεως των παραγωγών να βρίσκεται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξαρτήτως της νομικής ιδιότητας που έχει ο αιτών κατά το εθνικό δίκαιο. Η Hivatal αμφισβητεί την εν λόγω ερμηνεία.
17. Κατά το αιτούν δικαστήριο η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαραίτητη προκειμένου το παρόν δικαστήριο να αποφανθεί αν εμπορική εταιρία που νομίμως δραστηριοποιείται στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, αλλά έχει τεθεί υπό εκκαθάριση –επίκειται, δηλαδή, η παύση της δραστηριότητάς της– δικαιούται να λάβει συμπληρωματική εθνική ενίσχυση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο σύστημα ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των θεμελιωδών αρχών και των σκοπών της ΚΑΠ.
18. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι παρίσταται ανάγκη να διευκρινιστεί αν,εδομένων των σκοπών, της φύσεως και των τάσεων της κοινής αγροτικής πολιτικής, εθνικές ενισχύσεις όπως η συμπληρωματική εθνική ενίσχυση μπορούν να ρυθμίζονται κατά τρόπο απολύτως αυτοτελή σε σχέση με τις αρχές και τις προδιαγραφές του δικαίου της Ένωσης. Εν ολίγοις, τίθεται το ερώτημα αν το κράτος μέλος μπορεί να θέτει επιπρόσθετες προϋποθέσεις όσον αφορά τη χορήγηση συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων, αυστηρότερες και περιοριστικότερες σε σχέση με τις ισχύουσες στο πλαίσιο του συστήματος ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
19. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«(1) Είναι δυνατό οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση κοινοτικής ενισχύσεως δυνάμει της ΚΑΠ (ΕΓΤΠΕ) να διαφέρουν από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση εθνικής συμπληρωματικής ενισχύσεως, ήτοι, είναι δυνατό οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση εθνικής συμπληρωματικής ενισχύσεως να προβλέπονται από αυστηρότερους κανόνες σε σχέση με τους κανόνες που ισχύουν για τη χορήγηση ενισχύσεως από το ΕΓΤΠΕ;
(2) Μπορούν τα άρθρα 1, παράγραφος 4, του [κανονισμού 3508/92] και 10, στοιχείο α΄, του [κανονισμού (ΕΚ) 1259/1999] να ερμηνευθούν, όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιούχων των ενισχύσεων, υπό την έννοια ότι πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να πρόκειται για ένωση παραγωγών γεωργικών προϊόντων (ή για μεμονωμένο παραγωγό) β) των οποίων (ή του οποίου) η εκμετάλλευση να βρίσκεται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
(3) Μπορούν οι προαναφερθέντες κανονισμοί να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο παραγωγός του οποίου η εκμετάλλευση βρίσκεται στο έδαφος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και ο οποίος σκοπεύει να παύσει τη δραστηριότητά του στο μέλλον (αφού λάβει την επιδότηση) δεν έχει δικαίωμα να λάβει ενίσχυση;
(4) Πώς πρέπει να ερμηνεύεται ο όρος “νομική ιδιότητα που αποδίδει το εθνικό δίκαιο” στο πλαίσιο των δύο προαναφερθέντων κανονισμών;(
(5) Καλύπτει ο όρος «νομική ιδιότητα που αποδίδει το εθνικό δίκαιο» και τη νομική ιδιότητα που σχετίζεται με τον τρόπο λύσεως παραγωγού επιχειρήσεως (ή ενώσεως τέτοιων επιχειρήσεων); Το ουγγρικό δίκαιο προβλέπει διαφορετικές νομικές ιδιότητες ανάλογα με τη διαδικασία λύσεως της επιχειρήσεως (πτωχευτικός συμβιβασμός, πτώχευση και εκκαθάριση).
(6) Είναι δυνατόν να διαχωριστούν απολύτως οι προϋποθέσεις, αφενός, της υπαγωγής στην ενιαία στρεμματική ενίσχυση [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] από τις προϋποθέσεις υπαγωγής στη συμπληρωματική εθνική ενίσχυση; Ποια η σχέση μεταξύ των αρχών, των συστημάτων και των σκοπών των δύο αυτών τύπων ενισχύσεων;
(7) Είναι δυνατόν να αποκλειστεί από τη συμπληρωματική εθνική ενίσχυση ένωση παραγωγών (ή μεμονωμένος παραγωγός) που κατά τα λοιπά πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα της ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως;
(8) Καλύπτει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1259/1999, βάσει του άρθρου 1 αυτού, και τη συμπληρωματική εθνική ενίσχυση, λαμβανομένου υπόψη ότι, σε περίπτωση μερικής μόνο χρηματοδότησης από το ΕΓΤΠΕ, καταβάλλεται συμπληρωματική εθνική ενίσχυση;
(9) Δικαιούται συμπληρωματική εθνική ενίσχυση ο παραγωγός του οποίου η εκμετάλλευση λειτουργεί απολύτως νόμιμα και βρίσκεται στο έδαφος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης];
(10) Αν η λύση των εμπορικών εταιριών ρυθμίζεται από την εθνική νομοθεσία με χωριστούς κανόνες, έχουν οι κανόνες αυτοί σημασία όσον αφορά τις κοινοτικές ενισχύσεις (και τις συναφείς εθνικές ενισχύσεις);
(11) Πρέπει οι [ευρωπαϊκοί] και οι εθνικοί κανόνες που διέπουν την ΚΑΠ να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να θεσπίζεται σύνθετο νομικό σύστημα, το οποίο να ερμηνεύεται κατά τρόπο ενιαίο και να λειτουργεί υπό πανομοιότυπες αρχές και προϋποθέσεις;
(12) Έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92 και 10, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1259/1999 την έννοια ότι, όσον αφορά την ενίσχυση, δεν ασκεί απολύτως καμία επιρροή η πρόθεση του παραγωγού να παύσει τις δραστηριότητές του ή, ακόμη, η νομική ιδιότητα που αποκτά εξ αυτού του λόγου ο εν λόγω παραγωγός;»
III – Εκτίμηση
20. Όπως πρότειναν τόσο η Ουγγρική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις τους, τα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν από κοινού, όχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού τους, αλλά και επειδή οι ερωτήσεις αλληλεπικαλύπτονται και συνδέονται λογικώς. Εντούτοις, προκειμένου να βοηθήσω τον αναγνώστη των προτάσεων αποφάσισα να κατανείμω πρόχειρα τα ερωτήματα σε τρεις ομάδες (όσον αφορά την πραγματική διατύπωση καθενός από αυτά παραπέμπω στο σημείο 19, ανωτέρω).
21. Ουσιαστικά το κύριο ερώτημα που τέθηκε στην υπό κρίση υπόθεση και το ζήτημα επί του οποίου διατηρεί αμφιβολίες το αιτούν δικαστήριο είναι αν μπορούν οι συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις να ρυθμίζονται αυτοτελώς και αν τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ειδικές προϋποθέσεις για τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις (και συγκεκριμένα όσον αφορά τους αποδέκτες της ενισχύσεως) αυστηρότερες και περιοριστικότερες σε σχέση με τις ισχύουσες στο πλαίσιο του συστήματος ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ερωτήματα 1, 6, 7, 9 και 11
22. Καταρχάς, από τον ορισμό που δίνουν οι προπαρατεθέντες εφαρμοστέοι κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου προκύπτει σαφώς ότι «γεωργός» είναι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως της νομικής ιδιότητας που αποδίδει το εθνικό δίκαιο στην ομάδα και τα μέλη της, του οποίου η εκμετάλλευση βρίσκεται έδαφος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης], όπως αναφέρεται στο άρθρο 299 της Συνθήκης και το οποίο ασκεί γεωργική δραστηριότητα». Πράγματι, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν είναι τυχαίο ότι ο ορισμός του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο ευρύς: αποσκοπεί στο να καλύψει το ευρύτερο δυνατό φάσμα παραγόντων του γεωργικού τομέα, προκειμένου οι εφαρμοστέοι κανόνες του δικαίου της Ένωσης να καταλαμβάνουν, για τους σκοπούς των επίμαχων διατάξεων, το σύνολο του τομέα.
23. Ο κανονισμός 1782/2003 τροποποιήθηκε, ενόψει της προσχωρήσεως δέκα νέων κρατών μελών το 2004, από την απόφαση του Συμβουλίου (10), που εισήγαγε στον κανονισμό αυτόν ένα νέο τίτλο IVα, αποτελούμενο από τρία νέα άρθρα: 143α, 143β και 143γ, τα οποία διέπουν τη θέσπιση καθεστώτων στήριξης στα νέα κράτη μέλη.
24. Το άρθρο 143α ρυθμίζει το σύστημα της σταδιακής αυξήσεως («phasing-in system») σε όλες τις άμεσες ενισχύσεις στα νέα κράτη μέλη (11).
25. Από το άρθρο 143γ, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 προκύπτει ότι τα νέα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα, εφόσον το ενέκρινε η Επιτροπή, να συμπληρώνουν οιαδήποτε άμεση ενίσχυση υπό ορισμένες προϋποθέσεις (12).
26. Η Ουγγαρία αποφάσισε να αντικαταστήσει τις άμεσες ενισχύσεις με το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 5, της αποφάσεως του Συμβουλίου.
27. Στις 18 Μαΐου 2004 η Ουγγαρία παρουσίασε το πρόγραμμά της σε σχέση με τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, το οποίο θα συμπλήρωνε την ενίσχυση ανά εκτάριο στο πλαίσιο του συστήματος ενιαίας στρεμματικής ενισχύσεως ή θα αντιστάθμιζε τη διαφορά. Οι συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις χρηματοδοτούνται πλήρως από τον εθνικό προϋπολογισμό.
28. Στις 29 Ιουνίου 2004 η Επιτροπή επέτρεψε με την απόφαση C(2004) 2295 συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις στην Ουγγαρία για το 2004. Tο καθεστώς των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων που τέθηκε κατά τον τρόπο αυτό σε εφαρμογή καθόρισε το ύψος των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων, τον συντελεστή τους και τους όρους χορηγήσεώς τους.
29. Σκόπιμο είναι να τονιστεί εξαρχής ότι οι κρίσιμες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα ο κανονισμός 1782/2003, δεν διέπουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων.
30. Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει απλώς στο άρθρο 143γ, παράγραφος 6, ότι τα νέα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μετά από άδεια της Επιτροπής, σχετικά με τα προς χορήγηση ποσά συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως. Επιπλέον, κατά το άρθρο 143γ, παράγραφος 7, η άδεια της Επιτροπής καθορίζει το ύψος έως το οποίο επιτρέπεται η καταβολή συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως, το ποσοστό της συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως και, ανάλογα με την περίπτωση, τους όρους για τη χορήγησή της.
31. Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στους τομείς που καλύπτονται από μια κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν μονομερώς (13). Η νομοθετική τους αρμοδιότητα δεν μπορεί να είναι παρά συμπληρωματική και αφορά μόνον τις καταστάσεις που δεν διέπονται από κοινοτικές διατάξεις και τις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικές διατάξεις τους αναγνωρίζουν ρητή αρμοδιότητα» (14).
32. Εξάλλου, έχει κριθεί από το Δικαστήριο ότι «όταν υπάρχει κανονισμός με τον οποίο ιδρύεται κοινή οργάνωση των αγορών σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο ικανό να εισαγάγει παρέκκλιση από αυτή την κοινή οργάνωση ή να τη θίξει. Ασυμβίβαστες με την κοινή οργάνωση των αγορών είναι επίσης οι ρυθμίσεις που εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της, ακόμη και αν το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται εξαντλητικώς με την κοινή οργάνωση των αγορών» (15).
33. Κατά την Ουγγρική Κυβέρνηση, ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τους όρους επιλεξιμότητας για συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να καθορίσουν προϋποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη την άδεια της Επιτροπής και τηρώντας τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης (16). Η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκτίμηση αυτή προκύπτει και από το άρθρο 143γ, παράγραφος 7, του κανονισμού 1782/2003, που προβλέπει ότι η Επιτροπή «ανάλογα με την περίπτωση» καθορίζει τους όρους για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Συνεπώς, προβάλλει ότι a contrario συνάγεται ότι καταρχήν το κράτος μέλος καθορίζει τους εν λόγω όρους.
34. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να επισημάνω στο σημείο αυτό, όπως έπραξαν και η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι οι συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις δεν καταβάλλονται από τους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΓΤΠΕ) (17) –καταβάλλονται από τον εθνικό προϋπολογισμό των κρατών μελών. Επομένως, θεωρώ ότι θα έπρεπε να αναγνωριστεί στα νέα κράτη περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας όσον αφορά τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις.
35. Συναφώς, η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ως εκ τούτου τα κράτη μέλη οφείλουν να είναι σε θέση να επιβάλλουν ειδικές (αυστηρότερες) προϋποθέσεις που περιορίζουν τον κύκλο των αποδεκτών της ενισχύσεως, εφόσον τηρούνται οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (18). Επιπλέον, η Ουγγρική Κυβέρνηση προβάλλει ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας δεν καθορίζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, ορισμένα ορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης και άλλα, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, δεν είναι αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης οι όροι επιλεξιμότητας για συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις να μην είναι ίδιοι με τους όρους για την ενιαία στρεμματική ενίσχυση, με αποτέλεσμα επιλέξιμο για την ενιαία στρεμματική ενίσχυση πρόσωπο να μην είναι επιλέξιμο για συμπληρωματική εθνική ενίσχυση.
36. Φρονώ ότι δεν μπορούμε να παραβλέψουμε –όπως αναγνώρισαν αμφότερες η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή– ότι σκοπός των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων είναι κατ’ ουσία να αντισταθμιστούν σε προαιρετική βάση τυχόν αρνητικά αποτελέσματα κατ’ αποκοπή ενισχύσεως και να μετριαστεί σε ορισμένο βαθμό ο μηχανισμός σταδιακής αυξήσεως.
37. Πράγματι, οι σχετικοί με τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις όροι δεν πρέπει να οδηγήσουν σε αυθαίρετη δυσμενή διάκριση μεταξύ υποψηφίων που ήδη πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Επομένως, η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι εφόσον ενέκρινε εθνικό πρόγραμμα, το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει άλλες επιπρόσθετες διαφορετικές προϋποθέσεις.
38. Συνάγεται ότι, όσον αφορά τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν προϋποθέσεις, όπως οι προθεσμίες για την υποβολή αιτήσεων, ύψος των ποσών, άλλες κυρώσεις και συμπληρωματικές υποχρεώσεις. Εντούτοις, από τις επίμαχες διατάξεις προκύπτει ότι η εφαρμογή των εν λόγω όρων εξαρτάται από την άδεια της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 143γ του κανονισμού 1782/2003 και, εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω όροι πρέπει να είναι σύμφωνοι με τις θεμελιώδεις αρχές του καθεστώτος ενισχύσεων.
39. Η Επιτροπή προσέθεσε συναφώς ότι οι ως άνω όροι μπορούν να οριστούν για όλες τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, κατανέμοντάς τες είτε ανά τομέα (γάλα, πρόβειο κρέας, βοδινό και αιγοπρόβειο κρέας, ρύζι, αροτραίες καλλιέργειες, καπνός) ή κατά γενικό τρόπο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).
40. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι το εθνικό πρόγραμμα της Ουγγαρίας, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή, δεν περιείχε κανέναν όρο κατά τον οποίο ενίσχυση μπορούσε να χορηγηθεί μόνο σε νομικά πρόσωπα ή εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα που δεν αποτελούν αντικείμενο πτωχεύσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού, πτωχεύσεως και εκκαθαρίσεως.
41. Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης να λαμβάνει αγρότης ενιαία στρεμματική ενίσχυση σύμφωνα με διατάξεις του δικαίου της Ένωσης –ήτοι, ανεξαρτήτως της υφιστάμενης νομικής του ιδιότητας– αλλά να μην του χορηγούνται οι αντίστοιχες συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, επειδή έχει τεθεί υπό εκκαθάριση.
42. Φρονώ ότι ο επίμαχος αγρότης πρέπει όντως να συμμορφώνεται προς δύο διαφορετικά σύνολα κανόνων, αναλόγως της προελεύσεως των κεφαλαίων της αγροτικής ενισχύσεως.
43. Φρονώ ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση, οι συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις δεν πρέπει να υφίστανται εντελώς αυτοτελή επεξεργασία και πρέπει, αντιθέτως, να θεωρείται ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του καθεστώτος αγροτικών ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
44. Συναφώς, σκόπιμο είναι να υπογραμμιστεί ότι ο ορισμός της έννοιας «αγρότης» στους κανονισμούς 1259/1999, 3508/92 και 1782/2003 εφαρμόζεται σε όλες τις επίμαχες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τις προϋποθέσεις για συμπληρωματική εθνική ενίσχυση.
45. Πράγματι, οι ενισχύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αντίστοιχη εθνική ενίσχυση συνιστούν στην πράξη απλό πρόγραμμα, χαρακτηριζόμενο από κοινούς σκοπούς και θεμελιώδεις αρχές που είναι αμοιβαίως συμβατές.
46. Συναφώς, η ίδια η Ουγγρική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η ΚΑΠ είναι ένα περίπλοκο νομικό σύστημα που λειτουργεί στη βάση ενός μόνο συνόλου θεμελιωδών αρχών.
47. Επομένως, καίτοι δικαιούνται να εφαρμόζουν ορισμένες προϋποθέσεις σε σχέση με τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, δεν παύει να ισχύει ότι: (i) τα κράτη μέλη πρέπει να σέβονται την έννοια του «αγρότη»· (ii) οι όροι σχετικά με τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις εξαρτώνται από την άδεια της Επιτροπής (19), και τέλος, (iii) οι εν λόγω όροι πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι συμβατοί με τις θεμελιώδεις αρχές του καθεστώτος ενισχύσεων.
Ερωτήματα 2, 4, 5 και 10
48. Είναι σαφές ότι ορισμένα εκ των υποβληθέντων ερωτημάτων αφορούν ειδικώς την έννοια του «αγρότη» του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92 και του άρθρου 10 του κανονισμού 1259/1999 (και άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1782/2003, που τον αντικατέστησε).
49. Αφενός η Ουγγρική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης έννοιας, απαιτώντας προκαθορισμένη νομική μορφή. Αφετέρου, όμως, η εν λόγω κυβέρνηση προβάλλει ότι «η νομική ιδιότητα που απονέμει το εθνικό δίκαιο» δεν έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει την κατάσταση ομάδας αγροτών και των μελών της που υφίστανται κάποια μορφή παύσεως της δραστηριότητας. Συναφώς, η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι ο όρος που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο –κατά τον οποίο επιλέξιμα είναι μόνον πρόσωπα που δεν έχουν παύσει κατ’ οποιονδήποτε τρόπο τη δραστηριότητά τους– είναι σύμφωνος με τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.
50. Κατά την άποψή μου, όσον αφορά τη «νομική ιδιότητα που απονέμει το εθνικό δίκαιο» η «νομική ιδιότητα» είναι per definitionem «η νομική ταυτότητα προσώπου ή οργανισμού, όπως εταιρία ή ένωση». Η νομική ιδιότητα του αγρότη αποκλείεται, εντούτοις, ρητώς από τα χαρακτηριστικά που ορίζουν τον όρο «αγρότης» που προβλέπουν οι ως άνω κανονισμοί. Στην πραγματικότητα, μία ανάγνωση των σχετικών διατάξεων καταδεικνύει ότι οι εν λόγω διατάξεις υπογραμμίζουν ότι τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του ορισμού της έννοιας «αγρότης» συνίστανται στο ότι (i) η εκμετάλλευσή του βρίσκεται στο έδαφος της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και (ii) ο αγρότης «ασκεί γεωργική δραστηριότητα».
51. Παρά τον ως άνω αποκλεισμό παραμένει αδιευκρίνιστο αν «η μέθοδος παύσεως της δραστηριότητας αγρότη» (ή ενώσεως αγροτών) –ή η πρόθεσή του (τους) να παύσουν τη δραστηριότητά του(ς) στο μέλλον– είναι κρίσιμη από νομικής απόψεως όσον αφορά τη χορήγηση ενισχύσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την αντίστοιχη εθνική ενίσχυση. Πρέπει να προσεγγίσουμε το εν λόγω ζήτημα, αναγνωρίζοντας ότι η θέση εμπορικής εταιρίας (για παράδειγμα) υπό εκκαθάριση, η κατάθεση της άδειάς της ή κάθε άλλη μέθοδος παύσεως της δραστηριότητας δυνάμει του εθνικού δικαίου είναι απλώς και μόνο μέθοδοι που καταργούν (ή πιθανώς δυνάμει εθνικών κανόνων) ή μεταβάλλουν τη νομική ιδιότητα του αγρότη.
52. Φρονώ ότι΄, ενόσω η μέθοδος αυτή δεν έχει νομικώς ολοκληρωθεί και κατά συνέπεια καμία από τις νομικές πράξεις που επιφέρουν την εκκαθάριση της εταιρίας-αγρότη δεν έλαβε χώρα, η εταιρία-αγρότης εξακολουθεί να υπάρχει νομικώς και η νομική ταυτότητά της είναι ουσιαστικά άθικτη. Επιπλέον, ο υποκειμενικός τρόπος κατά τον οποίο ο αγρότης αντιλαμβάνεται την επιχείρησή του (για παράδειγμα η πρόθεσή του να παύσει τη δραστηριότητά του) δεν συνεπάγεται σχετικώς καμία μεταβολή. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι τέτοια πρόθεση δεν συνιστά, στο πλαίσιο αυτό, προβλεπόμενη από τη νομοθεσία περίσταση η οποία δεν επιτρέπει τη θέση της επιχειρήσεως του αγρότη σε εκκαθάριση ή επηρεάζει τη νομική του ιδιότητα και, κατά συνέπεια, του αποστερεί το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για χορήγηση αγροτικής ενισχύσεως.
53. Επιπρόσθετα, αν λάβουμε υπόψη τον ορισμό της έννοιας του «αγρότη» του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92 και του άρθρου 10 του κανονισμού 1259/1999 (και του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1782/2003, που τον αντικατέστησε), δεν μπορεί να συναχθεί από το γράμμα του ορισμού ότι η έννοια του «αγρότη» δεν καλύπτει φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι από νομικής απόψεως αγρότες που κίνησαν διαδικασίες με σκοπό την παύση της δραστηριότητάς τους, στο πρόσωπο των οποίων όμως συντρέχουν τα χαρακτηριστικά του ορισμού της προαναφερθείσας έννοιας. Προκειμένου να καταστεί δυνατό να αποκλειστούν τα πρόσωπα αυτά από την εν λόγω έννοια, είναι αναγκαίο προηγουμένως να οριστούν ρητώς ως μη επιλέξιμοι για τη χορήγηση της αγροτικής ενισχύσεως όπως η επίδικη οι εταιρίες-αγρότες που υπόκεινται σε διαδικασίες πτωχευτικού συμβιβασμού, πτωχεύσεως, συλλογικής διαχείρισης χρεών ή εκκαθάρισης. Τέτοιου είδους ρητός χαρακτηρισμός απουσιάζει από τις επίμαχες διατάξεις και θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να συναχθεί ένας τέτοιος ρητός χαρακτηρισμός μέσω ευρείας ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων.
54. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα σημεία 43 και 47 ως άνω (και από τις εκτιμήσεις που προηγήθηκαν των σημείων αυτών), τα κράτη μέλη πρέπει, στο πλαίσιο εφαρμογής των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων, να λαμβάνουν υπόψη τον ορισμό της έννοιας «αγρότης».
55. Επιπλέον, από τις θεμελιώδεις αρχές του προγράμματος ενισχύσεων προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν συνοχή κατά τη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων και ότι δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις βάσει του νομικού καθεστώτος του αγρότη (20).
56. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, όσον αφορά τον σκοπό των συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων (αντιστάθμιση των τυχόν αρνητικών συνεπειών της κατ’ αποκοπή ενισχύσεως σε ορισμένους τομείς), οι εν λόγω ενισχύσεις πρέπει να χορηγούνται σε όλους τους αγρότες που είναι επιλέξιμοι για ενιαία στρεμματική ενίσχυση, σύμφωνα με τους κανονισμούς 3508/92, 1259/1999 και 1782/2003. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα ορισμένοι αγρότες να αποστερούνται τα πλεονεκτήματα του καθεστώτος αντισταθμίσεως (συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις), γεγονός που θα συνεπαγόταν στην πράξη εφαρμογή εισάγουσα διακρίσεις. Όπως επισήμανα προηγουμένως, μολονότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιβάλλουν ορισμένους όρους όσον αφορά τις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις, υποχρεούνται να σέβονται την έννοια «αγρότης».
Ερωτήματα 3, 8 και 12
57. Σε σχέση με ό,τι αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι σαφές ότι οι κανόνες της Ένωσης περί αγροτικών ενισχύσεων δεν περιέχουν καμία διάταξη που να αποκλείει αγρότη από το δικαίωμα να λάβει ενίσχυση λόγω του ότι προτίθεται να παύσει τη δραστηριότητά του. Επομένως, αγρότης που έχει παύσει τη δραστηριότητά του πριν λάβει ενίσχυση εξακολουθεί να δικαιούται να λάβει άμεσες ενισχύσεις εφόσον πληρούσε, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, τις σχετικές προϋποθέσεις (21) (κατόπιν τούτου, ακόμη και η Ουγγρική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως πρέπει να εξετάζονται βάσει των υφιστάμενων κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως νομικών και πραγματικών συνθηκών).
58. Φρονώ ότι εθνικός κανόνας κατά τον οποίο εταιρία υπό εκκαθάριση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να λάβει συμπληρωματική εθνική ενίσχυση είναι ικανός να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στις αρχές που διέπουν τις αγροτικές ενισχύσεις της Ένωσης. Πράγματι, η πρακτική του εφαρμογή είναι ικανή να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στις αρχές που διέπουν τις αγροτικές ενισχύσεις της Ένωσης. Ειδικότερα, η εφαρμογή του στην πράξη είναι δυνατό να συνεπάγεται επιπρόσθετο περιορισμό της επιλεξιμότητας για ενισχύσεις και να επιβάλλει ενδεχομένως προϋποθέσεις που είναι ασυμβίβαστες με το δίκαιο της Ένωσης.
59. Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι ο ορισμός στο δίκαιο της ΕΕ –στον οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης μερίμνησε να προσδώσει ευρύ πεδίο εφαρμογής χρησιμοποιώντας ρητώς τον όρο «φυσικό ή νομικό πρόσωπο»– καταδεικνύει ότι ο ορισμός εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος στο οποίο υπάγεται ένωση ή τα μέλη της δυνάμει του εθνικού δικαίου. Όσον αφορά το καθεστώς αγροτικών ενισχύσεων, η νομοθεσία της Ένωσης εφιστά την προσοχή των κρατών μελών σε ζήτημα μεγάλης σημασίας, καθώς υπογραμμίζει ότι δεν μπορούν να περιορίζουν το εύρος των δυνάμει επιλέξιμων αγροτών, επικαλούμενα τη νομική ιδιότητα που τους απονέμει το εθνικό δίκαιο. Πράγματι, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να ελέγξει αν στην υπό κρίση υπόθεση η Bábolna είχε πράγματι παύσει τις δραστηριότητές της πριν υποβάλει την αίτησή της για ενίσχυση ή όχι.
60. Συμπερασματικά, από τις ανωτέρω εκτιμήσεις συνάγεται ότι οι συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις πρέπει να θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος αγροτικών ενισχύσεων της ΕΕ, που στηρίζεται σε μία και μόνο δέσμη θεμελιωδών αρχών και έχει τα χαρακτηριστικά ιδιαίτερου προγράμματος.
61. Επομένως, η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εθνική νομοθεσία περί λειτουργίας της ΚΑΠ συνθέτουν ένα περίπλοκο νομικό σύστημα το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ομοιόμορφο και λειτουργεί βάσει μίας και μόνο δέσμης αρχών (ήτοι, που εφαρμόζεται σε όλες τις πτυχές της ΚΑΠ) και απαιτήσεων. Η χορήγηση στήριξης από την Ένωση στο πλαίσιο της ΚΑΠ (η ενιαία στρεμματική ενίσχυση) και των αντίστοιχων συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων δεν μπορεί να υπόκειται σε διαφορετικές προϋποθέσεις, εκτός αν οι προϋποθέσεις αυτές εγκρίθηκαν προηγουμένως με απόφαση της Επιτροπής. Στην απόφασή της η Επιτροπή εγκρίνει τις αρχές, τους σκοπούς και τη δομή του εθνικού προγράμματος ενισχύσεων. Δεν πρέπει να αποκλείεται η χορήγηση συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως σε ένωση (πρόσωπο) που πληροί τις προϋποθέσεις για ενιαία στρεμματική ενίσχυση της Ένωσης, αν το εθνικό πρόγραμμα που ενέκρινε η Επιτροπή δεν περιείχε σχετική πρόβλεψη. Κάθε αγρότης η εκμετάλλευση του οποίου λειτουργεί νόμιμα και πραγματικά στο έδαφος της ΕΕ δικαιούται να λαμβάνει σύμφωνη με τους κρίσιμους κανόνες του δικαίου της Ένωσης συμπληρωματική εθνική ενίσχυση.
62. Η έννοια της νομικής ιδιότητας που απονέμει το εθνικό δίκαιο, στο πλαίσιο του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92 και του άρθρου 10, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1259/1999 πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς, κατά τρόπο ώστε το ratione personae πεδίο εφαρμογής να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η νομική ιδιότητα του αγρότη δυνάμει των εθνικών διατάξεων. Η μέθοδος παύσεως της δραστηριότητας αγρότη (ή ενώσεως αγροτών) δεν μπορεί να επηρεάζει, στην υπό κρίση υπόθεση, τη νομική του ιδιότητα (για τους σκοπούς των ως άνω άρθρων) αν ο αγρότης ασκεί πράγματι νόμιμη δραστηριότητα κατά την υποβολή της αιτήσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως, ανεξαρτήτως των νομικών διαδικασιών που αυτός κίνησε με σκοπό να παύσει τη δραστηριότητά του.
63. Η πρόθεση αγρότη να παύσει τη δραστηριότητά του στο μέλλον δεν είναι κρίσιμη κατά τη χρονική στιγμή που διαπιστώνεται η επιλεξιμότητά του για την ενίσχυση. Ούτε η πρόθεση αγρότη να παύσει τη δραστηριότητά του στο μέλλον ούτε η νομική ιδιότητα που αυτή συνεπάγεται είναι κρίσιμες για την εφαρμογή των κανονισμών 3508/92, 1259/1999 και 1782/2003. Τέλος, ο κανονισμός 1259/1999 τυγχάνει εφαρμογής και στις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις.
IV – Πρόταση
64. Συνεπώς, φρονώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Fővarosi Bíróság πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
– Ερωτήματα 1, 6, 7, 9 και 11: Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εθνική νομοθεσία περί λειτουργίας της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) συνθέτουν ένα περίπλοκο νομικό σύστημα το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ομοιόμορφο και λειτουργεί βάσει μίας και μόνο δέσμης αρχών (ήτοι, που εφαρμόζεται σε όλες τις πτυχές της ΚΑΠ) και απαιτήσεων. Η χορήγηση στήριξης από την Ένωση στο πλαίσιο της ΚΑΠ (η ενιαία στρεμματική ενίσχυση) και των αντίστοιχων συμπληρωματικών εθνικών ενισχύσεων δεν μπορεί να υπόκειται σε διαφορετικές προϋποθέσεις, εκτός αν οι προϋποθέσεις αυτές εγκρίθηκαν προηγουμένως με απόφαση της Επιτροπής. Στην απόφασή της η Επιτροπή εγκρίνει τις αρχές, τους σκοπούς και τη δομή του εθνικού προγράμματος ενισχύσεων. Δεν πρέπει να αποκλείεται η χορήγηση συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως σε ένωση (πρόσωπο) που πληροί τις προϋποθέσεις για ενιαία στρεμματική ενίσχυση της Ένωσης, αν το εθνικό πρόγραμμα που ενέκρινε η Επιτροπή δεν περιείχε σχετική πρόβλεψη. Κάθε αγρότης η εκμετάλλευση του οποίου λειτουργεί νόμιμα και πραγματικά στο έδαφος της ΕΕ δικαιούται να λαμβάνει σύμφωνη με τους κρίσιμους κανόνες του δικαίου της Ένωσης συμπληρωματική εθνική ενίσχυση.
– Ερωτήματα 2, 4, 5 και 10: Η έννοια της νομικής ιδιότητας που απονέμει το εθνικό δίκαιο, στο πλαίσιο του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, και του άρθρου 10, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1259/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς, κατά τρόπο ώστε το ratione personae πεδίο εφαρμογής να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η νομική ιδιότητα του αγρότη δυνάμει των εθνικών διατάξεων. Η μέθοδος παύσεως της δραστηριότητας αγρότη (ή ενώσεως αγροτών) δεν μπορεί να επηρεάζει, στην υπό κρίση υπόθεση, το νομικό του καθεστώς (για τους σκοπούς των ως άνω άρθρων) αν ο αγρότης ασκεί πράγματι νόμιμη δραστηριότητα κατά την υποβολή της αιτήσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως, ανεξαρτήτως των νομικών διαδικασιών που κίνησε αυτός με σκοπό την παύση της δραστηριότητάς του.
– Ερωτήματα 3, 8 και 12: Η πρόθεση αγρότη να παύσει τη δραστηριότητά του στο μέλλον δεν είναι κρίσιμη κατά τη χρονική στιγμή που διαπιστώνεται η επιλεξιμότητά του για την ενίσχυση. Ούτε η πρόθεση αγρότη να παύσει τη δραστηριότητά του στο μέλλον ούτε η νομική ιδιότητα που αυτή συνεπάγεται είναι κρίσιμες για την εφαρμογή των κανονισμών 3508/92, 1259/1999 και του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής του Συμβουλίου για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών. Τέλος, ο κανονισμός 1259/1999 τυγχάνει εφαρμογής και στις συμπληρωματικές εθνικές ενισχύσεις.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ), του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1) και κανονισμός (EΚ), της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της [ΚΑΠ] (ΕΕ L 160, σ. 113), αντιστοίχως.
3 – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33).
4 – Κανονισμός, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1, διορθωτικό στην ΕΕ 2004, L 94, σ. 70).
5 – Εντούτοις, στον κανονισμό 1782/2003 διευκρινιζόταν ότι ο κανονισμός 3508/92 εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής σε άμεσες ενισχύσεις όσον αφορά τα προγενέστερα του 2005 ημερολογιακά έτη και οι παραπομπές στους καταργηθέντες κανονισμούς θεωρείται ότι γίνονται στον νέο κανονισμό.
6 – Ο κανονισμός 1782/2003 κατήργησε τον κανονισμό αυτόν. Εντούτοις, κατέστησε σαφές ότι «τα άρθρα 2α και 11 του κανονισμού (ΕΚ) 1259/1999, καθώς και, για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων, το παράρτημα του εν λόγω κανονισμού εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Επιπλέον, τα άρθρα 3, 4, 5 και για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων το παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1259/1999 εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004».
7 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την αναπροσαρμογή της πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων θεμελιώνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατόπιν της μεταρρύθμισης της [ΚΑΠ] (ΕΕ L 93, σ. 1) (στο εξής: απόφαση του Συμβουλίου).
8 – Η Ουγγρική Κυβέρνηση εξήγησε ότι η Bábolna είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, το κεφάλαιο της οποίας ανήκει κατά πλειοψηφία στο κράτος· το υπόλοιπο του κεφαλαίου κατέχει τοπική αρχή.
9 – Με την κυβερνητική απόφαση 2295/2005 (XII.23.) και τη μεταγενέστερη απόφαση της γενικής συνελεύσεως της Bábolna έπαυσε η διαδικασία εκκαθαρίσεως την 31η Ιανουαρίου 2006.
10 – Όσον αφορά την εν λόγω απόφαση, βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, C‑273/04, Poland κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑8925). Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Πολωνία (την οποία υποστήριξαν η Λετονία, η Λιθουανία και η Ουγγαρία) κατά του συστήματος σταδιακής αυξήσεως σε άμεσες ενισχύσεις προς τους αγρότες των νέων κρατών μελών, κρίνοντας ότι η επίμαχη απόφαση ήταν αναγκαία προσαρμογή της Πράξεως Προσχωρήσεως κατόπιν της μεταρρυθμίσεως της ΚΑΠ και δεν προσέβαλλε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της καλής πίστεως.
11 – Το σύστημα σταδιακής αυξήσεως εισήχθη μεταξύ άλλων επειδή η κατάσταση του γεωργικού τομέα στα νέα κράτη μέλη διέφερε θεμελιωδώς από την κατάσταση στα παλαιά κράτη μέλη, οπότε συνέτρεχε δικαιολογητικός λόγος για τη σταδιακή χορήγηση των κοινοτικών ενισχύσεων, ιδίως δε εκείνων που αφορούν τα καθεστώτα άμεσης στηρίξεως, προκειμένου να μη διαταραχθεί η αναγκαία αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα στα νέα κράτη μέλη, η οποία είχε ήδη δρομολογηθεί.
12 – Και τα νέα κράτη μέλη διατηρούν την εν λόγω δυνατότητα δυνάμει του κανονισμού 73/2009. Ο κανονισμός 1782/2003 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009 (ΕΕ L 30, σ. 16).
13 – Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978, 154/77, Dechmann (Συλλογή τόμος 1978, σ. 529, σκέψη 16).
14 – Βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986, 48/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 2549, σκέψη 12), και απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, C‑118/02, Industrias de Deshidratación Agrícola (Συλλογή 2004, σ. I‑3073, σκέψη 19).
15 – Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιανουαρίου 2002, C‑507/99, Denkavit (Συλλογή 2002, σ. I‑169, σκέψη 32)· της 18ης Απριλίου 2002. C‑332/00, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑3609, σκέψη 29)· και Industrias de Deshidratación Agrícola (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 20).
16 – Η Ουγγρική Κυβέρνηση αναφέρεται στη ίδια νομολογία που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 13.
17 – Εξαιρουμένων ενδεχομένως των προγραμμάτων αγροτικής αναπτύξεως που τίθενται σε εφαρμογή μέσω συγχρηματοδοτήσεως.
18 – Η Ουγγρική Κυβέρνηση αναφέρεται εν προκειμένω στην απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C‑241/07, JK Otsa Talu (Συλλογή 2009, σ. I‑4323, σκέψη 48).
19 – Σύμφωνα με το άρθρο 143γ του κανονισμού 1782/2003.
20 – Τούτο συνάγεται ειδικότερα από το άρθρο 143γ, παράγραφος 2 του κανονισμού 1782/2003.
21 – Πράγματι, στην περίπτωση των ενιαίων στρεμματικών ενισχύσεων (σε αντίθεση προς τις αγροτικές ενισχύσεις που προϋποθέτουν την άσκηση δεδομένης δραστηριότητας εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, για παράδειγμα, κτηνοτροφία κατά τη διάρκεια έξι τουλάχιστον μηνών) το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ελέγχεται κατά τη στιγμή της υποβολής της αιτήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy