ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 13ης Ιανουαρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑137/10
Ευρωπαϊκές Κοινότητες
κατά
Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας
[αίτηση του Conseil d’État (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Θεσμικό δίκαιο – Λειτουργία – Προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή αναθέτει σε άλλο θεσμικό όργανο τη δικαστική εκπροσώπηση της Ένωσης – Κύρος της εντολής οσάκις δεν κατονομάζεται το φυσικό πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να εκπροσωπεί το θεσμικό όργανο που παρέχει την εντολή – Αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού – Εγκυρότητα της δικαστικής εκπροσωπήσεως του Συμβουλίου από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα του»
1. Η υπό κρίση υπόθεση θέτει δύο ζητήματα εντελώς διαφορετικής φύσεως και περιεχομένου. Το πρώτο, που αφορά την ανάθεση της δικαστικής εκπροσωπήσεως της Ένωσης ενώπιον των τακτικών εθνικών δικαστηρίων, δεν είναι πλέον επίκαιρο υπό τους όρους με τους οποίους διατυπώθηκε. Η κατά το άρθρο 282 ΕΚ ρητή και αποκλειστική ανάθεση της εκπροσωπήσεως της Κοινότητας στην Επιτροπή για οποιαδήποτε ένδικη διαδικασία αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, από την ανάθεση της εκπροσωπήσεως της Ένωσης σε καθένα από τα θεσμικά της όργανα όσον αφορά τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αντίστοιχη λειτουργία τους. Στην υπό κρίση υπόθεση, εφαρμόζεται μόνον το άρθρο 282 ΕΚ ratione temporis.
Αντιθέτως, το δεύτερο ζήτημα έχει διαχρονική διάσταση, δεδομένου ότι συναρτάται με ένα πρωταρχικής σημασίας ζήτημα αρχής όπως είναι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν το κύρος των πράξεων της Ένωσης.
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Α – Δίκαιο της Ένωσης
2. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, in fine, ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Κάθε όργανο ενεργεί εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχονται από την παρούσα Συνθήκη.
3. Το άρθρο 207, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ έχει ως ακολούθως:
«2. Το Συμβούλιο επικουρείται από Γενική Γραμματεία, υπό την ευθύνη ενός γενικού γραμματέα, ύπατου εκπροσώπου για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, επικουρούμενου από αναπληρωτή γενικό γραμματέα υπεύθυνο για τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας. Ο γενικός γραμματέας και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας διορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με την οργάνωση της Γενικής Γραμματείας.
3. Το Συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό.»
4. Το άρθρο 282 προβλέπει τα εξής:
«Η Κοινότητα έχει σε κάθε κράτος μέλος την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα· δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου. Προς το σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή.»
5. Το άρθρο 59, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα (2):
«Καθήκοντα διατάκτη ασκεί το όργανο.»
6. Το άρθρο 60, παράγραφος 1 έως 3, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Ο διατάκτης αναλαμβάνει σε καθένα από τα όργανα την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και τη διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητάς τους.
2. Για την εκτέλεση των δαπανών, ο κύριος και ο δευτερεύων διατάκτης προβαίνουν σε δημοσιονομικές δεσμεύσεις πιστώσεων και σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής καθώς και στις προκαταρκτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση αυτή των πιστώσεων.
3. Η εκτέλεση των εσόδων συμπεριλαμβάνει την κατάρτιση των προβλέψεων απαιτήσεων, τη βεβαίωση των δικαιωμάτων είσπραξης και την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, περιλαμβάνει και την παραίτηση από απαιτήσεις ήδη βεβαιωθείσες.»
7. Το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 5, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου (3) προβλέπει τα ακόλουθα:
«2. Το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με την οργάνωση της Γενικής Γραμματείας.
Στα πλαίσια των εξουσιών τους, ο γενικός γραμματέας και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την καλή λειτουργία της Γενικής Γραμματείας.
5. Ο γενικός γραμματέας, επικουρούμενος από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα, έχει την πλήρη ευθύνη για τη διαχείριση των πιστώσεων που εγγράφονται στο τμήμα ΙΙ –Συμβούλιο– του προϋπολογισμού και λαμβάνει κάθε απαιτούμενο μέτρο προκειμένου να εξασφαλισθεί η χρηστή διαχείρισή τους. Εκτελεί τις πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
Β – Εθνικό δίκαιο
8. Τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Αυγούστου 1948, σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου Επικρατείας του Βελγίου, ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 1
«Το Συμβούλιο Επικρατείας επιλαμβάνεται των αιτήσεων, ερωτημάτων και προσφυγών που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφοι 1, 8, 9 και 10 του νόμου, κατόπιν καταθέσεως δικογράφου υπογεγραμμένου από τον διάδικο ή από Βέλγο δικηγόρο εγγεγραμμένο στον δικηγορικό σύλλογο.»
Άρθρο 2
«Το δικόγραφο φέρει ημερομηνία και περιέχει:
1. Το όνομα, την ιδιότητα και τον τόπο κατοικίας ή την έδρα του προσφεύγοντος.
2. Το αντικείμενο της αιτήσεως ή της προσφυγής καθώς και έκθεση των πραγματικών περιστατικών και των προβαλλόμενων λόγων.
3. Το όνομα, τον τόπο κατοικίας ή την έδρα του αντιδίκου.»
II – Πραγματικά περιστατικά
9. Στις 20 Νοεμβρίου 2002, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέβαλε στην Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας αίτηση με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί πολεοδομική άδεια προκειμένου να πραγματοποιήσει ορισμένες εργασίες στο κτίριο «Justus Lipsius». Η άδεια χορηγήθηκε με διοικητικές αποφάσεις της 12ης και της 22ας Δεκεμβρίου 2003, υπό τον όρο ότι ο αιτών θα καταβάλει, ως τέλος πολεοδομικής φύσεως, ποσό συνολικού ύψους 1 109 750 ευρώ.
10. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρώντας ότι το εν λόγω τέλος συνιστά φόρο από τον οποίο οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες απαλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (4), άσκησε την προβλεπόμενη ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Collège dۥurbanisme (συμβουλίου πολεοδομίας) της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας. Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους του Collège dۥurbanisme, το Συμβούλιο προσέφυγε ενώπιον της Κυβερνήσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας στις 10 Νοεμβρίου 2004.
11. Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας απέρριψε την προσφυγή του Συμβουλίου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας έκρινε ότι η προθεσμία για την προσβολή της πράξεως επιβολής τέλους καθορίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η πράξη αυτή κοινοποιήθηκε στο μοναδικό εντεταλμένο πρόσωπο που είχε παραστεί στη διαδικασία εκ μέρους του Συμβουλίου της Ένωσης. Συναφώς, το Συμβούλιο είχε υποστηρίξει ότι μόνον ο γενικός γραμματέας και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του είχαν την εξουσία να το εκπροσωπούν και να θεμελιώνουν την ευθύνη του με τις πράξεις ή παραλείψεις τους.
12. Το Συμβούλιο άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας του Βελγίου κατά της εν λόγω αποφάσεως της Κυβερνήσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας της 14ης Ιουλίου 2005. Η Κυβέρνηση της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας προέβαλε κατά της εν λόγω αιτήσεως ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ένσταση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, δεδομένου ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε από «τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, εκπροσωπούμενες από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διά του αναπληρωτή γενικού γραμματέα του Pierre de BOISSIEU», μολονότι στη δικογραφία περιλαμβάνεται ρητή εντολή με την οποία η Επιτροπή εξουσιοδοτούσε τον «Jean-Claude PIRIS ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αυτός διορίσει για να ασκήσει ενώπιον του Βελγικού Δημοσίου αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως» εν προκειμένω.
13. Το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου, κρίνοντας ότι το περιεχόμενο των άρθρων 282 ΕΚ και 207 ΕΚ επιδέχεται συζήτηση, ειδικότερα όσον αφορά την αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας να διασφαλίζει ότι το αρμόδιο όργανο της Ένωσης εξέδωσε την απόφασή του τηρώντας τους κανόνες εκπροσωπήσεως που διέπουν τη λειτουργία του, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
III – Υποβληθέντα ερωτήματα
14. «1) Έχει το άρθρο 282 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και, ειδικότερα, στο δεύτερο εδάφιο αυτού, το οποίο ορίζει ότι “[π]ρος τον σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή”, την έννοια ότι ένα θεσμικό όργανο έχει λάβει εγκύρως εντολή να εκπροσωπήσει την Κοινότητα εκ μόνου του γεγονότος ότι υφίσταται εντολή με την οποία “η Επιτροπή έχει μεταβιβάσει στο όργανο αυτό τις εξουσίες δικαστικής εκπροσωπήσεως της Κοινότητας”, ανεξαρτήτως του ορισμού ή μη, με την εντολή, συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ως αρμόδιου να εκπροσωπεί το εντεταλμένο θεσμικό όργανο;
2) Σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως, δύναται εθνικό δικαστήριο όπως το [Συμβούλιο Επικρατείας], στο πλαίσιο της αποφάνσεώς του επί του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας εκ μέρους ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου προσηκόντως εντεταλμένου από την Επιτροπή να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 282, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, να εξετάζει αν το εν λόγω όργανο εκπροσωπείται πράγματι από το φυσικό πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου;
3) Επικουρικώς και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει να δοθεί στο άρθρο 207, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και, ειδικότερα, στη φράση “επικουρούμενου από αναπληρωτή γενικό γραμματέα υπεύθυνο για τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας”, η ερμηνεία ότι ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Συμβουλίου δύναται νομίμως να εκπροσωπεί το Συμβούλιο για την άσκηση προσφυγών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαρτίου 2010.
16. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
17. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Νοεμβρίου 2010, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις οι εκπρόσωποι της Βελγικής Κυβερνήσεως, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
V – Επιχειρήματα
18. Οι γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής αρχίζουν με δύο προκαταρκτικές επισημάνσεις. Αφενός, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει την πεποίθηση ότι, σύμφωνα με τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας του Συμβουλίου, το πρόσωπο το οποίο έδωσε στον δικηγόρο de Briey την εντολή να κινήσει τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ήταν είτε ο J.-C. Piris, νομικός σύμβουλος του Συμβουλίου, είτε κάποιο μέλος της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου διορισμένο από αυτόν, στοιχείο από το οποίο προκύπτει ότι το Συμβούλιο Επικρατείας θα μπορούσε να αρκεστεί να εξακριβώσει ότι ούτως έχουν τα πράγματα προκειμένου να μπορέσει να απορρίψει ευθύς εξαρχής την ένσταση που προέβαλε η Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας. Κατά την Επιτροπή, η απλή αναφορά του ονόματος του αναπληρωτή γενικού γραμματέα στην πρώτη σελίδα του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως ουδόλως ήταν απαραίτητη και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, από νομικής απόψεως, ουδεμία έχει σημασία. Κατά την κρίση της Επιτροπής, αν το Δικαστήριο δεχτεί την ανάλυση αυτή, και προκειμένου να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση, θα ήταν ενδεχομένως προτιμότερο η απάντηση του Δικαστηρίου να κινηθεί στο πλαίσιο της προσεγγίσεως της Επιτροπής παρά να εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα υπό τη μορφή υπό την οποία υποβλήθηκαν.
19. Αφετέρου, και εν είδει δεύτερης προκαταρκτικής παρατηρήσεως, η Επιτροπή εκφράζει την έκπληξή της για το γεγονός ότι η Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, ως δημόσια αρχή κράτους μέλους, προβαίνει σε τέτοιες δικονομικές ενέργειες ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επιχειρώντας να επικαλεστεί φερόμενο τυπικό ελάττωμα αυτής της φύσεως μολονότι δεν μπορεί να διατηρεί καμία εύλογη αμφιβολία για την εκπεφρασμένη βούληση του Συμβουλίου να κινήσει ένδικη διαδικασία, ενώ γνωρίζει άριστα τις αρμοδιότητες του αναπληρωτή γενικού γραμματέα και του νομικού συμβούλου του Συμβουλίου.
20. Όσον αφορά το πρώτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να μετριάσει το μονοπώλιο εκπροσωπήσεως που προβλέπει υπέρ της Επιτροπής το άρθρο 282 ΕΚ, το θεσμικό αυτό όργανο συνηθίζει να αναθέτει στα λοιπά όργανα την εντολή να εκπροσωπούν δικαστικώς αντ’ αυτού τις Κοινότητες στις υποθέσεις που αφορούν την αντίστοιχη λειτουργία των οργάνων αυτών. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας ακολούθησε τη λογική αυτή θεσπίζοντας, με το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, την απευθείας εκπροσώπηση της Ένωσης από καθένα εκ των θεσμικών οργάνων για τα θέματα που αφορούν την αντίστοιχη λειτουργία του, χωρίς να απαιτείται ανάθεση εντολής εκ μέρους της Επιτροπής (5).
21. Δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που να διευκρινίζει τους όρους και τον τρόπο υπό τους οποίους πρέπει να ασκείται η εν λόγω πρακτική εξουσιοδοτήσεως, η οποία δεν αμφισβητήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δέχεται ότι η πρακτική αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από ειδικές προϋποθέσεις οριζόμενες από τα διάφορα κράτη μέλη, αλλά ότι, χάριν ομοιομορφίας, απόκειται στο δίκαιο της Ένωσης να θεσπίζει ομοιόμορφο πλέγμα κανόνων που πρέπει να τηρεί η Επιτροπή. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, για να αναθέσει σε άλλο όργανο εντολή εκπροσωπήσεως, αναγκαία και επαρκής προϋπόθεση είναι 1) να τηρούνται οι κανόνες που διέπουν τη λήψη αποφάσεων στο εσωτερικό του εν λόγω οργάνου, 2) το αντικείμενο και το περιεχόμενο της εντολής να είναι επαρκώς καθορισμένα και, τέλος, 3) να προσδιορίζεται σαφώς το εξουσιοδοτούμενο όργανο. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, όλες αυτές οι προϋποθέσεις συνέτρεχαν στην υπό κρίση υπόθεση.
22. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι η ανωτέρω περιγραφείσα πρακτική είναι η συνήθως ακολουθούμενη, το θεσμικό αυτό όργανο δεν υποχρεούται από καμία διάταξη ή γενική αρχή να διορίζει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο στο εσωτερικό του εξουσιοδοτούμενου οργάνου ως μοναδικό πρόσωπο που διαθέτει εξουσία εκπροσωπήσεως. Στην πράξη, ο διορισμός πραγματοποιείται πάντοτε σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο, καθόσον αν η Επιτροπή προέβαινε μονομερώς στον εν λόγω διορισμό, θα παρενέβαινε αδικαιολόγητα στη σφαίρα της διοικητικής αυτονομίας του οργάνου αυτού.
23. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι σκοπός της ονομαστικής αναφοράς του νομικού συμβούλου του Συμβουλίου ήταν να απαντήσει στη σχετική πρόταση που της είχε απευθύνει το ίδιο το Συμβούλιο. Εντούτοις, από νομικής απόψεως, η αναφορά αυτή δεν ήταν αναγκαία για να διασφαλιστεί η εγκυρότητα της εντολής που ανατέθηκε στο Συμβούλιο και στο πλαίσιο της οποίας είναι, άλλωστε, δυνατός ο διορισμός οποιουδήποτε άλλου προσώπου.
24. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή προβάλλει ότι, αφού καθοριστεί ότι το θεσμικό όργανο είναι νομίμως εξουσιοδοτημένο από την Επιτροπή να παρίσταται δικαστικώς, το εθνικό δικαστήριο δεν οφείλει καταρχήν να διεξαγάγει καμία συμπληρωματική εξέταση. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε, το πολύ, να βεβαιωθεί ότι το πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιόν του ενεργεί για λογαριασμό του θεσμικού οργάνου, πράγμα το οποίο ουδόλως αμφισβητείται εν προκειμένω.
25. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγχει το κύρος του διορισμού ούτε σε σχέση με την εντολή της Επιτροπής ούτε σε σχέση με τους εσωτερικούς κανόνες του εξουσιοδοτημένου οργάνου. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εξακριβώνει αν το φυσικό πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιόν του πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τον διορισμό, ούτε αν ο διορισμός του προσώπου αυτού από τα αρμόδια όργανα υπήρξε ορθός και νομότυπος. Ένας τέτοιος έλεγχος συνεπάγεται παρέμβαση στην εσωτερική οργάνωση του οικείου οργάνου και καταλήγει στην εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου ερμηνεία των κανόνων εσωτερικής λειτουργίας του οργάνου αυτού.
26. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γράμμα του άρθρου 207 ΕΚ δεν παρέχει τη δυνατότητα, γενικώς, να καθοριστεί αν η δικαστική εκπροσώπηση του Συμβουλίου περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες του αναπληρωτή γενικού του γραμματέα. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας αποτελεί την ύπατη αρχή που ηγείται της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου, είναι προφανές ότι μπορεί νομίμως να εκπροσωπεί δικαστικώς το Συμβούλιο.
27. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου: «Το άρθρο 282 ΕΚ, και ειδικότερα η φράση “προς τον σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή” που περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, έχει την έννοια ότι ένα θεσμικό όργανο είναι νομίμως εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί την Κοινότητα εκ μόνου του γεγονότος της υπάρξεως εντολής με την οποία η Επιτροπή ανέθεσε στο όργανο αυτό τις εξουσίες δικαστικής εκπροσωπήσεως της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του αν με την εντολή αυτή διορίζεται ρητώς ή όχι φυσικό πρόσωπο που έχει την εξουσία εκπροσωπήσεως του εξουσιοδοτημένου οργάνου.»
28. Η Βελγική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, αφού επισημαίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είναι προγενέστερα της θέσεως σε ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 282 ΕΚ κατόπιν της τροποποιήσεως που του επέφερε το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, υποστηρίζει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αποφατική απάντηση, δεδομένου ότι, σε αντίθετη περίπτωση, κατόπιν εξουσιοδοτήσεώς του από την Επιτροπή, το Συμβούλιο θα μπορούσε να παραστεί δικαστικώς διά οποιουδήποτε εκ των υπαλλήλων του.
29. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 282 ΕΚ πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κάθε δικαστική ενέργεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρέπει να ασκείται αποκλειστικά από την Επιτροπή, διότι η αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων, που καθιερώνει το άρθρο 7, παράγραφος 1, in fine, της Συνθήκης ΕΚ, επηρεάζει όχι μόνον την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, αλλά επίσης την οριοθέτηση των ίδιων των εξουσιών των κοινοτικών οργάνων, τα οποία μπορούν να ασκούν μόνον τις αρμοδιότητες που τους απονέμονται χωρίς δυνατότητα αναθέσεως της ασκήσεώς τους.
30. Αν υποτεθεί ότι, παρά τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι δυνατή η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά στο μέτρο που συνεπάγεται παρέκκλιση από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων όπως αυτή προκύπτει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ. Κατ’ εφαρμογή της αρχής αυτής, η εντολή που ανατίθεται από την Επιτροπή για την άσκηση εξουσίας που της απονέμει η Συνθήκη πρέπει να εκτελείται από το εντεταλμένο όργανο ή πρόσωπο.
31. Εν προκειμένω, θεωρείται αποδειχθέν ότι το φυσικό πρόσωπο που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δεν είναι ούτε εκείνο το οποίο είχε διορίσει η Επιτροπή, ήτοι ο J.-C. Piris, ούτε κάποιο πρόσωπο που διόρισε ο τελευταίος, όπως θα είχε περαιτέρω τη δυνατότητα να το πράξει βάσει της ίδιας της εντολής της Επιτροπής, μέσω μιας διαδικασίας υπεξουσιοδότησης το κύρος της οποίας, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, επιδέχεται νομική αμφισβήτηση. Συνοψίζοντας, το πρόσωπο που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ενήργησε χωρίς να διαθέτει οποιαδήποτε εντολή.
32. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της αυτονομίας των κοινοτικών οργάνων απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να εισέρχονται στο πεδίο αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών, υποκαθιστώντας τα κατά την άσκηση της εξουσίας λήψεως αποφάσεων. Αντιθέτως, από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάζει αν ένα θεσμικό όργανο ενήργησε σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του. Κατά συνέπεια, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εθνικό δικαστήριο μπορεί να ελέγχει το παραδεκτό αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας από θεσμικό όργανο εξετάζοντας κατά πόσο το εν λόγω όργανο ενεργεί διά του φυσικού προσώπου που είναι εξουσιοδοτημένο από την Επιτροπή να ασκήσει την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως.
33. Ως προς το τρίτο ερώτημα, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ίδιο το άρθρο 207, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ δεν αναθέτει καμία εξουσία εκπροσωπήσεως στον αναπληρωτή γενικό γραμματέα, ενώ η εκ μέρους του ευθύνη διαχειρίσεως της Γενικής Γραμματείας δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς εξουσία εκπροσωπήσεως, δεδομένου ότι οι αρμοδιότητές του αφορούν την οργάνωση και διοίκηση της Γενικής Γραμματείας, αφενός, καθώς και την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών του Συμβουλίου και τη διαχείριση του προϋπολογισμού του, αφετέρου. Ούτε η διάταξη αυτή ούτε το άρθρο 23 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου αναθέτουν στον αναπληρωτή γενικό γραμματέα εξουσία δικαστικής εκπροσωπήσεως, οπότε, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, στο τρίτο και τελευταίο ερώτημα πρέπει να δοθεί αποφατική απάντηση.
34. Το Συμβούλιο, από την πλευρά του, υποστηρίζει, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως ότι ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένο από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 282 ΕΚ, διάταξη από την οποία προκύπτει μόνον ότι τα θεσμικά όργανα που επιθυμούν να κινήσουν ένδικη διαδικασία σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν άμεσα οφείλουν να διαθέτουν προς τούτο την εξουσιοδότηση της Επιτροπής. Κατά το Συμβούλιο, ούτε από το άρθρο αυτό ούτε από άλλη διάταξη προκύπτει ότι η εντολή ανατίθεται εγκύρως μόνον αν με αυτή διορίζεται πρόσωπο που να εκπροσωπεί το οικείο όργανο ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Επομένως, η απλή παροχή εντολής δικαστικής εκπροσωπήσεως προς το θεσμικό όργανο αρκεί για τη νόμιμη εκπροσώπηση της Κοινότητας.
35. Το Συμβούλιο παραδέχεται ότι, μολονότι τίποτε δεν απαγορεύει να γίνεται μνεία συγκεκριμένου προσώπου στην εντολή, εντούτοις, κατά την κρίση του οργάνου αυτού, η αρχή της οργανωτικής αυτοτέλειας των θεσμικών οργάνων και οι κανόνες εσωτερικής τους οργάνωσης εξακολουθούν να εφαρμόζονται με αποτέλεσμα η αναφορά του ονόματος φυσικού προσώπου να μην περιορίζει το περιεχόμενο της εντολής που ανατέθηκε στο θεσμικό όργανο προς τον σκοπό της εκπροσωπήσεως της Κοινότητας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
36. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ορθώς περιλαμβάνεται στην εντολή το όνομα του νομικού του συμβούλου, J.-C. Piris, αλλά ότι, παρά ταύτα, η εξουσία εκπροσωπήσεως που του ανατέθηκε δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα στο εσωτερικό των οργάνων, καθόσον τηρήθηκαν όλες οι εσωτερικές διαδικασίες. Ο J.-C. Piris, από την πλευρά του, σύμφωνα με τους όρους της εντολής, ανέθεσε σε εξωτερικό δικηγόρο, τον de Briey, την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου για λογαριασμό των Κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, η ρητή αναφορά του ονόματος του J.-C. Piris στην εντολή της Επιτροπής καθιστά ακόμα πιο προφανή την εξουσία του νομικού συμβούλου του Συμβουλίου να διορίσει τον δικηγόρο de Briey.
37. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως που κατέθεσε ο δικηγόρος de Briey περιλαμβάνεται και το όνομα του αναπληρωτή γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, χωρίς ωστόσο να είναι αναγκαίο, καθόσον, λαμβανομένου υπόψη ότι στον τελευταίο ούτως ή άλλως ανήκει εκ της Συνθήκης η διαχείριση της Γενικής Γραμματείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 207 ΕΚ, δεν υπήρχε καμία ανάγκη ρητής αναφοράς και του ονόματός του στην εντολή της Επιτροπής, οπότε αρκούσε η εξουσιοδότηση προς το Συμβούλιο. Κατά μείζονα δε λόγο, ο διορισμός του αναπληρωτή γενικού γραμματέα από τον J.-C. Piris επίσης δεν ήταν αναγκαίος. Αντιθέτως, ο τελευταίος κατονομάστηκε στην εντολή διότι σε αυτόν απέκειτο να προσλάβει τον εξωτερικό δικηγόρο, δεδομένου ότι είχε αναλάβει, ως εντολοδόχος του αναπληρωτή γενικού γραμματέα, την εξουσία εκτελέσεως του προϋπολογισμού.
38. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της απόψεώς του όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Κατά την κρίση του, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάζει αν το θεσμικό όργανο που αποτελεί διάδικο μέρος σε δίκη εκκρεμούσα ενώπιόν του εκπροσωπείται από το κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, εκτός εάν το ίδιο το θεσμικό όργανο αμφισβητεί το κύρος της εκπροσωπήσεως. Το αντίθετο θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των κοινοτικών οργάνων. Κατά το Συμβούλιο, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάζει μόνον τη σχέση μεταξύ του ίδιου του Συμβουλίου, ενεργούντος ως εκπροσώπου των Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 282 ΕΚ, αφενός, και του εξωτερικού δικηγόρου που το εκπροσωπεί, αφετέρου. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάζει μόνον το ζήτημα αν υπάρχει ανάθεση εντολής προς το Συμβούλιο από την Επιτροπή και αν έχει διοριστεί δικηγόρος για να εκπροσωπήσει το Συμβούλιο ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Το ότι υπάρχει τέτοια ανάθεση και διορισμός εν προκειμένω δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου ούτε από τον αντίδικο στη δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
39. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της απόψεώς του όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Εντούτοις, το θεσμικό αυτό όργανο προβάλλει, αφού πρώτα επισημαίνει ότι το αντικείμενο της ένδικης διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τη φορολογική ατέλεια των Κοινοτήτων, ότι, κατά το άρθρο 207, παράγραφος 2, ΕΚ, το άρθρο 59, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού, το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 5, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου και τους εσωτερικούς κανόνες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Συμβουλίου που θεσπίστηκαν στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας ασκεί, ως εκπρόσωπος του θεσμικού του οργάνου, τα καθήκοντα διατάκτη για το τμήμα του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων που αφορά το Συμβούλιο. Ως διατάκτης, και κατά το άρθρο 60, παράγραφοι 2 και 3, του δημοσιονομικού κανονισμού, μεριμνά για την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών που εγγράφονται στον προϋπολογισμό σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και τη διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητάς τους. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η απόφαση του αναπληρωτή γενικού γραμματέα, ως υπεύθυνου για τη διαχείριση των πιστώσεων του θεσμικού του οργάνου, να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να εξασφαλίσει ότι το Συμβούλιο δεν θα υποχρεωθεί να καταβάλει από τον προϋπολογισμό του το ποσό που αδικαιολόγητα, κατά την κρίση του, του ζητεί η Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.
40. Το Συμβούλιο καταλήγει ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή νομίμως εξουσιοδότησε το Συμβούλιο να ενεργεί επ’ ονόματι των Κοινοτήτων, ήταν απολύτως σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης η εκπροσώπηση του οργάνου αυτού, κατά την προβολή των νομίμων δικαιωμάτων του ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, από τον εκ της Συνθήκης αρμόδιο να το εκπροσωπεί στα θέματα αυτά, ήτοι τον P. de Boissieu, υπό την ιδιότητά του ως αναπληρωτή γενικού γραμματέα επιφορτισμένου με την εύρυθμη λειτουργία και τη διαχείριση της γραμματείας, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ρητή εντολή από την Επιτροπή ή από τον J.-C. Piris, καθόσον η εντολή που ανέθεσε η Επιτροπή στο Συμβούλιο ως θεσμικό όργανο αρκεί, δυνάμει διατάξεων πρωτογενούς δικαίου.
VI – Εκτίμηση
41. Καταρχάς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα δεν ζητείται εν προκειμένω από το Δικαστήριο η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι, να διευκρινιστεί αν η Κοινότητα εκπροσωπείται νομίμως στη συγκεκριμένη δίκη της οποίας έχει επιληφθεί το βελγικό Συμβούλιο Επικρατείας. Από το γράμμα των εν λόγω υποβληθέντων ερωτημάτων προκύπτει προδήλως ότι από το Δικαστήριο ζητείται αφηρημένη απάντηση επί εξίσου αφηρημένων ερωτημάτων. Επομένως, δεν ζητείται να διευκρινιστεί αν τα πρόσωπα που παρενέβησαν για λογαριασμό της Κοινότητας στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είχαν την εξουσία να το πράξουν, αλλά να καταστεί σαφές το καθεστώς εκπροσωπήσεως της Κοινότητας όταν αυτή παρίσταται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282 ΕΚ. Στο βελγικό Συμβούλιο Επικρατείας απόκειται, αφού λάβει υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με το νομικό αυτό ζήτημα και εφαρμόζοντας την απόφαση αυτή στην ενώπιόν του υπόθεση, να εκδώσει την απόφαση που κρίνει κατάλληλη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί
42. Το άρθρο 282 ΕΚ αναγνώριζε στην Επιτροπή την ιδιότητα εκπροσώπου της Κοινότητας με μοναδικό σκοπό να καταστήσει δυνατή την άσκηση, «σε κάθε κράτος μέλος», της νομικής ικανότητας που αναγνωρίζεται στην Κοινότητα ως νομικό πρόσωπο. Κατά την προαναφερθείσα διάταξη, η ικανότητα αυτή περιλαμβάνει, ειδικότερα, την ικανότητα «να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου».
43. Ως εκ τούτου, το άρθρο 282 ΕΚ καθιέρωσε οργανική εκπροσώπηση, βάσει της οποίας η Επιτροπή κατέστη ο μοναδικός εξουσιοδοτημένος από την Κοινότητα συνομιλητής όσον αφορά τις σχέσεις της Κοινότητας με τα κράτη μέλη της εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται αποκλειστικά από τις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες. Δηλαδή, η εν λόγω εκπροσώπηση αφορά τις σχέσεις στο πλαίσιο των οποίων η Κοινότητα ενεργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στερούμενη, ως εκ τούτου, παντός «imperium», αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος αυτός, και υπαγόμενη, κατά συνέπεια, στο εθνικό δίκαιο όπως οποιοσδήποτε άλλος ιδιώτης.
44. Ως εκπρόσωπος της Κοινότητας δυνάμει του άρθρου 282 ΕΚ, η Επιτροπή ασκούσε ειδική αρμοδιότητα αμιγούς εξωτερικής εκπροσωπήσεως στο πλαίσιο των σχέσεων που διέπονται από το εθνικό δίκαιο, ανεξάρτητη από τις εσωτερικές αρμοδιότητες που της χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη. Κατά την άσκηση του εν λόγω καθήκοντος εκπροσωπήσεως, η Επιτροπή ενεργούσε ως Κοινότητα, προβάλλοντας στην αντίστοιχη εθνική έννομη τάξη τη βούληση της Κοινότητας όπως προκύπτει από τις διαδικασίες θεσπίσεως κανόνων και εκδόσεως νομικών πράξεων που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η εκφραζόμενη βούληση δεν ανήκε στην Επιτροπή, επρόκειτο δε για βούληση σχηματιζόμενη μέσω της ορθής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που αναθέτουν οι Συνθήκες στα διάφορα θεσμικά όργανα και που, ως εκ τούτου, καταλογίζεται τελικώς στην ίδια την Κοινότητα.
45. Η εκπροσώπηση της Κοινότητας από ένα εκ των θεσμικών της οργάνων δεν αφαιρεί από τα λοιπά όργανα καμία από τις αρμοδιότητές τους, δεν παρακωλύει την εκ μέρους των οργάνων άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων ούτε δυσχεραίνει την εκπλήρωση των καθηκόντων τους όταν για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών είναι αναγκαίο η Κοινότητα να ενεργήσει ως νομικό πρόσωπο στο πλαίσιο των σχέσεων που διέπονται από το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους. Η Επιτροπή παρίσταται ως διάδικος, εκπροσωπώντας την Κοινότητα, όταν τούτο είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας, τούτο δε κατά την κρίση του οργάνου εκείνου οι εξουσίες του οποίου απαιτούν, για την ορθή άσκησή τους, δικαστική παράσταση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
46. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η λογική στην οποία στηρίζεται το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, το οποίο δεν εφαρμόζεται μεν εν προκειμένω, είναι ωστόσο λυσιτελές από ερμηνευτικής απόψεως στο μέτρο που επισημοποίησε την πρακτική που είχε παρατηρηθεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 282 ΕΚ (6), ορίζοντας πλέον ότι, με την επιφύλαξη της γενικής εξουσίας εκπροσωπήσεως της Ένωσης που ανήκει στην Επιτροπή, η Ένωση «αντιπροσωπεύεται από το κάθε θεσμικό όργανο, δυνάμει της διοικητικής αυτονομίας του, για τα θέματα που αφορούν την αντίστοιχη λειτουργία του». Ο σύνδεσμος αυτός μεταξύ της κατοχής μιας εξουσίας, αφενός, και της δικαστικής παραστάσεως προς διασφάλιση της ασκήσεως της εξουσίας αυτής, αφετέρου, δεν εξυπηρετεί μόνον την αποτελεσματικότερη άσκηση της εξουσίας αυτής, αλλά και το συμφέρον που συνίσταται στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στο μέτρο που τα διάδικα μέρη μπορούν να καθορίσουν το αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν καλύτερα σε μια πραγματικότητα που τους είναι ιδιαιτέρως οικεία, δεδομένου ότι αποτελούν τους φορείς των συγκρουόμενων συμφερόντων. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι όταν η ευθύνη της Κοινότητας γεννάται λόγω πράξεως οργάνου της, είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η Κοινότητα να εκπροσωπείται ενώπιον του δικαστηρίου από το όργανο στο οποίο προσάπτεται το γενεσιουργό της ευθύνης γεγονός (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1973, 63/72 έως 69/72, Werhahn Hansamühle, σκέψη 7 (7)).
47. Επομένως, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η εξουσία που αναθέτει στην Επιτροπή το άρθρο 282 ΕΚ περιορίζεται στη θεσμική εκπροσώπηση της Κοινότητας ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών. Η εκπροσωπούμενη βούληση δεν είναι αυτή της Επιτροπής, αλλά της Κοινότητας, ήτοι, εν πάση περιπτώσει, η βούληση του κοινοτικού οργάνου στο πεδίο αρμοδιοτήτων του οποίου εμπίπτει η αναγκαία κοινοτική ενέργεια που χρειάζεται την παρέμβαση εθνικού δικαστηρίου προκειμένου να αποκτήσει νομική αποτελεσματικότητα. Για τον λόγο αυτόν, η εξουσία εκπροσωπήσεως που αναθέτει το άρθρο 282 ΕΚ όχι μόνο δεν συνεπάγεται ότι το πλήθος των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται εσωτερικά στα διάφορα κοινοτικά όργανα μεταβιβάζεται σε ένα μοναδικό φορέα, ήτοι την Επιτροπή, και προς όφελος αυτής, αλλά πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποτελεί εξουσία που εξυπηρετεί την εξωτερική προβολή των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών.
48. Αντιστοίχως, αποτελεί πάγια και μη αμφισβητούμενη πρακτική της Επιτροπής να αναθέτει στα διάφορα θεσμικά όργανα την εξουσία να εκπροσωπούν δικαστικώς την Κοινότητα όταν τούτο απαιτείται από τη λειτουργία των οργάνων αυτών. Η εν λόγω πρακτική, όπως προαναφέρθηκε, επισημοποιήθηκε με το νυν ισχύον άρθρο 335 ΣΛΕΕ. Ουδείς έχει αμφισβητήσει, ούτε και θα μπορούσε να το πράξει με αξιώσεις, ότι αυτή η, ούτως ειπείν, «εσωτερική» εξουσιοδότηση βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο, καθόσον ούτε το άρθρο 282 ΕΚ την απαγορεύει ούτε η φύση της αναθέσεως που καθιερώνει η διάταξη αυτή εμποδίζει το πραγματικά ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο να είναι αυτό που τελικώς θα εκπροσωπήσει δικαστικώς την Κοινότητα κατά την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως νομικό πρόσωπο. Εν τέλει, η κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο υπεράσπιση των κοινοτικών συμφερόντων αποτελεί προφανώς τον δικαιολογητικό λόγο της πρακτικής που οδήγησε στη συστηματική ανάθεση της δικαστικής εκπροσωπήσεως της Κοινότητας στο όργανο που είναι σε θέση να προστατεύσει καλύτερα τα συμφέροντα αυτά.
49. Ασφαλώς, η απευθείας εκπροσώπηση της Ένωσης από το συγκεκριμένο, πλην της Επιτροπής, ενδιαφερόμενο όργανο είναι δυνατή μόνον από της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 335 ΣΛΕΕ, ωστόσο το προγενέστερο καθεστώς δεν εμπόδιζε την ανάθεση της εξουσίας εκπροσωπήσεως εφόσον μεσολαβούσε η κατάλληλη «εσωτερική» εξουσιοδότηση εκ μέρους της Επιτροπής.
50. Επομένως, το καθοριστικό ερώτημα είναι ποιος είναι ο τύπος που πρέπει να περιβληθεί η εξουσιοδότηση αυτή. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει σαφής και μη διφορούμενη βούληση να ανατεθεί η εκπροσώπηση της Κοινότητας σε άλλο όργανο. Ωστόσο, πρέπει να υποτεθεί ότι αυτή η βούληση εξουσιοδοτήσεως προηγείται πάντοτε άλλης βουλήσεως, την οποία ακριβώς εξυπηρετεί: πρόκειται για τη βούληση δικαστικής παραστάσεως, που δεν υπάρχει λόγος να ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην Επιτροπή, αλλά μπορεί να ανήκει και στο θεσμικό όργανο η λειτουργία του οποίου απαιτεί την παράσταση αυτή ως το καταλληλότερο μέσο για την ορθή άσκηση των καθηκόντων του.
51. Ασφαλώς τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή, κατά τη νόμιμη άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του άρθρου 282 ΕΚ, να εκπροσωπεί απευθείας την Κοινότητα ακόμα και στην περίπτωση της δικαστικής υπερασπίσεως συμφερόντων που συνδέονται στενότερα με άλλο όργανο. Είναι προφανές ότι η προσέγγιση της ορθολογικής κατανομής των καθηκόντων των οργάνων προς εξασφάλιση του υπέρτερου συμφέροντος της Κοινότητας έμελλε να οδηγήσει –όπως έχει συμβεί κατά το παρελθόν– στην πρακτική που έχει πλέον αποκτήσει νομοθετική ισχύ με το άρθρο 335 ΣΛΕΕ.
52. Μολονότι ασφαλώς δεν υπάρχει καμία υποχρέωση της Επιτροπής να εξουσιοδοτήσει άλλο θεσμικό όργανο για τη δικαστική εκπροσώπηση της Κοινότητας, εντούτοις, από τη στιγμή που θα αποφασίσει να το πράξει, δεν φαίνεται να μπορεί να εξαρτήσει την εκπροσώπηση αυτή από οποιαδήποτε προϋπόθεση. Τούτο δε ισχύει όχι μόνον ως προς τον τρόπο ασκήσεως της δικαστικής υπερασπίσεως των συμφερόντων της Κοινότητας, αλλά και ως προς την επιλογή των προσώπων που οφείλουν να ενεργούν επ’ ονόματι του εξουσιοδοτημένου οργάνου. Το αντίθετο συνεπάγεται ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη σφαίρα της οργανικής και οργανωτικής αυτονομίας του εν λόγω οργάνου (8). Επιπλέον, αντιβαίνει εκτός των άλλων προς τον ίδιο τον σκοπό της εξουσιοδοτήσεως που δεν είναι άλλος, όπως συχνά επαναλαμβάνεται, από το να καταστήσει δυνατή την υπεράσπιση των συμφερόντων της Κοινότητας εκ μέρους του θεσμικού οργάνου που, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να τα διασφαλίσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο χάριν στην εξοικείωσή του με το αντικείμενο της διαφοράς.
53. Από τα ανωτέρω καθίσταται αντιληπτό ότι η Επιτροπή οφείλει να περιορίζεται στο να εξουσιοδοτεί επισήμως το θεσμικό όργανο στο οποίο αναθέτει τη δικαστική εκπροσώπηση της Κοινότητας για την υπεράσπιση των συμφερόντων που άμεσα το αφορούν χωρίς να διορίζει «συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο ως αρμόδιο να εκπροσωπεί το εντεταλμένο θεσμικό όργανο», κατά το γράμμα του πρώτου ερωτήματος που υποβάλλει το Συμβούλιο Επικρατείας.
54. Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί το γεγονός ότι ενδεχόμενος ονομαστικός διορισμός δύναται αυτός καθαυτόν να επιφέρει την ακύρωση συγκεκριμένης εξουσιοδοτήσεως σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι που τον συνοδεύουν. Αν, όπως φαίνεται να ισχύει εν προκειμένω κατά τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, η πάγια πρακτική συνίσταται στην πραγματοποίηση των διορισμών αυτών σε συμφωνία με το οικείο θεσμικό όργανο, τα αποτελέσματά της πρέπει να περιορίζονται στο αμιγώς εσωτερικό πλαίσιο της Κοινότητας όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών υπερασπίσεως των συμφερόντων της.
55. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 282 ΕΚ, ήταν νόμιμη η εκπροσώπηση της Κοινότητας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τόσο από την Επιτροπή όσο και από το όργανο που η τελευταία εξουσιοδότησε επισήμως για τη διενέργεια συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξεως. Το όργανο αυτό, ως εντολοδόχος, ασκεί την ανατιθέμενη εκπροσώπηση υπό την ιδιότητά του ως όργανο και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία σχηματισμού και εκφράσεως της οργανικής του βουλήσεως, ήτοι, διά των προσώπων που έχουν την εξουσία να ενεργούν επ’ ονόματί του και, επομένως, να το εκπροσωπούν.
56. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το Συμβούλιο Επικρατείας πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Συγκεκριμένα, μεταξύ των προσώπων που μπορούν νομίμως να ενεργούν επ’ ονόματι του Συμβουλίου πρέπει να περιλαμβάνεται και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του αν, όπως ισχύει εν προκειμένω, το κοινοτικό συμφέρον που απαιτεί τη δικαστική παράσταση της Κοινότητας επηρεάζει τον προϋπολογισμό της τελευταίας, τον οποίο διατάσσει και εκτελεί κατ’ αποκλειστική αρμοδιότητα ο εν λόγω γραμματέας, όπως προκύπτει από το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 5, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου.
57. Μολονότι, δεδομένου του γράμματός του, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση μόνο σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εντούτοις είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι τα δικαιοδοτικά όργανα των κρατών μελών δεν μπορούν να ελέγχουν τον νομότυπο χαρακτήρα της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει η Επιτροπή σε άλλο κοινοτικό όργανο. Εφαρμόζοντας στην υπό κρίση υπόθεση την υφιστάμενη νομολογία στον τομέα της αναγνωρίσεως της ιδιότητας του υπαλλήλου ή του λοιπού προσωπικού της Ένωσης (9), είναι προφανές ότι ο ενδεχόμενος έλεγχος της εξουσιοδοτήσεως που παρέχει η Επιτροπή στο Συμβούλιο εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή, διότι οποιαδήποτε παρεμβολή των εθνικών δικαστηρίων στο ζήτημα αυτό συνεπάγεται παράνομη παρέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.
58. Για τον λόγο αυτόν, ακόμα και στις περιπτώσεις προδήλως άκυρων εξουσιοδοτήσεων, η μοναδική ενέργεια στην οποία μπορεί να προβεί το εθνικό δικαστήριο είναι να υποβάλει το αντίστοιχο προδικαστικό ερώτημα δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
59. Επομένως, η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων περιορίζεται στον έλεγχο του νομότυπου χαρακτήρα της πράξεως δυνάμει της οποίας η Κοινότητα –μέσω του οργάνου που την εκπροσωπεί κατά τα προβλεπόμενα από το δίκαιο της Ένωσης– εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο δικηγόρο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους όταν τούτο απαιτείται από τους εθνικούς κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Δεδομένου ότι πρόκειται για προϋπόθεση αυστηρώς εθνικού χαρακτήρα που δεν επηρεάζει την ιδιότητα του παριστάμενου, αλλά τον προσήκοντα τύπο της παραστάσεως, η Ένωση, η οποία στο πλαίσιο αυτό ενεργεί απλώς ως νομικό πρόσωπο στερούμενο οποιουδήποτε imperium, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση να τηρήσει την προϋπόθεση αυτή. Η Ένωση, ασφαλώς, δεν μπορεί να απαλλαγεί ούτε από την υποχρέωση να συμμορφωθεί προς την απόφαση που θα εκδώσει τελικώς το δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου έχει υπαχθεί.
VII – Ανακεφαλαίωση
60. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, λαμβανομένου υπόψη του αόριστου χαρακτήρα των ερωτημάτων που υπέβαλε το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου, η εξουσιοδότηση που προβλέπει το άρθρο 282 ΕΚ δεν απαιτεί τον ονομαστικό διορισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ενώ, σε περίπτωση που ρητώς κατονομάζεται ορισμένο πρόσωπο, η δικαστική παράσταση διά διαφορετικού προσώπου δεν καθιστά ανίσχυρη την εξουσιοδότηση που έχει χορηγηθεί προς το εξουσιοδοτούμενο όργανο, υπό τον όρο ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να ενεργεί επ’ ονόματι του εν λόγω οργάνου, όπως ισχύει στην περίπτωση του αναπληρωτή γενικού γραμματέα του Συμβουλίου. Επιπλέον, το Δικαστήριο είναι το μόνο που μπορεί να αποφαίνεται επί της εγκυρότητας της οικείας εσωτερικής εξουσιοδοτήσεως. Αντιθέτως, ο έλεγχος του νομότυπου χαρακτήρα της εντολής που, ενδεχομένως, απαιτεί το εθνικό δίκαιο για τη δικαστική παράσταση μέσω δικηγόρου απόκειται, και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα, στο εθνικό δικαστήριο.
VIII – Πρόταση
61. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Συμβουλίου Επικρατείας του Βελγίου ως εξής:
«1) Το άρθρο 282 ΕΚ και, ειδικότερα, η φράση “προς τον σκοπό αυτόν η Κοινότητα αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή”, έχει την έννοια ότι θεσμικό όργανο, πλην της Επιτροπής, έχει λάβει εγκύρως εντολή να εκπροσωπήσει την Κοινότητα εκ μόνου του γεγονότος της υπέρ του οργάνου αυτού μεταβιβάσεως από την Επιτροπή των εξουσιών δικαστικής εκπροσωπήσεως της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του ορισμού ή μη, με την εντολή, συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ως αρμόδιου να εκπροσωπεί το εντεταλμένο θεσμικό όργανο.
2) Το άρθρο 207, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, ΕΚ και ειδικότερα η φράση “επικουρούμενου από αναπληρωτή γενικό γραμματέα υπεύθυνο για τη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας”, έχει την έννοια ότι ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται νομίμως να εκπροσωπεί το Συμβούλιο για την άσκηση προσφυγών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων.
3) Εθνικό δικαστήριο όπως το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να ελέγχει, στο πλαίσιο δίκης εκκρεμούσας ενώπιόν του, τον νομότυπο χαρακτήρα “εσωτερικής εξουσιοδοτήσεως” που παρέχεται δυνάμει του άρθρου 282 ΕΚ αλλά υποχρεούται, ως εκ τούτου, να υποβάλει αντίστοιχο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.»
1– Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2– Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σ. 1).
3– Απόφαση 2000/396/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2000, περί εγκρίσεως του εσωτερικού του κανονισμού (ΕΕ L 149, της 23ης Ιουνίου 2000, σ. 21).
4– Προσαρτημένο στη Συνθήκη ΕΚ δυνάμει της Συνθήκης του Άμστερνταμ.
5– Άρθρο 335 ΣΛΕΕ: «Η Ένωση έχει σε κάθε κράτος μέλος την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου. Προς τον σκοπό αυτόν, η Ένωση αντιπροσωπεύεται από την Επιτροπή. Ωστόσο, η Ένωση αντιπροσωπεύεται από το κάθε θεσμικό όργανο, δυνάμει της διοικητικής αυτονομίας του, για τα θέματα που αφορούν την αντίστοιχη λειτουργία του.»
6– Συναφώς, βλ. Becker, U., Artikel 282 (Rn. 15), Schwarze, J. (επιμέλεια), EU-Kommentar, 2η έκδοση, Nomos, Baden-Baden, 2009.
7– Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 759.
8– Αρχή της διοικητικής αυτονομίας η οποία, όπως επισήμανε η Επιτροπή, έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1957, 7/56, 3/57 έως 7/57, Algera κ.λπ. κατά Κοινής Συνελεύσεως (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 157).
9– Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-288/04, ΑΒ (Συλλογή 2005, σ. I-7837, σκέψη 31).
Full & Egal Universal Law Academy