ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 9ης Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑138/10
«DP grup» EOOD
κατά
Direktor na Agentsia «Mitnitsi»
(αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός 2913/92 – “Αποδοχή” της διασαφήσεως από την τελωνειακή αρχή – Εύρος της “αποδοχής” – Εκτίμηση της “αποδοχής” ως “αποφάσεως” – Άρθρο 4 του κανονισμού 2913/92 – Αποδοχή της διασαφήσεως με προειδοποίηση περί μεταγενέστερης εξακριβώσεως των στοιχείων κατόπιν εξετάσεως των εμπορευμάτων – Δυνατότητα προσβολής της “αποδοχής” – Πρόσβαση στα εθνικά δικαστήρια»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Administrativen sad Sofia-grad διατυπώνει τρία ερωτήματα που αφορούν, κατά κύριο λόγο, την ερμηνεία των άρθρων 4, 62 και 63 του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2). Τα ερωτήματα αυτά αφορούν ειδικότερα την καλούμενη «αποδοχή διασαφήσεων», πράξη της τελωνειακής αρχής ως προς το περιεχόμενο και τη φύση της οποίας, καθώς ως προς τη δυνατότητα προσβολής της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί.
2. Η βασική δυσκολία της παρούσας υποθέσεως έγκειται στη μικτή φύση της αποδοχής της διασαφήσεως, αφού αποτελεί πράξη η οποία ενσωματώνεται σε έγγραφο τυποποιημένο κατά το δίκαιο της Ένωσης, όπου συμπίπτουν διαφορετικές δηλώσεις βουλήσεως: του διασαφούντος το εμπόρευμα αφενός και των τελωνειακών αρχών αφετέρου. Οι αμφιβολίες που δημιουργούνται στο Administrativen sad Sofia-grad προκύπτουν από την ιδιάζουσα μορφή του εγγράφου στο οποίο αποτυπώνεται η επίμαχη πράξη.
I – Το νομικό πλαίσιο
3. Ο κανονισμός 2913/92 περιλαμβάνει στο άρθρο 4, σημείο 5, τον ακόλουθο ορισμό της «αποφάσεως»:
«Απόφαση: κάθε διοικητική πράξη που ανήκει στην τελωνειακή νομοθεσία, και λαμβάνεται από τελωνειακή αρχή, ρυθμίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση και παράγει έννομα αποτελέσματα για ένα ή περισσότερα καθορισμένα ή δυνάμενα να καθοριστούν πρόσωπα. Ο όρος αυτός καλύπτει, μεταξύ άλλων, μια δεσμευτική πληροφορία κατά την έννοια του άρθρου 12.»
4. Όσον αφορά την ακύρωση των αποφάσεων που απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού προβλέπει ιδιαίτερο καθεστώς.
«Ευνοϊκή για τον ενδιαφερόμενο απόφαση ακυρώνεται αν έχει εκδοθεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων και: ο αιτών γνώριζε ή έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι τα στοιχεία αυτά είναι ανακριβή ή ελλιπή και η απόφαση αυτή δεν θα είχε ληφθεί αν τα στοιχεία ήσαν ακριβή και πλήρη.»
5. Το καθεστώς των διασαφήσεων, καθώς και της αποδοχής και της μεταγενέστερης επανεξετάσεώς τους ρυθμίζεται στα άρθρα 62 επ. του κανονισμού 2913/92, σημαντικότερες δε είναι, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 62
1. Οι γραπτές διασαφήσεις πρέπει να συντάσσονται σε έντυπο σύμφωνα με τον προβλεπόμενο επίσημο τύπο εντύπου. Πρέπει [να είναι ενυπόγραφες και] να περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.
2. Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.
[…]
Άρθρο 63
Οι διασαφήσεις που πληρούν τους όρους του άρθρου 62 γίνονται αμέσως αποδεκτές από τις τελωνειακές αρχές, αν επιπλέον τα εμπορεύματα τα οποία αφορούν προσκομίζονται στο τελωνείο.
[…]
Άρθρο 65
Κατόπιν αιτήσεως του [διασαφητή], του επιτρέπεται να διορθώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία της διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές. Η διόρθωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφορά η διασάφηση εμπορεύματα άλλα από εκείνα τα οποία αφορούσε αρχικά.
Ωστόσο, δεν επιτρέπεται να γίνει καμία διόρθωση όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές:
α) είτε έχουν πληροφορήσει τον [διασαφητή] ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα·
β) είτε έχουν διαπιστώσει ανακρίβεια των εν λόγω στοιχείων·
γ) είτε έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων.
[…]
Άρθρο 66
1. Κατόπιν αιτήσεως του [διασαφητή], οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν διασάφηση που έχει ήδη γίνει αποδεκτή, εφόσον ο [διασαφητής] αποδείξει ότι το εμπόρευμα διασαφήθηκε κατά λάθος για το τελωνειακό καθεστώς που αντιστοιχεί στη διασάφηση ή ότι, λόγω ειδικών περιστάσεων, η υπαγωγή του εμπορεύματος στο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφήθηκε δεν αιτιολογείται πλέον.
Ωστόσο, αν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον [διασαφητή] ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα, η αίτηση ακύρωσης της διασάφησης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή μόνο μετά την πραγματοποίηση της εξέτασης αυτής.
2. Η διασάφηση δεν μπορεί να ακυρωθεί μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων, εκτός από τις περιπτώσεις που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής.
3. Η ακύρωση της διασάφησης δεν επιδρά στην εφαρμογή των ισχυουσών κατασταλτικών διατάξεων.
[…]
Άρθρο 68
Οι τελωνειακές αρχές για να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί είναι δυνατόν να προβούν:
α) σε έλεγχο των εγγράφων ο οποίος αφορά τη διασάφηση και τα συνημμένα έγγραφα. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν ενδεχομένως να απαιτήσουν από το [διασαφητή] να τους προσκομίσει άλλα έγγραφα για τη διαπίστωση της ακρίβειας των στοιχείων της διασάφησης·
β) σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο.
[…]
Άρθρο 71
1. Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα.
2. Όταν δεν πραγματοποιείται η επαλήθευση της διασάφησης, η εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρει η παράγραφος 1 βασίζεται στα στοιχεία της διασάφησης.
[…]
Άρθρο 78
1. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατόν να επανεξετάσουν τη διασάφηση, αυτεπαγγέλτως ή εφόσον το ζητήσει ο [διασαφητής], μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, μετά τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων και προκειμένου να διαπιστώσουν την ακρίβεια των στοιχείων της διασάφησης, να προβαίνουν σε έλεγχο των παραστατικών και εμπορικών στοιχείων των σχετικών με τις πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων, καθώς και με τις μεταγενέστερες εμπορικές πράξεις που αφορούν τα ίδια εμπορεύματα. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του [διασαφητή], κάθε προσώπου που ενδιαφέρεται άμεσα ή έμμεσα επαγγελματικά για τις εν λόγω πράξεις, καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που λόγω επαγγέλματος έχει στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα και στοιχεία. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν επίσης να εξετάσουν τα εμπορεύματα, όταν αυτά είναι ακόμα δυνατόν να προσκομιστούν.
3. Όταν από την επανεξέταση της διασάφησης ή τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά
6. Στις 13 Μαρτίου 2007, η εταιρία «DP grup» EOOD (στο εξής: DP grup), χρησιμοποιώντας το σχετικό έντυπο, υπέβαλε στο Τελωνείο του Kremikovtsi διασάφηση για την εισαγωγή από τη Βραζιλία εμπορεύματος που περιγραφόταν ως «κατεψυγμένο μπούτι γαλοπούλας, χωρίς κόκαλο, καρυκευμένο με άσπρο πιπέρι». Η διασάφηση έγινε δεκτή αυθημερόν, ενώ στο τετραγωνίδιο αριθ. 2 του ως άνω εντύπου τέθηκε ο αριθμός 07ВG005102Н0019921, η προσωπική σφραγίδα 1341 και η υπογραφή τελωνειακού οργάνου. Εντούτοις, ο τελωνειακός υπάλληλος που αποδέχτηκε τη διασάφηση σημείωσε στην οπίσθια όψη του εντύπου της διασαφήσεως τα εξής:
«Έγινε έλεγχος των σχετικών με το τετραγωνίδιο 44 δικαιολογητικών σύμφωνα με το άρθρο 218 του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Ο δασμολογικός κωδικός στο τετραγωνίδιο 33 ανταποκρίνεται στην περιγραφή του εμπορεύματος στο τετραγωνίδιο 31 και στο TARIC. Η δασμολογητέα αξία καθορίστηκε κατά το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα. Δεν πρόκειται για εμπόρευμα που τυγχάνει προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως. Συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θέση σε ανάλωση με ταυτόχρονη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Έκθεση για λεπτομερή τελωνειακό έλεγχο στον αερολιμένα της Σόφιας (αριθ. 120/13.3.2007). Λόγω της υπόνοιας για μη ορθή δασμολογική κατάταξη, ελήφθησαν δείγματα για εργαστηριακή ανάλυση στο Κεντρικό Χημείο (αίτηση ανάλυσης αριθ. 1/13.3.07). Κατάθεση εγγυήσεως σε μετρητά. Γνωμοδότηση του Κεντρικού Χημείου (αριθ. 00005/14.3.07). Γνωμοδότηση της Κεντρικής Τελωνειακής Υπηρεσίας για τη δασμολογική κατάταξη (αριθ. 4417/190/17.4/2007).»
7. Στις 25 Μαρτίου 2007, ο τελωνειακός υπάλληλος χορήγησε άδεια παραλαβής του εμπορεύματος.
8. Βάσει των αποτελεσμάτων της εργαστηριακής αναλύσεως, η τελωνειακή αρχή γνωστοποίησε στην DP grup με την από 17 Απριλίου 2007 επιστολή ότι είχε διαπιστωθεί παρατυπία της διασαφήσεως, λόγω εσφαλμένης δασμολογικής κατατάξεως του διασαφηθέντος εμπορεύματος, και κατά συνέπεια επέβαλε χρηματική κύρωση.
9. Η εταιρία DP grup προσέβαλε ενώπιον του Administrativen sad Sofia-grad την αποδοχή της διασαφήσεως, στηριζόμενη στο ότι ο διασαφητής, δηλαδή η ίδια, δεν είχε αναγράψει την ορθή δασμολογική κλάση, η δε τελωνειακή αρχή είχε δεχθεί την ως άνω δασμολογική κλάση και είχε «επιβεβαιώσει τον δασμολογικό κωδικό του εμπορεύματος» θέτοντας την υπογραφή της στην αποδοχή, πράγμα που, κατ’ αυτήν, αποτελούσε λόγο ακυρότητας.
10. Το Administrativen sad Sofia-grad εξέδωσε στις 21 Ιουλίου 2008 διάταξη κηρύσσοντας την προσφυγή απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε διοικητική πράξη τελωνειακής αρχής υποκείμενη σε προσφυγή. Κατόπιν αναιρέσεως της DP grup κατά της ως άνω απορριπτικής διατάξεως, το Varhoven administrativen sad έκρινε ότι παρανόμως το Administrativen sad Sofia-grad είχε κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη και ανέπεμψε σε αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.
11. Στο σημείο αυτό της εθνικής ένδικης διαδικασίας, το Administrativen sad Sofia-grad αποφάσισε την αναστολή της προκειμένου να υποβάλει την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
III – Τα υποβληθέντα ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
12. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαρτίου 2010, υποβάλλονται τα εξής τρία ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, να ερμηνευθεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, υπό την έννοια ότι υποχρεώνει την τελωνειακή αρχή να εξακριβώσει μόνον αν η τελωνειακή διασάφηση ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 62 του κανονισμού αυτού, ελέγχοντας απλώς τα σχετικά έγγραφα στον βαθμό μόνο που προβλέπει το άρθρο 68 του κανονισμού, και να λάβει απόφαση σχετικά με την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα και μόνο, εφόσον έχουν ανακύψει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του δασμολογικού κωδικού του εμπορεύματος και είναι αναγκαία η κατάρτιση εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του κωδικού αυτού;
2) Πρέπει η απόφαση της τελωνειακής αρχής για την άμεση αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, ως απόφαση τελωνειακής αρχής κατά το άρθρο 4, σημείο 5, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κώδικα αυτού, και μάλιστα σε σχέση με ολόκληρο το περιεχόμενο της υποβληθείσας τελωνειακής διασαφήσεως, εφόσον συντρέχουν ταυτόχρονα οι ακόλουθες περιστάσεις:
α) η απόφαση της τελωνειακής αρχής για την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως ελήφθη βάσει μόνο των εγγράφων που υποβλήθηκαν μαζί με την τελωνειακή διασάφηση,
β) κατά τη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων πριν από την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως, υπήρχε η υποψία ότι ο αναγραφόμενος δασμολογικός κωδικός του εμπορεύματος δεν ήταν ορθός,
γ) κατά τη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων πριν από την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως, τα στοιχεία για τα συστατικά του διασαφηθέντος εμπορεύματος που είχαν σημασία για τον ορθό προσδιορισμό του δασμολογικού κωδικού ήταν ελλιπή,
δ) κατά τον έλεγχο πριν από την αποδοχή της διασαφήσεως πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία ενόψει της καταρτίσεως εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης με σκοπό τον ορθό προσδιορισμό του δασμολογικού κωδικού του εμπορεύματος;
3) Πρέπει το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, να ερμηνευθεί, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, υπό την έννοια
α) ότι επιτρέπει να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου η νομιμότητα της αποδοχής της τελωνειακής διασαφήσεως μετά τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία ή
β) ότι η αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως είναι απρόσβλητη, διότι απλώς πιστοποιεί τη διασάφηση του εμπορεύματος ενώπιον των τελωνειακών αρχών, προσδιορίζει το χρονικό σημείο της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή και δεν συνιστά απόφαση της τελωνειακής αρχής επί των ζητημάτων της ορθής δασμολογικής κατατάξεως ή του ύψους των δασμών που οφείλονται βάσει της διασαφήσεως αυτής;»
13. Εκτός από το καθού στην κύρια διαδικασία, κατέθεσαν παρατηρήσεις, εντός της προθεσμίας του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η Βουλγαρική, η Τσεχική, η Ισπανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
14. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα στις 17 Μαρτίου 2011, υπέβαλαν προφορικώς παρατηρήσεις ο εκπρόσωπος του καθού και οι εκπρόσωποι των Κυβερνήσεων της Βουλγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Ισπανίας, καθώς και της Επιτροπής.
IV – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
15. Με τα τρία αυτά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις επί διαφόρων ζητημάτων σχετικά με το περιεχόμενο, το εύρος και τη νομική φύση της αποδοχής των διασαφήσεων από τις τελωνειακές αρχές.
16. Για να δώσω λυσιτελή απάντηση στο ερώτημα αυτό, θεωρώ σκόπιμο να υπογραμμίσω προηγουμένως τις βασικές πτυχές της τελωνειακής διαδικασίας, όπως προβλέπονται στον κανονισμό 2913/92.
17. Προϋπόθεση για τη δημιουργία Κοινού Δασμολογίου στο έδαφος της Ένωσης υπήρξε η θέσπιση κοινού καθεστώτος που θα εφαρμοζόταν στις διαδικασίες εισόδου, εξόδου και διαμετακομίσεως εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά (3). Προς τούτο, ο κανονισμός 2913/92, ενοποιώντας τα προγενέστερα κανονιστικά κείμενα, προβλέπει ότι κάθε εμπόρευμα πρέπει να υπάγεται σε ένα από τα τελωνειακά καθεστώτα που απαριθμούνται στο άρθρο 4, σημείο 16. Η πράξη με την οποία το εμπόρευμα εντάσσεται σε ορισμένο τελωνειακό καθεστώς, με όλες τις συνακόλουθες έννομες συνέπειες, λαμβάνει τη μορφή «διασαφήσεως» εκ μέρους του εισαγωγέα, η οποία μπορεί να υποβληθεί γραπτώς, μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας ή προφορικώς (4).
18. Η διασάφηση αυτή δεν αποτελεί ήσσονος σημασίας τύπο της τελωνειακής διαδικασίας, δεδομένου ότι έχει σημαντικά έννομα αποτελέσματα. Από το περιεχόμενό της, το οποίο καθορίζεται από το πρόσωπο που προσκομίζει τα εμπορεύματα, εξαρτάται το εφαρμοστέο τελωνειακό καθεστώς, καθώς και οι αντίστοιχοι δασμοί, αποτελώντας έτσι, κατά κάποιον τρόπο, τη «στιγμιαία φωτογραφική αποτύπωση» του αντικειμένου της διαδικασίας. Συναφώς, στα παραρτήματα 31 έως 34 του κανονισμού (ΕΚ) 2454/93 (5) προβλέπονται οι συγκεκριμένες μορφές του εγγράφου με το οποίο πραγματοποιείται η διασάφηση, με σαφή αναφορά, στα σχετικά τετραγωνίδια, των στοιχείων που πρέπει να προσκομισθούν ενώπιον της τελωνειακής αρχής προκειμένου αυτή να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις.
19. Η υπό εξέταση διασάφηση περιορίζεται έτσι σε συγκεκριμένο και τυποποιημένο περιεχόμενο, χωρίς να είναι δυνατόν, χάριν αποτελεσματικότητας, να προστεθούν και άλλα στοιχεία επιπλέον εκείνων που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 62 του κανονισμού 2913/92. Η ως άνω διάταξη επιβάλλει μόνο να περιέχει η διασάφηση την υπογραφή του διασαφητή και τα «στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το [αντίστοιχο] τελωνειακό καθεστώς».
20. Η αυστηρότητα αυτή επιβάλλεται από την ανάγκη να συμβιβασθούν οι σκοποί της ταχύτητας και της ασφάλειας δικαίου, από τους οποίους διαπνέονται τα τελωνειακά καθεστώτα. Λαμβάνοντας υπόψη τις προφανείς γραφειοκρατικής μορφής δυσκολίες που συνεπάγεται η απαρέγκλιτη εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και ο έλεγχος της τηρήσεώς της, ο κανονισμός 2913/92 υποχρεώνει τον διασαφητή να εκθέσει αποκλειστικά και μόνο κάποια συγκεκριμένα στοιχεία (6). Ομοίως, το δικαίωμα διορθώσεως της διασαφήσεως περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι τελωνειακές αρχές δεν έχουν εξετάσει τα εμπορεύματα ούτε έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο διασαφητής παρακινείται να παράσχει αληθείς και ορθές πληροφορίες, διότι διαφορετικά κινδυνεύει να του επιβληθεί κύρωση (7).
21. Αφετέρου, οι διοικητικές αρχές υποχρεούνται να δεχθούν αμέσως τη διασάφηση εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 62 του κανονισμού 2913/92 και τα εμπορεύματα έχουν προσκομισθεί στο τελωνείο. Η «αποδοχή» της διασαφήσεως αποτελεί επίσης πράξη, αυτή τη φορά της τελωνειακής αρχής, έχουσα σημαντικές έννομες συνέπειες. Η σπουδαιότερη εξ αυτών έχει χρονικό χαρακτήρα, καθόσον η ημερομηνία της εν λόγω αποδοχής είναι, κατά γενικό κανόνα, η στιγμή από την οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων (8). Ομοίως, μετά την αποδοχή, επιτρέπεται στον διασαφητή να διορθώσει ενδεχομένως ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία της διασαφήσεως (9), υπό τον όρο ότι οι αρχές δεν προβαίνουν σε εξέταση των εμπορευμάτων ούτε θεωρούν ότι η διασάφηση περιέχει ανακριβή στοιχεία.
22. Εν τέλει, η «διασάφηση» προβλέπεται ως πράξη με την οποία ζητείται η έναρξη της τελωνειακής διαδικασίας, ενώ η «αποδοχή» της διασαφήσεως αποτελεί την πράξη με την οποία άρχεται τυπικώς η εν λόγω διαδικασία. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι δύο πράξεις αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθόσον αποτυπώνονται ταυτοχρόνως σε ένα μόνο έγγραφο, για το περιεχόμενο του οποίου ευθύνονται ταυτοχρόνως διαφορετικά υποκείμενα δικαίου. Εντούτοις, η σύγκλιση μεταξύ των δύο πράξεων δεν αναιρεί τον αυτοτελή χαρακτήρα της καθεμίας. Η ύπαρξη της διασαφήσεως αποτελεί προϋπόθεση του υποστατού της αποδοχής, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η αποδοχή δεν μπορεί να εκτιμάται χωριστά. Η κάθε πράξη έχει το δικό της καθεστώς, καταρτίζεται από διαφορετικό υποκείμενο δικαίου και έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Ακριβώς η αυτοτέλεια της αποδοχής είναι το χαρακτηριστικό για το οποίο διερωτάται το αιτούν δικαστήριο, αυτοτέλεια η οποία, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, έχει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες.
Β – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
23. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 63 του κανονισμού 2913/92, κατά το οποίο οι γραπτές διασαφήσεις, αφού διαπιστωθεί ότι πληρούν «τους όρους του άρθρου 62», πρέπει να «γίνονται αμέσως αποδεκτές από τις τελωνειακές αρχές, αν επιπλέον τα εμπορεύματα τα οποία αφορούν προσκομίζονται στο τελωνείο». Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν, στην περίπτωση που ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του δασμολογικού κωδικού του διασαφηθέντος εμπορεύματος, και εφόσον η τελωνειακή αρχή έχει ζητήσει την κατάρτιση εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του εν λόγω κωδικού, η κατά το άρθρο 63 αποδοχή αφορά μόνο την εκπλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 62 ή αν, αντιθέτως, εμπεριέχει τον έλεγχο και άλλων στοιχείων της διασαφήσεως.
24. Όπως εξέθεσα στα σημεία 19 και 20 των ανά χείρας προτάσεων, σκοπός του τυποποιημένου συστήματος διασαφήσεως και αποδοχής είναι να διευκολύνει την ορθή τήρηση και τον έλεγχο των τελωνειακών διατυπώσεων. Ο διασαφητής έχει την υποχρέωση να παράσχει ορισμένα στοιχεία κατά τη διασάφηση, η δε αποδοχή περιορίζεται στην επαλήθευσή τους. Η αυτοματοποίηση αυτή είναι σημαντική, αφού προσφέρει ασφάλεια δικαίου τόσο στους οικονομικούς φορείς όσο και στη διοικητική αρχή, περιορίζοντας έτσι τη διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της ελεγκτικής αρμοδιότητας των αρχών. Αφετέρου, ο διασαφητής παρακινείται να παράσχει αληθή στοιχεία, διαφορετικά, σε περίπτωση που εγείρει υπόνοιες και αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως, θα απολέσει το δικαίωμά του στη διόρθωση. Συνεπώς, η αυστηρή ρύθμιση της διασαφήσεως και της αποδοχής αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο του συστήματος (10).
25. Ακριβώς επειδή το άρθρο 63 του κανονισμού 2913/92 απαιτεί μόνο τη συνδρομή τριών στοιχείων (υπογραφή, «αναγκαία στοιχεία» και εμπορεύματα), η διάταξη αυτή υποχρεώνει την αρχή σε αποδοχή, εφόσον διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία αυτά συντρέχουν. Όπως προκύπτει από το γράμμα της ως άνω διατάξεως, η εν λόγω πράξη εκδίδεται εντός ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου το οποίο περιορίζει σημαντικά τη διακριτική ευχέρεια της τελωνειακής αρχής. Η διασάφηση όχι απλώς γίνεται δεκτή, αλλά πρέπει να γίνει δεκτή «αμέσως» όταν πληρούνται «οι όροι του άρθρου 62», όπως, εξάλλου, συνέβη εν προκειμένω.
26. Με βάση τα ανωτέρω επισημαίνεται ότι το άνω άρθρο 63 εμποδίζει την τελωνειακή αρχή να αρνηθεί την αποδοχή βάσει στοιχείων διαφορετικών από εκείνα που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη. Εκ πρώτης όψεως, ένα τέτοιο συμπέρασμα θα μπορούσε να φαίνεται κάπως άκαμπτο, αλλά αν εξεταστεί η διαδικασία στο σύνολό της η λύση αυτή είναι απολύτως εύλογη.
27. Συγκεκριμένα, η τελωνειακή αρχή η οποία εκτιμά ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 63 υποχρεούται να προβεί («αμέσως») στην αποδοχή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτει εν συνεχεία άλλες εξουσίες για να επαληθεύσει την τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας. Απεναντίας, το άρθρο 68 επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να προβούν όχι μόνο σε έλεγχο εγγράφων όσον αφορά τη διασάφηση και τα συνημμένα έγγραφα, αλλά και σε εξέταση των εμπορευμάτων, περιλαμβανομένης της δειγματοληψίας για λεπτομερή έλεγχο. Η δεύτερη αυτή δυνατότητα, η εξέταση του εμπορεύματος, σημαίνει ότι η διοικητική αρχή μπορεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα βάσει των μεταγενεστέρων αποτελεσμάτων. Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι η τελωνειακή αρχή υπόκειται σε περιορισμούς όταν πραγματοποιεί τον έλεγχό της κατά τη στιγμή της αποδοχής, τούτο όμως ουδόλως περιορίζει την εξουσία της να επαληθεύσει την ακρίβεια των στοιχείων που παρέσχε ο διασαφητής.
28. Ως εκ τούτου, και συμφωνώντας με όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εκτιμώ ότι το προπαρατεθέν άρθρο 63 θέτει αυστηρό πλαίσιο όσον αφορά την εξακρίβωση στην οποία προβαίνει η τελωνειακή αρχή, περιορίζοντας τον έλεγχο που ασκεί στη διασάφηση αποκλειστικά και μόνο στις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη. Δεδομένου όμως ότι, όπως διευκρίνισα, τίποτε δεν εμποδίζει τις τελωνειακές αρχές να προβούν σε εξέταση των εμπορευμάτων, τα αποτελέσματα της οποίας μπορεί να προκύψουν σε χρόνο μεταγενέστερο της χορηγήσεως άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων, το γεγονός ότι ο κατά το άρθρο 63 έλεγχος υπόκειται σε περιορισμούς δεν περιστέλλει τις ελεγκτικές εξουσίες της Διοικήσεως (11). Απεναντίας, το καθεστώς του κανονισμού 2913/92 αποβλέπει σε ταχεία και τυποποιημένη διαδικασία, η οποία όμως εγγυάται την τακτοποίηση της νομικής καταστάσεως, έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο.
29. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο της «αποδοχής» της διασαφήσεως, υποχρεώνει την τελωνειακή αρχή να προβεί αποκλειστικώς σε έλεγχο της συμμορφώσεως της διασαφήσεως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 62 του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, η εν λόγω αρχή περιορίζεται να προβεί σε έλεγχο μόνο των εγγράφων εντός του πλαισίου του άρθρου 63 του κανονισμού και να εκδώσει απόφαση ως προς την αποδοχή της διασαφήσεως βάσει μόνο των προσκομισθέντων εγγράφων.
Γ – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
30. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει κατόπιν τις αμφιβολίες του ως προς τη νομική φύση της αποδοχής της διασαφήσεως υπό συνθήκες όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία οι τελωνειακές αρχές, πριν προβούν στην αποδοχή, έλαβαν δείγματα του εμπορεύματος προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής ονοματολογίας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η αποδοχή, ως πράξη των τελωνειακών αρχών, συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92.
31. Στο σημείο αυτό, διαπιστώνεται η έντονη διαφορά απόψεων τόσο μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, πράγμα αναμενόμενο, όσο και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα δίκη. Ενώ η DP-grup υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι η αποδοχή στην οποία προέβησαν οι τελωνειακές αρχές έχει χαρακτήρα «αποφάσεως», όπως υποστηρίχθηκε και από το Βασίλειο της Ισπανίας και την Επιτροπή κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το καθού, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Τσεχική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έχουν αντίθετη άποψη. Εντούτοις, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, η διαφορά απόψεων είναι περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική, διότι, με εξαίρεση την DP-grup, όλοι θεωρούν, έστω και με διαφορετικά επιχειρήματα, ότι η προσβολή της αποδοχής δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έρεισμα για τα επί της ουσίας αιτήματα της αναιρεσείουσας.
32. Ως γνωστόν, το άρθρο 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92 εστιάζει τον ορισμό της «αποφάσεως» στην ικανότητα της πράξεως να παραγάγει «έννομα αποτελέσματα για ένα ή περισσότερα καθορισμένα ή δυνάμενα να καθοριστούν πρόσωπα». Μια τόσο λιτή περιγραφή, βασισμένη σε αποτελέσματα τα οποία δεν προσδιορίζονται στον κανονισμό, εξηγεί γιατί ήταν αναγκαία πρόσθετα κριτήρια για τη διαμόρφωση αυτοτελούς εννοίας της «αποφάσεως». Έτσι, στις προτάσεις του στην υπόθεση de Andrade (12), ο γενικός εισαγγελέας Α. Fennelly εκτίμησε ότι, επιπλέον των κριτηρίων του προπαρατεθέντος άρθρου 4, σημείο 5, η «απόφαση» πρέπει να αποτελεί «την [έκφραση της ασκήσεως] εκτιμήσεως ή διακριτικής ευχέρειας», καθόσον συνιστά «πράξη εκδοθείσα κατόπιν εξετάσεως διαφόρων παραγόντων και, κατά το κοινοτικό δίκαιο, η πράξη αυτή πρέπει να εκθέτει τους λόγους ή τις αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτή την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, προκειμένου ο αποδέκτης της να είναι σε θέση να αμφισβητήσει αποτελεσματικά το κύρος της» (13).
33. Σύμφωνα με τον ορισμό τον οποίο πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Fennelly, με τον οποίο συμφώνησε το Δικαστήριο, υιοθετώντας την ίδια λύση στην προαναφερθείσα υπόθεση, εκτιμώ ότι, προκειμένου να αποτελεί «απόφαση» μια πράξη της τελωνειακής αρχής, είναι αναγκαίο να προσδιορίζει τον αποδέκτη, να παράγει έννομα αποτελέσματα και, επίσης, να αποτελεί έκφραση και αποτέλεσμα της ασκήσεως διακριτικής ευχέρειας.
34. Όσον αφορά τον προσδιορισμό του αποδέκτη, είναι πρόδηλο ότι η αποδοχή της διασαφήσεως πληροί πάντοτε αυτήν την προϋπόθεση, αφού ένα από τα κατά το άρθρο 62 προαπαιτούμενα είναι η υπογραφή του διασαφητή. Αν το πρόσωπο αυτό δεν κατανομάζεται στη διασάφηση, δεν μπορεί να υπάρξει αποδοχή, οπότε αυτή αφορά πάντοτε καθορισμένο πρόσωπο.
35. Ομοίως, η αποδοχή έχει έννομα αποτελέσματα για τον αποδέκτη, είτε χορηγηθεί είτε όχι. Στην πρώτη περίπτωση, η αποδοχή αποτελεί το χρονικό σημείο από το οποίο γεννάται η τελωνειακή έννομη σχέση, οπότε από τη στιγμή αυτή οφείλονται οι δασμοί που προβλέπονται στο αντίστοιχο τελωνειακό καθεστώς (14). Στη δεύτερη περίπτωση, η άρνηση αποδοχής εμποδίζει την υπαγωγή του εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς, με σημαντικές οικονομικές και, ως εκ τούτου, και νομικές, συνέπειες. Επομένως, η αποδοχή της διασαφήσεως παράγει έννομα αποτελέσματα κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92.
36. Τέλος, πρέπει να εκτιμηθεί αν η απόφαση της τελωνειακής αρχής περί αποδοχής έχει χαρακτηριστικά διακριτικής ευχέρειας. Ο χαρακτήρας διακριτικής ευχέρειας μπορεί να απορρέει από μια γνωστική διαδικασία που αφορά το πραγματικό του προς εφαρμογή κανόνα, ή να έγκειται σε νομική εκτίμηση ως προς την έννομη συνέπεια της πληρώσεως του πραγματικού αυτού (15). Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διακριτική ευχέρεια προκύπτει κατά τη στιγμή της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του κανόνα, ή κατά τη στιγμή του καθορισμού των συνεπειών της εν λόγω υπαγωγής, εφόσον ως προς τις συνέπειες αυτές μπορούν να δοθούν περισσότερες από μία λύσεις.
37. Στην περίπτωση της αποδοχής διασαφήσεων, είναι πρόδηλο ότι η διακριτική ευχέρεια εντοπίζεται, όπως συνάγεται από τα άρθρα 62 και 63 του κανονισμού 2913/92, στο πραγματικό. Η τελωνειακή αρχή οφείλει να προβεί στην αποδοχή όταν πληρούνται οι τρεις προπαρατεθέντες όροι: υποβολή ενυπόγραφης διασαφήσεως, παροχή των αναγκαίων στοιχείων για την επιβολή του αντίστοιχου τελωνειακού καθεστώτος και προσκόμιση του εμπορεύματος. Από τους τρεις όρους, ο δεύτερος παρέχει στην τελωνειακή αρχή περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, δεδομένου ότι πρέπει να διευκρινιστεί αν ο διασαφητής παρέχει ή όχι τα «αναγκαία» στοιχεία. Η έννομη συνέπεια όμως του άρθρου 63 δεν καταλείπει καμία διακριτική ευχέρεια στην εν λόγω αρχή: είτε δέχεται είτε δεν δέχεται τη διασάφηση.
38. Ως εκ τούτου, η εξουσία εκτιμήσεως των τελωνειακών αρχών όσον αφορά το αν τα στοιχεία είναι «αναγκαία» αποτελεί τη μόνη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν. Μολονότι δε πρόκειται για συγκεκριμένη παράμετρο, πάντως υπάρχει ως προς την αποδοχή κάποιο μικρό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας (16).
39. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αποδοχή της διασαφήσεως, ως πράξης των τελωνειακών αρχών η οποία προσδιορίζει τον αποδέκτη της, παράγει έννομα αποτελέσματα και εμπεριέχει στοιχεία διακριτικής ευχέρειας, αποτελεί «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92.
Δ – Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
40. Το τρίτο και τελευταίο ερώτημα που υποβάλλεται από το Administrativen sad Sofia-grad αφορά τη δυνατότητα να προσβληθεί η αποδοχή στην οποία προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές.
41. Τα άρθρα 243 έως 246 του κανονισμού 2913/92 ρυθμίζουν το σύστημα των προσφυγών κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών. Οι εν λόγω διατάξεις εγγυώνται το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει κατά αποφάσεων των τελωνειακών αρχών «οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά», είτε αυτές είναι ρητές είτε είναι σιωπηρές (17).
42. Αφετέρου, ως συμπλήρωμα των ως άνω διατάξεων, το άρθρο 9 του προπαρατεθέντος κανονισμού προβλέπει το σύστημα ανακλήσεως των πράξεων των τελωνειακών αρχών, επιτρέποντας σε κάθε περίπτωση την επανεξέταση των δυσμενών πράξεων, αλλά και των επωφελών πράξεων όταν ο αιτών ενήργησε κακοπίστως ή παρανόμως.
43. Ο αριθμός των διατάξεων που αφορούν τις προσφυγές και την ανάκληση αποδεικνύει ότι όλες οι πράξεις των τελωνειακών αρχών που παράγουν αποτελέσματα, είτε ευμενή είτε δυσμενή, υπόκεινται σε επανεξέταση, είτε από την ίδια τη διοικητική αρχή που τις εκδίδει είτε από τα δικαστήρια. Η αποτελεσματικότητα που χαρακτηρίζει το τελωνειακό καθεστώς δεν επιτρέπει καταρχήν να τεθούν όρια όσον αφορά τη δυνατότητα προσβολής των πράξεων που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές, πράγμα συνεπές προς τη σπουδαιότητα που αποδίδει η έννομη τάξη της Ένωσης στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
44. Συγκεκριμένα, η Ένωση διασφαλίζει το δικαίωμα να ζητείται δικαστική προστασία έναντι οποιασδήποτε πράξεως η οποία βλάπτει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τα θεμιτά συμφέροντα που αναγνωρίζονται από την Ένωση, αποδίδοντας κυρίως σημασία στην αποτελεσματικότητα της προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου, τόσο υπό την έννοια ότι η προσφυγή πρέπει να μπορεί, από νομικής πλευράς, να επιφέρει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την ανόρθωση της καταγγελθείσας ζημίας, όσο και υπό την έννοια ότι πρέπει να συνιστά χρήσιμο βοήθημα, ήτοι, η άσκησή της να υπόκειται σε όρους που δεν την καθιστούν ανέφικτη ή εξαιρετικά δυσχερή (18). Τούτο διαπιστώνεται από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και από την πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης (19). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ερμηνεία του κανονισμού 2913/92 η οποία να αποκλείει ή να περιορίζει την πρόσβαση του διασαφητή σε εθνικό δικαστήριο.
45. Όσον αφορά την αποδοχή εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, που, εν τέλει, είναι η περίπτωση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
46. Αφού έχει επιβεβαιωθεί ότι η αποδοχή συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5 του κανονισμού 2913/92, υπάρχει τεκμήριο ότι είναι δυνατή η προσβολή της για τον λόγο και μόνο ότι εμπίπτει στον ορισμό αυτό. Μια πράξη η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα για ιδιώτη μπορεί πάντοτε να αποτελέσει τελικά αντικείμενο διαφοράς. Ως εκ τούτου, και παρά τα όσα εισηγείται η Ολλανδική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η «απόφαση» δεν αποκτά την ιδιότητα αυτή λόγω του ότι υπόκειται σε προσφυγή, αλλά υπόκειται σε προσφυγή λόγω του ότι είναι «απόφαση».
47. Ομοίως, όταν γίνεται αναφορά στην «αποδοχή», πρέπει να λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία έννοια, δηλαδή τόσο ως θετική όσο και ως αρνητική απάντηση, αφού η τελωνειακή αρχή μπορεί να απορρίψει τη διασάφηση που της υποβάλλεται και, κατά συνέπεια, να επηρεάσει αρνητικά τη νομική κατάσταση του διασαφητή. Στην περίπτωση αυτή, η αποδοχή, ή μάλλον η άρνηση αποδοχής εκ μέρους της τελωνειακής αρχής, υπόκειται πάντοτε σε προσφυγή βάσει του άρθρου 243 του κανονισμού 2913/92.
48. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αποδοχή είναι απόφαση που υποβάλλεται σε όρια και έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, όπως εξέθεσα στα σημεία 24 έως 29 των ανά χείρας προτάσεων. Το άρθρο 63 του κανονισμού 2913/92 προβλέπει διακριτική ευχέρεια των τελωνειακών αρχών μόνο ως προς τις παραμέτρους που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη, μέσω παραπομπής στο άρθρο 62, περιορίζοντας την εξουσία λήψεως αποφάσεων της δημόσιας αρχής στη διαπίστωση της υπογραφής, της προσκομίσεως των εμπορευμάτων και της υποβολής των αναγκαίων εγγράφων. Έχω εξηγήσει ότι το τελευταίο αυτό στοιχείο συνεπάγεται την άσκηση κάποιας, έστω και μικρής, διακριτικής ευχέρειας, εν πάση περιπτώσει όμως η αποδοχή μπορεί να αφορά μόνο τις τρεις παραμέτρους που μόλις αναφέρθηκαν. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα προσβολής, καθώς και η επανεξέταση, της αποφάσεως αποδοχής μπορεί να αφορά μόνο ένα από τα προαναφερθέντα τρία στοιχεία επί των οποίων αποφαίνεται η τελωνειακή αρχή.
49. Εστιάζοντας τώρα στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η DP-grup προσέφυγε κατά της αποδοχής στην οποία προέβησαν οι βουλγαρικές τελωνειακές αρχές σε σχέση με την επίμαχη διασάφηση, αποδοχή η οποία εν προκειμένω έγινε με χρήση της ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 68, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92, δηλαδή με προειδοποίηση για τα τυχόν αποτελέσματα της εξετάσεως του εμπορεύματος. Τούτο σημείωσε η βουλγαρική τελωνειακή αρχή στην οπίσθια όψη της διασαφήσεως, οι δε επιφυλάξεις της σχετικά με την ορθότητα της δηλωθείσας δασμολογικής κατατάξεως αποδείχθηκαν εύλογες, αφού πράγματι οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη σφάλματος του διασαφητή, από τον οποίο εν συνεχεία ζητήθηκαν συμπληρωματικοί δασμοί. Μόνο αφού πληροφορήθηκε ότι οι τελωνειακές αρχές απαιτούσαν από αυτόν τους εν λόγω δασμούς, αποφάσισε ο διασαφητής να προσφύγει κατά της αρχικής αποδοχής.
50. Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η αποδοχή της διασαφήσεως εκ μέρους των τελωνειακών αρχών δεν συνιστούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή. Συγκεκριμένα, η αποδοχή ήταν, όπως έχω εκθέσει, «απόφαση» που παρήγε έννομα αποτελέσματα και συνεπαγόταν άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επρόκειτο, εν τέλει, για πράξη υποκείμενη σε προσφυγή για τους σκοπούς του άρθρου 243 του κανονισμού 2913/92, διότι επηρεάζει τη νομική κατάσταση του διασαφητή.
51. Πάντως, η τελωνειακή αρχή δεν έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με την κατάταξη που πρέπει να γίνει στα εμπορεύματα που εισάγονται. Η αποδοχή, όπως εξέθεσα στα σημεία 24 έως 29 των ανά χείρας προτάσεων, αποτελεί την επίσημη διαπίστωση ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 63 του κανονισμού 2913/92. Στην πραγματικότητα, η αποδοχή δεν συνεπάγεται την άσκηση οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας, παρά μόνον σε ό,τι αφορά την επαλήθευση ότι προσκομίστηκαν στη διαδικασία τα αναγκαία έγγραφα. Σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη, η αποδοχή είναι απόφαση που όχι μόνο δεν αποτελεί την ίδια την πράξη κατατάξεως, αλλά επιτρέπει στην τελωνειακή αρχή να προβεί, αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο, σε επαλήθευση ή διόρθωση ή να απαιτήσει την ορθή τήρηση της νομοθεσίας. Με άλλα λόγια, η αποδοχή δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως για τη δασμολογική κατάταξη, αλλά προπαρασκευαστικής πράξεως που επιτρέπει την έναρξη της διαδικασίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η προσβολή της αποδοχής μπορεί ασφαλώς να αφορά τα στοιχεία που απαριθμούνται στο προπαρατεθέν άρθρο 63, αυτό όμως που δεν μπορεί να επιβάλει ο κανονισμός είναι ένα καθολικό ένδικο βοήθημα διαμέσου της αποδοχής, το οποίο να επιτρέπει την προσβολή οποιουδήποτε σχετικού με την τελωνειακή νομοθεσία σημείου.
52. Στην υπό κρίση υπόθεση, το αίτημα της DP-grup αφορά τη δασμολογική κατάταξη που «επικύρωσαν» οι τελωνειακές αρχές τη στιγμή κατά την οποία δέχθηκαν τη διασάφηση, αλλά όχι την αποδοχή αυτή καθεαυτή, ιδίως μάλιστα καθόσον το σφάλμα που προσάπτεται στη αποδοχή δεν ανάγεται σε αυτήν, αλλά στη διασάφηση της DP-grup. Ο σκοπός της αναιρεσείουσας δεν είναι, ως εκ τούτου, να προσβάλει πράξη θίγoυσα τα δικαιώματά της, αλλά να επιτύχει την ακύρωση πράξεως που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να της επιβληθεί διοικητική κύρωση.
53. Συνεπώς, βάσει όλων των ανωτέρω, το άρθρο 63 του κανονισμού 2913/92, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 243 του εν λόγω κανονισμού, έχει την έννοια ότι ο διασαφητής δύναται να αμφισβητήσει ενώπιον των δικαστηρίων το σύννομο της αποδοχής της διασαφήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο λόγος ακυρώσεως αφορά την επαλήθευση από την τελωνειακή αρχή της συνδρομής κάποιας εκ των βασικών προϋποθέσεων της αποδοχής, που απαριθμούνται στο ως άνω άρθρο 63.
V – Πρόταση
54. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Administrativen sad Sofia grad ως εξής:
«1) Το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει την τελωνειακή αρχή να προβεί αποκλειστικώς σε έλεγχο της συμμορφώσεως της διασαφήσεως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 62 του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, η εν λόγω αρχή περιορίζεται να προβεί σε έλεγχο μόνο των εγγράφων εντός του πλαισίου του άρθρου 63 του κανονισμού και να εκδώσει απόφαση ως προς την αποδοχή της διασαφήσεως βάσει μόνο των προσκομισθέντων εγγράφων, ακόμη και όταν έχουν ανακύψει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του δασμολογικού κωδικού του εμπορεύματος και είναι αναγκαία η πραγματογνωμοσύνη για τον προσδιορισμό του κωδικού αυτού.
2) Η αποδοχή της διασαφήσεως, ως πράξη των τελωνειακών αρχών η οποία προσδιορίζει τον αποδέκτη της, παράγει έννομα αποτελέσματα και εμπεριέχει στοιχεία διακριτικής ευχέρειας, αποτελεί “απόφαση” κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92.
3) Το άρθρο 63 του κανονισμού 2913/92, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 243 του εν λόγω κανονισμού, έχει την έννοια ότι ο διασαφητής δύναται να αμφισβητήσει ενώπιον των δικαστηρίων το σύννομο της αποδοχής της διασαφήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο λόγος ακυρώσεως αφορά την επαλήθευση από την τελωνειακή αρχή της συνδρομής κάποιας εκ των βασικών προϋποθέσεων της αποδοχής, που απαριθμούνται στο ως άνω άρθρο 63.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 (ΕΕ L 302, σ. 1).
3 – Γενικώς, βλ. Berr C.J., και Trémeau H., Ledroitdouanier, Communautaireetnational, 7η έκδ., 2006.
4 – Άρθρο 61 του κανονισμού 2913/92.
5 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
6 – Βλ. Fabio, M., Customs Law of the European Union, έκδ. Wolters Kluwer, 2010, παράγραφοι 6.2.1 έως 6.2.3.
7 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Miguel Poiares Maduro της 25ης Μαΐου 2005 στην υπόθεση C‑468/03, Overland Footwear (απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Συλλογή 2005, σ. Ι‑8937, σημεία 33 έως 35).
8 – Άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΚ) 2913/92.
9 – Άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΚ) 2913/92.
10 – Βλ. Lyons, T., EC Customs Law, έκδ. Oxford University Press, Οξφόρδη, 2001, σ. 283 επ..
11 – Υπό την έννοια αυτή, είναι εύγλωττες οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά της 28ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-66/99, Wandel GMBH (απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, σημείο 46), καθόσον υπενθυμίζεται ότι η αποδοχή γίνεται υπό αίρεση σε περίπτωση εξετάσεως των εμπορευμάτων: «Το γράμμα και η ανάγκη διασφαλίσεως του χρήσιμου αποτελέσματος των ανωτέρω διατάξεων καθιστούν φανερό ότι, κατά τη στιγμή αποδοχής χωρίς επαλήθευση των στοιχείων της διασαφήσεως, όχι μόνο γεννάται η τελωνειακή οφειλή, αλλά προσδιορίζεται και οριστικώς το ύψος της. Αντιθέτως, σε περίπτωση αποδοχής διασαφήσεως που συνοδεύεται από διαταγή επαληθεύσεως των στοιχείων της τελευταίας, η τελωνειακή οφειλή τυπικώς μεν ανακύπτει, πλην όμως δεν καθίσταται οριστική, διότι, έως ότου ελεγχθούν τα εμπορεύματα και εξακριβωθούν τα στοιχεία της διασαφήσεως, το ύψος της συγκεκριμένης οφειλής δεν έχει ουσιαστικά και οριστικά προσδιορισθεί και βεβαιωθεί. Kατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, έως την επαλήθευση των ανωτέρω στοιχείων δεν έχουν οριστικώς επιβληθεί οι νομίμως οφειλόμενοι δασμοί, οπότε τα επίμαχα εμπορεύματα δεν έχουν ακόμη τεθεί οριστικώς σε ελεύθερη κυκλοφορία.»
12 – Προτάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-213/99 (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, Συλλογή 2000, σ. I‑11083).
13 – Σημείο 55 των ως άνω προτάσεων.
14 – Άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΚ) 2913/92.
15 – Βλ., γενικώς, Koch, H.J., Unbestimmte Rechtsbegriffe und Ermessensermächtigungen im Verwaltungsrecht, Metzner, Φρανκφούρτη, 1979 και Bacigalupo, M., La discrecionalidad administrativa. Estructura normativa, control judicial y límites constitucionales de su atribución, Marcial Pons, Μαδρίτη, 1997, καθώς και τη συγκριτική ανάλυση και την ανάλυση του δικαίου της Ένωσης από τον von Danwitz, T., Europäisches Verwaltungsrecht, Springer, Βερολίνο-Χαϊδελβέργη, 2008, σ. 30, 33, 50, 71, 87, 107 και 361 επ.
16 – Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ορισμένα δικαστήρια των κρατών μελών έχουν αποφανθεί για το ζήτημα αυτό, σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς να θεωρήσουν απαραίτητη την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, έχουν δε επίσης κρίνει ότι η αποδοχή συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, του κανονισμού 2913/92. Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, τις αποφάσεις του γερμανικού Bundesfinanzhof της 21ης Ιουλίου 2009 (VII R 2/08) και της 5ης Οκτωβρίου 2009 (VII B 254/98).
17 – Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 γίνεται αναφορά στη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της παραλείψεως των τελωνειακών αρχών να απαντήσουν.
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψεις 18 και 19)· της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 14)· της 27ης Νοεμβρίου 2001, C‑424/99, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2001, σ. I‑9285, σκέψη 45)· της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 39)· της 19ης Ιουνίου 2003, C‑467/01, Eribrand (Συλλογή 2003, σ. I‑6471, σκέψη 61), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑279/09, DEB Deutsche Energiehandels-und Beratungsgesellschaft (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
19 – Για το άρθρο 47 του Χάρτη και τη σχέση του με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βλ. προτάσεις μου της 1ης Μαρτίου 2011 στην υπόθεση C‑69/10, Samba Diouf (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου), σημεία 38 έως 44, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 5ης Απριλίου 2011 στην υπόθεση C‑108/10, Scattolon (που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου), σημεία 122 έως 126.
Full & Egal Universal Law Academy