ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 7ης Ιουλίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑140/10
Greenstar-Kanzi Europe NV
κατά
Jean Hustin,
Jo Goossens
[αίτηση του Hof van Cassatie (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Καθεστώς κοινοτικής προστασίας νέων φυτικών ποικιλιών – Δικαιούχος – Σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως – Παράβαση, εκ μέρους του αδειούχου, όρων της συμβάσεως στις σχέσεις του με τρίτους – Αγωγή επί παραβάσει κατά τρίτου – Αρχή της αναλώσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Hof van Cassatie (Βέλγιο) αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (2), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 873/2004 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 (3).
2. Πρόκειται για υπόθεση η οποία προσφέρει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί επί των ειδικών προβλημάτων που θέτει, εντός του γενικότερου πλαισίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, το κοινοτικό καθεστώς προστασίας των φυτικών ποικιλιών, όσον αφορά ιδίως τη διάσταση που υφίσταται μεταξύ του καθεστώτος που ο ανωτέρω κανονισμός προβλέπει για το υλικό αναπαραγωγής (εν προκειμένω, τις μηλιές Nicoter) και εκείνου που καθιερώνει για το υλικό συγκομιδής (εν προκειμένω, τα μήλα Kanzi).
3. Το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αν ο κάτοχος κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας δύναται να επικαλεσθεί τα αποκλειστικά δικαιώματά του, βάσει του κανονισμού 2100/94, προκειμένου να ασκήσει αγωγή επί παραβάσει κατά τρίτων ή εάν, αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα δικαιώματα του εν λόγω κατόχου αναλώνονται στην περίπτωση κατά την οποία αδειούχος έχει πωλήσει σε τρίτους υλικό της ποικιλίας που αποτελεί αντικείμενο της κοινοτικής προστασίας, χωρίς να έχει επιβάλει σε αυτούς τους περιορισμούς που θα έπρεπε να έχουν επιβληθεί συμφώνως προς τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως που συνήφθη μεταξύ του αδειούχου και του κατόχου κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
Η σύμβαση UPOV του 1991
4. Σε διεθνές επίπεδο, η προστασία νέων ποικιλιών φυτών αποτελεί αντικείμενο συμβάσεως που υπεγράφη τη 2α Δεκεμβρίου 1961 και αναθεωρήθηκε το 1991 (στο εξής: σύμβαση UPOV [Union Internationale pour la Protection des Obtentions Vegetales, Διεθνής Ένωση για την προστασία νέων ποικιλιών φυτών] του 1991). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προσχώρησε στη σύμβαση αυτή το 2005 (4). Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση διαπνέεται εντόνως από το πνεύμα των διατάξεων της εν λόγω συμβάσεως.
Ο κανονισμός 2100/94
5. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2100/94 έχει ως εξής:
«δεδομένου ότι τα αποτελέσματα του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών πρέπει να είναι ενιαία σε όλη την Κοινότητα, οι εμπορικές συναλλαγές που υπόκεινται στην έγκριση του κατόχου πρέπει να καθοριστούν επακριβώς· ότι το φάσμα της προστασίας πρέπει να επεκταθεί, σε σύγκριση με τα περισσότερα εθνικά συστήματα, σε συγκεκριμένο υλικό της ποικιλίας, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το εμπόριο μέσω τρίτων χωρών χωρίς προστασία· ότι, εντούτοις, η καθιέρωση της αρχής της ανάλωσης των δικαιωμάτων πρέπει να εξασφαλίζει ότι η προστασία δεν είναι υπερβολική».
6. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94:
«Το πρόσωπο που δημιούργησε ή ανακάλυψε και ανέπτυξε την ποικιλία ή ο διάδοχός του, αμφοτέρων, ήτοι του προσώπου και του διαδόχου του, καλουμένων εφεξής “δημιουργός”, είναι δικαιούχος του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας.»
7. Κατά το άρθρο 13, παράγραφοι 1 έως 3, του εν λόγω κανονισμού:
«1. Σύμφωνα με το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας, ο κάτοχος ή οι κάτοχοι κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, καλούμενος εφεξής “κάτοχος”, δικαιούται να προβαίνει στις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 15 και 16, για τις ακόλουθες πράξεις όσον αφορά τα συστατικά ποικιλίας ή τα συγκομισθέντα υλικά της προστατευόμενης ποικιλίας, καλούμενα και τα δύο εφεξής “υλικό”, απαιτείται η άδεια του κατόχου:
α) παραγωγή ή αναπαραγωγή (πολλαπλασιασμός)·
β) επεξεργασία με σκοπό την αναπαραγωγή·
γ) προσφορά προς πώληση·
δ) πώληση ή άλλου είδους διάθεση στην αγορά·
ε) εξαγωγή από την Κοινότητα·
στ) εισαγωγή στην Κοινότητα·
ζ) αποθήκευση για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους στα στοιχεία α΄ έως στ΄ λόγους.
Ο κάτοχος μπορεί να χορηγεί την άδεια αυτή υπό όρους και περιορισμούς.
Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται για συγκομισθέν υλικό μόνον εάν το εν λόγω υλικό αποκτήθηκε δια χρησιμοποιήσεως συστατικών της προστατευόμενης ποικιλίας άνευ σχετικής αδείας και εκτός εάν ο κάτοχος είχε εύλογες δυνατότητες να ασκήσει το δικαίωμά του επί των συστατικών αυτών ποικιλίας.»
8. Το άρθρο 16 του κανονισμού 2100/94, με τίτλο «Ανάλωση των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών», ορίζει:
«Το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας δεν περιλαμβάνει ενέργειες που αφορούν οιοδήποτε υλικό της προστατευόμενης ποικιλίας [...] το οποίο διατέθηκε από τον κάτοχο ή με συγκατάθεσή του, σε τρίτους, σε οποιοδήποτε μέρος της Κοινότητας ή όποιο άλλο υλικό προερχόμενο από το προαναφερόμενο υλικό, εκτός αν οι ενέργειες αυτές:
α) συνεπάγονται περαιτέρω αναπαραγωγή της οικείας ποικιλίας, εκτός εάν κατά τη διάθεση του υλικού υπήρχε πρόθεση να γίνει εν λόγω αναπαραγωγή
ή
β) συνεπάγονται εξαγωγή συστατικών ποικιλίας σε τρίτη χώρα η οποία δεν προστατεύει τις ποικιλίες του φυτικού γένους ή είδους στο οποίο ανήκει η ποικιλία, εκτός αν το υλικό εξάγεται με τελικό σκοπό να καταναλωθεί.»
9. Κατά το άρθρο 27 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμβατικά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως»:
«1. Το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών μπορεί να αποτελέσει, στο σύνολό του ή στα μέρη του, αντικείμενο συμβατικώς παρεχομένων δικαιωμάτων εκμετάλλευσης. Τα δικαιώματα εκμετάλλευσης μπορεί να είναι αποκλειστικά ή μη.
2. Ο κάτοχος μπορεί να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας έναντι προσώπου που απολαύει του δικαιώματος εκμετάλλευσης και που παραβιάζει οποιονδήποτε από τους όρους ή περιορισμούς του δικαιώματός του εκμετάλλευσης, δυνάμει της παραγράφου 1.»
10. Το άρθρο 94 του κανονισμού 2100/94, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παραβίαση», ορίζει:
«1. Κάθε πρόσωπο το οποίο:
α) επιχειρεί πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, όσον αφορά µία ποικιλία για την οποία έχει παραχωρηθεί κοινοτικό δικαίωµα επί φυτικής ποικιλίας, χωρίς να είναι [εξουσιοδοτηµένο] προς τούτο ή
[...]
µπορεί να υποχρεωθεί από τον κάτοχο σε παύση της παραβίασης ή σε καταβολή εύλογης αποζηµίωσης ή και στα δύο.
2. Κάθε πρόσωπο το οποίο ζηµιώνει άλλον από δόλο ή αµέλεια έχει επιπλέον υποχρέωση να αποζηµιώσει τον κάτοχο για την περαιτέρω ζηµία που προξενήθηκε από την παραβίαση. Σε περίπτωση ελαφράς αµέλειας, η αξίωση αυτή µπορεί να µειωθεί ανάλογα µε το βαθµό της ελαφράς αµέλειας, δεν µπορεί όµως να είναι κατώτερη του οφέλους που αποκόµισε ο παραβάτης από την παραβίαση.»
11. Το άρθρο 104 του κανονισμού 2100/94, με τίτλο «Νοµιµοποίηση ασκήσεως αγωγής επί παραβάσει», ορίζει:
«1. Αγωγές επί παραβάσει µπορούν να ασκηθούν από τον κάτοχο. Οι δικαιούχοι δικαιωµάτων εκµετάλλευσης µπορούν να ασκήσουν τέτοιες αγωγές εκτός αν τούτο έχει αποκλεισθεί ρητά µε συµφωνία µε τον κάτοχο σε περίπτωση δικαιώµατος αποκλειστικής εκµετάλλευσης ή από το [Γ]ραφείο δυνάµει των άρθρων 29 ή 100, παράγραφος 2.
2. Κάθε πρόσωπο που απολαύει του δικαιώµατος εκµετάλλευσης δικαιούται να παρέµβει στην αγωγή επί παραβάσει που ασκήθηκε από τον κάτοχο προκειµένου να ζητήσει την αποκατάσταση της ζηµίας που υπέστη.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Το ιστορικό της διαφοράς της κυρίας δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του Hof van Cassatie μεταξύ της Greenstar-Kanzi Europe NV (στο εξής: GKE), αφενός, και των J. Hustin και J. Goossens, αφετέρου, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως (5).
Nicolaï NV και Better3fruit NV
13. Θα εκκινήσω με την παρουσίαση της θέσεως που κατέχουν οι δύο εταιρείες που δεν είναι διάδικοι στην κύρια δίκη.
14. Η Nicolaï NV (στο εξής: Nicolaï) είναι η δημιουργός νέας ποικιλίας μηλιών, της Nicoter. Πρόκειται για τη μοναδική ποικιλία που παράγει μήλα τα οποία, εφόσον πληρούν ορισμένες προδιαγραφές ποιότητας, διατίθενται στο εμπόριο υπό το εμπορικό σήμα Kanzi (6). Προκειμένου να αποτραπεί η έκπτωση της ποιότητας της ποικιλίας και η υποβάθμιση του σήματος, έχει τεθεί σε εφαρμογή σύστημα επιλεκτικού δικτύου διανομής, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται συγγραφή υποχρεώσεων οι οποίες συνεπάγονται περιορισμούς όσον αφορά την παραγωγή του δένδρου, καθώς και την παραγωγή, τη συντήρηση, τη διαλογή και την εμπορία των φρούτων.
15. Η αίτηση για την ποικιλία μηλιών Nicoter, την οποία η Nicolaï υπέβαλε την 27η Απριλίου 2001, δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών τη 15η Ιουνίου 2001.
16. Το δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας που χορηγήθηκε με την εν λόγω αίτηση εκχωρήθηκε από τη Nicolaï στην Better3fruit NV (στο εξής: Better3fruit) την 3η Σεπτεμβρίου 2002.
17. Η Better3fruit είναι, συνεπώς, ο κάτοχος του χορηγηθέντος για τα δένδρα της ποικιλίας Nicoter δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας.
18. Η Better3fruit είναι επίσης δικαιούχος του σήματος μήλων Kanzi.
19. Το 2003 η Better3fruit και η Nicolaï συνήψαν σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως (στο εξής: σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως) (7), με την οποία παρεσχέθη στη Nicolaï το αποκλειστικό δικαίωμα καλλιέργειας και εμπορίας των δένδρων της ποικιλίας Nicoter.
20. Με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως ορίζεται ότι η Nicolaï «[...] δεν δύναται να μεταβιβάσει ή να πωλήσει κανένα προϊόν καλυπτόμενο από την άδεια, αν δεν έχει προηγουμένως συναφθεί εγγράφως με τον αντισυμβαλλόμενο η σύμβαση παραχωρήσεως άδειας καλλιέργειας που προβλέπεται από το παράρτημα 6 (προκειμένου για αντισυμβαλλόμενους καλλιεργητές) ή η σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εμπορίας που προβλέπεται από το παράρτημα 7 (προκειμένου για αντισυμβαλλόμενους εμπόρους)».
21. Η σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως που συνήφθη μεταξύ της Better3fruit και της Nicolaï λύθηκε την 20ή Ιανουαρίου 2005.
Η διαφορά της κύριας δίκης μεταξύ της GKE και των J. Hustin και J. Goossens
22. Σε χρονικό σημείο που αποτελεί αντικείμενο αντιλογίας μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, η GKE απέκτησε, προκειμένου για τη φυτική ποικιλία Nicoter, τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως των οποίων απολαύει ο κάτοχος δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας. Από πλευράς δικαιωμάτων, η GKE κατέστη, ως εκ τούτου, αδειούχος, καταλαμβάνοντας τη θέση που κατείχε η Nicolaï (8).
23. Την 24η Δεκεμβρίου 2004 η Nicolaï πώλησε 7 000 μηλιές της ποικιλίας Nicoter στον J. Hustin. Στο πλαίσιο της εν λόγω συναλλαγής, ο J. Hustin δεν δεσμεύθηκε να τηρήσει συγκεκριμένες προδιαγραφές σχετικά με την καλλιέργεια των μήλων Kanzi και την πώληση της συγκομιδής.
24. Την 4η Δεκεμβρίου 2007 διαπιστώθηκε ότι J. Goossens διέθετε προς πώληση μήλα με την ονομασία Kanzi. Όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για μήλα τα οποία είχε προμηθευτεί από τον J. Hustin.
25. Κατόπιν τούτου, η GKE εστράφη δικαστικώς κατά των J. Hustin και J. Goossens. Την 29η Ιανουαρίου 2008 ο πρόεδρος του rechtbank van koophandel te Antwerpen, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε ότι τόσο ο J. Hustin όσο και ο J. Goossens είχαν προσβάλει το δικαίωμα της GKE επί φυτικής ποικιλίας. Kατά το εν λόγω δικαστήριο, ο J. Goossens είχε, ομοίως, προσβάλει το δικαίωμα επί του σήματος Kanzi.
26. Mε απόφαση της 24ης Απριλίου 2008 το hof van beroep te Antwerpen προέβη σε μεταρρύθμιση της ανωτέρω αποφάσεως. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι ο J. Hustin και ο J. Goossens δεν είχαν προσβάλει το δικαίωμα της GKE επί φυτικής ποικιλίας ούτε τα δικαιώματά της επί του σήματος, δεδομένου ότι οι περιορισμοί που είχαν περιληφθεί στη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στον J. Hustin και στον J. Goossens.
27. Η GKE άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως του hof van beroep te Antwerpen. Το Hof van Cassatie, αμφιβάλλοντας ως προς το περιεχόμενο του κανόνα της αναλώσεως, όπως αυτός διατυπώνεται με το άρθρο 16 του κανονισμού 2100/94, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει στο άρθρο 94 του κανονισμού [ΕΚ 2100/94] [...], σε συνδυασμό με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 13, παράγραφοι 1 έως 3, 16, 27 και 104 του κανονισμού [2100/94], να δοθεί η ερμηνεία ότι ο κάτοχος του δικαιώματος ή ο κάτοχος άδειας εκμεταλλεύσεως δύναται να ασκήσει αγωγή επί παραβάσει κατά οιουδήποτε τρίτου προβαίνει σε ενέργειες σχετικές με υλικό που πωλήθηκε ή μεταβιβάσθηκε στον εν λόγω τρίτο από τον κάτοχο άδειας εκμεταλλεύσεως, όταν οι περιορισμοί που είχαν συνομολογηθεί με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του κατόχου της άδειας εκμεταλλεύσεως και του κατόχου του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας δεν έχουν τηρηθεί στο πλαίσιο της πωλήσεως του εν λόγω υλικού;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχει σημασία για την αξιολόγηση της παραβάσεως το γεγονός ότι το πρόσωπο που έχει προβεί στις ανωτέρω ενέργειες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τους περιορισμούς που είχαν συνομολογηθεί με την προαναφερθείσα σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως;»
28. Με την αίτησή του εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Hof van Cassatie παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου περί αναλώσεως των δικαιωμάτων του δικαιούχου σήματος και διερωτάται, μεταξύ άλλων, αν η ανάλωση των δικαιωμάτων που συνδέονται με την κοινοτική προστασία νέων φυτικών ποικιλιών θα πρέπει ή όχι να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυστηρότερο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του καθεστώτος προστασίας νέων φυτικών ποικιλιών.
29. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η GKE, ο J. Hustin και o J. Goossens, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
30. Σε σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης, επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι με την απόφαση περί παραπομπής δεν διευκρινίζεται αν η Better3fruit εστράφη ή όχι δικαστικώς κατά της Nicolaï, η οποία δεν μερίμνησε για την εκ μέρους του J. Hustin τήρηση των όρων της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως (9). Είναι πρόδηλο ότι μεταξύ της GKE και του J. Hustin δεν υφίσταται κανένας συμβατικός δεσμός.
IV – Ανάλυση
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
31. Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις επί του βαθμού αναλώσεως του δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας στην περίπτωση συνάψεως συμβάσεων που αφορούν υλικό που πωλήθηκε ή μεταβιβάσθηκε από κάτοχο άδειας εκμεταλλεύσεως σε τρίτο κατά παραβίαση των περιορισμών που είχαν συνομολογηθεί με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του κατόχου του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και του εν λόγω αδειούχου.
32. Σπανίως έχουν υποβληθεί αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σε σχέση με τον κανονισμό 2100/94 (10). Ειδικότερα, το εύρος των δικαιωμάτων του κατόχου και η ανάλωση του δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας αποτελούν καινοφανή για το Δικαστήριο ζητήματα.
33. Πρέπει να τονισθεί ότι ο κανονισμός 2100/94 προβλέπει διαφορετικά επίπεδα προστασίας.
34. Κατ’ αρχάς, προβλέπεται «πρωτογενής» προστασία η οποία καλύπτει τα συστατικά ποικιλίας, συμφώνως προς το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94. Το συγκομισθέν υλικό αποτελεί αντικείμενο «δευτερογενούς» προστασίας, η οποία, μολονότι προβλέπεται ομοίως από το άρθρο 13, παράγραφος 2, περιορίζεται σημαντικά με την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου (11). Κατά συνέπεια, μολονότι τα συστατικά ποικιλίας και το συγκομισθέν υλικό εμπίπτουν στην κατ’ άρθρο 13, παράγραφος 2, έννοια «υλικό» (12), η προστασία που προβλέπεται για τις δύο αυτές κατηγορίες διαφέρει.
35. Η προστασία που ο κανονισμός 2100/94 καθιερώνει για τα συστατικά ποικιλίας (εν προκειμένω, τις μηλιές) είναι ευρύτερη εκείνης που προβλέπεται για τα προϊόντα συγκομιδής (εν προκειμένω, τα μήλα) (13). Επομένως, ενώ, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, η άδεια του κατόχου απαιτείται για τις πράξεις εμπορίας των μηλιών ως συστατικών ποικιλίας, προκειμένου για τα μήλα ως συγκομισθέν υλικό η άδεια αυτή απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 3. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η ουσιώδης αυτή διάκριση στο πεδίο της προστασίας των φυτικών ποικιλιών προκύπτει εναργέστερα από τη σύμβαση UPOV του 1991 (14).
36. Όσον αφορά την κατάσταση του J. Goossens, o οποίος πώλησε μήλα Kanzi και, συνεπώς, συγκομισθέν υλικό, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η άδεια του κατόχου δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας για την πώληση ή οιαδήποτε άλλη μορφή εμπορίας απαιτείται μόνον εάν το συγκομισθέν υλικό αποκτήθηκε δια χρησιμοποιήσεως συστατικών της προστατευόμενης ποικιλίας άνευ σχετικής άδειας και εκτός εάν ο κάτοχος είχε εύλογες δυνατότητες να ασκήσει το δικαίωμά του σε σχέση με τα συγκεκριμένα συστατικά ποικιλίας.
2. Επί της αρχής της αναλώσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας
37. Μολονότι το ακριβές της περιεχόμενο παρουσιάζει διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κλάδων του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, η αρχή της αναλώσεως συνιστά θεμελιώδη κανόνα του ευρωπαϊκού δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας. Από την εν λόγω αρχή προκύπτει ότι, αν ο κάτοχος του δικαιώματος είχε τη δυνατότητα να επωφεληθεί, επ’ ευκαιρία της πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο, της οικονομικής αξίας του αποκλειστικού του δικαιώματος επί των προστατευόμενων προϊόντων, τα προϊόντα αυτά μπορούν ελεύθερα να διατίθενται στο εμπόριο (15).
38. Στο δίκαιο της Ένωσης, η συγκεκριμένη αρχή έλκει την καταγωγή της από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και περί των κανόνων του ανταγωνισμού· διάταξη, ωστόσο, με την οποία γίνεται μνεία στην εν λόγω αρχή εντοπίζεται κατά κανόνα σε όλες τις νομοθετικές πράξεις της Ένωσης που αφορούν τα ποικίλα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (16). Η σχετική με την ανάλωση νομολογία αφορά κατά βάση τα σήματα· η οικεία προβληματική προσεγγίσθηκε, όμως, και σε άλλα πλαίσια (17).
39. Οι νομοθετικές πράξεις της Ένωσης που προβλέπουν την ανάλωση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ορίζουν ότι το δικαίωμα αναλώνεται όταν τα καλυπτόμενα από αυτό αντικείμενα έχουν διατεθεί στο εμπόριο οπουδήποτε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον κάτοχο του δικαιώματος ή με τη συναίνεσή του. Επιπροσθέτως, οι οικείες διατάξεις ορίζουν συνήθως τις περιπτώσεις οι οποίες δεν συνεπάγονται ανάλωση του δικαιώματος.
40. Οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις περιλαμβάνουν εξάλλου συχνά διάταξη σχετική με τις συμβατικές άδειες εκμεταλλεύσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 27 του κανονισμού 2100/94 προβλέπει τη δυνατότητα παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας. Οι νομοθετικές αυτές πράξεις παρέχουν στον κάτοχο τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τα δικαιώματά του ιδιοκτησίας έναντι προσώπου που απολαύει του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως και που παραβαίνει όρο ή παραβιάζει περιορισμό της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως (18).
41. Όπως προκύπτει, το κοινοτικό καθεστώς προστασίας νέων φυτικών ποικιλιών παρουσιάζει, σε διάφορες πτυχές του, ομοιότητες με το καθεστώς προστασίας των ευρεσιτεχνιών. Εντούτοις, δεδομένης της απουσίας νομολογίας στο πεδίο αυτό και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέχονται με την απόφαση περί παραπομπής, επιβάλλεται, σε πρώτο στάδιο, μια αντιπαραβολή με το δίκαιο των σημάτων.
42. Στο δίκαιο των σημάτων, το ζήτημα της αναλώσεως εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, με την προπαρατεθείσα απόφαση Peak Holding (19). Στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, το τμήμα μείζονος συνθέσεως ανέλυσε τα αποτελέσματα παραβιάσεως απαγορεύσεως μεταπωλήσεως η οποία επεβάλλετο με σύμβαση πωλήσεως που αφορούσε προϊόντα προστατευόμενα με σήμα και είχε συναφθεί μεταξύ του δικαιούχου του σήματος και επιχειρηματία εγκατεστημένου στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ). Όπως απεφάνθη το Δικαστήριο, μια τέτοια απαγόρευση μεταπωλήσεως αφορά αποκλειστικώς τις σχέσεις των συμβαλλομένων στην πράξη μερών. Συνεπώς, η εν λόγω ρήτρα δεν αποκλείει την ύπαρξη διαθέσεως στο εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104 και, επομένως, δεν εμποδίζει την ανάλωση του αποκλειστικού δικαιώματος του δικαιούχου σε περίπτωση μεταπωλήσεως εντός του ΕΟΧ κατά παραβίαση της απαγορεύσεως.
43. Η προσφάτως εκδοθείσα απόφαση Copad φαίνεται να μην ακολουθεί την ίδια προσέγγιση. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου εξέτασε τις συνέπειες παραβάσεως ρήτρας η οποία περιλαμβανόταν σε σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως που αφορούσε προϊόντα πολυτελείας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η εκ μέρους του κατόχου της άδειας εκμεταλλεύσεως διάθεση στο εμπόριο προϊόντων που φέρουν το σήμα, κατά παράβαση ρήτρας της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, γίνεται χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, οσάκις αποδεικνύεται ότι πρόκειται για κάποια εκ των ρητρών του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/104 (20).
44. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, ορισμένοι εκ των διαδίκων συνήγαγαν από την απόφαση Copad ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της ερμηνείας των αποτελεσμάτων των συμβάσεων παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 και της αναλώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 16 του ιδίου κανονισμού. Εντούτοις, εν αντιθέσει προς το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/104, το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 δεν απαριθμεί κατά τρόπο αποκλειστικό ρήτρες της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως των οποίων η παράβαση, εκ μέρους του κατόχου της άδειας εκμεταλλεύσεως, παρέχει στον αρχικό δικαιούχο τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τα επιμέρους δικαιώματα που αντλεί από το δικαίωμά του επί φυτικής ποικιλίας.
45. Κατά την άποψη που φαίνεται να υποστηρίζει η GKE, η ανάλωση δεν είναι δυνατή αν ο αδειούχος παρέβη όρο ή παραβίασε περιορισμό επιβαλλόμενο από τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, ανεξαρτήτως της φύσεως αυτού, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση η συναίνεση του δικαιούχου της προστασίας, ως προς τη μεταβίβαση υλικού της προστατευόμενης ποικιλίας σε τρίτους, ελλείπει. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μόνον η εκ μέρους του κατόχου της άδειας εκμεταλλεύσεως παράβαση όρου ή παραβίαση περιορισμού που αφορά πράξεις οι οποίες, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, απαιτούν την άδεια του κατόχου του δικαιώματος, δύναται να εμποδίσει την ανάλωση.
46. Η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά ευθέως την ερμηνεία της οδηγίας 89/104, μολονότι αυτή μνημονεύεται στην απόφαση περί παραπομπής. Εντούτοις, φρονώ ότι πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι δεν συντάσσομαι με την ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Copad.
47. Πρώτον, οι διατάξεις των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης που αφορούν τη δυνατότητα του κατόχου να επικαλεσθεί το δικαίωμά του πνευματικής ιδιοκτησίας έναντι του αδειούχου δεν παρέχουν καμία ένδειξη περί της δυνατότητας επικλήσεως του εν λόγω δικαιώματος ομοίως έναντι τρίτων στο πλαίσιο της αναλώσεως. Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται με διαφορετική διάταξη (21).
48. Δεύτερον, οι διατάξεις των εν λόγω νομοθετικών πράξεων έχουν ως σκοπό να παρέχουν στον κάτοχο τη δυνατότητα να επικαλεσθεί έναντι του αδειούχου, πέραν των μέσων προστασίας που παρέχει το κοινό δίκαιο των συμβάσεων, τα μέσα νομικής προστασίας που προβλέπονται από την οικεία νομοθετική πράξη, ήτοι μέσα του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας (22).
49. Tρίτον, φρονώ ότι μια ερμηνεία η οποία συνδέει την έννοια της συναινέσεως του κατόχου, στο πλαίσιο της αναλώσεως έναντι τρίτων, με τους συμβατικούς όρους των οποίων το αποτέλεσμα είναι κατ’ ανάγκην σχετικό παρακωλύει τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά τρόπο ελάχιστα συμβατό με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα αντιτάξεως έναντι τρίτων των εδαφικών περιορισμών που επιβάλλονται στον αδειούχο.
50. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο ακολουθούσε την εν λόγω προσέγγιση, η οποία, όπως φαίνεται, ταυτίζεται με εκείνην που προκρίθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Copad στο πλαίσιο της οδηγίας 89/104, τούτο θα προσέκρουσε στο γράμμα των οικείων διατάξεων του κανονισμού 2100/94, ήτοι των άρθρων 16 και 27 του κανονισμού αυτού, το οποίο διαφέρει εκείνου των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 89/104.
51. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 δεν απαριθμεί τους όρους ή περιορισμούς που ο κάτοχος μπορεί να αντιτάξει στον αδειούχο (23).
52. Ενδεχόμενη υιοθέτηση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, της προτεινόμενης από την Επιτροπή προσεγγίσεως θα σήμαινε ότι η παράβαση όρου ή η παραβίαση περιορισμού που αφορά τις απαριθμούμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 πράξεις θα εμπόδιζε την ανάλωση των δικαιωμάτων του κατόχου ελλείψει συναινέσεως εκ μέρους του (24). Συνεπώς, στον βαθμό κατά τον οποίο μια σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως θα αφορούσε το κατ’ άρθρο 27, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού δικαίωμα επί ποικιλίας, οι εν λόγω όροι θα μπορούσαν να αντιταχθούν σε τρίτους. Πλην όμως, εκτιμώ ότι τούτο ουδόλως συνάδει με τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2100/94, κατά την οποία η εφαρμογή της αρχής της αναλώσεως των δικαιωµάτων πρέπει να εγγυάται ότι η προστασία δεν είναι υπέρμετρη.
53. Συγκεκριμένα, ο αποκλεισμός της αναλώσεως υπόκειται στους αυστηρούς όρους του άρθρου 16 του κανονισμού 2100/94 και αφορά κυρίως τις περιπτώσεις περαιτέρω πολλαπλασιασμού άνευ αδείας. Εξάλλου, η πράξη που συνεπάγεται την ανάλωση αφορά τη μεταβίβαση υλικού της προστατευόμενης ποικιλίας σε τρίτους εκ μέρους του κατόχου ή με τη συναίνεσή του.
54. Συνεπώς, η κοινοτική προστασία νέων ποικιλιών φυτών δεν καλύπτει της πράξεις που αφορούν υλικό της προστατευόμενης ποικιλίας (ή υλικό που εξάγεται από αυτό) το οποίο μεταβιβάσθηκε από τον κάτοχο ή με τη συναίνεσή του οπουδήποτε εντός της Κοινότητας, εκτός εάν οι πράξεις αυτές συνεπάγονται περαιτέρω πολλαπλασιασμό της οικείας ποικιλίας ο οποίος δεν είχε προβλεφθεί κατά τη μεταβίβαση του υλικού.
55. Επομένως, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού 2100/94, το δικαίωμα αναλώνεται με τη μεταβίβαση σε τρίτο, εκτός εάν ο τρίτος προβαίνει σε πολλαπλασιασμό της ποικιλίας άνευ προηγούμενης άδειας.
56. Μολονότι η εξακρίβωση του στοιχείου αυτού απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, επισημαίνεται ότι, κατά την GKE, δυνάμει της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως της 8ης Νοεμβρίου 2001, η Better3fruit παρέσχε στη Nicolaï το αποκλειστικό δικαίωμα να καλλιεργεί και να εμπορεύεται τις μηλιές Nicoter, καθώς και τη χρήση των δικαιωμάτων που συνδέονται με αυτές.
57. Κατά την άποψή μου, από το γεγονός ότι η Nicolaï παρέβη τις υποχρεώσεις της που σκοπούν στη διαφύλαξη της εκλεκτικότητας της παραγωγής και της εμπορίας των μήλων Kanzi, παραλείποντας να απαιτήσει από τους αντισυμβαλλομένους της την προηγούμενη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας καλλιέργειας, ήτοι συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εμπορίας (25), δεν δύναται να συναχθεί ότι η Nicolaï μεταβίβασε υλικό της προστατευόμενης ποικιλίας άνευ της συναινέσεως του κατόχου. Με την άδεια εκμεταλλεύσεως που παραχώρησε στη Nicolaï, η Better3fruit παρέσχε ρητώς στην εν λόγω εταιρεία την άδεια να πωλεί τις μηλιές Nicoter. Εκχωρώντας με τον τρόπο αυτόν τα δικαιώματα εμπορίας του προστατευόμενου υλικού, η Better3fruit εκμεταλλεύθηκε την οικονομική αξία του αποκλειστικού της δικαιώματος. Εφόσον η Nicolaï δεν τηρεί τις συμβατικές υποχρεώσεις που υπέχει έναντι της Better3fruit, τις οικονομικές επιπτώσεις της εν λόγω αθετήσεως πρέπει να υποστεί η ίδια η Better3fruit και όχι τρίτος. Κατά την άποψή μου, παράβαση των όρων που σχετίζονται με προηγούμενη άδεια δεν δύναται, από νομικής απόψεως, να εξομοιωθεί με έλλειψη άδειας η οποία δύναται να αντιταχθεί σε τρίτους.
58. Όσον αφορά την εμβέλεια του άρθρου 94 του κανονισμού 2100/94, είναι αληθές ότι το εν λόγω άρθρο παραπέμπει μόνο στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, πρέπει να αναγιγνώσκεται σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 3 (26), δεδομένου ότι η εφαρμογή της παραγράφου 2 επί του συγκομισθέντος υλικού, εν προκειμένω τα μήλα, εξαρτάται από τους όρους της παραγράφου 3.
59. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικώς στο πρώτο ερώτημα.
60. Το δεύτερο ερώτημα υποβλήθηκε επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικώς στο πρώτο ερώτημα. Δεδομένου ότι προτείνω να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα διατυπώνονται, ομοίως, επικουρικώς και μόνον.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
61. Με το δεύτερο ερώτημά του, το Hof van Cassatie ζητεί να διευκρινισθεί αν, στην περίπτωση κατά την οποία δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν το πρόσωπο που προβαίνει στις προαναφερθείσες πράξεις γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως προκειμένου να καταφαθεί ή όχι ανάλωση των δικαιωμάτων.
62. Κατά την άποψή μου, το ζήτημα της καλής ή μη πίστεως του τρίτου που προβαίνει στις πράξεις που σχετίζονται με το προστατευόμενο υλικό στερείται σημασίας αν το δικαίωμα του κατόχου δεν μπορεί να θεωρηθεί αναλωθέν.
63. Επιβάλλεται να επισημανθεί ότι το άρθρο 94, παράγραφος l, του κανονισμού 2100/94 ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο κάτοχος δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας δύναται να στραφεί δικαστικώς κατά προσώπου που προσβάλει το δικαίωμά του, προκειμένου να επιτύχει την παύση της προσβολής ή την καταβολή εύλογης αποζημιώσεως ή την ικανοποίηση αμφοτέρων των αξιώσεων.
64. Η παράγραφος 2 του άρθρου 94 απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κάτοχος δύναται να στραφεί κατά του προσώπου που προσβάλει το δικαίωμά του, προκειμένου να επιτύχει την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας που προκλήθηκε από την προσβολή. Κατά τη διάταξη αυτή, προκειμένου ο κάτοχος να μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας, πρέπει η προσβολή να είναι αποτέλεσμα δόλου ή αμέλειας. Σε περίπτωση ελαφράς αμέλειας, η αξίωση του κατόχου προς αποκατάσταση της ζημίας δύναται να περιορισθεί αναλόγως.
65. Εκτιμώ ότι στις διατάξεις του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας της Ένωσης εντοπίζονται αποκλειστικώς αντικειμενικά κριτήρια όσον αφορά την έννοια της προσβολής και τη δυνατότητα προσφυγής σε μέσα προληπτικής ένδικης προστασίας (27). Επομένως, υποκειμενικά στοιχεία δεν δύνανται να λαμβάνονται υπόψη, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αποκαταστάσεως της προκληθείσας από την προσβολή ζημίας (28). Συντάσσομαι, ως εκ τούτου, με την παρατήρηση της Επιτροπής ότι η απουσία, από το άρθρο 94, παράγραφος 1, οιουδήποτε υποκειμενικού στοιχείου, υπό τη μορφή προϋποθέσεως περί τελέσεως της πράξεως εκ δόλου ή εξ αμελείας, σε συνδυασμό με τη μνεία τέτοιου στοιχείου στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, επιβεβαιώνει ότι υποκειμενικά στοιχεία, όπως η γνώση των όρων που περιλαμβάνονται σε σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, δεν ασκούν κατ’ αρχήν καμία επιρροή στην αξιολόγηση της προσβολής και στο δικαίωμα του κατόχου να στραφεί κατά του προσώπου που προέβη στην εν λόγω προσβολή. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται ενδεχομένως υπόψη στο πλαίσιο της αποκαταστάσεως της προκληθείσας ζημίας, ήτοι κατ’ ανάγκην μετά την κατάφαση προσβολής.
V – Πρόταση
66. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα υποβληθέντα από το Hof van Cassatie προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στο άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 873/2004 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σε συνδυασμό με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 13, παράγραφοι 1 έως 3, 16, 27 και 104 του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι ο κάτοχος δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή ο κάτοχος άδειας εκμεταλλεύσεως δεν δύναται να ασκήσει αγωγή επί παραβάσει κατά τρίτου που προέβη σε πράξεις σχετικές με υλικό που πωλήθηκε ή μεταβιβάσθηκε σε αυτόν από τον κάτοχο άδειας εκμεταλλεύσεως, όταν στον εν λόγω κάτοχο άδειας εκμεταλλεύσεως είχε επιτραπεί η πώληση ή μεταβίβαση του προστατευόμενου υλικού οπουδήποτε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι περιορισμοί που είχαν συνομολογηθεί με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του κατόχου της άδειας εκμεταλλεύσεως και του κατόχου του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, δεν έχουν τηρηθεί στο πλαίσιο της πωλήσεως του εν λόγω υλικού.
2) Παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Επικουρικώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο πλαίσιο της αξιολογήσεως της παραβάσεως, δεν ενδιαφέρει αν ο τρίτος που προέβη στις προαναφερθείσες πράξεις γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τους εν λόγω περιορισμούς που είχαν συνομολογηθεί με τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 227, σ. 1, και διορθωτικό EE 2001, L 111, σ. 31.
3 – ΕΕ L 162, σ. 38, στο εξής: κανονισμός 2100/94.
4 – Βλ. απόφαση 2005/523/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2005, για την έγκριση της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη διεθνή σύμβαση για την προστασία των νέων ποικιλιών φυτών, όπως αναθεωρήθηκε στη Γενεύη στις 19 Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 192, σ. 63).
5 – Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών θέτει ορισμένα προβλήματα: οι αντίδικοι της διαφοράς της κύριας δίκης διαφωνούν επί διαφόρων νομικών και πραγματικών ζητημάτων· επιπλέον πρόκειται για διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η αδειούχος (Nicolaï NV) δεν είναι διάδικος στην κύρια δίκη.
6 – Το 2009 η Ευρώπη αριθμούσε 3 156 000 μηλιές της ποικιλίας Nicoter, οι οποίες παρήγαν 25 000 τόνους μήλων. Περί τα τρία τέταρτα της παραγωγής αυτής πληρούσαν τις προδιαγραφές ποιότητας του σήματος Kanzi. Βλ. EuropeanFruitMagazine, τεύχος 12, 2009, σ. 6 (βλ. τον ιστοτόπο: )
7 – Η σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως δεν φέρει ημερομηνία.
8 – Το έγγραφο από το οποίο αντλεί τα δικαιώματά της η GKE δεν περιελήφθη στη δικογραφία της υποθέσεως. Φαίνεται ότι πρόκειται για σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, συναφθείσα μεταξύ της GKE και εταιρείας με την επωνυμία «EFC BVBA», η οποία είχε συνάψει, με τη σειρά της, σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως με την Better3fruit, κάτοχο του κοινοτικού δικαιώματος επί της συγκεκριμένης φυτικής ποικιλίας.
9 – Σύμφωνα με τη ρήτρα παρεκτάσεως που περιλαμβάνεται στη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως, αρμόδια για την εκδίκαση σχετικής αγωγής είναι τα δικαστήρια της Louvain (Bέλγιο).
10 – Βλ. αποφάσεις της 10ής Απριλίου 2003, C‑305/00, Schulin (Συλλογή 2003, σ. I‑3525)· της 11ης Μαρτίου 2004, C‑182/01, Saatgut-Treuhandverwaltungsgesellschaft (Συλλογή 2004, σ. I‑2263)· της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-336/02, Brangewitz (Συλλογή 2004, σ. I-9801), και της 8ης Ιούνιου 2006, C‑7/05 έως C‑9/05, Saatgut-Treuhandverwaltung (Συλλογή 2006, σ. I‑5045).
11 – Επιβάλλεται η επισήμανση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94 προβλέπει επίσης τη δυνατότητα καθιερώσεως, όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, τριτογενούς προστασίας για τα προϊόντα που λαμβάνονται απευθείας από υλικό της προστατευόμενης ποικιλίας. Εξ όσων γνωρίζω, τέτοια διάταξη δεν έχει εκδοθεί και, εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ζήτημα που δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, η «τριτογενής» αυτή προστασία θα μπορούσε, επί παραδείγματι, να καλύπτει τον χυμό που εξάγεται από μήλα (δευτερογενής προστασία) προερχόμενα από μηλιές προστατευόμενης ποικιλίας (πρωτογενής προστασία).
12 – Επισημαίνεται ότι οι όροι «συστατικά ποικιλίας» ή «υλικό» δεν χρησιμοποιούνται με συνέπεια στον κανονισμό 2100/94. Βλ. Würtenberger, G., κ.λπ., EuropeanCommunityPlantVarietyProtection, Oxford University Press, Oxford, 2009, σ. 119 έως 120.
13 – Κατά την άποψή μου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα μήλα, τα οποία περιέχουν σπόρους, αποτελούν «συγκομισθέν υλικό» και όχι «συστατικά ποικιλίας», δεδομένου ότι οι σπόροι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν απευθείας για την παραγωγή ολόκληρων φυτών, με χαρακτηριστικά όμοια με τα προστατευόμενα. Βλ. Würtenberger, G., κ.λπ., ό.π., σ. 118.
14 – Το άρθρο 14 της συμβάσεως UPOV του 1991 (με τίτλο «Πεδίο του δικαιώματος δημιουργού») παραθέτει χωριστά τις πράξεις που σχετίζόνται με το υλικό πολλαπλασιασμού (παράγραφος 1), τις πράξεις που σχετίζονται με το συγκομισθέν υλικό (παράγραφος 2), τις πράξεις που σχετίζονται με ορισμένα προϊόντα (παράγραφος 3) και τις πιθανές πρόσθετες πράξεις (παράγραφος 4).
15 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 20ής Νοεμβρίου 2001, C‑414/99 έως C‑416/99, Zino Davidoff και Levi Strauss (Συλλογή 2001, σ. I‑8691, σκέψη 33)· της 8ης Απριλίου 2003, C‑244/00, Van Doren + Q (Συλλογή 2003, σ. I‑3051, σκέψη 26), καθώς και της 30ής Νοεμβρίου 2004, C‑16/03, Peak Holding (Συλλογή 2004, σ. I‑11313, σκέψη 40).
16 – Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 87/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με τη νομική προστασία των τοπογραφιών προϊόντων ημιαγωγών (ΕΕ L 24, σ. 36)· άρθρο 7 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40, σ. 1), η οποία καταργήθηκε με την οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 299, σ. 25) (βλ. άρθρο 7)· άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1) (βλ. άρθρο 13)· άρθρο 15 της οδηγίας 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ L 289, σ. 28)· άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10), και άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 2002, L 3, σ. 1).
17 – Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1985, 19/84, Pharmon (Συλλογή 1985, σ. 2281, σκέψεις 16 και 26), σχετικά με την ανάλωση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας στην περίπτωση δεσμευτικών αδειών εκμεταλλεύσεως χορηγηθεισών βάσει παράλληλου διπλώματος ευρεσιτεχνίας· απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 1999, T‑198/98, Micro Leader κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑3989, σκέψη 34), σε σχέση με την οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 122, σ. 42), και απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-479/04, Laserdisken (Συλλογή 2006, σ. I‑8089, σκέψη 27), σχετικά με την οδηγία 2001/29.
18 – Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/95 και άρθρο 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.
19 – Βλ. σκέψη 56.
20 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑59/08, Copad (Συλλογή 2009, σ. I‑3421, σκέψη 51).
21 – Βλ., συναφώς, άρθρα 17, 27 και 94 του κανονισμού 2100/94.
22 – Η ιδέα αυτή αποτυπώνεται σαφέστερα στο άρθρο 32, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002 («Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων αγωγών εκ του ενοχικού δικαίου, ο δικαιούχος μπορεί να επικαλείται τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κατά κατόχου της άδειας εκμετάλλευσης ο οποίος παραβιάζει ρήτρα της σύμβασης για την παραχώρηση της άδειας εκμετάλλευσης [...]»). Βλ., επίσης, άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/95· άρθρο 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, καθώς και άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29.
23 – Αντιθέτως, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/104 απαρίθμηση των όρων είναι αποκλειστική (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Copad, σκέψη 20).
24 – Πρέπει να υπομνησθεί ότι οι όροι συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως είναι κατά κανόνα εμπιστευτικοί και ότι, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, δύνανται να συντάσσονται σε γλώσσα την οποία οι αντισυμβαλλόμενοι του αδειούχου ή οι πελάτες του δεν κατανοούν.
25 – Όπως αυτές αναφέρονται στα παραρτήματα 6 και 7 της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως που συνήφθη μεταξύ του κατόχου του δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και του αδειούχου (βλ., ανωτέρω, σημείο 20 των παρουσών προτάσεων).
26 – Β., συναφώς, Würtenberger. G., κ.λπ., ό.π., σ. 173.
27 – Το αυτό ισχύει και για την έννοια της αναλώσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Zino Davidoff και Levi Strauss Davidoff, σκέψεις 63 έως 66).
28 – Εντούτοις, το άρθρο 5, παράγραφος 6, της οδηγίας 87/54, φαίνεται να εισάγει εξαίρεση από την εν λόγω αρχή. Κατά τη διάταξη αυτή, «[δ]εν εμποδίζεται η εμπορική εκμετάλλευση προϊόντος ημιαγωγού από πρόσωπο το οποίο, όταν περιήλθε στην κατοχή του το προϊόν αυτό, δεν γνώριζε ή δεν είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το προϊόν προστατεύεται με δικαίωμα αποκλειστικότητας που έχει παραχωρηθεί από κράτος μέλος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Πάντως, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, μετά από σχετική αίτηση του κατόχου του δικαιώματος, ένα δικαστήριο μπορεί, βάσει των διατάξεων του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για ενέργειες που έγιναν αφότου το εν λόγω πρόσωπο έλαβε γνώση ή έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το προϊόν ημιαγωγών προστατεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.»
Full & Egal Universal Law Academy