ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 26ης Μαΐου 2011 (1)
Υπόθεση C‑148/10
Express Line NV
κατά
Belgisch Instituut voor Postdiensten en Telecommunicatie
[αίτηση του hof van beroep te Brussel (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Μερική παραίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης – Κατάργηση της δίκης – Ταχυδρομικές υπηρεσίες – Φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εκτός του πεδίου της καθολικής υπηρεσίας – Εξωτερικές διαδικασίες εξετάσεως των παραπόνων των χρηστών – Οδηγία 97/67/ΕΚ – Άρθρο19 – Περιεχόμενο – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών»
I – Εισαγωγή
1. Το hof van beroep te Brussel (Βέλγιο) υποβάλλει δύο προδικαστικά ερωτήματα περί της ερμηνείας της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (2). Ειδικότερα, διερωτάται ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 19 της οδηγίας αυτής, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των μεταγενέστερων τροποποιήσεών της (3). Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
2. Η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά μεταξύ της Express Line NV, νυν DHL International NV (στο εξής: Express Line), και του Belgisch Instituut voor Postdiensten en Telecommunicatie (βελγικού οργανισμού ταχυδρομικών υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών, στο εξής: IBPT) ανέκυψε διότι ο ΙΒΡΤ αποφάσισε ότι οι δραστηριότητες ταχυμεταφοράς τις οποίες ασκεί η Express Line εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως στον ταχυδρομικό τομέα και κάλεσε την ενδιαφερόμενη να καταβάλει τη σχετική εισφορά.
3. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επεκτείνουν την εφαρμογή εξωτερικού συστήματος εξετάσεως των παραπόνων των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών και σε φορείς παρέχοντες ταχυδρομικές υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία, βάσει των διατάξεων της οδηγίας 97/67, ιδίως δε του άρθρου 19, το οποίο προβλέπει τέτοιο σύστημα για τους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
4. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται περαιτέρω αν η εν λόγω επέκταση της εφαρμογής είναι συμβατή με την αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, την οποία κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ. Ωστόσο, από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως συνάγεται ότι και οι σχετικές με την ελευθερία εγκαταστάσεως αρχές μάλλον μπορούν να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω, οπότε χρήζουν επίσης ερμηνείας από το Δικαστήριο.
5. Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, κατόπιν της μερικής παραιτήσεως της προσφεύγουσας της κύριας δίκης αφού είχε ήδη κατατεθεί η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προέχει να εξετασθεί αν είναι ακόμη αναγκαίο να δοθεί απάντηση σε ερωτήματα υποβληθέντα στο πλαίσιο μιας διαφοράς, η οποία ενδέχεται να έχει καταστεί άνευ πραγματικού αντικειμένου.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
– Η οδηγία 97/67
6. Η τριακοστή πέμπτη και η τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67 έχουν ως εξής:
«(35) […] για την απαιτούμενη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, απαιτείται ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των διαφορών· […] πέραν των ενδίκων μέσων που παρέχει το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να προβλεφθεί μια διαδικασία εξέτασης παραπόνων, η οποία να είναι διαφανής, απλή και ανέξοδη και να επιτρέπει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να μετάσχουν·
[…]
(41) […] η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων της συνθήκης και ιδίως των κανόνων της για τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών».
7. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 97/67:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν:
[…]
– τον καθορισμό προδιαγραφών ποιότητας για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας και την εγκαθίδρυση συστήματος που θα διασφαλίζει την τήρηση αυτών,
– […]
– τη δημιουργία ανεξάρτητων εθνικών κανονιστικών αρχών.»
8. Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 97/67 προβλέπει ότι «[γ]ια τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως […] “ταχυδρομικές υπηρεσίες”: οι υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, τη διαλογή, τη μεταφορά και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων».
9. Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 97/67, τα κράτη μέλη ορίζουν έναν ή περισσότερους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας, η οποία αντιστοιχεί στην προσφορά ταχυδρομικών υπηρεσιών συγκεκριμένης ποιότητας μονίμως σε όλα τα σημεία της επικράτειας, σε τιμές προσιτές για όλους τους χρήστες (4).
10. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2008/6, τα κράτη μέλη είχαν, βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 97/67, τη δυνατότητα να αναθέσουν ορισμένες υπηρεσίες αποκλειστικά στον φορέα (ή στους φορείς) παροχής της καθολικής υπηρεσίας, οι οποίοι μπορούν πάντως να προσφέρουν και υπηρεσίες μη εμπίπτουσες σε αυτήν.
11. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που δεν έχουν οριστεί ως φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας, τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να προβλέψουν, σύμφωνα με το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας, είτε σύστημα γενικών αδειών, ως προς τις εκτός του πεδίου της καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικές υπηρεσίες, είτε διαδικασίες αδειοδοτήσεως, περιλαμβανομένης της χορηγήσεως ειδικών αδειών, για τις υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι μεν αποκλειστικές, πλην όμως εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία.
12. Το άρθρο 19 της οδηγίας 97/67 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την καθιέρωση διαφανών, απλών και ανέξοδων διαδικασιών για την εξέταση των παραπόνων των χρηστών, ιδίως σε περιπτώσεις απώλειας, κλοπής, φθοράς ή μη τήρησης των ποιοτικών προδιαγραφών της υπηρεσίας.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι αυτές οι διαδικασίες επιτρέπουν να επιλύονται οι διαφορές δικαίως και ταχέως, προβλέποντας, όπου δικαιολογείται, την ύπαρξη συστήματος επιστροφής χρημάτων ή/και αποζημίωσης.
Με την επιφύλαξη των λοιπών δυνατοτήτων προσφυγής που προβλέπει η εθνική και η κοινοτική νομοθεσία, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι χρήστες, ενεργώντας μεμονωμένα ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, σε συνδυασμό με τους οργανισμούς που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των χρηστών ή/και των καταναλωτών, να δύνανται να υποβάλουν στην αρμόδια εθνική αρχή τις περιπτώσεις όπου τα παράπονα των χρηστών προς τον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας δεν είχαν ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 16, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας να δημοσιεύουν, μαζί με την ετήσια έκθεση ελέγχου των επιδόσεων, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των παραπόνων και τη δοθείσα συνέχεια.»
– Η οδηγία 2002/39
13. Η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/39 έχει ως εξής:
«(28) Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να συνδέουν την έκδοση των αδειών με την απαίτηση να τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών των υπηρεσιών που παρέχουν οι κάτοχοι αδειών διαφανείς, απλές και ανέξοδες διαδικασίες εξέτασης των παραπόνων τους, είτε τα παράπονα αυτά αφορούν υπηρεσίες του φορέα (ή των φορέων) παροχής καθολικής υπηρεσίας είτε αφορούν τις υπηρεσίες οργανισμών που κατέχουν άδειες, περιλαμβανομένων των μεμονωμένων κατόχων αδειών. Επιπροσθέτως, θα ήταν πιθανόν σκόπιμο οι διαδικασίες αυτές να είναι διαθέσιμες στους χρήστες όλων των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είτε πρόκειται για καθολικές υπηρεσίες είτε όχι. Οι εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν διαδικασίες για τον καθορισμό της ευθύνης σε περίπτωση απώλειας αντικειμένων αλληλογραφίας ή πρόκλησης ζημίας σε αυτά.»
14. Με την οδηγία αυτή, το άρθρο 19, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 97/67 τροποποιήθηκε ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την καθιέρωση διαφανών, απλών και ανέξοδων διαδικασιών για την εξέταση των παραπόνων των χρηστών, ιδίως σε περιπτώσεις απώλειας, κλοπής, φθοράς ή μη τήρησης των ποιοτικών προδιαγραφών της υπηρεσίας (συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών για την απόδοση ευθυνών σε περίπτωση που εμπλέκονται περισσότεροι του ενός φορείς).
Τα κράτη μέλη δύνανται να μεριμνούν ώστε η αρχή αυτή να εφαρμόζεται επίσης στους δικαιούχους υπηρεσιών οι οποίες είναι:
– έξω από το πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3 και
– εντός του πεδίου εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, αλλά οι οποίες δεν παρέχονται από τον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι διαδικασίες που αναφέρονται [στο πρώτο εδάφιο] επιτρέπουν να επιλύονται οι διαφορές δικαίως και ταχέως, προβλέποντας, όπου δικαιολογείται, την ύπαρξη συστήματος επιστροφής χρημάτων ή/και αποζημίωσης.»
– Η οδηγία 2008/6
15. Η οδηγία 2008/6, η οποία προβλέπει το πλήρες άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς των ταχυδρομικών υπηρεσιών, επέφερε επίσης τροποποιήσεις στην οδηγία 97/67.
16. Ειδικότερα, στην τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική της σκέψη διευκρινίζεται ότι, αφενός για να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών, πρέπει να μην περιορίζεται πλέον η εφαρμογή των ελάχιστων αρχών σχετικά με την εξέταση των παραπόνων των χρηστών μόνο στους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας και, αφετέρου για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των οικείων διαδικασιών, θα ήταν σκόπιμο να ενθαρρυνθεί η χρήση εξωδικαστικών διαδικασιών επιλύσεων των διαφορών. Οι τελευταίες τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η ως άνω οδηγία στο άρθρο 19 της οδηγίας 97/67 εξυπηρετούν αυτούς ακριβώς τους σκοπούς.
17. Ως προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 2008/6 στην εσωτερική έννομη τάξη τάχθηκε στα κράτη μέλη, με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η 31η Δεκεμβρίου 2010, υπό την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπει το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, το οποίο δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Δεδομένου ότι η προθεσμία αυτή δεν είχε ακόμη εκπνεύσει κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης και ότι η μεταφορά της οδηγίας στη βελγική έννομη τάξη πραγματοποιήθηκε με την έναρξη της ισχύος νόμου ο οποίος θεσπίστηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2010 (5), η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
Β – Το εθνικό δίκαιο
18. Ο νόμος της 21ης Μαρτίου 1991 περί αναμορφώσεως ορισμένων δημόσιων οικονομικών επιχειρήσεων (6) (στο εξής: νόμος του 1991), όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένως και ιδίως με το εκτελεστικό βασιλικό διάταγμα της 9ης Ιουνίου 1999 (7) (στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1999), περιέχει τις διατάξεις που μεταφέρουν στη βελγική έννομη τάξη την οδηγία 97/67.
19. Ο νόμος του 1991 ορίζει έναν και μόνο φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας, την επιχείρηση La Poste (8), και αναθέτει ορισμένες ταχυδρομικές υπηρεσίες αποκλειστικώς στον εν λόγω φορέα. Για τις μη αποκλειστικώς παρεχόμενες υπηρεσίες, οι οποίες όμως εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία, απαιτείται ειδική άδεια (9). Αντιθέτως, για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία απαιτείται, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, η υποβολή δηλώσεως στον ΙΒΡΤ (10).
20. Ο τίτλος I του ως άνω νόμου, ο οποίος επιγράφεται «Οι ανεξάρτητες δημόσιες επιχειρήσεις», περιέχει το κεφάλαιο X που αφορά τις υπηρεσίες διαμεσολαβήσεως των εν λόγω επιχειρήσεων και χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ένα σχετικό με τις αρμοδιότητες των Υπηρεσιών αυτών και το άλλο σχετικό με τη σύνθεση και τη λειτουργία τους.
21. Όσον αφορά τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως στον ταχυδρομικό τομέα, το άρθρο 43ter του νόμου του 1991, το οποίο προστέθηκε με τον νόμο της 21ης Δεκεμβρίου 2006 (11) (στο εξής: νόμος του 2006), ορίζει τα εξής:
«§ 1. Ιδρύεται εντός του [IBPT] Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, αρμόδια για υποθέσεις των χρηστών των υπηρεσιών των ακόλουθων επιχειρήσεων:
1° της “LA POSTE”·
2° των επιχειρήσεων που προσφέρουν ταχυδρομικές υπηρεσίες […] για την προσφορά των οποίων απαιτείται άδεια […]·
3° των επιχειρήσεων που προσφέρουν ταχυδρομικές υπηρεσίες […] για την προσφορά των οποίων απαιτείται δήλωση […].
Ως υποθέσεις των χρηστών νοούνται οι υποθέσεις οι οποίες αφορούν τα συμφέροντα των χρηστών που οι ίδιοι δεν παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες.
[…]
§ 3. Στην Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα ανατίθενται τα εξής καθήκοντα:
1° να εξετάζει όλες τις καταγγελίες των χρηστών σχετικά με:
a) τις δραστηριότητες της LA POSTE, […]
b) τις ταχυδρομικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η § 1, [σημεία] 2° και 3°, του παρόντος άρθρου.
[…]
3° να παρεμβαίνει για τη διευκόλυνση του φιλικού διακανονισμού των διαφορών μεταξύ των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η § 1 του παρόντος άρθρου και των χρηστών·
4° να απευθύνει σύσταση στις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η § 1 του παρόντος άρθρου στην περίπτωση που δεν επετεύχθη φιλικός διακανονισμός. Αντίγραφο της συστάσεως κοινοποιείται στον καταγγέλοντα·
5° να συμβουλεύει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ανάλογα με τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους, τους χρήστες που αποτείνονται σε αυτήν είτε γραπτώς είτε προφορικώς· […]
§ 4. Καταγγελίες τελικών χρηστών υποβάλλονται παραδεκτώς μόνον αν προηγουμένως διατυπώθηκαν παράπονα σύμφωνα με την εσωτερική διαδικασία της περί ης πρόκειται επιχειρήσεως. Οι καταγγελίες των τελικών χρηστών είναι απαράδεκτες αν υποβλήθηκαν ανωνύμως ή δεν υποβλήθηκαν γραπτώς στην Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα.
[…]
§ 7. Αν η καταγγελία χρήστη κριθεί παραδεκτή από την Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, η διαδικασία εισπράξεως αναστέλλεται το πολύ για 4 μήνες από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας στην Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως ή μέχρις ότου είτε η Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα διατυπώσει σύσταση είτε επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός.»
22. Όσον αφορά τη λειτουργία της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, το άρθρο 45ter του νόμου του 1991, το οποίο προστέθηκε με τον νόμο του 2006 (12), ρυθμίζει τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της υπηρεσίας αυτής. Προς τούτο προβλέπεται «εισφορά διαμεσολαβήσεως», την οποία οι επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 43ter, παράγραφος 1, του νόμου του 1991 οφείλουν να καταβάλλουν ετησίως στον IBPT, ανάλογα με τις πληροφορίες που είναι υποχρεωμένες να διαβιβάζουν σύμφωνα με το άρθρο 45ter, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου.
23. Το άρθρο 45ter, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου εξηγεί ότι το ύψος της οφειλομένης από την κάθε επιχείρηση ειδικής εισφοράς καθορίζεται κατ’ έτος από τον IBPT βάσει πολύπλοκου αλγεβρικού τύπου, ο οποίος λαμβάνει κατ’ ουσίαν υπόψη, αφενός, τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση κατά το προηγούμενο έτος από τις δραστηριότητές της οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της αρμοδιότητας της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως (13), και, αφετέρου, τον αριθμό των σχετικών με τη συγκεκριμένη επιχείρηση καταγγελιών που εξετάστηκαν κατά το προηγούμενο έτος από την Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως. Οι οφειλές από τις εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί κατά το πέρας της ταχθείσας καταληκτικής ημερομηνίας γεννούν αυτοδικαίως νόμιμο τόκο προσαυξημένο κατά 2 %, δυνάμει της παραγράφου 6, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου άρθρου.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
24. Η Express Line ανήκει στον όμιλο επιχειρήσεων DHL, του οποίου η εταιρική έδρα βρίσκεται στη Γερμανία. Η κύρια δραστηριότητά της συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών ταχυμεταφοράς στους πελάτες της, ήτοι, κατά τα λεγόμενά της, στην εξατομικευμένη οδική ή αεροπορική μεταφορά εγγράφων, δεμάτων, παλετών ή πλήρων φορτίων.
25. Κατόπιν της επιδόσεως κλήσεως από τον IBPT, η Express Line προέβη, στις 23 Δεκεμβρίου 2006, σε σχέση με ορισμένες από τις υπηρεσίες που προσφέρει στους πελάτες της, σε δήλωση παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίες δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 148bis, παράγραφος 1, σημείο 1°, του νόμου του 1991. Η δήλωση αυτή συνοδευόταν, ωστόσο, και από μία επιφύλαξη, καθόσον δεν αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό «ταχυδρομικές υπηρεσίες» για τις υπηρεσίες ταχυμεταφοράς τις οποίες παρείχε.
26. Με έγγραφο της 11ης Ιουλίου 2007, ο IBPT ενημέρωσε την Express Line ότι εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα και ότι, κατά συνέπεια, θεωρείται υπόχρεη στην καταβολή της εισφοράς που προορίζεται για τη χρηματοδότηση της εν λόγω Υπηρεσίας. Επιπλέον, την κάλεσε να της διαβιβάσει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών της, για τη χρήση 2006, από δραστηριότητες εμπίπτουσες στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως, προκειμένου να υπολογίσει το ύψος της εισφοράς την οποία όφειλε να καταβάλει συναφώς.
27. Η Express Line αμφισβητεί ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, ισχυριζόμενη ότι οι δραστηριότητες ταχυμεταφοράς τις οποίες ασκεί δεν συνιστούν ταχυδρομικές υπηρεσίες, αλλά υπηρεσίες μεταφοράς και υλικοτεχνικής υποστηρίξεως με προστιθέμενη αξία και αποδέκτες επιχειρήσεις.
28. Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2008, ο IBPT διαπίστωσε ότι η Express Line είχε παραβεί τα άρθρα 43ter έως 45ter του νόμου του 1991 και της απηύθυνε όχληση, καλώντας την να γνωστοποιήσει, εντός δεκαπέντε ημερών, τα απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εισφοράς διαμεσολαβήσεως, επ’ απειλή επιβολής διοικητικού προστίμου (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη).
29. Η Express Line, αφού διαβίβασε τα οικονομικά στοιχεία που της ζητήθηκαν προκειμένου να μην της επιβληθεί το ως άνω πρόστιμο, άσκησε ενώπιον του hof van beroep te Brussel (14) προσφυγή κατά της προσβαλλομένης πράξεως. Προέβαλε ως κύριο αίτημα την ακύρωση της πράξεως αυτής και ως επικουρικό αίτημα την υποβολή δύο προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
30. Υπό τις συνθήκες αυτές, το hof van beroep te Brussel αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι διατάξεις της οδηγίας 97/67 […], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/39 […], και ιδίως, αλλά όχι μόνον, το άρθρο της 19, ειδικά με γνώμονα τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 2008/6 […] που πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2010, να νοηθούν και ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να καταστήσουν μια εξωτερική διαδικασία παραπόνων υποχρεωτική για τους φορείς παροχής μη καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών επειδή:
i) όσον αφορά τις διαδικασίες παραπόνων οι οποίες ισχύουν για την προστασία των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών η οδηγία προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση, ή
ii) η υποχρέωση αυτή είχε επιβληθεί από την οδηγία 2002/39 μόνο στον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας και από την οδηγία 2008/6 […] επιβάλλεται σε όλους τους φορείς παροχής καθολικών υπηρεσιών, ενώ κατά το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, [τρίτο] εδάφιο, της οδηγίας [97/67 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία] 2008/6 […] τα κράτη μέλη δύνανται μόνο να ενθαρρύνουν, αλλά όχι να επιβάλουν, την πρόβλεψη ανεξάρτητων διαδικασιών διευθετήσεως διαφορών μεταξύ φορέων παροχής μη καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τελικών χρηστών;
2) Αν στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, αυτή καθ’ εαυτή, η ταχυδρομική οδηγία απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποβάλουν υποχρεωτικά τους φορείς παροχής μη καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών σε εξωτερική διαδικασία παραπόνων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, [της οδηγίας 97/67] για τους φορείς παροχής καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών, μήπως πρέπει οι αρχές της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρα 49 επ. ΕΚ, [νυν] άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ) να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών που εισάγονται από ένα κράτος μέλος για επιτακτικές ανάγκες γενικού συμφέροντος προστασίας των καταναλωτών, βάσει των οποίων οι φορείς παροχής μη καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών υπόκεινται υποχρεωτικά στην εξωτερική διαδικασία παραπόνων που προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, [της οδηγίας 97/67] για τους φορείς παροχής καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών, είναι συμβατοί με τη [Συνθήκη ΛΕΕ], ακόμη και αν, στο πλαίσιο της εφαρμογής της σχετικής διαδικασίας παραπόνων, δεν γίνεται διάκριση αναλόγως του αν πρόκειται για παράπονα καταναλωτών ή άλλων τελικών χρηστών, ενώ οι χρήστες των υπηρεσιών αυτών (εν προκειμένω, υπηρεσιών ταχυμεταφοράς και υπηρεσιών ιδιωτικής επιδόσεως αλληλογραφίας) είναι στη μεγάλη πλειοψηφία τους επαγγελματίες χρήστες;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
31. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στις 29 Μαρτίου 2010.
32. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Express Line, η Βελγική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
33. Με επιστολή της 14ης Ιανουαρίου 2011, η Express Line ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, απέσυρε τον λόγο ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως, ο οποίος στηριζόταν στις αρχές της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών και στην οδηγία 97/67, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/39. Συνεπώς, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπό σημείωση ότι παρέλκει η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία τέθηκαν εν προκειμένω.
34. Με έγγραφο το οποίο περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2011, ο IBPT υποστήριξε ότι η Express Line δεν μπορούσε να διατυπώσει τέτοιο αίτημα, διότι το βελγικό δίκαιο δεν επιτρέπει να υποκαταστήσει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης το αιτούν δικαστήριο στην κρίση του όσον αφορά το ζήτημα αν η απάντηση στα δύο προδικαστικά ερωτήματα εξακολουθεί να του είναι αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί επί του αντικειμένου της διαφοράς. Διευκρίνισε δε ότι, μολονότι το πρώτο εξ αυτών αποτελούσε παράφραση ερωτήματος το οποίο είχε προτείνει η Express Line, το δεύτερο διατυπώθηκε από το ίδιο το hof van beroep te Brussel σε συνέχεια του πρώτου και ανάλογα με την απάντηση που θα δινόταν σε αυτό.
35. Με τηλεομοιοτυπία της 9ης Μαρτίου 2011, το αιτούν δικαστήριο κοινοποίησε στο Δικαστήριο ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης παραιτήθηκε από τον στηριζόμενο στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ και στην οδηγία 97/67 λόγο ακυρώσεως, βάσει του οποίου είχε αιτιολογήσει την αίτησή του εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εξέλιξη αυτή αναμφίβολα δεν ήταν άμοιρη συνεπειών όσον αφορά την αρμοδιότητα του τελευταίου να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.
36. Ούτε ο IBPT ούτε η Πολωνική Κυβέρνηση παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Μαρτίου 2011.
37. Η Express Line επανέλαβε την άποψή της ότι παρέλκει πλέον η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της κύριας δίκης. Ζήτησε, επομένως, από το Δικαστήριο να θέσει τέρμα στη διαδικασία και, επικουρικώς, να την αναστείλει μέχρις ότου το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, αποφανθεί επί του αιτήματος παραιτήσεως από τον στηριζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης λόγο ακυρώσεως.
38. Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή δεν διατύπωσαν παρατηρήσεις επί του δικονομικού αυτού ζητήματος, αλλά μόνον επί της ουσίας της διαφοράς.
39. Κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η Express Line κοινοποίησε, με επιστολή της 25ης Μαρτίου 2010, στο Δικαστήριο διάταξη που εξέδωσε το hof van beroep te Brussel στις 9 Μαρτίου 2011, από την οποία προέκυπτε ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ανέπτυξαν ενώπιόν του, στις 8 Φεβρουαρίου 2011, τις παρατηρήσεις τους σχετικά τόσο με την παραίτηση της Express Line από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει, σχετικά με παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 97/67 όσο και με το αίτημά της να παύσει η αναστολή της διαδικασίας, την οποία είχε αποφασίσει το εν λόγω δικαστήριο, και να συνεχιστεί η δίκη το συντομότερο δυνατόν.
40. Παρά την κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ανακαλέσει τυπικώς την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
V – Ανάλυση
Α – Επί της εξελίξεως της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση
41. Κατόπιν των πρόσφατων εξελίξεων που σημειώθηκαν όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ιδίως δε λαμβάνοντας υπόψη ότι η Express Line παραιτήθηκε από τον λόγο ακυρώσεως στον οποίο, κατά το hof van beroep te Brussel, ανάγεται η εκ μέρους του υποβολή αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, μπορεί ευλόγως να τεθεί το ερώτημα αν παρίσταται ακόμη ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των προδικαστικών ερωτημάτων που τέθηκαν.
42. Υπενθυμίζω ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (15). Στο Δικαστήριο απευθύνεται, ανάλογα με την περίπτωση, μόνον η αίτηση που αφορά είτε την ερμηνεία είτε τον έλεγχο του κύρους, χωρίς να μεταβιβάζεται σε αυτό η υπόθεση. Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως. Η κοινοποιούμενη στο Δικαστήριο απόφαση περί παραπομπής έχει απλώς ως αποτέλεσμα την αναστολή της διαδικασίας, η οποία παραμένει εκκρεμής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος (16).
43. Το Δικαστήριο, από την πλευρά του, δεν μπορεί να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής ερμηνείας αν η διαφορά της κύριας δίκης δεν θέτει ή δεν εγείρει πλέον, όπως ενδεχομένως συμβαίνει εν προκειμένω, ζητήματα του δικαίου της Ένωσης, τα οποία το αιτούν δικαστήριο καλείται να επιλύσει.
44. Πράγματι, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (17) προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά στο πλαίσιο της οποίας καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όταν η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει περατωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (18).
45. Επιπλέον, η δικαιολογητική βάση της προδικαστικής παραπομπής και, επομένως, της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων (19), αλλά στην ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως μιας υφιστάμενης ένδικης διαφοράς. Αν παύσει να υπάρχει η διαφορά, εξαλείφεται συνακόλουθα και η ανάγκη να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα.
46. Ομολογουμένως, στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο είναι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, το πλέον κατάλληλο να εκτιμήσει αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο ασκούν πράγματι επιρροή (20).
47. Ωστόσο, τόσο τα προβλήματα που ενδέχεται να ανακύψουν κατά την άσκηση, εκ μέρους του εθνικού δικαστή, της εξουσίας του εκτιμήσεως όσο και οι σχέσεις του με το Δικαστήριο εντός του πλαισίου αυτού ρυθμίζονται αποκλειστικώς και μόνον από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, μολονότι πρέπει το Δικαστήριο να μπορεί να επαφίεται, κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό στην εκτίμηση του εθνικού δικαστή όσον αφορά το ζήτημα αν είναι αναγκαία τα ερωτήματα που του απευθύνθηκαν (21), πρέπει ταυτόχρονα να είναι σε θέση να προβαίνει σε οποιαδήποτε εκτίμηση σύμφυτη με την εκπλήρωση της δικής του αποστολής, ιδίως δε προκειμένου να ελέγχει, όταν παρίσταται ανάγκη, τη δική του αρμοδιότητα, όπως άλλωστε υποχρεούται κάθε δικαστήριο (22).
48. Δεδομένου ότι η ύπαρξη διαφοράς της κύριας δίκης συνιστά προϋπόθεση της εν λόγω αρμοδιότητας, το Δικαστήριο μπορεί να την ελέγχει ακόμη και αυτεπαγγέλτως (23), διευκρινιζομένου ότι η δυνατότητα του αιτούντος δικαστηρίου να διαπιστώσει την κατάργηση της δίκης και να αποσύρει τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου, αλλά ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, του οποίου οι διατάξεις είναι απολύτως δεσμευτικές για τον εθνικό δικαστή (24).
49. Κατά τη νομολογία, καίτοι απόκειται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να ανακαλεί την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εφόσον κρίνει ότι η έκδοση της προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, εντούτοις την ανάκληση αυτή μπορεί να προκαλέσει και η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, παραιτούμενη από την προσφυγή που άσκησε (25). Ακόμη και μερική παραίτηση, η οποία δεν συνεπάγεται κατάργηση της κύριας δίκης, ενδέχεται να αρκεί για να μην είναι πλέον το Δικαστήριο σε θέση να αποφανθεί επί του ερωτήματος που του υποβλήθηκε (26).
50. Εν προκειμένω, από στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του Δικαστηρίου μετά την κατάθεση της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η Express Line δεν απέσυρε μεν εντελώς την προσφυγή της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, πλην όμως παραιτήθηκε από τον μοναδικό εκ των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ο οποίος ασκούσε επιρροή από πλευράς δικαίου της Ένωσης, καθώς δεν επικαλείται πλέον ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 97/67.
51. Φρονώ ότι, εφόσον η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έπαυσε να έχει σημασία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, η διαφορά αυτή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Κατά τα λοιπά, μολονότι η θέση του επί του ζητήματος αυτού παραμένει ασαφής, ενδεχομένως λόγω προσκομμάτων που δημιουργεί συναφώς το εθνικό δικονομικό δίκαιο (27), το αιτούν δικαστήριο μάλλον ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει σχετική απόφαση.
52. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη που εξέδωσε στις 9 Μαρτίου 2011, το hof van beroep te Brussel τόνισε ότι «η παραίτηση από τον λόγο ακυρώσεως στον οποίο ανάγεται η υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως συνιστά γεγονός που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ασκεί επιρροή ως προς την αρμοδιότητά του να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα». Επιπλέον, καταλήγει, με την ίδια διάταξη, ότι «η εξέταση της υποθέσεως αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως μέχρις ότου το Δικαστήριο διαπιστώσει με απόφασή του ότι το προδικαστικό ερώτημα κατέστη, κατά νόμον, άνευ αντικειμένου».
53. Αν και οι λόγοι για τους οποίους το hof van beroep te Brussel, παρά το γεγονός ότι είχε προφανώς άποψη επί τους ζητήματος, δεν προχώρησε σε ανάκληση της αιτήσεώς του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι απολύτως ξεκάθαροι, μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι σχετίζονται με δικονομικούς περιορισμούς. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί να συνδράμει το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, όταν το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να παραιτηθεί από την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο δύναται να διαπιστώσει ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και εξ αυτού να συναγάγει ότι παρέλκει η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα (28).
54. Όποιες και αν είναι οι αιτίες της επιφυλακτικής στάσεως που τηρεί το αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της διαδικασίας στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν παρίσταται πλέον, κατά την άποψη μου, ανάγκη να απαντήσει το Δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά της οποίας επιλήφθηκε το εν λόγω δικαστήριο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση περί καταργήσεως της δίκης.
55. Επικουρικώς, και μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πρότασή μου για κατάργηση της δίκης, θα αναλύσω κάποια στοιχεία, απαραίτητα για να δοθεί απάντηση επί της ουσίας.
Β – Επί της έννοιας «ταχυδρομικές υπηρεσίες»
56. Η Express Line αντιτίθεται στον χαρακτηρισμό «ταχυδρομικές υπηρεσίες», τον οποίο η προσβαλλόμενη πράξη αποδίδει στις υπηρεσίες που αποτέλεσαν αντικείμενο δηλώσεως εκ μέρους της, για τον λόγο ότι η προσέγγιση αυτή αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Ισχυρίζεται ότι εφόσον οι δραστηριότητές της περιορίζονται στην παροχή υπηρεσιών ταχείας μεταφοράς και υλικοτεχνικής υποστηρίξεως δεν συνιστούν «ταχυδρομικές υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 97/67, το οποίο απαριθμεί τέσσερις δραστηριότητες που πρέπει, κατά την άποψή της, να ασκούνται σωρευτικώς (29). Διατείνεται ότι ο νόμος του 1991, ο οποίος παραθέτει διαζευκτικώς τις δραστηριότητες αυτές (30), διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, με συνέπεια την εσφαλμένη μεταφορά της στη βελγική έννομη τάξη.
57. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η ως άνω αιτίαση θα έπρεπε να εξετασθεί ως προκαταρκτικό ζήτημα, καθόσον η παροχή υπηρεσίας που να χαρακτηρίζεται ως «ταχυδρομική» συνιστά προϋπόθεση της, αμφισβητούμενης εν προκειμένω, εφαρμογής του συστήματος διαμεσολαβήσεως.
58. Κατ’ αρχάς, υπογραμμίζω ότι, κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί του ζητήματος, δεδομένου ότι το hof van beroep te Brussel έχει ήδη απορρίψει τον σχετικό λόγο ακυρώσεως ως προς το σκέλος του το οποίο στηρίζεται σε αυτή τη βάση και προέβη, συνακόλουθα, στη ρητή διαπίστωση ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της ενώπιόν του διαφοράς, θα ήταν άνευ νοήματος η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος επί του σημείου αυτού. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, θα ήταν ασύμβατο προς τον ρόλο που του αναθέτει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ να απαντήσει σε συμπληρωματικό ερώτημα, το οποίο έθεσε κατ’ ουσίαν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης με τις παρατηρήσεις της, ενώ το αιτούν δικαστήριο, που είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης του είναι αναγκαία για να εκδώσει τη δική του απόφαση, έκρινε στην προκειμένη περίπτωση ότι ήταν περιττό να υποβληθεί το εν λόγω ερώτημα (31).
59. Κατά τα λοιπά, συμμερίζομαι την κρίση που διατύπωσε το hof van beroep te Brussel (32), ότι δηλαδή η εφαρμοστέα εν προκειμένω βελγική ρύθμιση δίνει έναν ορισμό της έννοιας «ταχυδρομικές υπηρεσίες» σύμφωνο με τον αντίστοιχο του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 97/67, δεδομένου ότι το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν παρέχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η σχετική απαρίθμηση είναι σωρευτική. Προσθέτω δε ότι η ύστερη διατύπωση της ίδιας διατάξεως ενισχύει την άποψη ότι δεν απαιτείται η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να ασκεί και τις τέσσερις απαριθμούμενες δραστηριότητες (33).
Γ – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
60. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία 97/67, ως έχει μετά την τροποποίησή της από την οδηγία 2002/39, και ιδίως, αλλά όχι μόνον, το άρθρο της 19, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία καθιστά υποχρεωτικό για τους φορείς παροχής καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας ένα εξωτερικό σύστημα εξετάσεως των παραπόνων των χρηστών.
61. Μόνον η Express Line υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, το οποίο διατυπώθηκε σύμφωνα με δικό της αίτημα. Αντιθέτως, η Βελγική και η Πολωνική Κυβέρνηση συμφωνούν με την Επιτροπή ότι η οδηγία 97/67 δεν αντίκειται στο επίμαχο σύστημα. Και εγώ συμμερίζομαι την άποψή τους.
62. Εν προκειμένω, οι παρεχόμενες από την Express Line ταχυδρομικές υπηρεσίες, τις οποίες αφορούσε και η δήλωσή της προς τον IBPT, δεν αποτελούν μέρος της καθολικής υπηρεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν δέχεται ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, ούτε ότι οφείλει να καταβάλει, για τον λόγο αυτό, τη σχετική εισφορά για την ως άνω Υπηρεσία, όπως την κάλεσε να το πράξει ο IBTP με την προσβαλλόμενη πράξη. Ισχυρίζεται ότι κακώς ο νόμος του 1991 προβλέπει ότι και οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών που είναι εκτός του πεδίου της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να υπόκεινται στο εξωτερικό σύστημα εξετάσεως των παραπόνων, το οποίο καθιερώθηκε με την ίδρυση της εν λόγω Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως.
63. Στηρίζει τους ισχυρισμούς της ιδίως στο άρθρο 19 της οδηγίας 97/67, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/39, του οποίου το τρίτο εδάφιο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι χρήστες (34) να μπορούν να αποταθούν σε αρμόδια εθνική αρχή, στο πλαίσιο εξωτερικής διαδικασίας εξετάσεως παραπόνων, για τις περιπτώσεις στις οποίες τα παράπονα που απευθύνθηκαν στον ίδιο τον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας (35) δεν είχαν ικανοποιητική έκβαση (36). Από τη διάταξη αυτή ρητώς προκύπτει, κατά την άποψή της, ότι το εξωτερικό σύστημα εξετάσεως των παραπόνων, το οποίο οφείλουν να προβλέψουν τα κράτη μέλη, αφορά μόνον τους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
64. Ωστόσο, η οδηγία 97/67 προχωρεί μόνο σε κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο εναρμόνιση των σχετικών εθνικών διατάξεων, καθόσον δεν θεσπίζει κοινούς κανόνες που να καλύπτουν ολόκληρο τον ταχυδρομικό τομέα (37). Ειδικότερα, στην αρχή του τρίτου εδαφίου του άρθρου 19, ως είχε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, απαντά η ακόλουθη φράση: «[μ]ε την επιφύλαξη των λοιπών δυνατοτήτων προσφυγής που προβλέπει η εθνική και η κοινοτική νομοθεσία». Συνεπώς, η διάταξη αυτή θέτει ένα ελάχιστο πλαίσιο και τα κράτη μέλη επιτρέπεται να νομοθετούν και πέραν των ορίων του, εφόσον τηρούν τους λοιπούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ουδαμώς προκύπτει από το άρθρο 19 της οδηγίας 97/67 ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν την εφαρμογή εξωτερικής διαδικασίας παραπόνων και ως προς άλλους φορείς παροχής υπηρεσιών πέραν του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
65. Ο ειδικός σκοπός του άρθρου αυτού, ο οποίος έγκειται στην ενίσχυση της προστασίας των συμφερόντων όλων των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών, μέσω της διασφαλίσεως υψηλής ποιότητας υπηρεσιών όπως αναφέρεται και στον γενικό τίτλο της οδηγίας 97/67, συνηγορεί επίσης, κατά τη γνώμη μου, υπέρ της ερμηνείας ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέψουν και άλλους τρόπους διευθετήσεως των διαφορών (38).
66. Κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το προοίμιο τόσο της οδηγίας 97/67 όσο και της τροποποιητικής οδηγίας 2002/39. Συγκεκριμένα, η τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67 διευκρινίζει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 19 διαδικασία εξετάσεως παραπόνων τίθεται σε εφαρμογή «πέραν των ενδίκων μέσων που παρέχει το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο». Επιπλέον, η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/39 κάνει λόγο για σύστημα εξετάσεως παραπόνων, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των φορέων παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας και των λοιπών φορέων, ήτοι «οργανισμ[ούς] που κατέχουν άδειες, περιλαμβανομένων των μεμονωμένων κατόχων αδειών». Η ίδια αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι θα ήταν σκόπιμο «οι διαδικασίες αυτές να είναι διαθέσιμες στους χρήστες όλων των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είτε πρόκειται για καθολικές υπηρεσίες είτε όχι».
67. Αυτή η δεδηλωμένη πρόθεση του Ευρωπαίου νομοθέτη να διευρύνει τον κύκλο των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίοι θα απολαύουν της παρεχόμενης βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας 97/67 προστασίας αντικατοπτρίζεται στις τροποποιήσεις που επέφερε στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου η οδηγία 2002/39 (39).
68. Η έκδοση της οδηγίας 2008/6 υπαγορεύθηκε από την ίδια βούληση. Όπως ήδη επισήμανα, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν έχουν ratione temporis εφαρμογή στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς. Εντούτοις, έχουν χρησιμότητα ως κατατοπιστικές ενδείξεις για την ερμηνεία της οδηγίας 97/67, της οποίας το περιεχόμενο μεταβάλλουν ελαφρώς. Συγκεκριμένα, η τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2008/6 διευκρινίζει ότι «για να αυξηθεί η προστασία των καταναλωτών ενδείκνυται να επεκταθεί και σε άλλους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας η εφαρμογή των ελαχίστων αρχών σχετικά με τις διαδικασίες προσφυγής», όπερ σημαίνει ότι η οδηγία 97/67 δεν επιδίωκε την πλήρη εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.
69. Από το σύνολο των ανωτέρω ερμηνευτικών στοιχείων (40) συνάγω ότι οι διατάξεις της οδηγίας 97/67, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/39, και ιδίως το άρθρο της 19, δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να λάβει μέτρα όπως τα επίμαχα στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης.
Δ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
70. Με το δεύτερο ερώτημα, που υποβάλλεται επικουρικώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιβάλει περιορισμούς στην ελευθερία αυτή, καθιστώντας υποχρεωτική για τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία την εφαρμογή εξωτερικού συστήματος εξετάσεως παραπόνων, για λόγους σχετικούς με την προστασία των καταναλωτών, μολονότι στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν γίνεται διάκριση των καταγγελιών ανάλογα με το αν προέρχονται από καταναλωτές ή άλλους τελικούς χρήστες και με δεδομένο ότι οι αποδέκτες των οικείων υπηρεσιών είναι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, επαγγελματίες.
71. Ευθύς εξαρχής επισημαίνω ότι, με εξαίρεση την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, όλοι οι άλλοι μετέχοντες στη διαδικασία, οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις, συμφωνούν ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ δεν αντίκεινται στην επίμαχη εθνική ρύθμιση. Αυτή είναι και η δική μου άποψη, για τους λόγους που θα εκθέσω αμέσως παρακάτω.
72. Στον ταχυδρομικό τομέα, η εναρμόνιση που πραγματοποιείται με τις οδηγίες τις οποίες εξέδωσε ο νομοθέτης της Ένωσης αφορά το ελάχιστο περιεχόμενο των εθνικών νομοθεσιών. Οι διατάξεις των συνθηκών, και πιο συγκεκριμένα εν προκειμένω της Συνθήκης ΛΕΕ, μπορούν να αντιταχθούν στα κράτη μέλη για το επιπλέον, δηλαδή για τα πεδία σε σχέση με τα οποία έχουν διατηρήσει στο ακέραιο τη διακριτική τους ευχέρεια όσον αφορά τη θέσπιση κανονιστικών διατάξεων. Για τον λόγο αυτό, όπως υπενθυμίζουν η τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 26 της οδηγίας 97/67 (41), μολονότι είναι ελεύθερα να νομοθετούν, τα κράτη μέλη υποχρεούνται ταυτοχρόνως να τηρούν τις αρχές του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της ασκήσεως της αρμοδιότητας την οποία διατηρούν.
73. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα δεδομένα της υποθέσεως της κύριας δίκης, φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης που ασκούν επιρροή είναι μάλλον οι σχετικοί με την ελευθερία εγκαταστάσεως, κατά την έννοια των άρθρων 49 επ. ΣΛΕΕ, και όχι οι σχετικοί με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (42). Πράγματι, οι οικείες ταχυδρομικές υπηρεσίες παρέχονται γενικώς με βάση μια εγκατάσταση ευρισκόμενη στο κράτος μέλος προορισμού. Έτσι, η Express Line, η οποία ανήκει σε γερμανικό όμιλο εταιριών, είναι εγκατεστημένη στο βελγικό έδαφος.
74. Πάντως, κατά τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ερμηνεύσει και διατάξεις στις οποίες δεν αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα (43), προκειμένου να δώσει στο αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με αυτό, όλες τις απαντήσεις που του είναι χρήσιμες για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς.
75. Το αιτούν δικαστήριο είναι εκείνο που θα αποφασίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, αν τα ζητήματα τα οποία εγείρει η ενώπιόν του διαφορά άπτονται της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ενδείκνυται, κατά την άποψή μου, τα προδικαστικά ερωτήματα να εξετασθούν βάσει τόσο του άρθρου 49 ΣΛΕΕ όσο και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (44).
76. Ανεξαρτήτως του ζητήματος ποια από τις δύο αυτές ελευθερίες κυκλοφορίας θα κρίνει το αιτούν δικαστήριο ότι έχει εφαρμογή, ως πρώτο στάδιο της συλλογιστικής για να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να προσδιορισθεί αν η επιβολή στους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία της υποχρεώσεως συμμετοχής σε εξωτερικό σύστημα εξετάσεως των παραπόνων, όπως το προβλεπόμενο με τα άρθρα 43ter και 45ter του νόμου του 1991, συνιστά ή όχι εμπόδιο στην οικεία ελευθερία.
77. Η υποχρέωση συμμετοχής σε τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτή καθαυτή, εμπόδιο στην ελευθερία εγκαταστάσεως ούτε στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Κατά τη γνώμη μου, επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στην εσωτερική αγορά δεν πρέπει να έχει την αξίωση από κράτος μέλος να μην εφαρμόζει σύστημα έννομης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, το οποίο να προβλέπει και άλλους τρόπους επιλύσεως των διαφορών, πέραν της ασκήσεως ενδίκων μέσων. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι, εκτός του Βασιλείου του Βελγίου, και πολλά άλλα κράτη μέλη έχουν επιλέξει να επεκτείνουν την εφαρμογή των εξωτερικών διαδικασιών εξετάσεως παραπόνων και στους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες εκτός του πεδίου της καθολικής υπηρεσίας (45).
78. Αντιθέτως, η συμμετοχή στη χρηματοδότηση ενός τέτοιου συστήματος ενδέχεται να συνεπάγεται περιορισμό κάποιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ, ο οποίος θα μπορούσε να αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Κατά γενικό κανόνα, τα συστήματα αυτού του είδους χρηματοδοτούνται από το Δημόσιο, και όχι από κύκλο επιχειρήσεων στον οποίο περιλαμβάνονται και οι φορείς που δεν παρέχουν καθολική υπηρεσία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Ασφαλώς, η επιβολή σε επιχειρήσεις της υποχρεώσεως χρηματοδοτήσεως του προϋπολογισμού ρυθμιστικών και ελεγκτικών διοικητικών δομών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εξαίρεση στους τομείς της εθνικής οικονομίας οι οποίοι υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση. Πρέπει, όμως, να τους αναγνωρισθεί νόμιμη προσδοκία ότι η σχετική οικονομική επιβάρυνση θα κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων θιγόμενων επιχειρήσεων χωρίς διακρίσεις, αναλογικώς και με διαφάνεια.
79. Είναι αληθές ότι, εν προκειμένω, η επίμαχη εισφορά δεν βαρύνει τις επιχειρήσεις που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη περισσότερο από τους Βέλγους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι επιβάλλεται σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της αρμοδιότητας της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, χωρίς να γίνεται διάκριση βάσει της ιθαγένειας ή του τόπου της εγκαταστάσεως. Ωστόσο, η επίμαχη εισφορά, αν και δεν εισάγει διάκριση υπό την ως άνω έννοια, είναι ικανή να επηρεάσει τις δραστηριότητες επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του αποδέκτη της υπηρεσίας, στο οποίο παρέχουν παρεμφερείς υπηρεσίες (46), διαταράσσοντας την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων ή καθιστώντας αυτές λιγότερο ελκυστικές, ή να αποθαρρύνει επιχειρήσεις που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και θα είχαν την πρόθεση να εγκατασταθούν στο Βέλγιο (47). Θεωρώ ότι είναι αντίθετος τόσο προς τα άρθρα 49 επ. ΣΛΕΕ όσο και προς τα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ οποιοσδήποτε παράγοντας λειτουργεί αποτρεπτικά όσον αφορά την πρόσβαση στη βελγική αγορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών (48).
80. Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί είτε να γίνει δεκτός βάσει των μέτρων παρεκκλίσεως που ρητώς προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ, όπως τα περιεχόμενα στο άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είτε να δικαιολογηθεί, σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία του Δικαστηρίου, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Συγκεκριμένα η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης ΛΕΕ, μπορούν να περιοριστούν μόνον από ρυθμίσεις οι οποίες δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμόζονται σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής (49).
81. Εν προκειμένω, θα μπορούσε ενδεχομένως να βρεθεί νόμιμο έρεισμα για τα προσκόμματα στην άσκηση των ως άνω ελευθεριών κυκλοφορίας σε λόγους που άπτονται της προστασίας των καταναλωτών, την οποία ακριβώς επικαλείται το Βασίλειο του Βελγίου.
82. Συμμερίζομαι την άποψη που διατύπωσαν τόσο η Βελγική και η Πολωνική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή, ότι ουδεμία σημασία έχει, επ’ αυτού, το γεγονός ότι η εθνική ρύθμιση δεν διακρίνει μεταξύ των παραπόνων των ιδιωτών και των παραπόνων των επαγγελματιών. Ακόμη και αν οι πελάτες της Express Line είναι ως επί το πλείστον επαγγελματίες, το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, το άρθρο 19 της οδηγίας 97/67 (50), δεν δικαιολογεί διάκριση ανάλογα με το αν οι τελικοί χρήστες που αποτείνονται στην Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως συνήψαν τις σχετικές συμβάσεις για ιδιωτική ή για επαγγελματική χρήση (51). Εξάλλου, η πρακτική αποτελεσματικότητα του έργου της εν λόγω Υπηρεσίας, που ως σκοπό έχει τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών του ταχυδρομικού τομέα, διασφαλίζεται καλύτερα αν όλες οι κατηγορίες χρηστών μπορούν να απευθύνουν τα παράπονά τους σε αυτήν.
83. Επομένως, αυτός ο δικαιολογητικός λόγος, κατά τη γνώμη μου, στέκει, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται, στην πράξη, η αρχή της αναλογικότητας, ήτοι ότι η ρύθμιση των λεπτομερειών της χρηματοδοτήσεως της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως, εφαρμοζόμενη με συνέπεια και συστηματικότητα, καθιστά δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, χωρίς να βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή του μέτρου (52). Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν, εν προκειμένω, η επιβάρυνση την οποία υφίσταται η Express Line είναι πράγματι ανάλογη προς τον βαθμό κατά τον οποίο η Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως ασχολήθηκε με παράπονα πελατών της, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά τους, ή αν η επιβάρυνση αυτή είναι προδήλως υπέρμετρη, με συνέπεια η βελγική αγορά ταχυδρομικών υπηρεσιών να καθίσταται λιγότερο ελκυστική για αυτή την κατηγορία επιχειρήσεων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών.
84. Κατά την άποψή μου, εθνική ρύθμιση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα ισοδύναμο με πλάγια επιδότηση της βελγικής La Poste, εφόσον προκύψει από τη σχετική εξέταση στην οποία οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο ότι τα παράπονα που υποβλήθηκαν στην εν λόγω Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως αφορούσαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, τη βελγική La Poste, ενώ ήταν ελάχιστα εκείνα που αφορούσαν την Express Line, ήτοι 2 ή 3 περιπτώσεις επί συνόλου 9 000 περίπου καταγγελιών για τα έτη 2008 και 2009. Η διασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το περιεχόμενο των τυπικών κανόνων δικαίου τους οποίους έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη, αλλά και το αποτέλεσμα που αυτοί έχουν στην πράξη.
85. Ωστόσο, επισημαίνω ότι η τελευταία αυτή παρατήρηση θα καταστεί άνευ πρακτικού νοήματος κατόπιν της τροποποιήσεως της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως, μετά τη μεταφορά της οδηγίας 2008/6 στη βελγική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία της δικογραφίας και από τις διατάξεις του νόμου που εκδόθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2010 (53), ήτοι μετά την κατάθεση της αποφάσεως περί παραπομπής [στη Γραμματεία του Δικαστηρίου], προκύπτει ότι τα κριτήρια κατανομής στις επιχειρήσεις των εξόδων λειτουργίας της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα άλλαξαν, ιδίως ώστε να λαμβάνεται υπόψη, κατά τον πλέον αναλογικό τρόπο, όχι μόνον ο κύκλος εργασιών της κάθε επιχειρήσεως, αλλά και ο αριθμός των παραπόνων που υποβλήθηκαν σχετικά με την καθεμία κατά το έτος το οποίο προηγήθηκε του υπολογισμού της ενδεχόμενης εισφοράς.
86. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελευθερία εγκαταστάσεως δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να λάβει μέτρα, όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα οποία ενδέχεται να έχουν περιοριστικά αποτελέσματα, που όμως δικαιολογούνται για λόγους σχετικούς με την προστασία των χρηστών των ταχυδρομικών υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι για τον υπολογισμό της καταβαλλόμενης από την κάθε επιχείρηση εισφοράς για τη χρηματοδότηση της οικείας Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως λαμβάνεται επαρκώς υπόψη ο αριθμός των παραπόνων τα οποία υποβλήθηκαν από πρόσωπα που έκαναν χρήση των υπηρεσιών της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως σε σχέση προς τον αριθμό των παραπόνων για τους λοιπούς φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εν λόγω Υπηρεσίας.
VI – Πρόταση
87. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, προτείνω, κατ’ αρχήν, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι παρέλκει η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το hof van beroep te Brussel και να διατάξει τη διαγραφή της υποθέσεως από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
88. Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απαντήσει στα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, προτείνω να απαντήσει ως εξής:
«1) Οι διατάξεις της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να καταστήσει υποχρεωτική για τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίες δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία την εφαρμογή εξωτερικού συστήματος εξετάσεως παραπόνων, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης.
2) Οι αρχές της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως ορίζονται στα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ, και της ελευθερίας εγκαταστάσεως, όπως ορίζονται στα άρθρα 49 επ. ΣΛΕΕ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να καταστήσει υποχρεωτική, για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος σχετικούς με την προστασία των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών, την εφαρμογή εξωτερικού συστήματος εξετάσεως παραπόνων, όπως του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης, και ως προς τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στην καθολική υπηρεσία, έστω και αν στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος δεν γίνεται διάκριση των παραπόνων ανάλογα με το αν προέρχονται από καταναλωτές ή άλλους τελικούς χρήστες. Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι η χρηματοδότηση της οικείας Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως να γίνεται κατά τρόπο που να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον αριθμό των παραπόνων τα οποία υποβάλλονται κατά της κάθε επιχειρήσεως, όχι μόνον ως απόλυτο μέγεθος, αλλά και σε σχέση προς τον αριθμό των καταγγελιών για τους άλλους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εν λόγω Υπηρεσίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ 1998, L 15, σ. 14.
3 – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά τις τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67 όσον αφορά το περαιτέρω άνοιγμα των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό (ΕΕ L 176, σ. 21), καθώς και η οδηγία 2008/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67 σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 52, σ. 3).
4 – Όπως προκύπτει από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67, σκοπός της καθολικής υπηρεσίας είναι να καταστεί δυνατή για όλους τους χρήστες η εύκολη πρόσβαση στο ταχυδρομικό δίκτυο, ειδικότερα με την παροχή σε αυτούς της ευχέρειας επιλογής από επαρκή αριθμό σταθερών σημείων προσβάσεως και με την εξασφάλιση ικανοποιητικών όρων ως προς τη συχνότητα συλλογής και διανομής.
5 – Moniteurbelge της 31ης Δεκεμβρίου 2010, σ. 83267.
6 – Moniteurbelge της 27ης Μαρτίου 1991, σ. 6155.
7 – Βασιλικό διάταγμα περί μεταφοράς των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 97/67 (Moniteurbelge της 18ης Αυγούστου 1999, σ. 30697).
8 – Κατά το άρθρο 131, σημείο 14°, του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα του 1999.
9 – Άρθρο 148sexies του νόμου του 1991.
10 – Άρθρο 148bis του νόμου του 1991. Ως προς το θέμα των δύο κατηγοριών ταχυδρομικών υπηρεσιών τις οποίες το βελγικό δίκαιο δεν αναθέτει κατ’ αποκλειστικότητα στον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας, βλ. τις παρατηρήσεις επί του άρθρου 24 του βασιλικού διατάγματος του 1999 στην εισηγητική έκθεση προς τον Βασιλέα, την οποία συνέταξε ο Υπουργός Τηλεπικοινωνιών, E. Di Rupo (Moniteurbelge της 18ης Αυγούστου 1999, ειδικότερα σ. 30702).
11 – Νόμος για τη ρύθμιση διαφόρων θεμάτων σχετικών με τη δημιουργία Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως στον ταχυδρομικό τομέα και για την τροποποίηση του νόμου της 13ης Ιουνίου 2005 περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Moniteurbelge της 23ης Ιανουαρίου 2007, σ. 2965). Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 2 Φεβρουαρίου 2007.
12 – Οι τελευταίες τροποποιήσεις στα ως άνω δύο άρθρα του νόμου του 1991, σχετικά με την Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, έγιναν με τα άρθρα 2 έως 4 του προαναφερθέντος νόμου της 13ης Δεκεμβρίου 2010. Ο νόμος αυτός, ο οποίος μεταφέρει την οδηγία 2008/6 στη βελγική έννομη τάξη, δεν μπορεί ratione temporis να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω.
13 – Το άρθρο 45ter, παράγραφος 5, τελευταία περίοδος, του νόμου του 1991 διευκρινίζει ότι «οι επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών από τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως είναι μικρότερος ή ίσος με 500 000 ευρώ δεν συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση της Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως». Το όριο αυτό τέθηκε προς εναρμόνιση με το αντίστοιχο ισόποσο όριο, το οποίο ισχύει για τη χρηματοδότηση του IBPT (άρθρο 148septies του εν λόγω νόμου).
14 – Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου της 31ης Μαΐου 2009, για την τροποποίηση του νόμου της 17ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις προσφυγές και την εξέταση των διαφορών στο πλαίσιο του νόμου της 17ης Ιανουαρίου 2003, περί του καθεστώτος της ρυθμιστικής αρχής για τους τομείς των ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο Βέλγιο (Moniteurbelge της 10ης Ιουλίου 2009, σ. 47845) προκύπτει ότι «οι αποφάσεις του [IBPT] μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας ενώπιον του εφετείου των Βρυξελλών, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων».
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C‑472/99, Clean Car Autoservice (Συλλογή 2001, σ. I‑9687, σκέψη 24), και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011, C‑269/10, Accor Services France. Βλ., επίσης, το ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων από τα εθνικά δικαστήρια (ΕΕ 2009, C 297, σ. 1), όπου διευκρινίζεται ότι «[η] απόφαση με την οποία ο εθνικός δικαστής υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μορφή δέχεται το εθνικό δίκαιο για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα».
16 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, C-422/93 έως C-424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑1567, σκέψη 28).
17 – EE 2010, C 83, σ. 216.
18 – Αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 11), και της 4ης Οκτωβρίου 1991, C‑159/90, Society for the Protection of Unborn Children Ireland (Συλλογή 1991, σ. I‑4685, σκέψη 12).
19 – Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C‑343/90, Lourenço Dias (Συλλογή 1992, σ. I‑4673, σκέψη 17), και προαναφερθείσα απόφαση Zabala Erasun κ.λπ. (σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 – Αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2010, C‑467/08, Padawan (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 21 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 9ης Δεκεμβρίου 2010, C‑241/09, Fluxys (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28).
21 – Στο ίδιο πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των οικείων δικαιοδοτικών οργάνων, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως περί παραπομπής, το Δικαστήριο εξακολουθεί να δεσμεύεται από αυτήν και η προδικαστική διαδικασία πρέπει να συνεχίζεται αν το Δικαστήριο δεν έχει ενημερωθεί ότι η εν λόγω απόφαση ανακλήθηκε (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 146/73, Rheinmühlen‑Düsseldorf, Συλλογή τόμος 1974, σ. 85).
22 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Zabala Erasun κ.λπ. (σκέψεις 15 και 16) και Fluxys (σκέψεις 29 και 31).
23 – Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑428/06 έως C‑434/06, UGT-Rioja κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑6747, σκέψη 40).
24 – Προαναφερθείσα απόφαση Zabala Erasun κ.λπ. (σκέψεις 26 και 27).
25 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C‑3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. I‑1071, σκέψη 10, εξ αντιδιαστολής), διάταξη της 13ης Μαρτίου 1997, C-202/96, Laboratoires Valda, και απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C-340/99, TNT Traco (Συλλογή 2001, σ. I‑4109, σκέψη 34).
26 – Προαναφερθείσα απόφαση Fluxys (σκέψεις 33 και 34).
27 – Όπως συνέβαινε στην υπόθεση Fluxys, στην οποία το αιτούν δικαστήριο εξήγησε ότι «δυνάμει του άρθρου 825 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η εγκυρότητα της μερικής παραιτήσεως της Fluxys “εξαρτάται από την εκ μέρους του αντιδίκου αποδοχή της παραιτήσεως αυτής”» (προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 21).
28 – Αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1998, C‑314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I‑1149, σκέψεις 16 επ.), και της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑225/02, García Blanco (Συλλογή 2005, σ. I‑523, σκέψεις 27 επ.), αμφότερες σχετικές με υποθέσεις στις οποίες, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε απάντησή του στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ουδεμία χρησιμότητα θα είχε, δεδομένου ότι τα αιτήματα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης είχαν ικανοποιηθεί πλήρως.
29 – Ήτοι «υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, τη διαλογή, τη μεταφορά και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων». Η Express Line συνάγει ότι απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τα διάφορα στοιχεία εκ του γεγονότος ότι στη γαλλική, την αγγλική και τη γερμανική απόδοση της οικείας διατάξεως χρησιμοποιείται ο σύνδεσμος «και», όχι «ή».
30 – Το άρθρο 131, σημείο 1°, του νόμου του 1991, ως έχει μετά το βασιλικό διάταγμα του 1999, ορίζει ότι νοούνται ως «ταχυδρομικές υπηρεσίες» για τους σκοπούς του νόμου αυτού «οι υπηρεσίες που αφορούν αποστολή με παραλήπτη και συνίστανται σε μία από τις ακόλουθες πράξεις ή σε συνδυασμό περισσοτέρων από αυτές: – συλλογή – διαλογή – μεταφορά – διανομή» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Προσθέτω ότι το σημείο αυτό τροποποιήθηκε με τον νόμο της 13ης Δεκεμβρίου 2010, ο οποίος όμως δεν μπορεί ratione temporis να τύχει εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, ως εξής: «ταχυδρομικές υπηρεσίες: υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, τη διαλογή, τη μεταφορά και τη διανομή αντικειμένων προς ταχυδρομική αποστολή».
31 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑412/96, Kainuun Liikenne και Pohjolan Liikenne (Συλλογή 1998, σ. I‑5141, σκέψεις 23 και 24), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην ίδια απόφαση (σημεία 29 επ.), καθώς και αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2000, C‑402/98, ATB κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑5501, σκέψη 29), και της 16ης Ιουλίου 2009, C-537/07, Gómez Limón Sánchez-Camacho (Συλλογή 2009, σ. I‑6525, σκέψη 24).
32 – Το δικαστήριο αυτό έχει κρίνει και σε άλλες υποθέσεις (βλ., ιδίως, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2009, 2007/AR/2742, · Reflets, 2/2010, σ. 9) ότι, εφόσον η οδηγία 97/67 δεν περιέχει ενδείξεις περί του αντιθέτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η λέξη «και» χρησιμοποιείται υπό τη σημασία που γίνεται γενικώς αντιληπτή, δηλαδή ως συμπλεκτικός παρατακτικός σύνδεσμος, και όχι ως όρος ο οποίος υποδηλώνει σώρευση.
33 – Η οδηγία 2008/6, καίτοι δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, μπορεί πάντως να συνιστά διαφωτιστική εξέλιξη ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 97/67, καθόσον με αυτήν προστέθηκε στο άρθρο 2 το σημείο 1α που ορίζει ως «φορέα παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας» την «επιχείρηση η οποία παρέχει μία ή περισσότερες ταχυδρομικές υπηρεσίες» (Η υπογράμμιση είναι δική μου).
34 – Ενεργώντας είτε ατομικώς είτε, εφόσον το προβλέπει το εθνικό δίκαιο, σε συνδυασμό με οργανώσεις οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα των χρηστών και/ή των καταναλωτών.
35 – Το άρθρο 19, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 97/67 πραγματεύεται την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν την ύπαρξη μιας εσωτερικής διαδικασίας για την εξέταση των παραπόνων των χρηστών από τον ίδιο τον φορέα ή τους ίδιους τους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας, διευκρινιζομένου ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιβάλουν την υποχρέωση αυτή και όσον αφορά τους χρήστες ταχυδρομικών υπηρεσιών οι οποίες είτε δεν αποτελούν μέρος της καθολικής υπηρεσίας είτε εμπίπτουν μεν σε αυτήν, αλλά δεν παρέχονται από τον φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
36 – Η τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/67 εξηγεί τον λόγο για τον οποίο πρέπει να προβλεφθεί διπλός μηχανισμός εξετάσεως των παραπόνων των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών, με μία εσωτερική και μία εξωτερική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι «για την απαιτούμενη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, απαιτείται ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των διαφορών [και] ότι […] πρέπει να προβλεφθεί μια διαδικασία εξέτασης παραπόνων, η οποία να είναι διαφανής, απλή και ανέξοδη και να επιτρέπει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να μετάσχουν».
37 – Βλ., ιδίως, έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 18ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της ταχυδρομικής οδηγίας [97/67], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/39, όπου υπενθυμίζεται ότι «[η] παρούσα ταχυδρομική οδηγία βασίζεται στην αρχή της ελάχιστης εναρμόνισης».
38– Επ’ αυτού, σύμφωνα με την από 13 Απριλίου 2011 ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την Πράξη για την ενιαία αγορά, μεταξύ των «[δ]ώδεκα δράσε[ων] για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης» καταλέγεται η θέσπιση ρυθμίσεως για εναλλακτικούς τρόπους διευθετήσεως των ενδίκων διαφορών, με στόχο την «καθιέρωση απλών, εξωδικαστικών διαδικασιών, ικανών να εξασφαλίσουν μια εύκολη, γρήγορη και φθηνή λύση για τους καταναλωτές» [COM(2011) 206 τελικό, σ. 9].
39 – Κατά τη νομολογία [βλ., προσφάτως, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C‑16/10, The Number (UK) και Conduit Enterprises, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28], για τον καθορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της διατάξεως μιας οδηγίας, πρέπει η διάταξη αυτή να ενταχθεί στο οικείο νομοθετικό πλαίσιο και να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη του γράμματός της, καθώς και της όλης οικονομίας της εν λόγω οδηγίας και των σκοπών που επιδιώκει ο νομοθέτης.
40 – Ήτοι ότι «τα κράτη μέλη δύνανται να μεριμνούν ώστε η αρχή, η οποία επιτάσσει την καθιέρωση διαφανών, απλών και ανέξοδων διαδικασιών για την εξέταση των παραπόνων των χρηστών, εφαρμόζεται επίσης στους δικαιούχους υπηρεσιών οι οποίες είναι […] είτε έξω από το πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3 [είτε] εντός του πεδίου εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, αλλά […] δεν παρέχονται από τον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας».
41 – Όπου διευκρινίζεται ότι τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να λαμβάνουν, στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, μέτρα πιο φιλελεύθερα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία, ούτε, σε περίπτωση λήξεως της ισχύος της, να διατηρούν σε ισχύ μέτρα τα οποία θέσπισαν προς εφαρμογήν της, υπό τον όρο, πάντοτε, ότι αυτά είναι συμβατά με τη Συνθήκη.
42 – Σχετικά με τον συνδυασμό των εφαρμοστέων διατάξεων ως προς τις εν λόγω δύο ελευθερίες κυκλοφορίας, βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑409/06, Winner Wetten (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 44 επ.), και C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07, Markus Stoß (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 57 επ.).
43 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9), της 18ης Μαΐου 2000, C‑230/98, Schiavon (Συλλογή 2000, σ. I‑3547, σκέψη 37), και της 11ης Μαρτίου 2008, C‑420/06, Jager (Συλλογή 2008, σ. I‑1315, σκέψη 47).
44 – Βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσες αποφάσεις Winner Wetten (σκέψεις 51 και 52) και Markus Stoß (σκέψεις 64 και 65).
45 – Βλ. Maindevelopmentsinthepostalsector (2008‑2010), FinalReport 29 november2010, σ. 79 (‑main‑developments_en.pdf), διευκρινιζομένου ότι η μελέτη αυτή, η οποία εκπονήθηκε κατά παραγγελία της Γενικής Διεύθυνσης «Εσωτερική αγορά και υπηρεσίες» της Επιτροπής, δεν αφορά μόνον τα κράτη μέλη της Ένωσης, αλλά και τα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και την Ελβετική Συνομοσπονδία.
46 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, C‑203/08, Sporting Exchange (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 – Βλ., προσφάτως, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2010, C‑384/08, Attanasio Group (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45), και της 29ης Μαρτίου 2011, C‑565/08, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48 – Η έννοια του περιορισμού καλύπτει κάθε μέτρο κράτους μέλους το οποίο, καίτοι εφαρμόζεται αδιακρίτως, θίγει την πρόσβαση των επιχειρήσεων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη στην αγορά (βλ., ιδίως, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 46).
49 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2010, C‑447/08 και C‑448/08, Sjöberg και Gerdin (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 35 επ.), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑64/08, Engelmann (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 29 και 47).
50 – Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού κάνει λόγο για «συμφέροντα των χρηστών ή/και των καταναλωτών», διάζευξη από την οποία μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας, η έννοια «τελικοί χρήστες ταχυδρομικών υπηρεσιών» δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.
51 – Οι προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 97/67 ενισχύουν την άποψη αυτή: βλ., μεταξύ άλλων, ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Φεβρουαρίου 1994 σχετικά με την ανάπτυξη των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ C 48, σ. 3), το οποίο αναφέρεται σε «[χρήστες], συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών», όπως και η ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 1995 επί του συνόλου των προτεινόμενων μέτρων για την ανάπτυξη των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών, ενώ πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 2, σημείο 16, της περιεχόμενης στο ως άνω έγγραφο προτάσεως οδηγίας ορίζει ως «χρήστες» τόσο τους «επαγγελματίες [όσο και τους] ιδιώτες καταναλωτές» [COM(95) 227 τελικό, σ. 17 και σ. 25]. Ομοίως, η έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 25ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την εφαρμογή της ταχυδρομικής οδηγίας (οδηγία 97/67/ΕΚ) [COM(2002) 632 τελικό, ιδίως υποσημείωση στη σ. 8] διευκρινίζει ότι «πελάτες είναι όλοι οι χρήστες ταχυδρομικών υπηρεσιών (δηλ. ιδιώτες και επιχειρήσεις)». Επιπλέον, η απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2010, για τη σύσταση της ομάδας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ C 217, σ. 7), προβλέπει ότι αποστολή της ομάδας αυτής είναι, μεταξύ άλλων, «να διαβουλεύεται […] με τους παράγοντες της αγοράς, με τους καταναλωτές και με τους τελικούς χρήστες» (σε όλα τα παραπάνω χωρία η υπογράμμιση είναι δική μου).
52 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Sjöberg και Gerdin (σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, C‑134/10, Επιτροπή κατά Βελγίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 43 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
53 – Βλ. τον νέο αλγεβρικό τύπο του άρθρου 45ter, ως έχει μετά την έκδοση του ως άνω νόμου. Η Express Line τον περιέγραψε, στην επιστολή την οποία απηύθυνε στο Δικαστήριο προκειμένου να εξηγήσει την παραίτησή της από τον λόγο ακυρώσεως που αφορούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, ως εξής: «ενώ κατά το παρελθόν όλες οι επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών υπερέβαινε το ποσό των 500 000 ευρώ όφειλαν να καταβάλουν εισφορά για τη χρηματοδότηση της βελγικής Υπηρεσίας διαμεσολαβήσεως για τον ταχυδρομικό τομέα, υπέχουν πλέον την υποχρέωση αυτή μόνον οι επιχειρήσεις του τομέα κατά των οποίων υποβλήθηκαν περισσότερες από 12 καταγγελίες στη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις του τομέα υποχρεούνται πλέον να συνεισφέρουν μόνο στη χρηματοδότηση των εξόδων λειτουργίας τα οποία σχετίζονται με την εξέταση των καταγγελιών από την Υπηρεσία διαμεσολαβήσεως (ανάλογα προς τον αριθμό των καταγγελιών που αφορούν την ενδιαφερόμενη επιχείρηση), και όχι των γενικών εξόδων λειτουργίας της Υπηρεσίας αυτής (ανάλογα προς τον κύκλο εργασιών της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως)».
Full & Egal Universal Law Academy