ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 17ης Μαρτίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑150/10
Bureau d’intervention et de restitution belge (BIRB)
κατά
Beneo-Orafti SA
[αίτηση του Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση αγορών – Ζάχαρη – Φύση και πεδίο ισχύος των μεταβατικών ποσοστώσεων που χορηγούνται σε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης – Δυνατότητα επιχείρησης που λαμβάνει ενίσχυση αναδιαρθρώσεως για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 να κάνει χρήση της μεταβατικής ποσοστώσεως που της έχει χορηγηθεί – Υπολογισμός του προς ανάκτηση ποσού και της κυρώσεως που επιβάλλεται σε περίπτωση μη τηρήσεως των αναληφθεισών δεσμεύσεων στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιαρθρώσεως»
1. Με μια σειρά μέτρων που θεσπίστηκαν το 2006, η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης μεταρρυθμίστηκε με σκοπό την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας ζάχαρης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα διάφορα αυτά μέτρα επέφεραν, μεταξύ άλλων, τα εξής αποτελέσματα:
– η έναρξη της περιόδου εμπορίας μεταφέρθηκε από την 1η Ιουλίου στην 1η Οκτωβρίου από το έτος 2007, με αποτέλεσμα η περίοδος 2006/2007 να διαρκέσει, κατ’ εξαίρεση, 15 μήνες,
– ως απάντηση στην εξαιρετική αυτή κατάσταση, χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις πρόσθετες μεταβατικές ποσοστώσεις για την εν λόγω περίοδο,
– για κάθε πλεόνασμα παραγόμενο εκτός των χορηγηθεισών ποσοστώσεων επιβλήθηκε ειδικό τέλος,
– οι επιχειρήσεις παρακινήθηκαν να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση, αποποιούμενες τις βασικές ποσοστώσεις τους (ή μέρος αυτών) και διαλύοντας τις εγκαταστάσεις τους έναντι εισπράξεως ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως,
– σε περίπτωση μη τηρήσεως των δεσμεύσεων για αναδιάρθρωση, αφενός, έπρεπε να επιστραφεί η αντίστοιχη ενίσχυση και, αφετέρου, θα επιβαλλόταν οικονομική κύρωση που έφθανε μέχρι 30 % του επιστρεπτέου ποσού εφόσον η παράβαση ήταν ηθελημένη ή αποτέλεσμα βαριάς αμέλειας.
2. Στην Beneo-Orafti SA (στο εξής: Beneo-Orafti), εταιρεία βελγικού δικαίου, χορηγήθηκε μια βασική ποσόστωση καθώς και μια μεταβατική ποσόστωση για την περίοδο 2006/2007. Δεσμεύθηκε να αποποιηθεί τη βασική ποσόστωση και να διαλύσει εν μέρει τις οικείες εγκαταστάσεις, έναντι χορηγήσεως ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως, η οποία και της καταβλήθηκε. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι η μεταβατική της ποσόστωση δεν είχε σχέση με την αποποίηση αυτή, προέβη στην παραγωγή ορισμένης ποσότητας ινουλίνης (2) η οποία υπολειπόταν κατά τι της τελευταίας αυτής ποσοστώσεως.
3. Το Bureau d’intervention et de restitution belge (Βελγικός οργανισμός παρεμβάσεως και επιστροφών, στο εξής: BIRB) επιδιώκει, πρώτον, να ανακτήσει το ποσό της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως, ύψους 454,425 ευρώ ανά παραχθέντα τόνο, δεύτερον, να επιβάλει οικονομική κύρωση ισούμενη προς το 30 % του επιστρεπτέου ποσού και, τρίτον, να εισπράξει τέλος 500 ευρώ ανά παραχθέντα τόνο, λόγω πλεονασματικής παραγωγής. Η Beneo-Orafti αντιτάσσεται στην τοποθέτηση αυτή.
4. Το Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο), το οποίο επελήφθη της διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο επτά προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία θέτουν στην ουσία τα κάτωθι ζητήματα:
– Εδικαιούτο η Beneo-Orafti να θεωρήσει ότι η μεταβατική της ποσόστωση ήταν ανεξάρτητη από τη βασική της ποσόστωση και, συνεπώς, ότι δεν επηρεάστηκε από το ότι η Beneo-Orafti αποποιήθηκε την εν λόγω ποσόστωση και εισέπραξε την αντίστοιχη ενίσχυση αναδιαρθρώσεως;
– Σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο κατέστησαν υποχρεωτικές για την Beneo-Orafti οι δεσμεύσεις της περί αναδιαρθρώσεως;
– Επιτρέπεται να χωρήσει συγχρόνως η ανάκτηση της χορηγηθείσας ενισχύσεως, που συνοδεύεται από συμπληρωματική οικονομική κύρωση, και η είσπραξη τέλους πλεονασματικής παραγωγής, με βάση τις αυτές παραχθείσες ποσότητες;
– Με ποιο τρόπο πρέπει να υπολογιστούν τα ποσά που θα πρέπει ενδεχομένως να ανακτηθούν;
I – Η μεταρρύθμιση της αγοράς ζάχαρης (3)
5. Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης καθιερώθηκε το 1967 προκειμένου να εξασφαλίσει δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς και να σταθεροποιήσει την αγορά. Στο πλαίσιο της οργάνωσης αυτής, ίσχυαν για τη ζάχαρη εγγυημένες τιμές παρέμβασης οι οποίες, μεταξύ του 1996 και του 2006, ήταν αισθητά υψηλότερες από τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς. Με την πάροδο του χρόνου, η Ένωση κατέστη ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, με πλεονασματική ετήσια παραγωγή 20 εκατομμυρίων τόνων, οπότε άρχισε να υφίσταται πιέσεις για να παύσει τις εξαγωγές πλεονασμάτων σε επιδοτούμενη τιμή. Το 2005, μια απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ανάγκασε την Ένωση να συμπεριλάβει ιδίως στην οροφή που επιβάλλεται στις εξαγωγές τις εξαγωγές ζάχαρης εκτός ποσοστώσεων. Κατόπιν αυτού, από το 2006 και μετά, η Ένωση δεν μπορεί να εξάγει πλέον των 1,37 εκατομμυρίων τόνων επιδοτούμενης λευκής ζάχαρης ετησίως, ενώ προηγουμένως η ετήσια ποσότητα έφθανε κατά μέσο όρο τα 6,5 εκατομμύρια τόνους.
6. Συνεπώς, κρίθηκε αναγκαία μια μεταρρύθμιση για να προσαρμοστεί η κοινή οργάνωση της αγοράς στις αρχές της νέας κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και για να διατηρηθεί η ισορροπία της αγοράς, τηρουμένης συγχρόνως της υποχρεώσεως για περιορισμό των επιδοτούμενων εξαγωγών. Οι κύριοι σκοποί ήταν να εξασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας ζάχαρης διά της μειώσεως της μη αποδοτικής ικανότητας παραγωγής, να σταθεροποιηθούν οι αγορές χωρίς να θίγεται η ασφάλεια του εφοδιασμού και να εξασφαλιστεί δίκαιο επίπεδο διαβίωσης για τον αγροτικό πληθυσμό με άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων για τον εν λόγω πληθυσμό στις επηρεαζόμενες από τη μεταρρύθμιση περιοχές.
7. Τα κύρια χαρακτηριστικά της μεταρρυθμίσεως, που εχώρησε σταδιακά, ήταν τα εξής:
– διατήρηση μειωμένων ποσοστώσεων παραγωγής, που συμπληρώνονται από πρόσθετες ποσοστώσεις τις οποίες μπορούν να αγοράσουν παραγωγοί οι οποίοι θεωρούν ότι είναι ανταγωνιστικοί στο νέο περιβάλλον,
– σταδιακές μειώσεις τις τιμής ανά τόνο λευκής ζάχαρης,
– σταδιακές μειώσεις της καταβαλλόμενης στους καλλιεργητές ελάχιστης τιμής ανά τόνο ζαχαροτεύτλων υπαγομένων σε ποσόστωση, μετριαζόμενες με τη βοήθεια μηχανισμού μερικής αντιστάθμισης,
– αναστολή του μηχανισμού επιστροφών κατά την εξαγωγή που εφαρμόζεται στις εξαγωγές υπό καθεστώς ποσοστώσεων,
– προσωρινό ταμείο αναδιαρθρώσεως, χρηματοδοτούμενο μέσω εισφοράς καταβαλλόμενης από τους παραγωγούς επί της ποσοστώσεώς τους και προοριζόμενο κυρίως για τη χρηματοδότηση των διαφόρων ενισχύσεων που καταβάλλονται για την οικειοθελή εγκατάλειψη των ποσοστώσεων παραγωγής, ήτοι:
– της ενισχύσεως για αναδιάρθρωση, που καταβάλλεται στους παραγωγούς οι οποίοι εγκαταλείπουν την παραγωγή υπό καθεστώς ποσοστώσεων και απελευθερώνουν τις αντίστοιχες ποσοστώσεις,
– της ενισχύσεως για τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων που σκοπεί να ενθαρρύνει την υιοθέτηση λύσεων αντικατάστασης στις περιοχές που θίγονται από την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας ζάχαρης,
– της μεταβατικής ενισχύσεως που χορηγείται στα εργοστάσια παραγωγής ζάχαρης προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην αναδιάρθρωση.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός (ΕΚ) 318/2006
8. O κανονισμός (ΕΚ) 318/2006 (4) μεταρρυθμίζει εις βάθος την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, καταργώντας και αντικαθιστώντας τον προϊσχύσαντα βασικό κανονισμό (5).
9. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006 προβλέπει ότι η περίοδος εμπορίας για τα προϊόντα που υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης αρχίζει την 1η Οκτωβρίου και λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου του επομένου έτους, εκτός από την περίοδο εμπορίας 2006/2007 που αρχίζει την 1η Ιουλίου 2006 και λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2007 (6).
10. Το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού (που υπάγεται στο κεφάλαιο 2, «Παραγωγή ποσοστώσεως», του τίτλου II «Εσωτερική αγορά») διευκρινίζει, στην παράγραφο 1, ότι οι ποσοστώσεις για την παραγωγή ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού και προβλέπει, στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, ότι τα κράτη μέλη χορηγούν ποσόστωση σε κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης που έχει εγκατασταθεί στην επικράτειά τους.
11. Στο ίδιο κεφάλαιο, το άρθρο 10 του κανονισμού 318/2006, που φέρει τον τίτλο «Διαχείριση ποσοστώσεων», προβλέπει αναπροσαρμογές των ποσοστώσεων που ορίζονται στο παράρτημα III αυτού για κάθε περίοδο, καθιερώνοντας ένα κοινό ποσοστό μείωσης από την περίοδο 2010/2011 και μετά.
12. Το κεφάλαιο 3 του τίτλου II του κανονισμού 318/2006 φέρει τον τίτλο «Παραγωγή εκτός ποσοστώσεως» και περιέχει τα άρθρα 12 έως 15. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, επιβάλλεται τέλος πλεονασματικής παραγωγής για τις ποσότητες ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης που παράγονται καθ’ υπέρβαση της ποσοστώσεως στη διάρκεια οιασδήποτε περιόδου εμπορίας, εξαιρουμένων των ποσοτήτων που υπάγονται σε έναν από τους μηχανισμούς των άρθρων 12 έως 14 (ήτοι, βασικά, χρησιμοποιούνται για τη μεταποίηση ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων, μεταφέρονται στην παραγωγή με ποσόστωση της επόμενης περιόδου εμπορίας, χρησιμοποιούνται για τον εφοδιασμό των άκρως απόκεντρων περιοχών ή εξάγονται εντός ορισμένων ποσοτικών ορίων). Κατά τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, σκοπός της επιβολής τέλους επί του πλεονάσματος είναι να αποφευχθεί, για τις ποσότητες που δεν πληρούν τους όρους των εν λόγω μηχανισμών, «η σώρευση των ποσοτήτων αυτών που απειλούν την κατάσταση στην αγορά».
13. Στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006 αναφέρεται ότι το ποσό του τέλους πλεονασματικής παραγωγής ορίζεται «σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ούτως ώστε να αποφεύγεται η σώρευση των ποσοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1».
14. Στο άρθρο 15, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζεται ότι το τέλος αυτό εισπράττεται από τα κράτη μέλη. Καίτοι δεν φαίνεται να υπάρχει καμία σχετική διάταξη, όμοια με τη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 320/2006 (βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων), που να προβλέπει την απόδοση στην Ένωση των εισπραχθέντων ποσών, το εν λόγω τέλος πλεονασματικής παραγωγής αποτελεί μέρος των ιδίων πόρων της Ένωσης (7).
15. Το άρθρο 44 του κανονισμού 318/2006 (στο οποίο αναφέρεται η τεσσαρακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη αυτού) εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίζει μεταβατικά μέτρα προκειμένου, ιδίως, να διευκολύνει τη μετάβαση από την κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2005/2006 στην κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2006/2007 και, γενικότερα, τη μετάβαση από το προϊσχύσαν στο νέο καθεστώς.
16. Τέλος, το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει, ιδίως, ότι ο τίτλος ΙΙ εφαρμόζεται μέχρι τη λήξη της περιόδου εμπορίας 2014/2015.
Β – Ο κανονισμός 320/2006
17. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 320/2006 (8) εκτίθενται, ιδίως, τα εξής:
«(1) [...] Για να ευθυγραμμισθεί το κοινοτικό σύστημα παραγωγής και εμπορίας ζάχαρης με τις διεθνείς απαιτήσεις και να εξασφαλισθεί η μελλοντική ανταγωνιστικότητά του, είναι απαραίτητη η έναρξη μιας διαδικασίας ριζικής αναδιαρθρώσεως που θα οδηγήσει σε σημαντική μείωση της μη κερδοφόρου παραγωγικής ικανότητας στην Κοινότητα. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να θεσπισθεί ένα χωριστό και αυτόνομο προσωρινό καθεστώς για την αναδιάρθρωση του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας λειτουργικής νέας κοινής οργάνωσης αγοράς για τη ζάχαρη. Δυνάμει του καθεστώτος αυτού, οι ποσοστώσεις θα πρέπει να μειωθούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ληφθούν υπόψη τα θεμιτά συμφέροντα του κλάδου ζάχαρης, των καλλιεργητών ζαχαρότευτλων και κιχωρίου και των καταναλωτών της Κοινότητας.
(2) Θα πρέπει να συσταθεί προσωρινό ταμείο αναδιαρθρώσεως για να χρηματοδοτηθούν τα μέτρα αναδιαρθρώσεως του κοινοτικού κλάδου της ζάχαρης. [...]
[...]
(4) Τα μέτρα αναδιαρθρώσεως που προβλέπει ο παρών κανονισμός θα πρέπει να χρηματοδοτούνται με προσωρινά ποσά που θα συγκεντρωθούν από τους παραγωγούς ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης οι οποίοι θα επωφεληθούν μακροχρονίως από τη διαδικασία αναδιαρθρώσεως. [...]
(5) Θα πρέπει να δοθούν σημαντικά οικονομικά κίνητρα, με τη μορφή επαρκούς διαρθρωτικής ενισχύσεως, στις επιχειρήσεις ζάχαρης με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα, προκειμένου να εγκαταλείψουν την παραγωγή τους βάσει ποσοστώσεως. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να θεσπισθεί ενίσχυση αναδιαρθρώσεως η οποία θα δημιουργεί κίνητρα για την εγκατάλειψη της παραγωγής ζάχαρης βάσει ποσοστώσεως και την αποποίηση των αντίστοιχων ποσοστώσεων, επιτρέποντας, παράλληλα, να ληφθεί δεόντως υπόψη η ανάγκη τηρήσεως των κοινωνικών και περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που συνδέονται με την εγκατάλειψη της παραγωγής. Η ενίσχυση θα πρέπει να διατίθεται στη διάρκεια τεσσάρων περιόδων εμπορίας, με σκοπό τη μείωση της παραγωγής στον βαθμό που απαιτείται για να επιτευχθεί ισορροπία στην αγορά της Κοινότητας.
[...]»
18. Κατά το άρθρο 2, σημείο 6, του κανονισμού 320/2006, ως «ποσόστωση» νοείται «κάθε ποσόστωση παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης», η οποία χορηγείται σε μια επιχείρηση σύμφωνα, ιδίως, με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006.
19. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006 ορίζει ότι κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης, στην οποία έχει χορηγηθεί ποσόστωση μέχρι την 1η Ιουλίου 2006, δικαιούται ενίσχυση αναδιαρθρώσεως ανά τόνο ποσοστώσεως που αποποιήθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη διάρκεια μιας από τις περιόδους εμπορίας 2006/2007, 2007/2008, 2008/2009 και 2009/2010, αποποιείται, εν όλω ή εν μέρει, την ποσόστωσή της, σύμφωνα με ένα από τα ενδεχόμενα που απαριθμούνται υπό τα στοιχεία α΄ έως γ΄. Η προϋπόθεση που τίθεται υπό το στοιχείο β΄, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, είναι ότι η επιχείρηση αποποιείται την ποσόστωση που έχει παραχωρήσει σε ένα ή πλείονα εργοστάσιά της και διαλύει εν μέρει τις εγκαταστάσεις παραγωγής των οικείων εργοστασίων και δεν χρησιμοποιεί τις εναπομένουσες εγκαταστάσεις παραγωγής των οικείων εργοστασίων για την παρασκευή προϊόντων που υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (η προϋπόθεση που τίθεται υπό το στοιχείο α΄ είναι ότι η επιχείρηση αποποιείται την ποσόστωση διαλύοντας εντελώς τις οικείες εγκαταστάσεις και η προϋπόθεση που τίθεται υπό το στοιχείο γ΄ είναι ότι αποποιείται ένα μέρος της εν λόγω ποσοστώσεως και δεν χρησιμοποιεί τις οικείες εγκαταστάσεις για το ραφινάρισμα ακατέργαστης ζάχαρης, περίπτωση στην οποία, επομένως, δεν απαιτείται διάλυση των εγκαταστάσεων).
20. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006 προβλέπει, ιδίως, ότι η ενίσχυση αναδιαρθρώσεως χορηγείται για την περίοδο εμπορίας για την οποία έγινε η αποποίηση των ποσοστώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 και μόνον για την ποσότητα της ποσοστώσεως για την οποία χώρησε αποποίηση και δεν ανακατανεμήθηκε στη συνέχεια.
21. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, η μερική διάλυση των εγκαταστάσεων παραγωγής επιτάσσει, ιδίως, την οριστική και πλήρη παύση της παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης από τις σχετικές εγκαταστάσεις παραγωγής και τη διάλυση των εγκαταστάσεων παραγωγής που δεν θα χρησιμοποιηθούν για τη νέα παραγωγή και που προορίζονταν για την παραγωγή των εν λόγω προϊόντων.
22. Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 320/2006 διευκρινίζει ότι το ποσό της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως ανά τόνο αποποιηθείσας ποσοστώσεως ισούται, στην περίπτωση του σημείου β΄ της παραγράφου 1, με 547,50 ευρώ, για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 ή 2007/2008 (στην περίπτωση του σημείου α΄ της παραγράφου 1, το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε 730 ευρώ και, στην περίπτωση του σημείου γ΄ της παραγράφου 1, σε 255,50 ευρώ, για τις ως άνω περιόδους εμπορίας. Για τις δύο επόμενες περιόδους, τα ποσά μειώνονται σταδιακά).
23. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006, τα κράτη μέλη λαμβάνουν την απόφαση που αφορά τη χορήγηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2006 (ενώ ο γενικός κανόνας για τις επόμενες περιόδους είναι ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν την απόφασή τους το αργότερο στο τέλος του Φεβρουαρίου που προηγείται της οικείας περιόδου).
24. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι η ενίσχυση αναδιαρθρώσεως χορηγείται εάν το κράτος μέλος έχει διαπιστώσει, ύστερα από διεξοδική επαλήθευση, ότι η αίτηση και το σχέδιο αναδιαρθρώσεως περιλαμβάνουν τα απαιτούμενα στοιχεία, ότι τα μέτρα και οι δράσεις που περιγράφονται στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως είναι σύμφωνα προς τη σχετική κοινοτική και εθνική νομοθεσία και ότι το ταμείο αναδιαρθρώσεως διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από την Επιτροπή.
25. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί ποσόστωση καταβάλλουν, ανά περίοδο εμπορίας και ανά τόνο ποσοστώσεως, προσωρινό ποσό αναδιαρθρώσεως. Ωστόσο, οι ποσοστώσεις τις οποίες έχει αποποιηθεί μια επιχείρηση κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006 δεν υπόκεινται στην καταβολή του προσωρινού αυτού ποσού αναδιαρθρώσεως για τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας και για τις επόμενες περιόδους εμπορίας.
26. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι, για τη ζάχαρη και το σιρόπι ινουλίνης, το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε 126,40 ευρώ ανά τόνο ποσοστώσεως, για την περίοδο εμπορίας 2006/2007.
27. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα έναντι της Κοινότητας για την είσπραξη του προσωρινού ποσού αναδιαρθρώσεως στην επικράτειά τους.
Γ – Ο κανονισμός (ΕΚ) 493/2006
28. Στη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 493/2006 (9) εξηγείται ότι, εφόσον η διάρκεια της περιόδου εμπορίας 2006/2007 ορίζεται ότι εκτείνεται από την 1η Ιουλίου 2006 μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 2007 και, συνεπώς, καλύπτει διάστημα δεκαπέντε μηνών, απαιτείται να προβλεφθεί για την εν λόγω περίοδο εμπορίας αύξηση των ποσοστώσεων, λαμβανομένων υπόψη των τριών επιπλέον μηνών, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί κατανομή που να αντιστοιχεί σε εκείνη των προηγούμενων και των επόμενων περιόδων εμπορίας. Αυτές οι μεταβατικές ποσοστώσεις πρέπει να καλύπτουν, από την αρχή της περιόδου εμπορίας 2006/2007, την παραγωγή ζάχαρης προερχόμενης από τεύτλα που σπάρθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006.
29. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3 (10), του κανονισμού 493/2006, για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 κατανέμεται στα κράτη μέλη μεταβατική ποσόστωση σιροπιού ινουλίνης 80 180 τόνων ξηράς ουσίας ισοδυνάμου ζάχαρης/ισογλυκόζης, σύμφωνα με την κατανομή που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, μέρος Γ, του εν λόγω κανονισμού.
30. Το άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ και β΄, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι οι μεταβατικές αυτές ποσοστώσεις δεν υπόκεινται στην καταβολή του προσωρινού ποσού αναδιαρθρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006 και δεν μπορούν να λάβουν τις ενισχύσεις που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
31. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 493/2006, τα κράτη μέλη κατανέμουν τις μεταβατικές ποσοστώσεις, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, εξασφαλίζοντας την ισότιμη μεταχείριση των παραγωγών και αποφεύγοντας τις στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού, στις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης που έχουν λάβει σχετική έγκριση και είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους.
Δ – Ο κανονισμός (ΕΚ) 967/2006
32. Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 967/2006 (11), ο κανονισμός αυτός καθορίζει τους όρους χρησιμοποίησης ή μεταφοράς των ποσοτήτων ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης που παράγονται εκτός ποσοστώσεως, καθώς και τους κανόνες που αφορούν το τέλος πλεονασματικής παραγωγής, σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 (12).
33. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 967/2006 ορίζει το ύψος του τέλους πλεονάσματος που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού 318/2006 σε 500 ευρώ ανά τόνο. Το επίπεδο του εν λόγω τέλους εξηγείται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 967/2006 ως εξής:
«Το ποσό του τέλους πρέπει να καθοριστεί σε υψηλό επίπεδο, για να αποφευχθεί η συσσώρευση των ποσοτήτων που παράγονται καθ’ υπέρβαση της ποσοστώσεως και ενδέχεται να διαταράξουν την αγορά. Για το σκοπό αυτό, φαίνεται σκόπιμο να καθοριστεί ένα σταθερό ποσό, στο ύψος του πλήρους εισαγωγικού δασμού για τη λευκή ζάχαρη.»
34. Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προβλέπεται ότι το τέλος καταβάλλεται από τον παρασκευαστή επί του πλεονάσματος που έχει παραγάγει καθ’ υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής που του έχει απονεμηθεί για δεδομένη περίοδο εμπορίας, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων που αντιστοιχούν, κυρίως, στις εξαιρέσεις του άρθρου 15 του κανονισμού 318/2006 (13), αλλά οι οποίες είναι βέβαιο ότι δεν αφορούν την εδώ εξεταζόμενη περίπτωση.
Ε – Ο κανονισμός (ΕΚ) 968/2006
35. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 968/2006 (14), ο εν λόγω κανονισμός καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 6 έως 9 του κανονισμού 320/2006. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 968/2006 διευκρινίζει ότι ισχύουν οι ορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 320/2006.
36. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 968/2006, από την περίοδο εμπορίας για την οποία έγινε η αποποίηση της ποσοστώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 320/2006, καμία παραγωγή ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγή στο πλαίσιο αυτής της ποσοστώσεως από τα ενδιαφερόμενα εργοστάσια.
37. Το άρθρο 10 του κανονισμού 968/2006 ορίζει τη διαδικασία χορηγήσεως της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως, αναφέροντας, ιδίως, ότι η Επιτροπή οφείλει να εκτιμήσει τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους και ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώσουν τους αιτούντες για την τύχη της αίτησής τους, εντός της προθεσμίας που καθιερώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006, ήτοι, για την περίοδο 2006/2007, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2006.
38. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006 ορίζει τα εξής:
«Μόλις χορηγηθεί η ενίσχυση αναδιαρθρώσεως, ο δικαιούχος εκτελεί όλα τα μέτρα που αναφέρονται λεπτομερώς στο εγκριθέν σχέδιο αναδιαρθρώσεως και τηρεί τις δεσμεύσεις που περιέχονται στην αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως.»
39. Στο άρθρο 26, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, εάν ο δικαιούχος δεν τηρεί μία ή περισσότερες δεσμεύσεις του στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, του επιχειρηματικού σχεδίου ή του εθνικού προγράμματος αναδιαρθρώσεως, το μέρος της ενισχύσεως που χορηγήθηκε σύμφωνα με τη(τις) δέσμευση(δεσμεύσεις) ανακτάται, εκτός εάν συντρέχει ανωτέρα βία.
40. Κατά το άρθρο 27 του ιδίου κανονισμού:
«1. Εάν ο δικαιούχος δεν τηρεί μία ή περισσότερες δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, του επιχειρηματικού σχεδίου ή του εθνικού προγράμματος αναδιαρθρώσεως, υποχρεούται να καταβάλει ποσό ίσο προς το 10 % του προς ανάκτηση ποσού δυνάμει του άρθρου 26.
2. Οι χρηματικές ποινές που πρέπει να επιβληθούν σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιβάλλονται, εάν η επιχείρηση μπορεί να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι η μη συμμόρφωση οφείλεται σε ανωτέρα βία [...]
3. Εάν η μη συμμόρφωση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας, ο δικαιούχος υποχρεούται να καταβάλει ποσό ίσο προς το 30 % του προς ανάκτηση ποσού δυνάμει του άρθρου 26.»
III – Η διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
41. Στις 27 Ιουλίου 2006, οι αρμόδιες βελγικές αρχές χορήγησαν στην Beneo-Orafti, για την περίοδο 2006/2007, μια βασική ποσόστωση 131 330 τόνων και μια μεταβατική ποσόστωση 32 833 τόνων για σιρόπι ινουλίνης (15). Στο έγγραφο που γνωστοποιούσε στην Beneo-Orafti τη χορήγηση των δύο αυτών ποσοστώσεων, διευκρινιζόταν, ιδίως, ότι η μεταβατική ποσόστωση ισούτο με τα 3/12 της βασικής ποσοστώσεως και λειτουργούσε ως «αντιστάθμισμα» για την παράταση κατά τρεις μήνες της διάρκειας της περιόδου εμπορίας 2006/2007 (16).
42. Την ίδια ημέρα, η Beneo-Orafti υπέβαλε στις ίδιες αρχές αίτηση για χορήγηση ενισχύσεως για αναδιάρθρωση, αποποιούμενη, έναντι αυτής, τη βασική της ποσόστωση (αλλά όχι, κατά τα λεγόμενά της, και τη μεταβατική της ποσόστωση). Στις 18 Αυγούστου 2006, οι βελγικές αρχές απάντησαν ότι η αίτηση θεωρήθηκε πλήρης. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, πληροφόρησαν την Beneo-Orafti για το παραδεκτό της αιτήσεώς της και ενημέρωσαν σχετικώς την Επιτροπή.
43. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή ανακοίνωσε στα κράτη μέλη ότι οι οικονομικοί πόροι που εκτίμησε ότι ήταν διαθέσιμοι στο προσωρινό ταμείο αναδιαρθρώσεως ήταν επαρκείς για να ικανοποιηθούν όλες οι αιτήσεις για χορήγηση σχετικής ενισχύσεως για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 και είχαν κριθεί παραδεκτές από τα κράτη μέλη (17).
44. Εκ των όσων υποστήριξε η Beneo-Orafti ενώπιον του Tribunal de première instance de Bruxelles προκύπτει ότι, στις 20 Οκτωβρίου 2006, κατά τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ της Beneo-Orafti και των βελγικών αρχών, η εν λόγω εταιρεία πληροφόρησε τις τελευταίες ότι «προετίθετο να κάνει χρήση των μεταβατικών της ποσοστώσεων, ανεξάρτητα από την αίτησή της για χορήγηση ενισχύσεως για αναδιάρθρωση συνδεόμενης με τη βασική της ποσόστωση», και οι βελγικές αρχές υπογράμμισαν ότι υπήρχαν κίνδυνοι «τους οποίους δεν μπορούσε να προσδιορίσει» σε περίπτωση υλοποιήσεως αυτού της του σχεδίου.
45. Η Beneo-Orafti άρχισε να παράγει σιρόπι ινουλίνης στις 21 Νοεμβρίου 2006.
46. Με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 2006, το αρμόδιο βελγικό υπουργείο γνωστοποίησε στην Beneo-Orafti ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί με βεβαιότητα για το αν, από νομικής απόψεως, η παραγωγή αυτή συμβιβαζόταν με τους όρους χορηγήσεως της ενισχύσεως για αναδιάρθρωση. Πρότεινε να ζητήσει από την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την κατάσταση ή να υποστηρίξει την Beneo-Orafti στο πλαίσιο ενός τέτοιου διαβήματος, δηλώνοντάς της ότι, αν δεν επιθυμούσε να υποβάλει ερώτημα στην Επιτροπή, θα εθεωρείτο ότι δεν είχε την πρόθεση να προβεί στην παραγωγή των ποσοτήτων που αντιστοιχούσαν στην προσωρινή ποσόστωση. Με το ίδιο έγγραφο, το υπουργείο επεσήμανε στην Beneo-Orafti τον κίνδυνο που διέτρεχε να κληθεί να επιστρέψει τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα ποσά αν, παραταύτα, προχωρούσε στην παραγωγή των οικείων ποσοτήτων χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως θετική γνώμη εκ μέρους της Επιτροπής.
47. Μεταξύ της 21ης Νοεμβρίου και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, η Beneo-Orafti παρήγαγε 27 756,986 τόνους σιροπιού ινουλίνης.
48. Στις 18 Ιανουαρίου 2007, οι βελγικές αρχές πληροφόρησαν την Beneo-Orafti ότι της χορήγησαν ενίσχυση ύψους 59 679 771,50 ευρώ (18).
49. Ερωτηθείσα από τις βελγικές αρχές, κατόπιν υποβολής ερωτήσεων σ’ αυτές εκ μέρους του BIRB, στις 19 Φεβρουαρίου 2007, η Επιτροπή απάντησε, στις 20 Μαρτίου 2007, ότι οι μεταβατικές ποσοστώσεις αποτελούσαν απλή προέκταση των βασικών ποσοστώσεων. Κατά την Επιτροπή, μια επιχείρηση που αποποιήθηκε τη βασική της ποσόστωση στο πλαίσιο του καθεστώτος αναδιαρθρώσεως δεν μπορούσε να εξακολουθεί να παράγει με βάση τη μεταβατική ποσόστωση. Η τοποθέτηση αυτή κοινοποιήθηκε στο BIRB στις 3 Απριλίου 2007.
50. Στις 9 Ιουλίου 2007, το BIRB απηύθυνε στην Beneo-Orafti επιστολή η οποία, όπως διευκρινιζόταν, δεν συνιστούσε ούτε όχληση ούτε απόφαση, και όπου επαναλαμβανόταν η άποψη της Επιτροπής και αναφερόταν ότι η Beneo-Orafti θα εκαλείτο να καταβάλει τέλος πλεονασματικής παραγωγής επί των παραχθεισών εκτός ποσοστώσεως ποσοτήτων ζάχαρης ύψους 13 878 493 ευρώ, εκτός αν αποδείκνυε ότι είχε τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
51. Στις 13 Αυγούστου 2007, το BIRB απηύθυνε όχληση στην Beneo-Orafti καλώντας την να του καταβάλει το ποσό των 16 397 508,87 ευρώ, απαρτιζόμενο από ποσό 12 613 468,36 ευρώ, αντιπροσωπεύον την προς ανάκτηση εισπραχθείσα ενίσχυση που αντιστοιχεί στην ποσότητα που παρήχθη στο πλαίσιο της μεταβατικής ποσοστώσεως, προσαυξημένο κατά 30 % δίκην οικονομικής κυρώσεως επιβληθείσης κατ’εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 968/2006.
52. Στις 13 Δεκεμβρίου 2007, το BIRB απηύθυνε όχληση στην Beneo-Orafti καλώντας την να του καταβάλει το ποσό των 13 878 493 ευρώ που αντιστοιχούσε στο τέλος επί της παραγωγής εκτός ποσοστώσεως στην οποία αναφερόταν η επιστολή του της 9ης Ιουλίου 2007.
53. Τα προαναφερθέντα ποσά και ο τρόπος υπολογισμού τους μπορούν να συνοψιστούν σε πίνακα ως εξής:
Περιγραφή
Χορηγηθέντα ποσά (σε ευρώ)
Διεκδικούμενα ποσά (σε ευρώ)
Συνολική ενίσχυση για αναδιάρθρωση (απελευθερωθείσα ποσότητα 131 330,3 τόνων x 547,50 € – άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 320/2006)
71 903 339,25
Ενίσχυση αναλογούσα στην Beneo-Orafti (συνολική ενίσχυση x 83 % – ενώ το υπόλοιπο περιέρχεται στους παραγωγούς και στους κατ’ ανάθεση παροχείς)
59 679 771,50
Τέλος επί της παραγωγής εκτός ποσοστώσεως (παραχθείσα ποσότητα x 500 € – άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 967/2006)
13 878 493
Ανακτώμενη ενίσχυση (παραχθείσα ποσότητα x 547,50 € x 83 % – άρθρο 26 του κανονισμού 968/2006)
12 613 468,36
Κύρωση για εκ προθέσεως ή από βαρεία αμέλεια μη συμμόρφωση (ανακτώμενη ενίσχυση x 30 % – άρθρο 27, παράγραφος 3, του κανονισμού 968/2006)
3 784 040,51
Συνολικό ποσό αξιώσεων κατά της Beneo-Orafti
30 276 001,87
Διαφορά μεταξύ των χορηγηθέντων και των διεκδικουμένων ποσών (59 679 771,50 € - 30 276 001,87 €)
29 403 769,63
54. Δεδομένου ότι η Beneo-Orafti δεν συμφώνησε να καταβάλει τα διεκδικούμενα ποσά (13 878 493 ευρώ και 16 397 508,87 ευρώ), το BIRB άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunal de première instance de Bruxelles.
55. Το Tribunal de première instance de Bruxelles αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εξαιρούνται οι μεταβατικές ποσοστώσεις που έχουν χορηγηθεί σε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης με βάση το άρθρο 9 του κανονισμού 493/2006 [...] από το πεδίο εφαρμογής του προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως που καθιέρωσαν ο κανονισμός 320/2006 [...] και ο κανονισμός 968/2006 [...], λαμβανομένου υπόψη ότι:
α) οι ποσοστώσεις αυτές δεν υπόκεινται στην καταβολή της προσωρινής εισφοράς αναδιαρθρώσεως,
β) δεν τυγχάνουν της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως και
γ) δεν συνιστούν ποσοστώσεις κατά την έννοια του κανονισμού 320/2006 [...], όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2, σημείο 6, του εν λόγω κανονισμού;
2) Ακόμη και αν δοθεί αρνητική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, είναι οι μεταβατικές ποσοστώσεις εντελώς ανεξάρτητες από τις συνήθεις βασικές ποσοστώσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι:
α) οι μεταβατικές ποσοστώσεις χορηγούνται με βάση το άρθρο 9 του κανονισμού 493/2006 [...] και όχι με βάση το άρθρο 7 του κανονισμού 318/2006 [...],
β) τα κριτήρια χορηγήσεως των μεταβατικών ποσοστώσεων διαφέρουν από τα κριτήρια χορηγήσεως των συνήθων βασικών ποσοστώσεων και
γ) οι μεταβατικές ποσοστώσεις συνιστούν μεταβατικά μέτρα που σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη μετάβαση από το προηγούμενο κοινοτικό καθεστώς στον τομέα της ζάχαρης στο νέο και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, παρά μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 2006/2007;
3) Αν η απάντηση σε ένα από τα δύο (ή σε αμφότερα τα) ανωτέρω ερωτήματα είναι καταφατική, δικαιούται επιχείρηση, η οποία ζήτησε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 320/2006 [...], να τύχει της μεταβατικής ποσοστώσεως που χορηγήθηκε για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 με βάση το άρθρο 9 του κανονισμού 493/2006;
4) Αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι αρνητική, μπορεί η κύρωση που θα επιβληθεί να συνίσταται στην ανάκτηση του μέρους της καταβληθείσας ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως και στην ανάκτηση της μεταβατικής ποσοστώσεως [(19)]; Πώς πρέπει να υπολογιστεί το ποσό ανακτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, [του κανονισμού 968/2006] και η χρηματική ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 27 του [εν λόγω] κανονισμού [...], στην περίπτωση που η επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης έλαβε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως (για την περίοδο εμπορίας 2006/2007) και έκανε χρήση της μεταβατικής της ποσοστώσεως (σε σχέση με την οποία δεν της χορηγήθηκε καμία ενίσχυση αναδιαρθρώσεως);
Πρέπει κατά τον υπολογισμό του εν λόγω ποσού ανακτήσεως και χρηματικής ποινής να ληφθούν υπόψη, εν όλω ή εν μέρει, τα ακόλουθα στοιχεία:
α) Η δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης για την οποία πρόκειται για τη διάλυση των εγκαταστάσεών της παραγωγής;
β) Οι ζημίες τις οποίες υπέστη η εν λόγω επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης συνεπεία της αποποιήσεως της τακτικής βασικής ποσοστώσεως;
γ) Το γεγονός ότι η μεταβατική ποσόστωση συνιστά ειδικό και μεταβατικό μέτρο το οποίο επιτρέπει παραγωγή μόνο για την περίοδο εμπορίας 2006/2007, αλλά το οποίο δεν ισχύει για τις άλλες περιόδους εμπορίας (εξαιρουμένης της περιπτώσεως της μεταβατικής ποσοστώσεως για τη ζάχαρη);
δ) Συνιστά ο υπολογισμός του ποσού ανακτήσεως χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία υπό α΄ έως γ΄ παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας;
5) Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω ερωτήματα, από ποιο χρονικό σημείο αρχίζουν να επάγονται αποτελέσματα, ήτοι καθίστανται υποχρεωτικές για τον αιτούντα οι δεσμεύσεις τις οποίες αυτός αναλαμβάνει στο πλαίσιο ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως;
α) Από την έναρξη της περιόδου εμπορίας για την οποία ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως;
β) Από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως στην αρμόδια εθνική αρχή;
γ) Όταν η αρμόδια εθνική αρχή ανακοινώνει στον ενδιαφερόμενο ότι η αίτησή του θεωρείται πλήρης;
δ) Όταν η αρμόδια εθνική αρχή ανακοινώνει στον ενδιαφερόμενο ότι η αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως κρίθηκε παραδεκτή;
ε) Όταν η αρμόδια εθνική αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την απόφασή της να του χορηγήσει ενίσχυση αναδιαρθρώσεως;
6) Αν δοθεί καταφατική απάντηση σε ένα από τα ερωτήματα [1 και 2] (ή και στα δύο), δικαιούται επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης στην οποία χορηγήθηκε μεταβατική ποσόστωση για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 να κάνει χρήση της ποσοστώσεως αυτής κατά την εν λόγω περίοδο εμπορίας, ακόμη και αν της χορηγήθηκε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως σε σχέση με την τακτική βασική της ποσόστωση, η οποία καλύπτει ήδη την περίοδο εμπορίας 2006/2007;
7) Αν η απάντηση στα ερωτήματα [l, 2 και 6] είναι αρνητική, δικαιούται η αρμόδια εθνική αρχή κράτους μέλους, σε περίπτωση μη τηρήσεως των δεσμεύσεων μιας επιχειρήσεως στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, να σωρεύσει την ανάκτηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως και τις κυρώσεις των άρθρων 26 και 27 του κανονισμού 968/2006 [...] με την επιβολή τέλους πλεονασματικής παραγωγής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του κανονισμού 967/2006 [...], ή θα αντίκειται μια τέτοια σώρευση στις αρχές “non bis in idem”, της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων;»
56. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Beneo-Orafti, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
IV – Ανάλυση
57. Όπως ανέφερα στην εισαγωγή των παρουσών προτάσεων, τα επτά προδικαστικά ερωτήματα, που είναι διατυπωμένα με λεπτομερέστατο τρόπο, αφορούν τέσσερις πτυχές της διαφοράς, τις οποίες προτείνω να εξετάσω με την ακόλουθη σειρά: πρώτον, το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ των μεταβατικών ποσοστώσεων και των βασικών ποσοστώσεων τις οποίες ο δικαιούχος έχει αποποιηθεί (διάφορες πτυχές του οποίου περιέχονται στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το έκτο ερώτημα), δεύτερον, το ζήτημα του χρονικού σημείου από το οποίο μια επιχείρηση αιτούμενη ενίσχυση αναδιαρθρώσεως αρχίζει να δεσμεύεται από τις σχετικές υποχρεώσεις που ανέλαβε (πέμπτο ερώτημα), τρίτον, το ζήτημα αν η σώρευση των μέτρων ανακτήσεως, κυρώσεων και τέλους πλεονασματικής παραγωγής που ζητεί το BIRB είναι νόμιμη (πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος και έβδομο ερώτημα), και, τέταρτον, το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του επιστρεπτέου ποσού, σε περίπτωση που πρέπει να χωρήσει ανάκτηση (δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος).
58. Στο πλαίσιο της εξετάσεως των ζητημάτων αυτών, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα ανακύψαντα προβλήματα είναι συνέπεια των εξαιρετικών περιστάσεων που χαρακτήρισαν την περίοδο εμπορίας 2006/2007, ήτοι, αφενός, της ύπαρξης μεταβατικών ποσοστώσεων και, αφετέρου, του ότι οι αποφάσεις για χορήγηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως ελήφθησαν μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις αυτές δεν συνέτρεχαν κατά τις μεταγενέστερες περιόδους, η ερμηνεία που θα δώσει το Δικαστήριο εν προκειμένω θα έχει προφανώς μικρή άμεση επιρροή στις διαδικασίες που αφορούν τις μεταγενέστερες περιόδους εμπορίας.
Α – Η σχέση μεταξύ των μεταβατικών ποσοστώσεων και των βασικών ποσοστώσεων τις οποίες αποποιήθηκαν οι δικαιούχοι
59. Το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Πρώτον, είναι οι μεταβατικές ποσοστώσεις ανεξάρτητες από τις βασικές ποσοστώσεις, είτε επειδή εξαιρούνται του προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως είτε για κάποιον άλλο λόγο; Δεύτερον, αν είναι ανεξάρτητες από τις βασικές ποσοστώσεις, απαγορεύεται σε μια επιχείρηση στην οποία χορηγήθηκε μεταβατική ποσόστωση να χρησιμοποιήσει την ποσόστωση αυτή, είτε επειδή ζήτησε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως είτε επειδή της χορηγήθηκε τέτοια ενίσχυση;
60. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού, προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αντικρουόμενα επιχειρήματα. Η Beneo-Orafti, αφενός, επικαλείται το γράμμα ορισμένων από τις εφαρμοστέες διατάξεις για να συναγάγει ότι οι μεταβατικές ποσοστώσεις εξαιρούνται του προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως και είναι αυτοτελείς σε σχέση με τις βασικές ποσοστώσεις. Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, αφετέρου, επικαλούνται τον σκοπό της μεταρρυθμίσεως και τον λόγο υπάρξεως των μεταβατικών ποσοστώσεων για να υποστηρίξουν την αντίθετη άποψη.
61. Θεωρώ, πράγματι, ότι ο στόχος της μεταρρυθμίσεως και ο λόγος υπάρξεως των μεταβατικών ποσοστώσεων συνηγορούν σαφώς υπέρ της αναλύσεως σύμφωνα με την οποία οι μεταβατικές ποσοστώσεις πρέπει να θεωρούνται ως προέκταση των βασικών ποσοστώσεων, οπότε δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα από αυτές, ακόμη και αν η φύση τους συνεπάγεται, από ορισμένες απόψεις, ειδική μεταχείριση στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις.
62. Πρώτον, από τις εφαρμοστέες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι η μεταβατική ποσόστωση προβλέφθηκε προκειμένου ο όγκος της βασικής ποσοστώσεως να μην είναι ανεπαρκής για μια περίοδο εμπορίας η οποία επρόκειτο να διαρκέσει, κατ’ εξαίρεσιν, δεκαπέντε μήνες (20). Πρόκειται, επομένως, εξ ορισμού, για μια αύξηση 25 % της βασικής ποσοστώσεως (21), αντιστοιχούσης στην επιμήκυνση κατά 25 % της διάρκειας της περιόδου εμπορίας.
63. Δεύτερον, προκύπτει επίσης από τις εφαρμοστέες διατάξεις ότι ο σκοπός των μηχανισμών που εγκαθιδρύθηκαν για να εξασφαλίσουν την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας ζάχαρης ήταν να παροτρύνουν τις επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν οριστικά και ολοκληρωτικά την παραγωγή και να διαλύσουν τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις (22). Η εγκατάλειψη της παραγωγής έπρεπε να ισχύει «[α]πό την περίοδο εμπορίας για την οποία έγινε η αποποίηση της ποσοστώσεως» (23). Δεν συνάδει ιδιαίτερα με τον σκοπό αυτό το να μπορούν οι επιχειρήσεις να δηλώσουν ότι αποποιούνται την ποσόστωσή τους για την περίοδο 2006/2007 και να εισπράξουν τις αντίστοιχες ενισχύσεις και, συγχρόνως, να χρησιμοποιούν 20 % της εν λόγω αθροισμένης ποσοστώσεως (βασική ποσόστωση συν μεταβατική ποσόστωση) στη διάρκεια της αυτής περιόδου.
64. Έτσι, καίτοι ο σκοπός της μεταβατικής ποσοστώσεως καθώς και ο σκοπός του μηχανισμού ενθαρρύνσεως της αναδιαρθρώσεως συνηγορούν σαφώς υπέρ της εξομοιώσεως της εν λόγω ποσοστώσεως προς βασική ποσόστωση, ως άρρηκτα συνδεδεμένης με αυτήν, ενδείκνυται, ωστόσο, να εξακριβωθεί αν τα επιχειρήματα της Beneo-Orafti, που στηρίζονται σε ορισμένες διατάξεις της σχετικής ρυθμίσεως, δεν επιβάλλουν διαφορετική ανάλυση.
65. Η Beneo-Orafti επικαλείται, πρωτίστως, το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 493/2006, κατά το οποίο οι μεταβατικές ποσοστώσεις δεν υπόκεινται στην καταβολή του προσωρινού ποσού αναδιαρθρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006 και δεν θεμελιώνουν δικαίωμα εισπράξεως των ενισχύσεων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Από αυτό συνάγει ότι οι εν λόγω ποσοστώσεις βρίσκονται εκτός του συστήματος αναδιαρθρώσεως. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη της, από το γεγονός ότι οι ποσοστώσεις τις οποίες αφορά το σύστημα αναδιαρθρώσεως, το οποίο με τη σειρά του διέπεται από τον κανονισμό 320/2006 και τον κανονισμό εφαρμογής του 968/2006, περιορίζονται ρητά (24) στις ποσοστώσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τον κανονισμό 318/2006, ενώ οι μεταβατικές ποσοστώσεις χορηγούνται δυνάμει του κανονισμού 493/2006. Κατά συνέπεια, το άρθρο 3 του κανονισμού 968/2006, το οποίο απαγορεύει οιαδήποτε παραγωγή από της εγκαταλείψεως της ποσοστώσεως για την οποία υπήρξε αποποίηση, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των μεταβατικών ποσοστώσεων.
66. Η Beneo-Orafti τονίζει επίσης ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 493/2006 προβλέπει ότι οι μεταβατικές ποσοστώσεις «χορηγούνται» από τα κράτη μέλη (και όχι ότι οι βασικές ποσοστώσεις «αυξάνονται» κατά ορισμένο ποσοστό), και ότι η ίδια αυτή διάταξη επιβάλλει η χορήγηση αυτή να πραγματοποιείται «σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και με τρόπο που εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών και αποτρέπει στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού», απαιτήσεις που δεν ισχύουν, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006, στην περίπτωση των βασικών ποσοστώσεων. Από αυτό συνάγεται, όπως υποστηρίζει, ότι οι δύο χορηγήσεις είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη (άλλωστε, κατά την Beneo-Orafti, η μεταβατική ποσόστωση ζάχαρης στη Νότιο Ιταλία δεν χορηγήθηκε κατ’ αναλογία προς τη χορήγηση της βασικής ποσοστώσεως). Τέλος, οι μεταβατικές ποσοστώσεις έχουν διαφορετικό προορισμό από τις βασικές ποσοστώσεις, ο σκοπός αυτός δε είναι να διευκολύνουν τη μετάβαση από το προϊσχύσαν στο μεταρρυθμισμένο καθεστώς.
67. Πρέπει να ομολογήσω ότι τα επιχειρήματα της Beneo-Orafti δεν φαίνονται εντελώς αβάσιμα. Πράγματι, αν ο νομοθέτης (στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή, αφού οι μεταβατικές ποσοστώσεις συγκαταλέγονται στο σύνολό τους στα μέτρα που θεσπίζονται από την Επιτροπή δυνάμει των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν οι κανονισμοί 318/2006 και 320/2006) είχε την πρόθεση να επιφυλάξει στις μεταβατικές ποσοστώσεις την ίδια τύχη, όσον αφορά την εγκατάλειψη της παραγωγής, με αυτήν των βασικών ποσοστώσεων, του ήταν απολύτως δυνατό να το δηλώσει. Ωστόσο, όχι μόνο είναι απούσα μια τέτοια δήλωση, αλλά, επιπλέον, η ρύθμιση περιέχει ορισμένες ενδείξεις περί του αντιθέτου, που επισημαίνονται από την Beneo-Orafti στους ισχυρισμούς της.
68. Ωστόσο, και αν ακόμη γίνει δεκτή η συλλογιστική που προτείνει η εν λόγω επιχείρηση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψή της.
69. Πράγματι, αν γίνει δεκτό ότι η μεταβατική ποσόστωση είναι ανεξάρτητη από τη βασική ποσόστωση, τότε αυτό θα πρέπει να ισχύει τόσο όσον αφορά την χορηγούμενη ποσότητα όσο και όσον αφορά την περίοδο για την οποία αυτή χορηγείται.
70. Όμως, από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 493/2006 προκύπτει ότι η μεταβατική ποσόστωση έπρεπε να καλύπτει την παραγωγή της αρχής της περιόδου 2006/2007. Λαμβανομένων υπόψη των σχέσεων μεταξύ των ποσοτήτων και των περιόδων που μας ενδιαφέρουν, δεν μπορεί παρά να πρόκειται, στην παρούσα περίπτωση, για τους τρεις πρώτους μήνες της περιόδου αυτής, ήτοι τους μήνες Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο 2006, οι οποίοι συνιστούσαν τη μεταβατική περίοδο που ήταν αναγκαία για να εξασφαλιστεί η συνέχεια μεταξύ των προηγουμένων ετησίων περιόδων (από 1ης Ιουλίου έως 30 Ιουνίου του επομένου έτους) και των επομένων ετησίων περιόδων (από 1ης Οκτωβρίου έως 30 Σεπτεμβρίου της επόμενης χρονιάς), προκειμένου να πληρωθεί με τον τρόπο αυτό το κενό που δημιουργήθηκε μετά τον καθορισμό νέων ημερομηνιών ενάρξεως και λήξεως των περιόδων εμπορίας.
71. Αν το συμπέρασμα αυτό αληθεύει, πρόθεση του νομοθέτη ήταν να επιβάλει την εφαρμογή του μηχανισμού των ενισχύσεων για αναδιάρθρωση και της χρηματοδοτήσεώς τους με τη χρήση των προσωρινών ποσών με βάση τις ποσότητες που παρήχθησαν στο πλαίσιο της βασικής ποσοστώσεως, η οποία αντιστοιχεί θεωρητικά στην περίοδο δώδεκα μηνών που άρχισε την 1η Οκτωβρίου 2006, αποκλείοντας από τον μηχανισμό αυτό τις ποσότητες που παρήχθησαν στο πλαίσιο της μεταβατικής ποσοστώσεως, που αντιστοιχούν στη μεταβατική περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιουλίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 2006. Μια τέτοια ερμηνεία, που φαίνεται να είναι η μόνη που συνδυάζει το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων και το σκοπό της μεταρρυθμίσεως και των κινήτρων για αναδιάρθρωση, ενισχύεται επίσης από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006, κατά το οποίο η απόφαση για χορήγηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως για την περίοδο 2006/2007 έπρεπε να ληφθεί το αργότερο μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου (και επιβεβαιώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ενημέρωσε τα κράτη μέλη για τη διαθεσιμότητα επαρκών κεφαλαίων στις 29 Σεπτεμβρίου 2006, ανοίγοντάς τους έτσι τον δρόμο για να προχωρήσουν στη χορήγηση της ενισχύσεως ανταποκρινόμενα σε όλες τις αιτήσεις που έκριναν βάσιμες).
72. Στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η επίμαχη ποσότητα σιροπιού ινουλίνης παρήχθη από την Beneo-Orafti μεταξύ της 21ης Νοεμβρίου και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, δηλαδή σε περίοδο κατά την οποία η μεταβατική ποσόστωση, αν ήταν όντως εντελώς ανεξάρτητη, θα είχε πάψει να υφίσταται (25).
73. Αν, αντίθετα, η ερμηνεία της Beneo-Orafti γινόταν ανεπιφύλακτα δεκτή, η συνέπεια θα ήταν ότι, για την περίοδο δεκαπέντε μηνών που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιουλίου 2006 και της 30ής Σεπτεμβρίου 2007, θα είχαν τεθεί στη διάθεση των επιχειρήσεων παραγωγής δύο χωριστές ποσοστώσεις. Αφενός, θα είχαν τη δυνατότητα να αποποιηθούν, στην αρχή της περιόδου, τη βασική τους ποσόστωση, λαμβάνοντας, σε αντάλλαγμα, ενίσχυση αναδιαρθρώσεως μη ευκαταφρόνητου ποσού, αλλά η οποία θα τις είχε υποχρεώσει να διαλύσουν τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις τους και να παραιτηθούν εξ ολοκλήρου και οριστικά από κάθε μελλοντική παραγωγή ζάχαρης μέσω των εγκαταστάσεων αυτών. Αφετέρου, θα είχαν διατηρήσει, παραταύτα, μέχρι το πέρας της περιόδου, τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τη μεταβατική τους ποσόστωση. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα φαίνεται όχι μόνο ασυνεπές στον πυρήνα του αλλά και εντελώς αντιφατικό σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία.
74. Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι, καίτοι η νομοθεσία στο σύνολό της δεν είναι απαλλαγμένη ασαφειών και μια προσεκτικότερη προετοιμασία των νομοθετικών κειμένων θα είχε εξασφαλίσει την ελλείπουσα σαφήνεια, η πλέον εύλογη ερμηνεία, η οποία επιτρέπει σε μεγάλο βαθμό τον αρμονικό συνδυασμό του γράμματος των διατάξεων και του σκοπού τόσο της μεταρρυθμίσεως όσο και της χορηγήσεως των μεταβατικών ποσοστώσεων, είναι η ερμηνεία που δέχεται ότι οι τελευταίες δεν μπορούσαν να είναι ανεξάρτητες από τις βασικές ποσοστώσεις παρά μόνο στο μέτρο που προορίζονταν πράγματι να καλύψουν την παραγωγή της αρχής της περιόδου 2006/2007. Μόνο μια τέτοια χρήση μπορούσε να δικαιολογήσει την εξαίρεσή τους από το προσωρινό καθεστώς αναδιαρθρώσεως. Αντίθετα, οι μεταβατικές ποσοστώσεις δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν τις βασικές ποσοστώσεις για τις οποίες χώρησε αποποίηση επιτρέποντας έτσι στις επιχειρήσεις να εξακολουθήσουν να παράγουν κατά τη διάρκεια της περιόδου που αντιστοιχούσε στην ετήσια περίοδο, που στο εξής ορίστηκε ότι θα εκτείνεται μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου και της 30ής Σεπτεμβρίου, ενώ είχαν αποποιηθεί τη βασική τους ποσόστωση.
75. Επομένως, μια επιχείρηση που αποποιήθηκε τη βασική της ποσόστωση θα μπορούσε να παραγάγει, χωρίς κυρώσεις, μέχρι να εξαντλήσει τη μεταβατική της ποσόστωση στη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της παρατεταμένης περιόδου δεκαπέντε μηνών, αλλά όχι κατά τη διάρκεια των υπολοίπων δώδεκα μηνών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παραγωγή της στο πλαίσιο της μεταβατικής ποσοστώσεως θα απαλλασσόταν της καταβολής του προσωρινού ποσού αναδιαρθρώσεως και η επιχείρηση θα εισέπραττε την ενίσχυση αναδιαρθρώσεως για κάθε ποσότητα για την οποία προχώρησε σε αποποίηση στο πλαίσιο της βασικής της ποσοστώσεως, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι θα σταματούσε οριστικά και ολοκληρωτικά την παραγωγή της έχοντας παραγάγει τη μεταβατική της ποσόστωση στη διάρκεια των πρώτων τριών μηνών της περιόδου και θα διέλυε, ενδεχομένως, τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις.
76. Αντίθετα, είναι προφανές ότι μια επιχείρηση η οποία δεν αποποιήθηκε τη βασική της ποσόστωση μπορούσε να σωρεύσει τις δύο ποσοστώσεις και να κατανείμει την παραγωγή της στην περίοδο των δεκαπέντε μηνών. Εννοείται ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν θα ελάμβανε καμία ενίσχυση αναδιαρθρώσεως αλλά θα όφειλε το προσωρινό ποσό δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 320/2006 επί των ποσοτήτων που παρήγαγε στο πλαίσιο της βασικής ποσοστώσεως κατά την περίοδο 2006/2007 καθώς και κατά τις επόμενες περιόδους, εκτός αν αποποιείτο μετέπειτα την εν λόγω βασική ποσόστωση.
77. Επομένως, όσον αφορά την πρώτη αυτή πτυχή των ζητημάτων που έθεσε το αιτούν δικαστήριο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επιχείρηση, στην οποία χορηγήθηκε μια βασική και μια μεταβατική ποσόστωση για την περίοδο εμπορίας 2006/2007, και η οποία αποποιήθηκε τη βασική της ποσόστωση, εδικαιούτο να προβεί σε παραγωγή μέχρι του ορίου της μεταβατικής ποσοστώσεως πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2006, χωρίς να θέσει εν αμφιβόλω την τήρηση των όρων της αποποιήσεως της βασικής ποσοστώσεως και το δικαίωμα για είσπραξη της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως που συνδεόταν με την εν λόγω αποποίηση, αλλά ότι κάθε παραγωγή μετά την 1η Οκτωβρίου 2006 έπρεπε να θεωρηθεί ως μη τήρηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε όταν αποποιήθηκε τη βασική ποσόστωση.
Β – Το χρονικό σημείο από του οποίου μια επιχείρηση που έχει ζητήσει ενίσχυση αναδιαρθρώσεως υποχρεούται να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε
78. Το πέμπτο ερώτημα είναι, κατ’ ουσίαν, από ποιο χρονικό σημείο μια επιχείρηση, η οποία ζήτησε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως έναντι της οποίας δεσμεύθηκε να εγκαταλείψει την ποσόστωση παραγωγής της και να διαλύσει τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις, υποχρεούται να τηρήσει τη δέσμευση αυτή.
79. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται, εν προκειμένω, σε σχέση με το εξάμηνο περίπου που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής από την Beneo-Orafti της αιτήσεως, στις 27 Ιουλίου 2006, και της γνωστοποιήσεως σ’ αυτήν της αποδοχής της εν λόγω αιτήσεως, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Τι είδους μέτρα μπορεί και/ή οφείλει να λάβει η επιχείρηση στη διάρκεια μιας τέτοιας περιόδου αβεβαιότητας; Πράγματι, αν δεν παραγάγει κανένα μέρος της ποσόστωσής της πριν λάβει οριστική απάντηση και αν η απάντηση αυτή είναι τελικώς αρνητική, θα πρέπει να συγκεντρώσει την παραγωγή της ολόκληρης της περιόδου σε ένα βραχύτερο χρονικό διάστημα. Αν, αντίθετα, αρχίσει να παράγει ένα μέρος της καλυπτόμενης από την ποσόστωση ποσότητας και η απάντηση είναι θετική, θα εκτεθεί στον κίνδυνο κυρώσεων και/ή εισφορών. Το δίλημμα περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η παραγωγή ζάχαρης εξαρτάται από αγροτικές δραστηριότητες οι οποίες χρειάζεται να προγραμματίζονται για περιόδους πολλών μηνών τουλάχιστον και οι οποίες εξαρτώνται από τις εποχές (26).
80. Κατά τη γνώμη της Beneo-Orafti, οι εν λόγω δεσμεύσεις καθίστανται υποχρεωτικές για την επιχείρηση από τη στιγμή που της κοινοποιείται, από την αρμόδια εθνική αρχή, η χορήγηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως (επομένως, στην περίπτωση της Beneo-Orafti, στις 18 Ιανουαρίου 2007) (27). Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, η επιχείρηση έχει υποχρέωση να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε από την αρχή της οικείας περιόδου εμπορίας (εν προκειμένω, από την 1η Ιουλίου 2006) (28). Όσο για την Επιτροπή, φαίνεται να διστάζει μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών, αλλά επισημαίνει επίσης ότι, αφής δημοσιεύθηκε η ανακοίνωση της Επιτροπής της 29ης Σεπτεμβρίου 2006, η Beneo-Orafti είχε στη διάθεσή της όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να συναγάγει ότι η αίτησή της θα γινόταν δεκτή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι, δεδομένου ότι η δέσμευση για αποποίηση της ποσοστώσεως και η δέσμευση για διάλυση των αντιστοίχων εγκαταστάσεων είναι διαφορετικής φύσεως, ήταν δυνατό να καθίστανται υποχρεωτικές σε διαφορετικές ημερομηνίες.
81. Αφενός, νομίζω ότι η θεωρία της υπάρξεως δεσμευτικής υποχρεώσεως από την πρώτη ήδη ημέρα της περιόδου εμπορίας 2006/2007 πρέπει να απορριφθεί. Σε αντίθεση με το επιχείρημα που προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η δέσμευση για διακοπή της παραγωγής και διάλυση των αντιστοίχων εγκαταστάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής δέσμευση. Πρόκειται, προφανώς, στο πλαίσιο της οικονομίας της νομοθεσίας, για την αντιπαροχή για την ενίσχυση αναδιαρθρώσεως, που λειτουργεί ως «σημαντικό οικονομικό κίνητρο» για την εγκατάλειψη της παραγωγής (29). Για να καθίσταται η δέσμευση υποχρεωτική ήδη από την αρχή της περιόδου (ή από τη στιγμή της υποβολής της αιτήσεως για ενίσχυση αναδιαρθρώσεως (30)), θα έπρεπε να είναι εξασφαλισμένη η χορήγηση της ενισχύσεως μετά την απλή υποβολή της αιτήσεως, πράγμα που δεν συμβαίνει. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε η Βελγική Κυβέρνηση ούτε η Επιτροπή προέβαλαν οποιοδήποτε αξιόπιστο επιχείρημα για να στηρίξουν την άποψη αυτή.
82. Αφετέρου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η επιχείρηση πρέπει να υποχρεούται να τηρήσει τις δεσμεύσεις της το αργότερο από τη στιγμή που παραλαμβάνει την επίσημη κοινοποίηση της αποφάσεως περί χορηγήσεως της αιτηθείσας ενισχύσεως. Πρόκειται για το χρονικό σημείο κατά το οποίο ελέγχονται όλα τα στοιχεία της «συμβάσως» αναδιαρθρώσεως και αποτυπώνονται εγγράφως με οριστικό τρόπο. Η ενίσχυση δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί εφόσον τηρούνται οι δεσμεύσεις και οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρηθούν επί ποινή όχι μόνο ανακλήσεως της ενισχύσεως αλλά και επιβολής των προβλεπομένων κυρώσεων.
83. Φρονώ, ωστόσο, ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική, ότι μια επιχείρηση που ζητεί ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρεί ότι δικαιούται να μην τηρεί (ακόμη) τις δεσμεύσεις της, αν, ως εύλογα πληροφορημένος επιχειρηματίας, είναι σε θέση να γνωρίζει ότι η ενίσχυση την οποία ζήτησε θα της χορηγηθεί. Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ανακοίνωση με την οποία πληροφόρησε τα κράτη μέλη (και, συγχρόνως, και τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις –το επιχείρημα δε της Beneo-Orafti κατά το οποίο η ανακοίνωση απευθυνόταν μόνο στα κράτη μέλη δεν είναι κατά τη γνώμη μου λυσιτελές προκειμένου για ένα τέτοιο δημόσιο έγγραφο) ότι οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι ήταν επαρκείς για να ικανοποιήσουν όλες τις αιτήσεις που κρίθηκαν παραδεκτές, ήτοι την 29η Σεπτεμβρίου 2006. Από τη στιγμή εκείνη, το δικαίωμα της Beneo-Orafti για λήψη της αιτηθείσας ενισχύσεως ήταν κατοχυρωμένο, αφού επληρούντο όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006, παρά το ότι οι βελγικές αρχές καθυστέρησαν, για ανεξήγητους λόγους, άλλους τρεισήμισι μήνες και πλέον μέχρι να ειδοποιήσουν σχετικώς επίσημα την Beneo-Orafti. Επομένως, από το σημείο εκείνο και μετά, η Beneo-Orafti όφειλε να τηρήσει τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι της χορηγήσεως της ενισχύσεως, επί ποινή απωλείας των πλεονεκτημάτων της και επιβολής κυρώσεων.
84. Βεβαίως, η Beneo-Orafti θα μπορούσε να επικαλεστεί την καθυστέρηση των βελγικών αρχών όσον αφορά την κοινοποίηση της αποφάσεως χορηγήσεως, αν η καθυστέρηση αυτή της είχε δημιουργήσει πραγματικές αμφιβολίες σχετικά με το περιεχόμενο της αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, η προκληθείσα αβεβαιότητα θα μπορούσε να προβληθεί από την Beneo-Orafti προκειμένου να απαλλαγεί τουλάχιστον από την κύρωση για εκ προθέσεως μη συμμόρφωση ή για βαρεία αμέλεια (31). Όμως, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι η Beneo-Orafti προέβαλε ένα τέτοιο επιχείρημα, το οποίο, λαμβανομένης υπόψη της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα την οποία δεν μπορούσε να αγνοεί ένας καλά πληροφορημένος επιχειρηματίας, δεν είναι διόλου προφανές ότι θα ευοδωνόταν.
85. Επομένως, όσον αφορά την πτυχή αυτή των τεθέντων στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως ερωτημάτων, εκτιμώ ότι μια δέσμευση για εγκατάλειψη ποσοστώσεως, αναληφθείσα από επιχείρηση αιτούμενη ενίσχυση αναδιαρθρώσεως για την περίοδο 2006/2007, ήταν υποχρεωτική για την εν λόγω επιχείρηση από τη στιγμή κατά την οποία η επιχείρηση αυτή όφειλε να γνωρίζει, ως ευλόγως ενημερωμένος επιχειρηματίας, ότι θα της καταβαλλόταν η ενίσχυση που αντιστοιχούσε στην εν λόγω δέσμευση.
Γ – Η δυνατότητα σωρεύσεως των μέτρων της ανακτήσεως, της επιβολής κυρώσεως και της επιβολής τέλους πλεονασματικής παραγωγής
86. Εφόσον αποδειχθεί ότι μια επιχείρηση παρήγαγε όντως ποσότητες οι οποίες υποστηρίζει ότι καλύπτονται από εγκριθείσα ποσόστωση, ενώ πρόκειται στην πραγματικότητα για ποσόστωση την οποία είχε δεσμευθεί να αποποιηθεί, τίθεται το ερώτημα ποιες θα είναι οι οικονομικές συνέπειες για την επιχείρηση. Εν προκειμένω, το BIRB επιδιώκει να ανακτήσει το ποσό της ενισχύσεως που καταβλήθηκε σε σχέση με την παραχθείσα ποσότητα, να επιβάλει κύρωση λόγω μη τηρήσεως των αναληφθεισών δεσμεύσεων και να εισπράξει τέλος πλεονασματικής παραγωγής επί της εν λόγω ποσότητας. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, με το τέταρτο (πρώτο σκέλος) και με το έβδομο ερώτημά του, αν τα τρία αυτά μέτρα είναι δυνατό να σωρευθούν. Ειδικότερα, με το έβδομο ερώτημά του, ερωτά μήπως η εν λόγω σώρευση παραβιάζει ενδεχομένως τις αρχές non bis in idem, της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
87. Σημειώνεται ότι τα ερωτήματα αυτά, δεδομένου ότι υποβάλλονται μόνο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έκτο ερώτημα, βασίζονται στην υπόθεση ότι η επιχείρηση δεν είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την προσωρινή της ποσόστωση, υπόθεση που αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στην ανάλυσή μου σχετικά με τα εν λόγω ερωτήματα. Πρόκειται, συνεπώς, για μια επιχείρηση η οποία αποποιήθηκε την παραγωγή ορισμένων ποσοτήτων, πέτυχε τη χορήγηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως σε σχέση με τις ποσότητες αυτές αλλά, παραταύτα, προέβη στην παραγωγή ποσότητας ίσης προς το σύνολο ή μέρος των εν λόγω ποσοτήτων.
88. Κατ’ αρχάς, δεν χωρεί κατά τη γνώμη μου αμφιβολία ότι είναι εύλογο, υπό τέτοιες συνθήκες, να ανακτηθεί το μέρος της ενισχύσεως που αντιστοιχεί στην ποσότητα η οποία παρήχθη (32), αλλά την παραγωγή της οποίας η επιχείρηση είχε, ωστόσο, αποποιηθεί. Πράγματι, η εν λόγω ενίσχυση συνιστά το αντάλλαγμα για την παραίτηση από την αντίστοιχη παραγωγή. Καθόσον, ωστόσο, η παραγωγή πραγματοποιείται, η χορήγηση της ενισχύσεως δεν δικαιολογείται πλέον και η ανάκτησή της, βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006, είναι επιβεβλημένη.
89. Κατόπιν, το γεγονός ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 27 του ιδίου κανονισμού κυρώσεις προστίθενται στην ανάκτηση του επιστρεπτέου μέρους της ενισχύσεως ουδόλως αντίκειται κατά τη γνώμη μου στην αρχή non bis in idem, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Πρόκειται, υπενθυμίζω, για μια οικονομική κύρωση αντιστοιχούσα, υπό κανονικές συνθήκες, στο 10 % του ποσού της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί ή, εφόσον η συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από δόλο ή βαρεία αμέλεια, στο 30 % του ποσού αυτού, ενώ, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, η κύρωση δεν επιβάλλεται.
90. Όσον αφορά την αρχή non bis in idem, είναι σαφές ότι η ανάκτηση ενός ποσού που δεν θα έπρεπε να είχε καταβληθεί (οπότε πρόκειται για απλή περίπτωση αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος) είναι ένα μέτρο εντελώς διαφορετικό από την επιβολή κυρώσεως. Επομένως, η σωρευτική εφαρμογή αμφοτέρων των μέτρων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραβιάζει την εν λόγω αρχή, η οποία, κατ’ ουσίαν, απαγορεύει να τιμωρείται το ίδιο πρόσωπο περισσότερο από μια φορά για την ίδια παράνομη συμπεριφορά, προκειμένου να προστατευθεί το ίδιο έννομο αγαθό (33). Ελλείψει δεύτερης κυρώσεως, κάθε επίκληση της εν λόγω αρχής είναι μάταιη.
91. Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, η επιβολή κυρώσεως που αντιστοιχεί στο 10 % του προς ανάκτηση ποσού, σε περίπτωση ελαφράς αμέλειας (ενώ σε περίπτωση ανωτέρας βίας δεν επιβάλλεται καμία κύρωση), δεν φαίνεται διόλου υπερβολική. Μια τέτοια κύρωση χρησιμεύει, αφενός, στο να παρακινήσει τις επιχειρήσεις να παίρνουν στα σοβαρά τις δεσμεύσεις τους και να ελέγχουν με προσοχή αν η συμπεριφορά τους συνάδει προς τις δεσμεύσεις αυτές. Μπορεί να χρησιμεύει, επίσης, αφετέρου, στο να καλύπτονται οι διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν, αναγκαστικά αλλά άσκοπα, από την εξέταση των φακέλων καθώς και από τη διαδικασία ανακτήσεως των επιστρεπτέων ποσών. Όσον αφορά την κύρωση του 30 % σε περίπτωση ενεργειών εκ προθέσεως ή από βαριά αμέλεια, ούτε αυτή φαίνεται υπερβολική, αφού σκοπεί να τιμωρήσει μια επικριτέα συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να υπονομεύσει σημαντικά το καθεστώς αναδιαρθρώσεως και την κοινή οργάνωση της αγοράς, ενώ η απειλή της κυρώσεως ενεργεί εκ των προτέρων αποτρεπτικά για αυτούς που θα υπέκυπταν στον πειρασμό να υιοθετήσουν μια τέτοια συμπεριφορά (34). Είναι προφανές ότι ο χαρακτηρισμός της αμέλειας ως βαριάς ή ελαφράς πρέπει να πραγματοποιείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την υπεύθυνη αρχή και ένας λανθασμένος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογη κύρωση, αυτή όμως είναι μια πτυχή της εφαρμογής του κανόνα περί της κυρώσεως που επιδέχεται διόρθωση στο πλαίσιο δικαστικού ελέγχου σαν αυτόν που ασκείται εν προκειμένω από το αιτούν δικαστήριο (35), και όχι χαρακτηριστικό του συστήματος κυρώσεων που καθιερώνει ο κανονισμός 968/2006.
92. Όσον αφορά, τέλος, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, οι λόγοι που ώθησαν το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με ενδεχόμενη παραβίαση της εν λόγω αρχής δεν προκύπτουν σαφώς από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου. Ούτε η Beneo-Orafti παρέσχε σχετικώς διευκρινίσεις στις παρατηρήσεις της. Όπως επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση, δεν φαίνεται να προκύπτει από κανένα στοιχείο η ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως ομοίων καταστάσεων ή όμοιας μεταχειρίσεως διαφορετικών καταστάσεων (36), είτε στο επίπεδο της εφαρμοστέας νομοθεσίας είτε στο επίπεδο του συγκεκριμένου χειρισμού της περίπτωσης της Beneo-Orafti από το BIRB.
93. Ενώ η σώρευση της ανακτήσεως της ενισχύσεως με την οικονομική κύρωση, που προβλέπονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 26 και 27 του κανονισμού 968/2006, δεν είναι προβληματική από την άποψη του δικαίου της Ένωσης, ισχύει το ίδιο όταν, για την ίδια παραχθείσα ποσότητα, επιβάλλεται επίσης το τέλος πλεονασματικής παραγωγής του άρθρου 15 του κανονισμού 318/2006, το ύψος του οποίου προσδιορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 967/2006;
94. Πρώτον, συνιστά η σώρευση του τέλους αυτού με την οικονομική κύρωση του άρθρου 27 του κανονισμού 968/2006 διπλή κύρωση για την αυτή συμπεριφορά που σκοπεί να προστατεύσει το ίδιο έννομο αγαθό, την οποία, ως εκ τούτου, απαγορεύει η αρχή non bis in idem;
95. Φρονώ, κατ’ αρχάς, ότι το τέλος πλεονασματικής παραγωγής συνιστά όντως κύρωση. Σε αντίθεση με το προσωρινό ποσό επί των ποσοτήτων που παράγονται στο πλαίσιο ποσοστώσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 320/2006 και ο ρητώς δηλούμενος σκοπός του οποίου είναι η χρηματοδότηση των μέτρων αναδιαρθρώσεως (37), το τέλος πλεονασματικής παραγωγής καταβάλλεται ως έσοδο στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και έχει ως σκοπό να αποτρέπει την συσσώρευση των πλεονασματικών ποσοτήτων που βλάπτουν την αγορά, οπότε πρέπει να ορίζεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε να ενεργεί αποτρεπτικά (38). Τα χαρακτηριστικά αυτά προσδίδουν στο τέλος αυτό τον χαρακτήρα κυρώσεως, που έχει ως σκοπό να «τιμωρεί» την παραγωγή εκτός ποσοστώσεως, ακριβώς όπως η οικονομική κύρωση του άρθρου 27 του κανονισμού 968/2006 «τιμωρεί» τη μη τήρηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν έναντι καταβολής της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως.
96. Βεβαίως, πρόκειται για κυρώσεις που δεν είναι ποινικές αλλά διοικητικές. Τέτοιου είδους διοικητικές κυρώσεις διέπονται, κατά κανόνα, από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 (39), και ιδίως το άρθρο 5 αυτού, κανονισμό ο οποίος, κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του, λαμβάνει υπόψη την αρχή non bis in idem, αρχή η οποία, επιπλέον, «αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου» (40).
97. Κατόπιν, η διπλή αυτή κύρωση αφορά όχι μόνο το ίδιο πρόσωπο αλλά και την ίδια συμπεριφορά. Καίτοι η τελευταία θεωρείται υπό δύο διαφορετικές προοπτικές (πρώτα ως μη τήρηση της δεσμεύσεως περί αποποιήσεως της ποσοστώσεως και κατόπιν ως πλεονασματική παραγωγή), η βασική συμπεριφορά είναι και στις δύο περιπτώσεις η ίδια και συνίσταται στην παραγωγή μιας ποσότητας η οποία δεν καλύπτεται από καμία εγκεκριμένη ποσόστωση. Επιπλέον, το προστατευόμενο έννομο συμφέρον σε αμφότερες τις περιπτώσεις (41) είναι το συμφέρον που αποτελεί τον στόχο της νέας ρύθμισης και συνίσταται στον περιορισμό της παραγωγής που υπάγεται στις αγορές του τομέα της ζάχαρης.
98. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι η σώρευση του τέλους πλεονασματικής παραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού 318/2006 με την οικονομική κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού 968/2006 παραβιάζει την αρχή non bis in idem.
99. Πρέπει ακόμη να διευκρινίσω ότι, από τις δύο πτυχές της εν λόγω αρχής, ήτοι την απαγόρευση της διπλής δίωξης (42) και την απαγόρευση της διπλής ποινής (43), στην υπό κρίση υπόθεση ενδιαφέρει η δεύτερη. Πράγματι, καίτοι το BIRB άσκησε δύο αγωγές κατά της Beneo-Orafti, αυτό που έχει σημασία είναι η απαγόρευση της σώρευσης των δύο κυρώσεων στο επίπεδο του δικαίου της Ένωσης, ανεξάρτητα από τα ζητήματα διαδικασίας. Η απαγόρευση δε της διπλής ποινής, με βάση την οποία το ύψος της πρώτης κυρώσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση που θα επιβληθεί ενδεχομένως μια δεύτερη κύρωση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εμπεριέχεται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (44), και στην αρχή της αναλογικότητας, την οποία επίσης επικαλείται η Beneo-Orafti.
100. Η οικονομική κύρωση που επιζητεί να επιβάλει στην Beneo-Orafti το BIRB με βάση το άρθρο 27 του κανονισμού 968/2006 ανέρχεται σε 136,33 ευρώ ανά παραχθέντα τόνο (45). Το τέλος πλεονασματικής παραγωγής ανέρχεται σε 500 ευρώ ανά παραχθέντα τόνο. Επομένως, η απαγόρευση επιβολής διπλής ποινής επιτάσσει να επιβληθεί μόνο η εισφορά πλεονασματικής παραγωγής, η αυστηρότερη μεταξύ των δύο, η οποία κατισχύει της ελαφρότερης ποινής.
101. Απομένει να εξεταστεί μήπως το ύψος του τέλους πλεονασματικής παραγωγής αυτό καθαυτό αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
102. Δεν το νομίζω. Ο σκοπός της μεταρρυθμίσεως του τομέα της ζάχαρης είναι να επιβάλει αυστηρές και μειωμένες ποσοστώσεις παραγωγής ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία και η σταθερότητα της αγοράς στο εσωτερικό της Ένωσης και να τηρηθούν οι διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, πρέπει να αποτρέπεται η παραγωγή ποσοτήτων εκτός ποσοστώσεων η οποία θα διατάρασσε την αγορά. Το τέλος πλεονασματικής παραγωγής (το οποίο, όπως τονίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ιδίως από την Επιτροπή, δεν οφείλεται όταν η ποσότητα για την οποία πρόκειται προορίζεται για ορισμένες ειδικές χρήσεις (46)) ορίζεται στο ίδιο ύψος με τα τέλη εισαγωγής ζάχαρης μη κοινοτικής προελεύσεως. Το ύψος αυτό έχει μια σαφέστατη αποτρεπτική λειτουργία, ενώ συγχρόνως επιτρέπει στον παραγωγό να επωφεληθεί της τιμής που ισχύει στην παγκόσμια αγορά, και δεν φαίνεται να συνιστά δυσανάλογη κύρωση, ακόμα λιγότερο αν ληφθεί υπόψη ότι η πραγματική του επίπτωση είναι λιγότερη από 500 ευρώ, αφού υποκαθιστά το προσωρινό ποσό των 126,40 ευρώ ανά τόνο που επιβάλλεται στην παραγωγή που καλύπτεται από ποσόστωση (47). Το αν η παραγωγή χώρησε εκτός ποσοστώσεως επειδή ο παραγωγός υπερέβη την ποσόστωσή του, επειδή δεν είχε ουδέποτε ποσόστωση ή επειδή την αποποιήθηκε, δεν ασκεί κατά τη γνώμη μου καμία επιρροή στο πλαίσιο της παρούσας αναλύσεως.
103. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, όταν μια επιχείρηση παρήγαγε, επειδή δεν τήρησε τη δέσμευσή της για αποποίηση της ποσοστώσεώς της, ποσότητα εκτός ποσοστώσεως, η ανάκτηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως που της χορηγήθηκε έναντι της αποποιήσεως συνιστά απόδοση αχρεωστήτως καταβληθέντων η σώρευση της οποίας με οικονομική κύρωση δεν απαγορεύεται από καμία αρχή του δικαίου της Ένωσης. Αντίθετα, η επιβολή δύο σωρευτικά επιβαλλομένων κυρώσεων που τιμωρούν την αυτή παραγωγή απαγορεύεται από την αρχή non bis in idem, η οποία επιτάσσει να επιβληθεί μόνο η αυστηρότερη από τις δύο κυρώσεις.
Γ – Ο υπολογισμός του προς ανάκτηση ποσού
104. Απομένει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου που περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος. Αφορά το πώς πρέπει να υπολογίζεται το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί (προσαυξημένο, ενδεχομένως, κατά 10 % ή κατά 30 %, ανάλογα με την περίπτωση) όταν μια επιχείρηση δεν τήρησε μία ή περισσότερες από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι της χορηγηθείσας σ’ αυτήν ενισχύσεως. Ειδικότερα, όταν η επιχείρηση για την οποία πρόκειται παρήγαγε ορισμένη ποσότητα, ενώ είχε αποποιηθεί τη βασική της ποσόστωση, πρέπει κατά τον υπολογισμό αυτό να ληφθούν υπόψη οι δαπάνες διαλύσεως των εγκαταστάσεων παραγωγής, οι ζημίες που προκλήθηκαν από την αποποίηση της βασικής ποσοστώσεως και/ή το γεγονός ότι η μεταβατική ποσόστωση αφορά μόνο την περίοδο 2006/2007; Αν δε τα στοιχεία αυτά δεν ληφθούν υπόψη, μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας;
105. Ενώ το πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, το οποίο εξέτασα ανωτέρω, τίθεται σαφώς για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα (άρα, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, στην εν λόγω επιχείρηση δεν μπορεί να χορηγηθεί μεταβατική ποσόστωση, όταν έχει ζητήσει ενίσχυση αναδιαρθρώσεως), το δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος φαίνεται να λαμβάνει ως σημείο εκκινήσεως μια κατάσταση όπου η επιχείρηση έχει εισπράξει την εν λόγω ενίσχυση και έχει χρησιμοποιήσει τη μεταβατική της ποσόστωση.
106. Ωστόσο, αν γίνει δεκτό, όπως πρότεινα, ότι παραγωγή πραγματοποιηθείσα μετά την 1η Οκτωβρίου 2006 δεν μπορούσε να υπάγεται στη μεταβατική ποσόστωση εφόσον, όπως στην παρούσα υπόθεση, η επιχείρηση είχε αποποιηθεί ολόκληρη τη βασική της ποσόστωση, τότε η εν λόγω παραγωγή θα πρέπει να καταλογιστεί στη βασική ποσόστωση και όχι στη μεταβατική ποσόστωση.
107. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσέγγιση που υιοθέτησε το BIRB, και ενέκρινε η Βελγική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, λογική. Το άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006 επιβάλλει την ανάκτηση του «μέρους της ενισχύσεως που χορηγήθηκε σύμφωνα με τη(τις) δέσμευση(δεσμεύσεις)» που έχει αναλάβει η επιχείρηση σύμφωνα, ιδίως, με το σχέδιο αναδιαρθρώσεως, αλλά τις οποίες δεν τήρησε. Το BIRB θεώρησε, κυρίως, ότι το ποσό που έπρεπε να ανακτηθεί αντιστοιχούσε στο ποσό της ενισχύσεως του εισέπραξε η Beneo-Orafti για κάθε τόνο τον οποίο είχε αποποιηθεί, πολλαπλασιαζόμενη με τον αριθμό τόνων που παρήχθησαν πράγματι κατά την περίοδο 2006/2007.
108. Η Beneo-Orafti επισημαίνει, ωστόσο, ότι το ποσό της ενισχύσεως που χορηγείται έναντι αποποιήσεως παραγωγής ποικίλλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 320/2006, ανάλογα με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν σε σχέση με τις εγκαταστάσεις παραγωγής και συνδέονται με την αποποίηση (πλήρης διάλυση, μερική διάλυση ή απλή μη χρησιμοποίηση των εν λόγω εγκαταστάσεων). Οσάκις χωρεί αποποίηση χωρίς διάλυση, η ενίσχυση ανέρχεται σε 255,50 ευρώ ανά τόνο. Οσάκις χωρεί αποποίηση με μερική διάλυση, το ποσό αυτό αυξάνεται κατά 292 ευρώ ανά τόνο, φθάνοντας τα 547,50 ευρώ ανά τόνο, ώστε να αντισταθμίσει το κόστος διαλύσεως των εγκαταστάσεων. Οσάκις δε χωρεί αποποίηση με πλήρη διάλυση των εγκαταστάσεων, το ποσό αυξάνεται κατά 182,50 ευρώ επιπλέον ανά τόνο, φθάνοντας τα 730 ευρώ ανά τόνο, ώστε να αντανακλά το αυξημένο κόστος της ολικής διαλύσεως. Κατά τη λογική αυτή, υποστηρίζει η Beneo-Orafti, αν μια επιχείρηση δεν τηρήσει τη δέσμευσή της για αποποίηση παραγωγής, ενώ τηρεί την υποχρέωσή της για διάλυση των εγκαταστάσεων, το προς ανάκτηση ποσό θα έπρεπε να είναι μόνο 255,50 ευρώ ανά τόνο και δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του το μέρος της ενισχύσεως που προορίζεται να αντισταθμίσει το κόστος διαλύσεως των εγκαταστάσεων.
109. Από την πλευρά της η Επιτροπή εκτιμά ότι και οι δύο προσεγγίσεις είναι αποδεκτές (48), αλλά ότι, σε τελική ανάλυση, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να προσδιορίσουν τον ακριβή τρόπο υπολογισμού, υπό τον όρο ότι αυτός θα βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και δεν θα παραβιάζει καμία από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, ιδίως τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
110. Από την πλευρά μου, θεωρώ βάσιμες τις ενστάσεις που προέβαλε η Beneo-Orafti επί του θέματος. Η διαφοροποίηση του χορηγουμένου ποσού της ενισχύσεως ανάλογα με το είδος της δεσμεύσεως που αναλαμβάνεται όσον αφορά τις εγκαταστάσεις παραγωγής δείχνει μάλλον ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί εν μέρει μόνο στην απελευθέρωση της ποσοστώσεως αυτή καθαυτήν. Από το άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006 προκύπτει σαφώς ότι το προς ανάκτηση ποσό αντιστοιχεί στο «μέρος της ενισχύσεως που χορηγήθηκε σύμφωνα με [(49)] τη(τις) δέσμευση(δεσμεύσεις)» που δεν τηρήθηκαν. Καθόσον η υποχρέωση που δεν τηρήθηκε αφορά μόνο την παραγωγή και όχι τη διάλυση των εγκαταστάσεων, φαίνεται επιβεβλημένη μια ανάκτηση η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανομή της ενισχύσεως μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων. Από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 320/2006, μπορεί να συναχθεί ότι, σε περίπτωση αποποιήσεως παραγωγής συνοδευόμενης από δέσμευση για μερική διάλυση των οικείων εγκαταστάσεων, το μέρος της ενισχύσεως που χορηγείται σε σχέση με την αποποίηση αντιστοιχεί σε 255,50 ευρώ ανά τόνο (50), προσαυξανόμενα, ενδεχομένως, κατά 10 % ή κατά 30 % ανάλογα με την περίπτωση. Εφόσον τηρούνται οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν σχετικά με τις εγκαταστάσεις, φαίνεται να αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία όχι μόνο αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης αλλά περιέχεται, έμμεσα τουλάχιστον, και στο άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006, το να ανακτηθεί το μέρος της ενισχύσεως που αντιστοιχεί στις δεσμεύσεις αυτές.
111. Περαιτέρω, μια τέτοια προσέγγιση θα προσέκρουε και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθότι θα συνεπαγόταν όμοια μεταχείριση δύο ομάδων επιχειρηματιών (αυτών που δεν τήρησαν καμία από τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν και εκείνων που παρέβησαν μόνο την υποχρέωσή τους να μην προβούν σε παραγωγή κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου) που διαφέρουν αντικειμενικά. Θα είχε μάλιστα ως συνέπεια να ενθαρρύνει την μη τήρηση του συνόλου των δεσμεύσεων, αφής στιγμής παραβιάστηκε μια μόνο υποχρέωση.
112. Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι, όταν συντρέχει περίπτωση ανακτήσεως ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως λόγω μη τηρήσεως μέρους μόνο των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν έναντι της χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως, πρέπει να ανακτάται μόνο το μέρος εκείνο της ενισχύσεως που αντιστοιχεί στις μη τηρηθείσες δεσμεύσεις. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, που αφορά μόνο τη δέσμευση για εγκατάλειψη της παραγωγής, το κόστος διαλύσεως στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στον υπολογισμό. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να σημειωθεί, επιπλέον, ότι το ποσό της χορηγηθείσας ενισχύσεως είναι κατ’ αποκοπήν και, συνεπώς, ανεξάρτητο από το εν λόγω κόστος.
113. Όσον αφορά την προσέγγιση της Επιτροπής, δεν θεωρώ σωστό να αφεθεί στις εθνικές αρχές μόνο η ευθύνη να αποφασίσουν πώς θα υπολογιστούν τα ποσά, καθόσον πρόκειται για ποσά υπαγόμενα σε ενισχύσεις προερχόμενες από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, τα οποία πρέπει να ανακτηθούν ή να εισπραχθούν δυνάμει του δικαίου της Ένωσης και να καταβληθούν εκ νέου στον προϋπολογισμό αυτής, ακόμη περισσότερο δε λαμβανομένου υπόψη ότι απαντώντας γραπτώς σε ερώτηση που της υπέβαλε το Δικαστήριο, η Επιτροπή παραθέτει, «μεταξύ πλειόνων δυνατών μεθόδων», τέσσερις υπολογισμούς που καταλήγουν σε τέσσερα πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, που κυμαίνονται μεταξύ 8 103 292 ευρώ και 59 679 771 ευρώ, ήτοι έχουν μεταξύ τους σχέση από 1 προς 1 μέχρι 1 προς 7,36. Η ύπαρξη και μόνο της δυνατότητας να διεκδικηθούν ποσά τόσο διαφορετικά μεταξύ τους σε διάφορα κράτη μέλη, από παραγωγούς που βρίσκονται σε αντικειμενικά όμοιες καταστάσεις, φαίνεται να συνιστά πρόδηλη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
114. Όσο για τα άλλα επιχειρήματα της Beneo-Orafti, που αφορούν τη ζημία που προκύπτει από την αποποίηση των βασικών ποσοστώσεων και τον έκτακτο χαρακτήρα των μεταβατικών ποσοστώσεων, τα βρίσκω λιγότερο πειστικά.
115. Πρώτον, η Beneo-Orafti υποστηρίζει ότι η ποσόστωση την οποία αποποιήθηκε αφορά την παραγωγή όχι μόνο της περιόδου 2006/2007, αλλά και την παραγωγή των ακολούθων οκτώ περιόδων, μέχρι την περίοδο 2014/2015 (51). Έτσι, το μέρος της βασικής ενισχύσεως που αντιστοιχεί στην περίοδο 2006/2007 αντιπροσωπεύει μόνο το ένα ένατο του συνόλου, οπότε πρέπει να ανακτηθεί μόνο αυτό το ένα ένατο στην περίπτωση που η μη τήρηση της δεσμεύσεως περί αποποιήσεως αφορά μόνο αυτή την περίοδο. Ωστόσο, η συλλογιστική αυτή είναι κατά τη γνώμη μου λανθασμένη. Η ενίσχυση δεν χορηγείται κάθε χρόνο έναντι των δεσμεύσεων που τηρήθηκαν στη διάρκεια της οικείας περιόδου, χορηγείται άπαξ έναντι της δεσμεύσεως για εγκατάλειψη της παραγωγής (που συνοδεύεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη διάλυση των εγκαταστάσεων), που ισχύει για όλες τις περιόδους που έπονται της περιόδου κατά την οποία εχώρησε (52). Κάθε παραγωγή που χωρεί κατά παράβαση της δεσμεύσεως συνεπάγεται ανάκτηση της αντίστοιχης ενισχύσεως. Εξάλλου, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 10 του κανονισμού 318/2006, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το ότι η ποσόστωση που χορηγείται για την περίοδο 2006/2007, αν δεν την αποποιηθεί ο δικαιούχος, θα παραμείνει σταθερή κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας. Αντίθετα, πρέπει οπωσδήποτε να μειωθεί από την περίοδο 2010/2011 και μετά.
116. Δεύτερον, η Beneo-Orafti στηρίζει ορισμένα από τα επιχειρήματά της στο ότι οι μεταβατικές ποσοστώσεις αφορούν μία και μόνο περίοδο, ενώ οι βασικές ποσοστώσεις (αν δεν υπάρξει σχετική αποποίηση) αφορούν όλες τις περιόδους για τις οποίες ισχύει ο κανονισμός 318/2006. Δεν θεωρώ τα επιχειρήματα αυτά λυσιτελή, καθόσον, κατά την άποψή μου, η επίμαχη παραγωγή, που πραγματοποιήθηκε μετά την 1η Οκτωβρίου 2006, δεν μπορεί να καλύπτεται από μεταβατική ποσόστωση.
117. Εκτιμώ, επομένως, ότι, οσάκις επιβάλλεται ανάκτηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως επειδή δεν τηρήθηκε μέρος μόνο των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν έναντι της χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως, πρέπει να ανακτάται μόνο το μέρος εκείνο της ενισχύσεως που αντιστοιχεί στις μη τηρηθείσες δεσμεύσεις.
V – Συμπέρασμα
118. Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal de première instance de Bruxelles οι εξής απαντήσεις:
«Οι εφαρμοστέες στην υπό κριση υπόθεση διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, του κανονισμού (ΕΚ) 320/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, του κανονισμού (ΕΚ) 493/2006 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό μεταβατικών μέτρων στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής οργάνωσης της αγοράς της ζάχαρης και για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1265/2001 και (ΕΚ) 314/2002, του κανονισμού (ΕΚ) 967/2006 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, όσον αφορά την παραγωγή εκτός ποσοστώσεως στον τομέα της ζάχαρης, και του κανονισμού 968/2006 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 320/2006 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως του κλάδου της ζάχαρης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έχουν την έννοια ότι:
– μια επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί μια βασική ποσόστωση και μια μεταβατική ποσόστωση για την περίοδο εμπορίας 2006/2007, και η οποία αποποιείται τη βασική της ποσόστωση, εδικαιούτο να παραγάγει μέχρι του ύψους της μεταβατικής ποσοστώσεως πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2006 χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τη συμμόρφωσή της με τους όρους της εκ μέρους της αποποιήσεως της βασικής ποσοστώσεως και την ενίσχυση αναδιαρθρώσεως που συνδέεται με την αποποίηση αυτή, αλλά ότι κάθε παραγωγή μετά την 1η Οκτωβρίου 2006 πρέπει να θεωρείται ως μη τήρηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε στο πλαίσιο της αποποιήσεως της βασικής ποσοστώσεως,
– δέσμευση για αποποίηση της ποσοστώσεώς της, την οποία αναλαμβάνει μια επιχείρηση αιτούμενη ενίσχυση αναδιαρθρώσεως για την περίοδο 2006/2007, κατέστη υποχρεωτική για την εν λόγω επιχείρηση από τη στιγμή που αυτή όφειλε να γνωρίζει, ως ευλόγως ενημερωμένος επιχειρηματίας, ότι η αντιστοιχούσα στην εν λόγω δέσμευση ενίσχυση επρόκειτο να της καταβληθεί,
– όταν μια επιχείρηση παρήγαγε, επειδή δεν τήρησε τη δέσμευσή της για αποποίηση της ποσοστώσεώς της, ποσότητα εκτός ποσοστώσεως, η ανάκτηση της ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως που της χορηγήθηκε έναντι της αποποιήσεως συνιστά απόδοση αχρεωστήτως καταβληθέντων η σώρευση της οποίας με οικονομική κύρωση δεν απαγορεύεται από καμία αρχή του δικαίου της Ένωσης. Αντίθετα, η επιβολή αθροιστικά δύο κυρώσεων που τιμωρούν την αυτή παραγωγή απαγορεύεται από την αρχή non bis in idem, η οποία επιτάσσει να επιβληθεί μόνο η αυστηρότερη από αυτές,
– οσάκις επιβάλλεται ανάκτηση ενισχύσεως αναδιαρθρώσεως επειδή δεν τηρήθηκε μέρος μόνο των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν έναντι της χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως, πρέπει να ανακτάται μόνο το μέρος εκείνο της ενισχύσεως που αντιστοιχεί στις μη τηρηθείσες δεσμεύσεις.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Η ινουλίνη είναι μια ίνα (απαρτιζόμενη από μια αλληλουχία μορίων φρουκτόζης) παρούσα σε ορισμένα φυτά. Λαμβάνεται από τη ρίζα του κιχωρίου. Η υδρόλυση της ινουλίνης επιτρέπει τη λήψη της φρουκτόζης και το προϊόν της διαδικασίας αυτής, μια γλυκαντική ουσία γνωστή ως σιρόπι ινουλίνης και υπαγόμενο στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, χρησιμοποιείται, ιδίως, στη βιομηχανία τροφίμων.
3 – Βλ. το εισαγωγικό μέρος της ειδικής έκθεσης αριθ. 6 του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον τίτλο «Πέτυχε η μεταρρύθμιση της αγοράς ζάχαρης τους κύριους στόχους της;», στον ιστότοπο .
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 58, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε, μετά το πέρας της περιόδου που είναι κρίσιμη για την εξέταση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») (ΕΕ L 299, σ. 1), ο οποίος, ωστόσο, ενσωμάτωσε στο κείμενό του πολλές διατάξεις του προϊσχύσαντος κανονισμού (βλ. πίνακα αντιστοιχίας στο παράρτημα XXII του δεύτερου κανονισμού, σημείο 40).
5 – Ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1), κατά τον οποίο η περίοδος εμπορίας άρχιζε την 1η Ιουλίου και τελείωνε στις 30 Ιουνίου του επομένου έτους (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ιγ΄) (βλ. δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006).
6 – Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνόδευε την πρόταση κανονισμού που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [COM(2005) 263 τελικό], η μεταφορά της ημερομηνίας ενάρξεως της περιόδου εμπορίας της ζάχαρης είχε ως σκοπό να «διευκολύνει την εφαρμογή των μειώσεων των τιμών» (βλ. σημείο 2.2).
7 – Βλ., για το επίμαχο χρονικό διάστημα, άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42) και της αποφάσεως 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 163, σ. 17), αντιστοίχως.
8 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιαρθρώσεως του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 58, σ. 42).
9 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό μεταβατικών μέτρων στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής οργάνωσης της αγοράς της ζάχαρης και για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1265/2001 και (ΕΚ) αριθ. 314/2002 (ΕΕ L 89, σ. 11).
10 – Οι παράγραφοι 1 και 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπουν μεταβατικές ποσοστώσεις, αντίστοιχα, για τη ζάχαρη που παράγεται από ζαχαρότευτλα που σπάρθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006 και για την ισογλυκόζη.
11 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 του Συμβουλίου όσον αφορά την παραγωγή εκτός ποσοστώσεως στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 176, σ. 22).
12 – Βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.
13 – Όπ.π.
14 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 320/2006 (ΕΕ L 176, σ. 32).
15 – Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το αριθμητικό μέγεθος αντιπροσωπεύει περίπου 61 % είτε της βασικής ποσοστώσεως είτε της μεταβατικής ποσοστώσεως για το σιρόπι ινουλίνης που χορηγήθηκαν στο Βασίλειο του Βελγίου σύμφωνα με, αντίστοιχα, το παράρτημα III του κανονισμού 318/2006 (που ανερχόταν σε 215 247 τόνους) και το παράρτημα II, μέρος Γ, του κανονισμού 493/2006 (που ανερχόταν σε 53 812 τόνους). Η μεταβατική ποσόστωση, είτε πρόκειται για αυτήν που χορηγήθηκε στο Βασίλειο του Βελγίου είτε για αυτήν που παραχωρήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος στην Beneo-Orafti, αντιπροσωπεύει το 25 % της κρίσιμης βασικής ποσοστώσεως, που αντιστοιχεί στην παράταση κατά 25 % της διάρκειας της περιόδου εμπορίας 2006/2007 σε σχέση με τις προηγούμενες και τις επόμενες περιόδους.
16 – Βλ. το προσάρτημα 8 στις παρατηρήσεις της Beneo-Orafti (σ. 2).
17 – ΕΕ C 234, σ. 9. Είναι ίσως ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, κατά την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που παρατίθεται στην υποσημείωση 3, όλες οι βασικές ποσοστώσεις σιροπιού ινουλίνης που χορηγήθηκαν για την περίοδο 2006/2007 στην Ένωση (οι οποίες στην πραγματικότητα αφορούσαν μόνο το Βασίλειο του Βελγίου και, σε μικρότερη έκταση, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και τη Γαλλική Δημοκρατία) απελευθερώθηκαν κατά την ίδια αυτή περίοδο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει και να μην παραχωρηθεί καμία ποσόστωση για σιρόπι ινουλίνης για οποιαδήποτε από τις επόμενες περιόδους (βλ. παράρτημα ΙΙ, υπό Β).
18 – Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού, και αυτών που ακολουθούν, βλ. τον πίνακα στο σημείο 53 των παρουσών προτάσεων.
19 – Η έννοια της ανακτήσεως της μεταβατικής ποσοστώσεως, ιδέας που προφανώς προτάθηκε από την Beneo-Orafti, δεν είναι διόλου προφανής. Φαίνεται να αναφέρεται, με μάλλον αόριστο τρόπο, στο γεγονός ότι οι ποσότητες που παρήγαγε η Beneo-Orafti και οι οποίες η ίδια θεώρησε ότι καλύπτονταν από τη μεταβατική της ποσόστωση δεν θεωρήθηκε ότι καλύπτονταν από εγκεκριμένη ποσόστωση, με αποτέλεσμα να τους επιβληθεί τέλος πλεονασματικής παραγωγής.
20 – Βλ. δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 493/2006.
21 – Βλ. τα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στο σημείο 41 των παρουσών προτάσεων και στην υποσημείωση 15.
22 – Βλ., ιδίως, το άρθρο 3, παράγραφο 4, του κανονισμού 320/2006.
23 – Άρθρο 3 του κανονισμού 968/2006.
24 – Βλ. άρθρο 2, σημείο 6, του κανονισμού 320/2006 και άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 968/2006.
25 – Επισημαίνεται ότι η Beneo-Orafti ανέφερε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η εν λόγω παραγωγή δεν μπορούσε να ξεκινήσει μετά την 21η Νοεμβρίου 2006, επειδή το κιχώριο δεν μπορούσε να αποθηκευθεί για περισσότερο από τρεις μήνες, πράγμα που φαίνεται να καταδεικνύει ότι το εν λόγω κιχώριο ήταν διαθέσιμο ήδη αρκετό χρόνο πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2006.
26 – Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι το πρόβλημα, κατ’ αρχήν, ανακύπτει μόνο για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 (βλ. σημείο 58 των παρουσών προτάσεων). Πράγματι, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 320/2006 προβλέπει ότι, για τις επόμενες περιόδους εμπορίας, η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση της ενισχύσεως λαμβάνεται το αργότερο στο τέλος του Φεβρουαρίου που προηγείται της περιόδου εμπορίας.
27 – Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 968/2006.
28 – Βλ. το άρθρο 3 του κανονισμού 968/2006. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή αρχίζει με τις λέξεις «[α]πό την περίοδο εμπορίας για την οποία έγινε η αποποίηση της ποσοστώσεως [...]» και όχι «[α]πό την αρχή της περιόδου [...]».
29 – Βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 320/2006.
30 – Η οποία, εν προκειμένω, εχώρησε σχεδόν ένα μήνα μετά την έναρξη της περιόδου. Φαίνεται εντελώς αδύνατο να μπορεί να υποχρεούται μια επιχείρηση σε τήρηση μιας δεσμεύσεως από ημερομηνίας κατά την οποία δεν έχει καν ακόμη προτείνει να αναλάβει την εν λόγω δέσμευση.
31 – Άρθρο 27, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 968/2006.
32 – Όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού του μέρους αυτού της ενισχύσεως, βλ. σημεία 104 επ., ιδίως σημεία 110 επ. των παρουσών προτάσεων.
33 – Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 338).
34 – Στην πραγματικότητα, η κύρωση δεν φαίνεται καν πολύ βαριά, αφού ανέρχεται μόλις σε 164,25 ευρώ (30 % των 547,50 ευρώ) το πολύ, ενώ η παραγωγή στο πλαίσιο ποσοστώσεως υπόκειται στην καταβολή προσωρινού ποσού 126,40 ευρώ ανά τόνο σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006.
35 – Επισημαίνω ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέβαλε εν προκειμένω προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της Beneo-Orafti. Επομένως, δεν θα εξετάσω στις παρούσες προτάσεις το ζήτημα αυτό, το οποίο αποτελεί ζήτημα εξεταζόμενο από το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών.
36 – Βλ., ιδίως, την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, C‑133/09, Uzonyi (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
38 – Βλ. τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006 καθώς και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 967/2006.
39 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
40 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, C‑436/04, Van Esbroeck (Συλλογή 2006, σ. I‑2333, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, σημεία 80 και 81 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως Sharpston στην υπόθεση C‑467/04, E. Gasparini κ.λπ. (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Συλλογή 2006, σ. I‑9199).
41 – Πρέπει να σημειωθεί ότι, στον χώρο του ποινικού δικαίου, το Δικαστήριο έχει πάψει, από της εκδόσεως της αποφάσεως της 11ης Φεβρουαρίου 2003, C‑187/01 και C‑385/01, Gözütok και Brügge (Συλλογή 2003, σ. I‑1345), να απαιτεί να προστατεύεται το αυτό έννομο συμφέρον για να εφαρμόσει την αρχή non bis in idem και ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υιοθέτησε παρόμοια προσέγγιση στην απόφασή του Sergueï Zolotoukhine κατά Ρωσίας της 10ης Φεβρουαρίου 2009.
42 – Που εκφράζεται ακριβέστερα με το απόφθεγμα «nemo debet bis vexari» ή «bis de eadem re ne sit actio» και είναι γνωστή στο γερμανικό δίκαιο με τον όρο «Erledigungsprinzip», όρο που θέτει την έμφαση στην εξάντληση των διώξεων μετά την ολοκλήρωση της πρώτης διαδικασίας.
43 – Που εκφράζεται ακριβέστερα με το απόφθεγμα «nemo debet bis puniri pro uno delicto» και είναι γνωστή στο γερμανικό δίκαιο με τον όρο «Anrechnungsprinzip», όρο που παραπέμπει μάλλον στην ιδέα του «συνολικού υπολογισμού» των ποινών, ήτοι της επιμέτρησης μιας ελαφρότερης ποινής κατά την επιβολή βαρύτερης ποινής για τις ίδιες πράξεις.
44 – Βλ. την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψεις 19 επ.). Βλ., επίσης, την απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4429, σκέψεις 37 επ.).
45 – Βλ. πίνακα στο σημείο 53 των παρουσών προτάσεων. Πρόκειται για ποσό ίσο προς το 30 % της ενισχύσεως που έλαβε η Beneo-Orafti, η οποία αντιπροσώπευε 83 % του συνολικού ποσού των 547,50 ευρώ ανά τόνο. Ωστόσο, εκτιμώ ότι ένας ορθός υπολογισμός θα κατέληγε σε ακόμη μικρότερο ποσό (βλ. σημεία 110 επ. των παρουσών προτάσεων).
46 – Βλ. άρθρα 12 έως 15 του κανονισμού 318/2006 και άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 967/2006.
47 – Άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006.
48 – Αν και, στη γραπτή απάντησή της σε μια ερώτηση που της υπέβαλε το Δικαστήριο, φαίνεται να θεωρεί, χωρίς να εξηγεί τη συλλογιστική της, ότι ο υπολογισμός που προτείνει η Beneo-Orafti οδηγεί σε ανάκτηση 292 ευρώ ανά τόνο και όχι 255,55 ευρώ ανά τόνο.
49 – Καίτοι οι λέξεις «conformément à [σύμφωνα με]», εντασσόμενες στα συμφραζόμενα, φαίνονται ίσως κάπως ασαφείς στη γαλλική γλώσσα, το νόημά τους αποδίδεται σαφέστερα σε άλλες γλωσσικές εκδοχές, όπως, παραδείγματος χάριν, στα αγγλικά («the part of the aid granted in respect of the commitment(s) concerned») ή στα ισπανικά («la parte de la ayuda concedida correspondiente al compromiso o compromisos en cuestión») (η υπογράμμιση δική μου και στις δύο περιπτώσεις).
50 – Ποσό που θα μπορούσε να συμφωνήσει να αναθεωρήσει προς τα κάτω εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη ότι η Beneo-Orafti έλαβε μόνο 83 % του συνολικού ποσού της ενισχύσεως.
51 – Βλ. άρθρο 46 του κανονισμού 318/2006.
52 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 320/2006.
Full & Egal Universal Law Academy